"Κρείττων γὰρ ἐπαινετὸς πόλεμος εἰρήνης χωριζούσης Θεοῦ· καὶ διὰ τοῦτο τὸν πραῢν μαχητὴν ὁπλίζει τὸ Πνεῦμα, ὡς καλῶς πολεμεῖν δυνάμενον" Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΕΙΜΕΝΑ ΠΡ. ΦΛΩΡΙΝΗΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΕΙΜΕΝΑ ΠΡ. ΦΛΩΡΙΝΗΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 23 Ιουλίου 2025

Ἄγνωστη Ἱστορικὴ Ἐπιστολὴ Ἁγίου Ἱεράρχου πρώην Φλωρίνης Χρυσοστόμου

(ΠΗΓΗ: https://imlp.gr/2025/07/22/%e1%bc%84%ce%b3%ce%bd%cf%89%cf%83%cf%84%ce%b7-%e1%bc%b1%cf%83%cf%84%ce%bf%cf%81%ce%b9%ce%ba%e1%bd%b4-%e1%bc%90%cf%80%ce%b9%cf%83%cf%84%ce%bf%ce%bb%e1%bd%b4-%e1%bc%81%ce%b3%ce%af%ce%bf%cf%85-%e1%bc%b1/ )

 

Εἰσαγωγικὸ

Μέχρι τώρα γνωρίζαμε ἀπὸ τὴν ἱστορία τὴν σημαντικὴ Ἐπιστολὴ τοῦ Ἁγίου πρώην Φλωρίνης Χρυσοστόμου πρὸς τὸν Ἐπίσκοπο Κυκλάδων Γερμανὸ τῆς 9ης Νοεμβρίου 1937, μέσῳ τῆς ὁποίας τὸν ἔψεγε ποὺ ἀκολούθησε τὸν Ἐπίσκοπο Βρεσθένης Ματθαῖο στὸν χωρισμὸ ἀπὸ τὴν Ἱερὰ Σύνοδο τῆς Ἐκκλησίας Γνησίων Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν Ἑλλάδος ὑπὸ τὸν Μητροπολίτη Δημητριάδος Γερμανό. Οἱ ἀποκηρύξεις τῶν ἀποσχιστῶν Ἐπισκόπων συνέβησαν τὸν Σεπτέμβριο τοῦ ἔτους ἐκείνου καὶ ἀποτέλεσαν μεγάλο πλῆγμα στὸν ἱερὸ Ἀγῶνα τῆς Γνησίας Ὀρθοδοξίας κατὰ τῆς Ἡμερολογιακῆς Καινοτομίας τοῦ 1924.
Ὡς γνωστόν, ἡ ἀκραία ὁμάδα περὶ τὸν Βρεσθένης Ματθαῖο -ποὺ ἀκολούθησε τότε καὶ ὁ Κυκλάδων Γερμανὸς- βρῆκε ὡς πρόφαση γιὰ τὴν διάσπασή της ἐκκλησιολογικῆς φύσεως διευκρινίσεις, στὶς ὁποῖες εἶχαν προβεῖ οἱ Ὁμολογητὲς Ἱεράρχες Δημητριάδος Γερμανὸς καὶ πρώην Φλωρίνης Χρυσόστομος σχετικὰ μὲ τὰ ἰσχύοντα -σύμφωνα μὲ τοὺς Ἱεροὺς Κανόνες- γιὰ τὴν ἐκκλησιαστικὴ κατάσταση καὶ θέση ὅσων δέχθηκαν τὴν Ἡμερολογιακὴ Καινοτομία.
Περὶ τῶν λεπτομερειῶν τῆς τραγικῆς ἐκείνης διασπάσεως ἔχουμε ἀναφερθεῖ σὲ ἱστορικὸ ἔργο μας, στὸ ὁποῖο παραπέμπουμε τὸν ἐνδιαφερόμενο (βλ. Ἐπίσκοπος Μαγνησίας Χρυσόστομος Νασλίμης, 1910-1973, Ἀκατάβλητος Ἀγωνιστὴς Πίστεως καὶ Ὑπομονῆς, τόμος Α΄, Ἀθήνα 2019, σελ. 162-181).
Ἡ γνωστὴ Ἐπιστολὴ τοῦ Ἁγίου πρώην Φλωρίνης πρὸς τὸν παρασυρθέντα στὴν σύμπηξη Παρασυναγωγῆς Ἐπίσκοπο Κυκλάδων Γερμανὸ δημοσιεύθηκε ἤδη ἀπὸ τοῦ 1973 ἀπὸ τὸν λόγιο Ἁγιορείτη τότε Μοναχὸ π. Θεοδώρητο σὲ εἰδικὴ μελέτη του, ἐνῶ ἔγινε εὐρύτερα γνωστὴ διὰ τῆς συμπεριλήψεώς της στὸ ἔργο: Μητροπολίτης πρώην Φλωρίνης Χρυσόστομος Καβουρίδης – Ἀγωνιστὴς τῆς Ὀρθοδοξίας καὶ τοῦ Ἔθνους, Ἀθῆναι 1981, σελ. 76-84, ὑπὸ τῶν Ἐπιμελητῶν Ἠλία Ἀγγελόπουλου καὶ Διονυσίου Μπατιστάτου.
Σὲ αὐτήν, ὁ συντάκτης ἀναφέρει ὅτι ἀπαντᾶ σὲ ἔντυπη ἀνταπάντηση ἀπὸ 20-10-1937 τοῦ ἀποδέκτου, καὶ μάλιστα τοῦ θυμίζει ὅτι πρὶν νὰ κυκλοφορήσει αὐτὴν ἐντύπως πρὸς τὸ πλήρωμα τῶν πιστῶν θὰ ἔπρεπε κατὰ λογικὴ ἀπαίτηση καὶ στοιχειώδη ἀξιοπρέπεια νὰ τὴν εἶχε ἀπευθύνει πρωτίστως σὲ αὐτὸν (τὸν πρώην Φλωρίνης) ὡς φυσικὸ ἀποδέκτη της. Ἀλλὰ σὲ ποιά Ἐπιστολὴ τοῦ Ἁγίου πρώην Φλωρίνης ἀπαντοῦσε ὁ Κυκλάδων διὰ τοῦ λανθασμένου τούτου τρόπου;
Ἀπὸ τὴν ἔρευνά μας σὲ ἱστορικὰ ἀρχεῖα τοῦ ἱεροῦ ἡμῶν Ἀγῶνος, ἐξ ἀγάπης πρὸς Αὐτὸν κινούμενοι, ἀνακαλύψαμε ἀκριβῶς τὴν ἀρχικὴ Ἐπιστολὴ τοῦ πρώην Φλωρίνης πρὸς τὸν Κυκλάδων μὲ ἡμερομηνία 14-10-1937, σὲ δακτυλογραφημένο κείμενο 15 σελίδων, στὸ ὁποῖο μόνον ἡ τελευταία σελίδα παρουσιάζει κάποια μικρὴ φθορά, χωρὶς ὅμως πρόβλημα στὴν κατανόηση τοῦ περιεχομένου.
Χάριν λοιπὸν τῆς ἱστορίας, τῆς δικαιοσύνης καὶ τῆς ἀληθείας προβαίνουμε στὴν γιὰ πρώτη φορὰ δημοσιοποίησή της, διότι ἕνα κείμενο τόσης ἱστορικῆς σημασίας δὲν πρέπει νὰ παραμένει ἄγνωστο καὶ ἀκοινολόγητο καὶ μάλιστα ἀπὸ τὸν ἀδικαιολόγητο φόβο μὴ τυχὸν κάποιος ἐκ τῶν ἡμετέρων ἤ τῶν ὑπεναντίων «σκανδαλισθεῖ». Ἄν «φοβόμαστε» τὰ κείμενα τοῦ κατὰ Θεὸν Ἡγέτου ἡμῶν, τότε δὲν εἴμαστε ἄξιοι νὰ ἀποκαλούμαστε ἀληθινὰ τέκνα του οὔτε νὰ ἐμφανιζόμαστε ὡς ὑποτιθέμενοι διάδοχοι τοῦ Γίγαντος αὐτοῦ τῆς Πίστεως.
Δηλώνουμε ὅτι δὲν ἀναξέουμε πληγὲς οὔτε ἐπαναφέρουμε στὸ προσκήνιο θέματα εὐαίσθητα καὶ ἀντιλεγόμενα. Ἁπλὰ καταθέτουμε τὴν φωτισμένη σκέψη, μαρτυρία καὶ ὁμολογία τοῦ Ἁγίου Προκαθημένου μας σὲ ἐποχὴ θλιβερή, στὴν προσπάθειά του νὰ διδάξει, νουθετήσει καὶ ἐπαναφέρει στὴν ὀρθὴ ὁδὸ ἐκτρεπομένους ἀδελφούς. Τὸ πνεῦμα του, οἱ γνώσεις του, τὸ ἦθος του, ἀλλὰ καὶ ἡ ἐπιβεβλημένη αὐστηρότητά του, συγκερασμένη μὲ εὐγένεια, ἀποτελοῦν πηγὴ ἐμπνεύσεως γιὰ κάθε καλοπροαίρετο Ἀγωνιστὴ τῆς γνησίας Ὀρθοδοξίας, ὁ ὁποῖος δὲν ἔχει πληγεῖ ἀπὸ τὸ ἀπαίσιο μικρόβιο τῆς μικροπρέπειας, τῆς ἐριστικότητας, τῆς διχοστασίας, τοῦ φανατισμοῦ καὶ τῆς ἀκαταστασίας.
Εἶναι σαφὲς ὅτι παρὰ τὴν φαινομενικὴ ὑποχώρησή του μεταγενέστερα, προκειμένου νὰ οἰκονομήσει ἀκόμη καὶ αὐτὸν τὸν Κυκλάδων Γερμανό (1950 κ.ἑ.), ἡ διαυγὴς μαρτυρία τοῦ Ἁγίου πρώην Φλωρίνης Χρυσοστόμου εἶναι θεμελιώδης. Ἡ δὲ τακτική του γιὰ ἐπίδειξη συγκαταβάσεως σὲ προβληματικούς, προκειμένου νὰ ὑπηρετηθεῖ ἡ καλῶς νοουμένη ἑνότητα τῶν γνησίων Ὀρθοδόξων, εἶναι φυσικὰ ἀξιέπαινη, διότι ἐνεφορεῖτο ἀπὸ ἁγνὲς διαθέσεις. Τοῦτο ὅμως δὲν σημαίνει ἀπεμπόληση τῶν βασικῶν θέσεων, οἱ ὁποῖες συγκροτοῦν τὸ ὑγιὲς θεμέλιο τοῦ ἱεροῦ Ἀγῶνος μας.
Κατὰ τὴν ἐποχὴ ἐκείνη βεβαίως δὲν εἶχε ἀκόμη τεθεῖ τὸ σοβαρὸ θέμα Πίστεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ καὶ τῆς ὅλης μέχρι σήμερα θεαματικῆς ἐξελίξεώς του. Ἐν τούτοις, τὸ σκεπτικὸ περὶ τῆς σημασίας τῆς Πανορθοδόξου Συνοδικῆς ἀποφάνσεως ὡς ἐσχάτου κριτηρίου στὰ ἐπίδικα ἐκκλησιαστικὰ θέματα δὲν δύναται νὰ ἀγνοηθεῖ καὶ νὰ παρακαμφθεῖ, ἄν πρέπει νὰ τηρηθοῦν τὰ Ὀρθόδοξα Κανονικὰ πλαίσια, σύμφωνα μὲ τὸν Ἅγιο Ὁμολογητὴ Ἱεράρχη, καὶ νὰ ἀποφευχθοῦν οἱ παρακινδυνευμένες προσωπικὲς καὶ ἀτομικὲς ἀπόψεις. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν ἀποκλείει τὴν ἔκφραση ἀρχιερατικῆς διαγνώμης ἐπὶ θεμάτων Πίστεως, εἴτε μεμονωμένα εἴτε Συνοδικά, σὲ τοπικὸ ἐπίπεδο, κατὰ τὴν θεμιτὴ ἐκκλησιαστικὴ διαδικασία ἀντιμετωπίσεως κρίσεων, οἱ ὁποῖες συνταράσσουν τὸ Σῶμα τῆς Ἐκκλησίας.
Στὴν παροῦσα Ἐπιστολὴ τῆς 14-10-1937 ἀντιμετωπίζονται ἀρχικὰ διοικητικὰ θέματα τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, τὰ ὁποῖα ἐπέφεραν ρήξη στὶς σχέσεις τῶν Ἀρχιερέων μὲ μικρὴ ὁμάδα λαϊκῶν τῆς «Ἑλληνικῆς Θρησκευτικῆς Κοινότητος», οἱ ὁποῖοι δὲν ἤθελαν τὴν κανονικὴ ὑποταγή τους σὲ αὐτούς, ἀλλὰ τὴν συνέχιση τῆς «διοικήσεως» τῶν θεμάτων τοῦ ἱεροῦ Ἀγῶνος ὅπως εἶχαν μάθει ἀπὸ πρὶν ποὺ ἦσαν ἄνευ Ἐπισκοπικῆς καλύψεως. Γιὰ τὴν κατανόηση ὅσων ἀναφέρονται στὴν Ἐπιστολὴ ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ, ἐν μέρει τουλάχιστον, παραπέμπουμε καὶ πάλι στὸ ὡς ἄνω ἱστορικὸ ἔργο μας (βλ. Ἐπίσκοπος Μαγνησίας Χρυσόστομος Νασλίμης, τ. Α΄, σελ. 109-111).
Ἐπίσης, θίγονται εὐρύτερα θέματα προβληματικῆς συμπεριφορᾶς καὶ τακτικῆς τοῦ Ἐπισκόπου Κυκλάδων Γερμανοῦ, ὁ ὁποῖος δὲν σεβόταν καὶ δὲν ὑπολόγιζε τὴν κανονικὴ Συνοδικὴ τάξη καὶ σειρά. Ἦταν ἄρα ἀναμενόμενο ἡ στάση του νὰ ἐκτραπεῖ ἐντελῶς καὶ νὰ φθάσει στὸ ἀπροχώρητο. Ὅταν κάποιος ἔχει μάθει νὰ αὐθαιρετεῖ χωρὶς νὰ ὑπολογίζει τὰ ἐκκλησιαστικὰ θέσμια, εἶναι ζήτημα χρόνου νὰ ἐξευρεθεῖ κάποια αἰτία καὶ ἀφορμὴ γιὰ νὰ τὴν χρησιμοποιήσει καταλλήλως, ὥστε νὰ ἐκπληρώσει μύχιους πόθους ἀνεξαρτητοποιήσεως καὶ οὐσιαστικὰ βυθίσεώς του σὲ ἀντι-εκκλησιαστικὴ πορεία στὸ ἀδιέξοδο τῆς πλάνης του.
Εἶναι δυστυχῶς παρατηρημένο καὶ ἐπαναλαμβανόμενο τὸ τραγικὸ φαινόμενο στὴν ἱστορία τοῦ ἱεροῦ Ἀγῶνος μας, παλαιὰ καὶ σύγχρονη, ὅτι τὰ μοιραῖα ἐκεῖνα πρόσωπα τὰ ὁποῖα ἀνέλαβαν μετὰ πάσης ἀδιακρισίας νὰ ξεκαθαρίσουν δῆθεν τὰ θέματα Πίστεως, ἀπεδείχθησαν τόσο κακεντρεχῆ ἔναντι τῶν ὑποτιθεμένων «ἐχθρῶν» τους τοῦ χώρου μας καὶ τόσο σκανδαλωδῶς ἀκατάστατα, ὥστε ἡ βλάβη καὶ ταραχὴ ποὺ προξένησαν νὰ εἶναι ἀπείρως μεγαλύτερη ἀπὸ τὴν δῆθεν ὠφέλεια ποὺ σκόπευαν νὰ προκαλέσουν. Ὁ Θεὸς νὰ ἐλεήσει ζῶντας καὶ κεκοιμημένους γιὰ τὴν τραγικὴ κατάπτωσή τους ἕνεκα τῆς «ἀκριβείας τῆς πίστεως»!…
Ἐν συνεχείᾳ, ὡς πρὸς τὴν Ἐπιστολὴ τῆς 14-10-1937, ὁ Ἅγιος πρώην Φλωρίνης προβαίνει σὲ θαυμαστὴ διευκρίνιση τοῦ νοήματος τοῦ ἱεροῦ Ἀγῶνος καὶ τῶν ὀρθῶν Κανονικῶν πλαισίων του, πρὸς ἀποσόβηση κάθε μορφῆς ζημιογόνας ἀκρότητος καὶ ἐκτροπῆς. Τονίζουμε ὅτι ὁ ἐκ δεξιῶν πειρασμὸς τῆς δῆθεν ἀπολύτου ἀκριβείας στὸν χῶρο μας μόνον ζημία προξενοῦσε ἀνέκαθεν λόγῳ ἀγνοίας, πείσματος καὶ ζήλου «οὐ κατ’ ἐπίγνωσιν», ματαιώνοντας κάθε προσδοκία ἀγαθῆς ἐπιδράσεως γιὰ τὴν κατὰ Θεὸν ἐπίλυση τῆς δημιουργηθείσης διαστάσεως.
Τέλος, ὑπάρχουν ἀπολογητικῆς φύσεως διαβεβαιώσεις, ἐφ’ ὅσον οἱ πάσης φύσεως προβληματικοὶ τοῦ χώρου μας ἦταν συνήθως ἰδιαίτερα ἐπιρρεπεῖς σὲ καλπάζουσα φαντασιο(σ)κοπία, θεωροῦντες τὰ ἀπίθανα συμπεράσματα τῆς παραλόγου φαντασίας τους ὡς ἀκραδάντως ἰσχυρὰ δεδομένα, προκειμένου νὰ παρασύρουν σὲ ὄλεθρο πλάνης ἀστήρικτες ψυχές.
Εὐχαριστοῦμε τὸν Ἅγιο πρώην Φλωρίνης Χρυσόστομο ποὺ μᾶς ἐπιτρέπει νὰ ἀναδεικνύουμε τὴν εὐλογημένη διδασκαλία του καὶ νὰ ἀποκαθιστοῦμε τὴν τρωθεῖσα τιμὴ καὶ ἀξία τοῦ ἱεροῦ Ἀγῶνος μας. Εὐχόμαστε οἱ Κανονικὲς ἀρχές του, τὸ ἀξεπέραστο ἦθος του, ἡ θαυμαστὴ ὑπομονή του, ὅπως καὶ οἱ ἅγιες εὐχές του, νὰ ἀποτελοῦν Φάρο φωτεινὸ στὴν κατὰ Θεὸν πορεία μας, καίτοι οἱ ἄνθρωποι ποὺ εἶναι ἐγκλωβισμένοι στὶς προκαταλήψεις καὶ τὶς φοβίες τους, ὅπως καὶ τὰ «ζιζάνια» τοῦ πονηροῦ, δὲν θὰ παύσουν νὰ ἀντιστρατεύονται κάθε ἀγαθὴ προσπάθεια καὶ μαρτυρία ὑπὲρ οἰκοδομῆς τῆς Ἐκκλησίας καὶ τῶν ψυχῶν.
Ἡ ἐντὸς ἀγκυλῶν [] ἐπεξηγήσεις τοῦ κειμένου εἶναι ἡμέτερες.

+Λ.&Π.Κλ.
9/22-7-2025

Τὸ κείμενο τῆς Ἐπιστολῆς:

Πρὸς τὸν Θεοφιλέστατον Ἐπίσκοπον Ἅγιον Κυκλάδων
Γερμανὸν Βαρικόπουλον
Ἐνταῦθα

            Τὸ διὰ Δικαστικοῦ Κλητῆρος καὶ ὑπὸ χρονολογίαν 6ης Σεπτεμβρίου [1937] σταλὲν ὑπὸ τῆς Ὑμετέρας Θεοφιλίας ἔγγραφον, δι’ οὗ δηλοῖ Αὕτη, ὅτι ἀποκηρύττει ἡμᾶς καὶ τάσσεται παρὰ τὸ πλευρὸν τῆς Θρησκευτικῆς Κοινότητος τῶν Γνησίων Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν, ἀναγνωσθὲν ἐπὶ Συνόδου, ἐνεποίησε θλιβερὰν ἐντύπωσιν, διότι ἔδωκεν ἡμῖν πλῆρες τὸ μέτρον τῆς διανοητικῆς καὶ ψυχικῆς ἀκαταστασίας Αὐτῆς.
            Διὰ τοῦ ἐγγράφου τούτου, ὡς ἠδυνήθημεν ἐκ τῆς ὅλης ἀσυναρτησίας του νὰ συμπεράνωμεν, ἡ Ὑμετέρα Θεοφιλία, συγκλώθουσα τὰ ἀσύγκλωστα [συνυφαίνοντας αὐτὰ ποὺ δὲν συνυφαίνονται] καὶ συνδυάζουσα τὰ ἀσυνδύαστα, πειρᾶται μάτην νὰ δικαιολογήσῃ τὴν ἀπονενοημένην [ἀνέλπιδα] ἀπόσχισίν Της ἀφ’ ἡμῶν, παρ’ ὧν κατὰ παραχώρησιν Θεοῦ, ὡς λέγει Αὕτη, ἔλαβε καὶ τὸν Ἐπισκοπικὸν βαθμὸν ὅλως ἀνελπίστως κατὰ τὸ γῆρας Της, ὅν μάτην ἐπεδίωξε κατὰ τὴν ἀκμὴν τῆς ἡλικίας Της. Παρατρέχοντες τὰς ἀναξίας λόγου ὑπηρεσίας Της ἀναφορικῶς πρὸς τὴν ἄρνησιν Αὐτῆς νὰ δεχθῇ δῆθεν τὴν ἀρχηγίαν τοῦ ἀγῶνος καὶ τὰς προσπαθείας Της, ὅπως συνδιαλλάξῃ πρὶν ἤ μεταβῇ εἰς ἐξορίαν, τὰ δύο ἀντιμαχόμενα Συμβούλια τῆς Θρησκευτικῆς Κοινότητος, προβαίνομεν εἰς τὴν ἀνάλυσιν καὶ ἀνασκευὴν τῶν ὑπ’ Αὐτῆς ἀναφερομένων εἰς τὴν δευτέραν σελίδα γεγονότων, τῶν συμβάντων μετὰ τὴν ἐπάνοδον ἡμῶν ἐκ τῆς ἐξορίας [Ὀκτώβριος 1935] καὶ ἀφορώντων τὴν ἀντικατάστασιν τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου τῆς Θρησκευτικῆς Κοινότητος Μπενηψάλτου καὶ Γαμβρούλια.
            Εἰς τὴν ἀφήγησιν τῶν γεγονότων τούτων ἡ Ὑμετέρα Θεοφιλία ἀγωνίζεται νὰ διεκδικήσῃ τὸ πρωτάθλημα τοῦ ψεύδους, τῆς ἀσυνειδησίας καὶ τῆς κακοπιστίας, φαινομένη κατωτέρα καὶ τοῦ κοινοῦ ἀνθρώπου. Εἶναι ψεῦδος ἀσύστολον τὸ λεγόμενον ὑπ’ Αὐτῆς, ὅτι εἰς τὴν πρώτην Συνεδρίαν τῶν παλαιοημερολογιτῶν εἰς τὴν Ἐκκλησίαν τῶν Τριῶν Παρθένων [Βοτανικός Ἀθηνῶν], εἰς ἥν ἀντεπροσώπευσα τὸν ἀδιαθετοῦντα τότε Σεβασμιώτατον Πρόεδρον Ἅγιον Δημητριάδος [Γερμανόν], ἐζήτησα ἐγὼ τὴν διάλυσιν τῆς Θρησκευτικῆς Κοινότητος διότι ἐτόνισα ῥητῶς, ὅτι ἡ Κοινότης, χωρὶς νὰ παύσῃ ὑφισταμένη, ἄγεται ἤδη εἰς Ἐκκλησίαν, ἀφ’ ἧς ἐποχῆς ἐτέθησαν ἐπὶ κεφαλῆς τοῦ Ἀγῶνος οἱ Ἀρχιερεῖς [Μάϊος 1935], καθ’ ὅσον, ὅπου Ἐπίσκοπος ἐκεῖ καὶ Ἐκκλησία.
            Ἐπίσης, εἶναι ψεῦδος τὸ λεγόμενον ὑπ’ Αὐτῆς, ὅτι ἔκτοτε συνεπείᾳ τῶν διαμαρτυριῶν τοῦ Κέντρου καὶ τῶν Παραρτημάτων ἐπῆλθεν ἡ τελεία διάσπασις τῆς Κοινότητος, διότι τὴν πρότασίν μου ταύτην ἐπεκρότησε σύμπασα ἡ Συνέλευσις, ἐκτὸς τοῦ τότε Προέδρου τοῦ Δ. Συμβουλίου κ. Παράσχου καί τινων ψυχοπαθῶν ἐγκαθέτων Μάνεση καὶ Γούναρη, ἐχόντων συμφέρον νὰ διαχειρίζηται τὸ Δ. Συμβούλιον τῆς Κοινότητος τὰς προσόδους τῶν Ἐκκλησιῶν. Ἀπόδειξις εἶναι, ὅτι ἡ ἐκλογικὴ Συνέλευσις ἀπεδοκίμασε τὸ Δ. Συμβούλιον τοῦ Παράσχου καὶ Γούναρη, καὶ ἀντικατέστησε τοῦτο διὰ τοῦ Συμβουλίου Μπενῆ-Ψάλτου καὶ Γαμβρούλια σχεδὸν διὰ παμψηφίας. Τὰ δὲ Παραρτήματα, οὐ μόνον δὲν διεμαρτυρήθησαν, ὡς λέγει Αὕτη κακοπίστως, ἀλλὰ καὶ ἔσπευσαν νὰ δηλώσουν, ὅτι τάσσονται ἀνεπιφυλάκτως παρὰ τὸ πλευρὸν τῶν Ἀρχιερέων.
            Μόνην παραφωνίαν εἰς τὴν ὁμοφωνίαν ταύτην ἀπετέλεσεν ἡ παρασυναγωγὴ Γούναρη καὶ Μάνεση, παραιτηθέντες τοῦ Παράσχου, μετά τινων ὀπαδῶν, ἀριθμουμένων εἰς τὰ δάκτυλα τῆς μιᾶς χειρός, οἵτινες ἐχαρακτηρίσθησαν καὶ ὑπ’ Αὐτῆς τῆς Ὑμετέρας Θεοφιλίας ὡς παράφρονες. Ὅσα δὲ λέγει ἡ Ὑμετέρα Θεοφιλία περὶ τοῦ διορισμοῦ ἐξ ὀφφικίου παρ’ ἡμῶν τοῦ νέου Διοικ. Συμβουλίου, καὶ περὶ ἀναμίξεως τοῦ Ἀρσενίου Κοττέα [Ἁγιορείτου Μοναχοῦ], ὡς ἐργάτου Σατανικοῦ, διευθύνοντος δῆθεν τὸν ἀγῶνα ἐκ τῶν παρασκηνίων τῇ ἀνοχῇ ἡμῶν τῶν δύο, δίδωσιν ἡμῖν τὸ μέτρον τῆς ἀσυνειδησίας καὶ τῆς κακοπιστίας Αὐτῆς. Διότι καὶ περὶ τοῦ διορισμοῦ του ἐξ ὀφφικίου τοῦ νέου Δ. Συμβουλίου καὶ τοῦ καταλόγου τῶν ἐκλεξίμων ἐξ ἀμφοτέρων τῶν παρατάξεων ἔλαβε γνῶσιν ἡ Ὑμετέρα Θεοφιλία, καὶ οὐχὶ ἅπαξ Αὕτη ἤκουσεν ἐκ τοῦ στόματος ἡμῶν καὶ εἰς τὰς κατ’ ἰδίαν συνεντεύξεις καὶ τὰς Συνοδικὰς Συνεδρίας, ὅτι τὸν Ἀρσένιον Κοττέαν ἅπαξ εἴδομεν, καὶ ὅτι οὗτος οὐδεμίαν καθ’ ἡμᾶς σχέσιν ἔχει, πολλῷ δὲ μᾶλλον ἐπιρροὴν εἰς τὸν ἀγῶνα, οὗ τὰς γενικὰς γραμμὰς καὶ κατευθύνσεις δίδομεν ἀνέκαθεν ἡμεῖς οἱ Ἀρχιερεῖς.
            Τί δὲ νὰ εἴπωμεν περὶ ὅσων ἡ Ὑμετέρα Θεοφιλία λέγει, ὅτι ἔδειξεν ὑπομονὴν καὶ ἀνοχὴν ὑπεράνθρωπον, ὅτι ἐπιέσθη ὑφ’ ἡμῶν μέχρις ἐξευτελισμοῦ καὶ εἰς βαθμόν, ὥστε νὰ ἀναγκασθῇ νὰ ἀπόσχῃ τῆς συνεργασίας μεθ’ ἡμῶν πρὸς ἀποφυγὴν τῶν εὐθυνῶν δι’ ὅσα τὰ Σατανικὰ ὄργανα Καραγιαννίδης, Ραυτόπουλος καὶ ἄλλοι ἐτέκταινον δῆθεν κατὰ τοῦ ἀγῶνος, ὑποκινούμενοι ἐκ τοῦ ἀφανοῦς ὑπὸ τοῦ διαβολικῶς καὶ ὑπούλως ἐργαζομένου Ἀρσενίου Κοττέα, διότι ὅ,τι καὶ ἄν εἴπωμεν, δὲν θὰ δυνηθῶμεν νὰ παραστήσωμεν τὸν βαθμὸν τῆς κακοβουλίας, μεθ’ ἧς διαστρέφει Αὕτη τὴν ἀλήθειαν.
            Καὶ ἐρωτῶμεν ποῖος ἔδειξεν ὑπεράνθρωπον ὑπομονήν, ἡ Ὑμετέρα Θεοφιλία, ἥτις λαβοῦσα παρ’ ἡμῶν κατὰ τὴν χειροτονίαν Της εἰς Ἀρχιερέα τὸν τίτλον τοῦ Ἐπισκόπου, ἐτιτλοφορεῖτο μὲ τὸν τίτλον τοῦ Μητροπολίτου καὶ παρὰ τὰς ἐπανειλημμένας παρατηρήσεις τοῦ Σεβασμιωτάτου Προέδρου, ἤ ἡμεῖς, οἵτινες χάριν τοῦ ἀγῶνος καὶ τῆς εἰρήνης ἠνέχθημεν Αὐτὴν νὰ ἰδιοποιῆται τὸν τίτλον τοῦ Μητροπολίτου ἐπὶ καταφρονήσει τῶν συστάσεων τοῦ Σεβασμιωτάτου Προέδρου καὶ τῆς διατάξεως τῶν Κανόνων, καθ’ ἥν οἱ Ἐκκλησιαστικοὶ τίτλοι ἀπονέμονται μόνον ὑπὸ τῆς Ἐκκλησίας;
            Τίς ἔδειξεν χριστιανικὴν ἀνοχήν, ἡ Ὑμετέρα Θεοφιλία ἥτις ἄνευ ἀδείας τοῦ Σεβασμιωτάτου Προέδρου ἤρχετο εἰς συμφωνίας μετὰ τῶν Ἐπιτρόπων τῶν Ἐκκλησιῶν νὰ τελῇ λειτουργίας καὶ ἱεροτελεστίας καὶ δὴ κατὰ τὰς μεγάλας ἑορτὰς τοῦ Πάσχα, μὴ σεβομένη προγράμματα τῆς Συνόδου, ἤ ἡμεῖς, οἵτινες χάριν τοῦ ἀγῶνος καὶ τῆς ἑνώσεως τῆς Ὀρθοδόξου ἡμῶν παρατάξεως ἐθυσιάσαμεν τὸ προσωπικὸν ἡμῶν γόητρον καὶ ἠνέχθημεν Αὐτὴν αὐθαιρετοῦσαν, καὶ ἐν Μοίρᾳ Καρὸς τιθεμένην [νὰ εὐτελίζει] τὰς ἀποφάσεις καὶ διατάξεις τῆς Συνόδου;
            Καὶ τέλος τίς ἔδειξεν ὑπομονὴν ἡ Ὑμετέρα Θεοφιλία, ἥτις οὐκ οἴδαμεν τίσιν ἐλατηρίοις ὁρμωμένη προέβαινεν εἰς χειροτονίας διακόνων καὶ Ἱερέων ἄνευ ἐνορίας καὶ ἀποφάσεως τῆς Συνόδου ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον, διότι ἐκ τῶν 35 χειροτονιῶν, ὡς ἐκ τοῦ καταλόγου Αὐτῆς ἐμφαίνεται, μόνον διὰ τὰς 7-10 εἶχε τὴν ἐντολὴν τοῦ Σεβασμιωτάτου Προέδρου, ἤ ἡμεῖς, οἵτινες χάριν τοῦ ἀγῶνος καὶ τῆς ἑνώσεως, οὐ μόνον δὲν κατεστήσαμεν Αὐτὴν ὑπόδικον διὰ τὰς ἀπολελυμένας [χωρὶς σύνδεση-δέσμευση μὲ συγκεκριμένη ἐνορία ἤ μονή] χειροτονίας, ἀλλὰ καὶ προσκληθέντες ὑπὸ τῆς Εἰσαγγελίας καὶ ἀπειληθέντες διὰ δευτέρας ἐξορίας διὰ τὰς παρανόμους ταῦτας χειροτονίας Της ἀνελάβομεν ἡμεῖς προσωπικῶς τὴν εὐθύνην, εἰπόντες εἰς τὸν Εἰσαγγελέα, ὅτι ἡμεῖς ἐν τῇ ἐκπληρώσει τῶν θρησκευτικῶν ἡμῶν καθηκόντων πειθαρχοῦμεν τῷ Θεῷ καὶ οὐχὶ τοῖς ἀνθρώποις;
            Περίσσειαν οὐ μόνον ἀκριτομυθίας [ἀπερισκεψίας], ἀλλὰ καὶ κακοηθείας ἀποτελοῦν καὶ τὰ ὅσα λέγει ἡ Ὑμετέρα Θεοφιλία, ὅτι ἡμεῖς διαπραγματευόμεθα νὰ συγχωνεύσωμεν τὴν Ἐκκλησίαν τῶν Παλαιοημερολογιτῶν μετὰ τῆς κακοδόξου Ἐκκλησίας τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν [Χρυσοστόμου Παπαδοπούλου] ἐπὶ τῷ ὅρῳ τῆς ἀποκαταστάσεως μόνον ἡμῶν τῶν δύο [Δημητριάδος καὶ πρώην Φλωρίνης], καὶ ὅτι τὰς διαπραγματεύσεις ταύτας ἀπεκρύψαμεν ἀπὸ τὴν Ὑμετέραν Θεοφιλίαν, ἐνῶ, οὐ μόνον κατεστήσαμεν ταύτας ἀμέσως γνωστὰς εἰς τὴν Ὑμετέραν Θεοφιλίαν, ἀλλὰ καὶ παρελάβομεν Αὐτὴν μεθ’ ἡμῶν εἰς τὴν δευτέραν συνάντησιν μετὰ τοῦ Ἁγίου Κασσανδρείας [Εἰρηναίου], καθ’ ἥν ὡς μόνον ὅρον ἑνώσεως τῆς Ἐκκλησίας ἐθέσαμεν εἰς τὸν ἀντιπρόσωπον τοῦ Μακαριωτάτου τὴν ἐπαναφορὰν τοῦ πατρίου ἑορτολογίου εἰς τὴν ὅλην Ἐκκλησίαν, ἄνευ τῆς ὁποίας εἰς οὐδεμίαν συζήτησιν ἐδέχθημεν νὰ ἔλθωμεν.
            Ἐλέους ὄντως καὶ οἰκτιρμοῦ ἄξια εἶναι καὶ ὅσα λέγει ἡ Ὑμετέρα Θεοφιλία ἀναφορικῶς πρὸς τὴν δικαιοδοσίαν Αὐτῆς ἀπέναντι τῆς δικαιοδοσίας τοῦ Σεβασμιωτάτου Προέδρου ἡμῶν, ὅστις, καθ’ ὅ εἶχε δικαίωμα ἀπηγόρευσεν Αὐτήν, ἀποβαλοῦσα ἤδη πάντα χαλινόν [ἐπειδὴ εἶχε ἀποθρασυνθεῖ], νὰ ἱεροπράττῃ καὶ νὰ χειροτονῇ εἰς τὴν περιοχὴν τῆς Προεδρικῆς δικαιοδοσίας ἄνευ τῆς Κανονικῆς ἀδείας τοῦ Κυριάρχου, τοῦθ’ ὅπερ ἀποτελεῖ παρ’ ἐνορίαν πρᾶξιν, τιμωρουμένην ὑπὸ τῶν Θείων καὶ Ἱερῶν Κανόνων. Διότι ἀρνουμένη Αὕτη τὸ δικαίωμα τοῦτο τοῦ Σεβασμιωτάτου Προέδρου, καὶ ἀπευθύνουσα εἰς αὐτὸν τὰ ἑξῆς· Ποῖαν θέσιν ἔχετε, ποῦ στηρίζεσθε, ποῖαν ἕδραν ἔχετε καὶ λειτουργοῦσα καὶ χειροτονοῦσα εἰς ξένην περιοχὴν ἄνευ τῆς ἀδείας τοῦ Κυριάρχου, φορᾶται [γίνεται ἀντιληπτὸς νὰ παρανομεῖ], οὐχὶ ἀγνοοῦσα τοὺς θείους καὶ ἱεροὺς Κανόνας, διότι τοιαύτη ἄγνοια δὲν συγχωρεῖται τῷ Ἐπισκόπῳ, ἀλλ’ ἐκμεταλλευομένη τὸ Ἐπισκοπικὸν ἀξίωμα, εἰς ὅ μετὰ τόσων χρηστῶν ἐλπίδων ἀνυψώσαμεν Αὐτὴν πρὸς ἐξυπηρέτησιν τοῦ ἱεροῦ ἡμῶν ἀγῶνος.
            Ὁποία ὄντως διάψευσις ἐλπίδων ἐν τῇ ἀνυψώσει τῆς Ὑμετέρας Θεοφιλίας εἰς τὸν τῆς Ἀρχιερωσύνης βαθμόν, τοῦθ’ ὅπερ ἀποτελεῖ τὸ μόνον σημεῖον τῆς ἀποτυχίας καὶ τῆς κατακρίσεως ἡμῶν. Τὸν βαθμὸν δὲ τῆς ἀκρισίας [ἀδυναμίας ὀρθῆς κρίσεως] καὶ τῆς λογικῆς παρακρούσεώς Της δεικνύει Αὕτη, ὅταν διατείνηται εἰς τὴν 4ην σελίδα τοῦ ἐγγράφου Της, ὅτι ἡμεῖς δὲν εἴμεθα Ἀρχιερεῖς ἀλλ’ ἁπλοὶ Μοναχοί, διότι, ὡς λέγει Αὕτη, ἐκηρύξαμεν ἡμεῖς ἐπ’ Ἐκκλησίαις νόμιμον τὴν παράνομον Ἐκκλησίαν τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν καὶ ἔγκυρα τὰ Μυστήρια Αὐτῆς.
            Ἀπαντῶντες δὲ ὡς πρὸς τὸ σημεῖον τοῦτο εἰς τὴν Ὑμετέραν Θεοφιλίαν λέγομεν τὰ ἑξῆς. Ἡμεῖς ἐπ’ Ἐκκλησίαις κηρύττοντες εἴπομεν, ὅτι ἀπεκόψαμεν τὴν πνευματικὴν ἐπικοινωνίαν μετὰ τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν καὶ τῶν ὁμοφρόνων Αὐτῷ Ἀρχιερέων, διότι οὗτοι αὐθαιρέτως καὶ ἄνευ τῆς συναινέσεως ὅλων τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν προέβησαν εἰς τὴν ἡμερολογιακὴν καινοτομίαν, καὶ διότι ἡμεῖς δὲν ἐπιθυμοῦμεν νὰ γίνωμεν κοινωνοὶ τῆς εὐθύνης διὰ τὴν καινοτομίαν ταύτην, καὶ δι’ ἥν ἀκριβῶς ἐξεκαλέσαμεν αὐτοὺς [ἀσκήσαμε ἔφεση στὴν ἀπόφασή τους] ἐνώπιον Πανορθοδόξου Συνόδου, μόνης ἁρμοδίου νὰ δικάσῃ καὶ ἐγκύρως καὶ τελεσιδίκως νὰ καταδικάσῃ Αὐτούς, ἐμμένοντας ἀμεταπείστως εἰς τὴν καινοτομίαν ταύτην.
            Ἡ ἀντικανονικὴ καὶ αὐθαίρετος καινοτομία τοῦ Ἀρχιεπισκόπου καὶ τῶν ὁμοφρόνων Ἀρχιερέων, εἴπομεν, ὅτι δὲν δύναται νὰ ἐπηρεάσῃ τὴν Ὀρθόδοξον ἔννοιαν καὶ ἰδιότητα τῆς Ἑλληνικῆς Ἐκκλησίας, εἰς ἥν δὲν ἀνήκουν μόνον οἱ καινοτόμοι Ἀρχιερεῖς, ἀλλὰ καὶ ἡμεῖς μετὰ τῶν ὀπαδῶν μας, οἵτινες κυρίως συνεχίζομεν τὴν Ὀρθόδοξον Ἱστορίαν τῆς Αὐτοκεφάλου Ἑλληνικῆς Ἐκκλησίας, τηροῦντες ἀλωβήτους [ἀκέραιες/ἀβλαβεῖς] τὰς σεπτὰς Ἐκκλησιαστικὰς παραδόσεις καὶ τοὺς ὀρθοδόξους θεσμούς. Οὗτος ἀκριβῶς εἶναι καὶ ὁ λόγος, δι’ ὅν δὲν ἀνεγνωρίσαμεν τὴν καθαίρεσιν ἡμῶν γενομένην ὑπὸ Ἀρχιερέων ἀντικανονικῶν, οὕς ἡμεῖς ἀπεκηρύξαμεν, καὶ οὐχὶ ὑπὸ τῆς Ἐκκλησίας, ἧς τὴν Ὀρθόδοξον ἔννοιαν ἀποτελοῦμεν ἡμεῖς οἵτινες φυλάττομεν ἀλωβήτους τὰς Ἐκκλησιαστικὰς παραδόσεις καὶ τοὺς Ὀρθοδόξους θεσμούς.
            Ἡμεῖς καὶ ἄλλοτε διὰ τῶν ἐντύπων καὶ τῶν δημοσιευμάτων ἡμῶν διεκηρύξαμεν, ὅτι διὰ τὴν ἀντικανονικὴν περὶ ἡμερολογίου ἀπόφασιν τῆς Διοικητικῆς Συνόδου τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου καὶ τῆς Ἑλληνικῆς Ἐκκλησίας τὴν εὐθύνην ὑπέχει, οὐχὶ ἡ ἐκκλησία τῆς Κωνσταντινουπόλεως καὶ τῆς Ἑλλάδος, ἀλλ’ οἱ λαβόντες τὴν ἀντικανονικὴν ἀπόφασιν Ἀρχιερεῖς προσωπικῶς, ἐφ’ ᾧ καὶ ἡμεῖς ἀπεκόψαμεν τὴν Ἐκκλησιαστικὴν ἐπικοινωνίαν μετ’ αὐτῶν, ἐκκαλέσαντες αὐτοὺς ἐνώπιον πανορθοδόξου Συνόδου, μόνης ἁρμοδίου νὰ δικάσῃ καὶ νὰ καταδικάσῃ αὐτοὺς διὰ τὴν καινοτομίαν ταύτην.
            Ἀλλοίμονον ἄν διὰ μίαν ἀντικανονικὴν ἀπόφασιν τῆς Διοικούσης Συνόδου καθίστατο ὑπεύθυνος ἡ ὅλη Ἐκκλησία, ἧς τὴν ἔννοιαν ἀποτελεῖ τὸ Σύνολον τῆς Ἱεραρχίας, τοῦ Κλήρου καὶ τοῦ λαοῦ, καὶ τρὶς ἀλλοίμονον, ἄν εἶχον τὸ δικαίωμα τὰ ἄτομα, τὰ μὴ μετέχοντα τῆς ἀντικανονικῆς ἀποφάσεως, νὰ κηρύττωσιν δι’ αὐτὴν Σχισματικὴν τὴν ὅλην Ἐκκλησίαν.
            Διότι ἐν τῇ περιπτώσει ταύτῃ κάθε ἄτομον θὰ ἀπετέλει καὶ ἰδίαν Ἐκκλησίαν θεωροῦν Σχισματικὴν πᾶσαν ἄλλην Ἐκκλησίαν ἧς μίαν μονομερῆ καὶ προσωπικὴν ἀπόφασιν θὰ ἔκρινεν ὁ ἴδιος ὡς ἀντικανονικὴν καὶ ἀξίαν νὰ σχίσῃ τὴν Ἐκκλησίαν. Ἡ ἰδέα αὕτη ὄζει [ἔχει ἄσχημη ὀσμή] προτεσταντισμοῦ, ὅστις διὰ κριτήριον τῆς ὀρθότητος τῶν δογμάτων καὶ τῶν Μυστηρίων ἔχει, οὐχὶ τὴν κρίσιν καὶ τὴν ἀπόφασιν τῆς συνόδου τῆς ἱεραρχίας, ἀλλὰ τὴν προσωπικὴν ἀντίληψιν καὶ κρίσιν τοῦ ἀτόμου, καθοδηγουμένου ὑπὸ τῆς χάριτος τοῦ Παναγίου Πνεύματος.
            Δι’ αὐτὸν ἀκριβῶς τὸν λόγον ὑπάρχουν πλεῖσται ὅσαι αἱρέσεις καὶ Σχίσματα μεταξὺ τῶν Προτεσταντικῶν Ἐκκλησιῶν, παραδεχομένων, ὅτι ἡ θέλησις τοῦ Ἁγίου Πνεύματος εἰς τὰ ζητήματα τῆς θρησκείας ἐκφαίνεται [φανερώνεται] διὰ παντὸς χριστιανοῦ, ἐνῶ ἡ Καθολικὴ Ἐκκλησία περιώρισε τὸ δικαίωμα τοῦτο εἰς τὸ πρόσωπον τοῦ ἀνωτάτου ποντίφηκος, τοῦ Πάπα, ἀποφαινομένου ἐκ Καθέδρας [μὲ ἀπόλυτη αὐθεντία] εἰς τὰ ζητήματα τῆς πίστεως, ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὴν Ὀρθόδοξον Ἀνατολικὴν Ἐκκλησίαν, ὀρθῶς πρεσβεύουσαν, ὅτι ἡ θέλησις τοῦ ἁγίου Πνεύματος ἐκδηλοῦται διὰ τῆς ὁμοφώνου ἀποφάσεως τῆς Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ἐκπροσωπούσης τὴν καθόλου [τὴν ὅλη] Ὀρθοδοξίαν.
            Τούτου ἕνεκα οἱ Θεῖοι Ἀπόστολοι καὶ Θεοφόροι Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, τὸ δικαίωμα τοῦ κηρύττειν Μίαν Ἐκκλησίαν Αἱρετικὴν ἤ Σχισματικὴν καὶ ἀπογυμνοῦν Αὐτὴν καὶ τὰ Μυστήρια Αὐτῆς τῆς Χάριτος τοῦ Χριστοῦ δὲν ἔδωκαν, οὔτε εἰς τὰ ἄτομα τῶν Ἀρχιερέων, ἀλλ’ οὔτε εἰς μίαν ἐπὶ μέρους Ἐκκλησίαν, ἀλλ’ εἰς τὴν Οἰκουμενικὴν Σύνοδον, αἱ ὁμόφωνοι ἀποφάσεις τῆς ὁποίας λαμβάνονται κατ’ ἔμπνευσιν τοῦ Παναγίου Πνεύματος.
            Τούτων οὕτως ἐχόντων μία ἐπὶ μέρους Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία διὰ μίαν τυχὸν ἀντικανονικὴν ἀπόφασιν τῆς Διοικητικῆς Αὐτῆς Συνόδου δὲν δύναται νὰ κηρυχθῇ, ὄχι πλέον ὑπὸ τῶν διαφωνούντων τυχὸν Ἀρχιερέων, τῶν ἀποτελούντων μίαν μειονότητα τῆς Ἱεραρχίας Της, ἀλλ’ οὔτε ὑπὸ μιᾶς ἄλλης ἐπὶ μέρους Ἐκκλησίας, ἔστω καὶ Πατριαρχικῆς, τοῦ δικαιώματος τούτου ἐπιφυλαχθέντος ὑπὸ τῶν Θείων καὶ Ἱερῶν Κανόνων μόνον εἰς τὴν Οἰκουμενικὴν Σύνοδον. Οὗτος ἀκριβῶς εἶναι καὶ ὁ λόγος, δι’ ὅν αἱ ἐπὶ μέρους Ὀρθόδοξοι καὶ Πατριαρχικαὶ Ἐκκλησίαι, αἱ ἱστάμεναι ἐπὶ τοῦ ἐδάφους τοῦ Πατρίου ἑορτολογίου, δὲν διέκοψαν τὴν Ἐκκλησιαστικὴν ἐπικοινωνίαν μετὰ τῶν Ἐκκλησιῶν τῶν καινοτομησασῶν εἰς τὸ ἑορτολόγιον, ἐπιφυλασσόμεναι νὰ ἐξενέγκωσι [διατυπώσουν] τὴν γνώμην αὐτῶν εἰς τὴν μέλλουσαν νὰ συνέλθῃ Πανορθόδοξον Σύνοδον, εἰς ἥν θὰ συζητηθῇ καὶ θὰ καθορισθῇ ἐγκύρως καὶ τελεσιδίκως τὸ ἑορτολογικὸν ζήτημα ὅπερ τυγχάνει ἐπίδικον [βρίσκεται ἀκόμη στὴν κρίση τοῦ δικαστηρίου] καὶ κατὰ τὴν γνώμην τοῦ ἀειμνήστου Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου Κυρίου Φωτίου [+1935].
            Καὶ ὅταν αἱ ἐπὶ μέρους Ὀρθόδοξοι Ἐκκλησίαι καὶ δὴ πατριαρχικαί, ὅπως εἶναι τῆς Ἀντιοχείας, τῶν Ἱεροσολύμων καὶ τῆς Σερβίας, αἱ ἐχόμεναι στερρῶς τοῦ Πατρίου Ἑορτολογίου οὐ μόνον δὲν προέβησαν μονομερῶς νὰ κηρύξωσι τὰς Νεοημερολογητικὰς Ἐκκλησίας Σχισματικάς, ἀλλὰ καὶ διετήρησαν τὴν Ἐκκλησιαστικὴν ἐπικοινωνίαν μετ’ αὐτῶν μέχρι τῆς συγκλήσεως Πανορθοδόξου Συνόδου, ποῖοι εἴμεθα ἡμεῖς οἱ τρεῖς κατ’ ἀρχὰς Ἀρχιερεῖς οἵτινες θὰ εἴχομεν τὴν τόλμην νὰ προδικάσωμεν τὰς Νεοημερολογητικὰς Ἐκκλησίας, καὶ νὰ κηρύξωμεν αὐτὰς Σχισματικὰς καὶ τὰ Μυστήρια αὐτῶν ἄκυρα καὶ ἐστερημένα τῆς Χάριτος τοῦ Χριστοῦ;
Μὲ τὸ νὰ ἔχωμεν ἀντίθετον γνώμην εἰς τὸ ζήτημα τοῦ ἑορτολογίου πρὸς τὴν ἀπόφασιν τῆς πλειοψηφίας τῶν Ἀρχιερέων, δὲν ἕπεται ἐκ τούτου, ὅτι καὶ δικαιούμεθα νὰ κηρύξωμεν καὶ τὴν Ἐκκλησίαν τῆς Ἑλλάδος Σχισματικήν. Ἄν δὲ ἐν τοῖς προηγουμένοις ἐντύποις καὶ δημοσιεύμασιν ἡμῶν ἐκηρύξαμεν τὸν Μακαριώτατον ἔκπτωτον τῆς Θείας Χάριτος, ὡς ἐπισύραντα τὰς ἀρὰς καὶ τὰ ἀναθέματα τῶν θείων καὶ θεοφόρων Πατέρων διὰ τὴν ἑορτολογικὴν Καινοτομίαν, καὶ ὡς ἀκατάλληλον ὄργανον πρὸς μετάδοσιν ταύτης εἰς τοὺς πιστούς, τοῦθ’ ὅπερ ἡ Ὑμετέρα Θεοφιλία ἐπικαλεῖται πρὸς ἔνδειξιν τῆς γνωσιμαχίας [ὑποχωρήσεως] δῆθεν ἡμῶν, τοῦτο, χωρὶς νὰ τὸ ἀρνούμεθα καὶ νῦν, ἀποτελεῖ τὴν προσωπικὴν ἡμῶν ἀντίληψιν καὶ γνώμην, ἥτις δὲν δύναται βεβαίως νὰ ἐκληφθῇ ὡς γνώμων τῆς ἀληθείας, καὶ ὡς ἀλάνθαστον κριτήριον τῆς Ὀρθοδοξίας, ὅπως ἡ γνώμη καὶ ἡ ἀπόφασις Πανορθοδόξου Συνόδου, ἀποφαινομένης ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι.
Ἡμεῖς ὡς Ἀρχιερεῖς εἴχομεν τὸ προσωπικὸν δικαίωμα νὰ ἀποκηρύξωμεν τὸν Πρῶτον, καὶ νὰ διακόψωμεν τὴν Ἐκκλησιαστικὴν ἐπικοινωνίαν μετ’ Αὐτοῦ, καὶ πρὸ Συνοδικῆς διαγνώμης κατὰ τὸν 15ον Κανόνα τῆς ΑΒας Οἰκουμενικῆς Συνόδου, καὶ νὰ καταγγείλωμεν αὐτὸν εἰς Πανορθόδοξον Σύνοδον, μόνην δικαιουμένην νὰ δικάσῃ αὐτὸν καὶ τοὺς ἀκολουθοῦντας αὐτῷ Ἀρχιερεῖς, τοῦθ’ ὅπερ καὶ ἐπράξαμεν, συμμορφωθέντες πρὸς τὴν ἐπιταγὴν τοῦ εἰρημένου Κανόνος.
            Ὥστε καὶ ὁ ἀνωτέρω Κανών, ὅν ἐπικαλεῖται ἡ Ὑμετέρα Θεοφιλία, ἵνα δικαιολογήσῃ τὴν κήρυξιν τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν καὶ τῶν ὁμοφρόνων αὐτῷ Ἀρχιερέων καὶ τῶν καλῇ τῇ πίστει ἀκολουθούντων αὐτοῖς πέντε ἑκατομμυρίων Ἑλλήνων ὀρθοδόξων ἀδελφῶν καὶ συγγενῶν ὡς Σχισματικῶν, τὸ δικαίωμα τοῦτο παρέχει, οὐχὶ εἰς τὰ ἄτομα, ἅτινα ἐπιτρέπει πρὸ Συνοδικῆς διαγνώμης τὴν διακοπήν, μόνον, τῆς Ἐκκλησιαστικῆς ἐπικοινωνίας μετὰ τοῦ Πρώτου ὡς ψευδο-επισκόπου, ἀλλ’ εἰς Πανορθόδοξον Σύνοδον, ἧς αἱ ἀποφάσεις λαμβάνονται κατ’ ἔμπνευσιν τοῦ Παναγίου Πνεύματος.
            Τούτου ἕνεκα, πρὸς κήρυξιν τοῦ Βουλγαρικοῦ Σχίσματος συνεκλήθη τῷ 1872 ἐν Κωνσταντινουπόλει Μεγάλη Τοπικὴ Σύνοδος, ἐν ᾗ ἀντεπροσωπεύθησαν καὶ τὰ λοιπὰ Πατριαρχεῖα τῆς Ἀλεξανδρείας, τῆς Ἀντιοχείας καὶ τῶν Ἱεροσολύμων, διότι καὶ τὸ Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον μόνον του, ἄν καὶ πρωτόθρονον, δὲν ἐδικαιοῦτο ἐγκύρως καὶ κανονικῶς νὰ κηρύξῃ τὴν Βουλγαρικὴν Ἐκκλησίαν Σχισματικήν.
            Ἀρχιερεῖς, ὡς ἡμεῖς, ἐγκρατεῖς τῶν θείων καὶ ἱερῶν Κανόνων, καὶ μὲ 35ετῆ ὑπηρεσίαν εἰς τὴν Ἐκκλησίαν καὶ μὲ περγαμηνὰς εὐαρεσκείας ἐκ μέρους Αὐτῆς, δικαίως θὰ ἐχαρακτηριζόμεθα ὑπ’ Αὐτῆς καὶ τῶν λοιπῶν Ἐκκλησιῶν, τῶν ἱσταμένων ἐπὶ τοῦ ἐδάφους τοῦ Πατρίου Ἑορτολογίου, ὡς Μητροπολῖται τυχοδιῶκται, ἄν προὐβαίνομεν κατὰ τὴν γνώμην τῆς Ὑμετέρας Θεοφιλίας εἰς κήρυξιν τῆς Ἑλληνικῆς Ἐκκλησίας, ὡς Σχισματικῆς, ὡς ἔπραξεν Αὕτη καπηλευομένη [ἐκμεταλλευομένη ἰδιοτελῶς] τοὺς Θείους καὶ Ἱεροὺς Κανόνας καὶ κατορχουμένη [χλευάζουσα ἤ περιφρονοῦσα] παντὸς ἱεροῦ καὶ ὁσίου διὰ λόγους ἐντυπωσιακοὺς καὶ σκοποὺς ἐκμεταλλευτικοὺς καὶ τυχοδιωκτικούς.
            Διὰ τοιαῦτα πραξικοπήματα, ἅτινα προδίδουσιν ἔλλειψιν, οὐ μόνον στοιχειώδους γνώσεως τῶν θείων καὶ ἱερῶν Κανόνων, ἀλλὰ καὶ σοβαροῦ Ἀρχιερατικοῦ χαρακτῆρος, ἡμεῖς ὁμολογοῦμεν παρρησίᾳ καὶ ἀδεῶς [ἄφοβα] τὴν ἀνεπιτηδειότητα καὶ ἀνικανότητα ἡμῶν, ἀναγνωρίζοντες συνάμα ἐν τούτῳ τὴν εἰδικότητα καὶ τὴν ἱκανότητα τῆς Ὑμετέρας Θεοφιλίας, καὶ τῶν ὁμοτρόπων συνεργατῶν Αὐτῆς, μὴ ἐχούσης νὰ διακυβεύσῃ εἰς τὸ κάτω κάτω τῆς Γραφῆς κεκτημένους τίτλους Ἀρχιερατικῆς δράσεως καὶ τιμῆς.
            Ἄλλως τε δι’ Αὐτὴν καὶ τὸν συνεργάτην Αὐτῆς [Βρεσθένης Ματθαῖο] ὑπάρχει διὰ τὴν τυχοδιωκτικὴν ταύτην πολιτικήν, πρὸς τῇ ἐλλείψει τοῦ σοβαροῦ Ἀρχιερατικοῦ χαρακτῆρος, καὶ τὸ ἐλαφρυντικὸν τῆς ῥιχῆς θεολογικῆς παιδεύσεως καὶ τῆς ἐπιπολαίου καὶ ἀβαθοῦς σκέψεως καὶ κρίσεως, αἱ ἐνδείξεις καὶ αἱ ἐκδηλώσεις τῶν ὁποίων ἐγένοντο ἡμῖν καταφανεῖς καθ’ ὅλας τὰς συνεντεύξεις καὶ συσκέψεις μετ’ Αὐτῆς.
            Ἦτο δὲ δίκαιον, καὶ τὸ ἐξομολογούμεθα ἀνυποκρίτως, πρῶτοι ἡμεῖς νὰ ὑποστῶμεν τὰς συνεπείας τῆς διανοητικῆς καὶ ψυχικῆς αὐτῆς καχεξίας, διότι προέβημεν ἀβασανίστως, δόντες πίστιν εἰς τὰς συστάσεις τοῦ ἀνεψιοῦ Της κ. Ἰωάννου Βαλινδρᾶ, νὰ νυμφαγωγήσωμεν Αὐτὴν εἰς τὴν Ἐκκλησιαστικὴν Ἀρχιερατικὴν παστάδα, κακῶς συμπεράναντες τὴν ψυχικὴν αὐτῆς εὐεστῶ [γαλήνη, σταθερότητα] ἐκ τῆς ἀνθηρότητος τοῦ σωματικοῦ γήρατος αὐτῆς.
            Γνωστὸν ὅτι ἡ Ὑμετέρα Θεοφιλία κατὰ τὴν τελευταίαν συνεδρίαν ἡμῶν ἐν τῇ οἰκίᾳ τοῦ Σεβασμιωτάτου Προέδρου ἐξ ἀφορμῆς τοῦ ἐγερθέντος ζητήματος τῆς ἀναμυρώσεως τῶν Νεοημερολογιτῶν ὑπὸ τοῦ Ἁγίου Βρεσθένης, ἡ Ὑμετέρα Θεοφιλία μετὰ προηγουμένην ἀνάπτυξιν τοῦ ζητήματος ὑπ’ ἐμοῦ καὶ τοῦ Σεβασμιωτάτου Προέδρου συνεφώνησε μεθ’ ἡμῶν ὅτι δὲν εἶναι Κανονικόν, οὐδὲ ὅσιον καὶ ἱερὸν νὰ ἐπαναλαμβάνηται τὸ Μυστήριον τοῦ Χρίσματος διὰ τοὺς Νεοημερολογίτας, μὴ ὄντας κεκηρυγμένους Σχισματικοὺς ὑπὸ Πανορθοδόξου Συνόδου, καὶ ὑπέγραψε καὶ τὸ σχετικὸν Πρακτικόν.
            Κατόπιν τούτων, τί παθοῦσα ἡ Ὑμετέρα Θεοφιλία καὶ ὑπὸ τίνος ἐμπνευσθεῖσα ἐτόλμησε ἄνευ οὐδεμιᾶς ἐξηγήσεως καὶ συνεννοήσεως μεθ’ ἡμῶν νὰ ἀποκηρύξῃ ἡμᾶς ἐκπεσόντας δῆθεν τῆς Ὀρθοδοξίας ὡς αἱρετικοὺς καὶ κακοδόξους καὶ νὰ ταχθῇ ὡς γράφει, παρὰ τὸ πλευρὸν τῆς Θρησκευτικῆς Κοινότητος, τῆς προεδρευομένης ὑπὸ τοῦ Μάνεση καὶ Γούναρη, ἀνθρώπων λαϊκῶν καὶ μηδεμίαν δυναμένων νὰ ἔχωσι γνώμην ἐπὶ ζητημάτων Ἐκκλησιαστικῶν καὶ Μυστηρίων; Εἰς τοσοῦτον λοιπὸν σημεῖον καταπτώσεως ἀφίκετο ἡ Ὑμετέρα Θεοφιλία, ὥστε νὰ θέσῃ τὸ κῦρος τοῦ Μάνεση καὶ Γούναρη ὑπεράνω τοῦ κύρους ἡμῶν, οἵτινες ἐκ παίδων ἐγαλουχήθημεν μὲ τὰ νάματα τῆς Ὀρθοδοξίας καὶ καθ’ ὅλον τὸ μακροχρόνιον διάστημα τῆς 35οῦς Ἀρχιερατικῆς ἡμῶν ὑπηρεσίας εἰς τὴν Ἐκκλησίαν ἡμῶν οὐδὲν ἄλλο ἐπράττομεν, παρὰ νὰ διδάσκωμεν τὰ δόγματα τῆς Ὀρθοδοξίας, καὶ νὰ ὀρθοτομῶμεν τὸν λόγον τῆς θείας Ἀληθείας; Διὸ καὶ ἐκφράζομεν τὴν βαθεῖαν θλῖψιν ἡμῶν διὰ τὴν τόσην κατάπτωσιν τῆς Ὑμετέρας Θεοφιλίας, καὶ τὴν βαθυτάτην μεταμέλειαν ἡμῶν, διότι ἀναξίως -ἀλλ’ ἀνεπιγνώστως εὐτυχῶς- ἀνυψώσαμεν Αὐτὴν εἰς τὸν Ἐπισκοπικὸν βαθμόν.
            Εἰς τὸ κατακόρυφον δὲ τῆς ἀκρισίας καὶ τῆς ἀκριτομυθίας ἀφικνεῖται ἡ Ὑμετέρα Θεοφιλία, ὅταν πρὸς δικαιολογίαν τῆς ἀποκηρύξεως ἡμῶν, ὡς ἐκπεσόντων δῆθεν τῆς Ὀρθοδοξίας, προβάλλῃ καὶ τὰς λοιπὰς μεταρρυθμίσεις, ἅς σκέπτεται νὰ ἐπενέγκῃ [ἐπιβάλει] κατὰ τὴν γνώμην Αὐτῆς εἰς τὴν Ἐκκλησίαν ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν, ὡσεὶ ἡμεῖς νὰ ὑπέχωμεν τὴν εὐθύνην καὶ τὴν ἐνοχὴν διὰ τὰς μεταρρυθμιστικὰς σκέψεις Αὐτοῦ, ὅν διὰ τὴν ἡμερολογιακὴν μόνον καινοτομίαν ἀπεκηρύξαμεν καὶ τὴν Ἐκκλησιαστικὴν ἐπικοινωνίαν μετ’ αὐτοῦ διεκόψαμεν. Ἀλλ’ ἀφοῦ καὶ ὁ πολιτικὸς νόμος δὲν κρίνει καὶ δὲν καταδικάζει τὸν ἴδιον τὸν ἄνθρωπον διὰ μίαν ἄδικον καὶ παράνομον τυχὸν σκέψιν του, ἡ Ὑμετέρα Θεοφιλία ἐκ περισσῆς ἀκρισίας ἤ ὀρθότερον εἰπεῖν κακεντρεχίας ἔσπευσε νὰ κατακρίνῃ οὐ μόνον ἡμᾶς ἀποδοκιμάζοντας παταγωδῶς τὰς μεταρρυθμιστικὰς σκέψεις τοῦ Μακαριωτάτου, ἀλλὰ καὶ τὴν Ἐκκλησίαν, ἀποκαλοῦσα Αὐτὴν ὡς ἄλλος Πάπας Σχισματικήν.
            Ἀλλὰ τί πταίει, Θεοφιλέστατε, ἡ ἔννοια τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, ἥτις Σὲ ἐγέννησε καὶ μὲ τὰ ζωογόνα νάματα τῆς Ὀρθοδοξίας σὲ ἐγαλούχησε, διὰ τὰς μεταρρυθμιστικὰς σκέψεις καὶ ἰδέας τοῦ Ἀρχιεπισκόπου, ὅν καὶ μόνον διὰ τὴν ἡμερολογιακὴν καινοτομίαν, πολλῷ δὲ μᾶλλον, ἐὰν τολμήσῃ οὗτος νὰ προτείνῃ καὶ ἅς ἀριθμεῖ Αὕτη ἐν τῷ ἐγγράφῳ Της μεταρρυθμίσεις ἡ Ἐκκλησία μετ’ ἀγανακτήσεως θὰ ἀποπέμψῃ τοῦ θρόνου Αὐτόν, ὡς ἀνάξιον φύλακα καὶ φρουρὸν ἐπικίνδυνον διὰ τὴν ἀσφάλειαν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν παραδόσεων καὶ ὀρθοδόξων θεσμῶν;
            Εἰς τὸ τέλος τοῦ μνημειώδους ἀποκηρυκτικοῦ ἐγγράφου Της ἡ Ὑμετέρα Θεοφιλία ἀποβάλλει τὸ πρόσωπον τοῦ δράματος καὶ τῆς τραγωδίας καὶ ὑποδύεται τὸ προσωπεῖον τῆς κωμωδίας, καὶ καθίσταται οὕτως γελοῖα, ὅταν πρὸς δικαιολογίαν τῆς ἀποκηρύξεως ἡμῶν ἐπικαλεῖται ἐκείνους ἀκριβῶς τοὺς Κανόνας καὶ τοὺς Ὀρθοδόξους θεσμοὺς οὕς ἵνα τηρήσωμεν ἀλωβήτους ἡμεῖς ἀπεκηρύξαμεν τὸν καινοτόμον Ἀρχιεπίσκοπον, ἵνα μὴ κοινωνοὶ γινόμεθα τῆς καινοτομίας αὐτοῦ.
          Εἰς τὴν ἔντυπον ἐγκύκλιόν Της ἀναφέρει ἡ Ὑμετέρα Θεοφιλία καὶ μίαν τερατώδη συκοφαντίαν ἐναντίον μου, καθ’ ἥν ἐκάλεσα δῆθεν Αὐτὴν τὸν παρελθόντα Δεκέμβριον [τοῦ 1936] εἰς τὸ Γραφεῖον μου, καὶ ἐδήλωσα, ὅτι ἐγὼ καὶ ὁ Ἅγιος Δημητριάδος πραγματευόμεθα οὐχὶ τὴν ἕνωσιν ὡς λέγει Αὕτη, ἀλλὰ τὴν συγχώνευσιν τῆς Ἐκκλησίας τῶν Παλαιοημερολογιτῶν μετὰ τῆς κακοδόξου Ἐκκλησίας τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν, λαμβάνοντες ὡς ἀντάλλαγμα τὴν ἀποκατάστασιν μόνον ἡμῶν, ἀδιαφοροῦντες περὶ τοῦ ἀγῶνος καὶ τῶν λοιπῶν συναγωνιστῶν, καὶ ὅτι ὁ Ἅγιος Δημητριάδος, πρὸς ὅν δῆθεν διεμαρτυρήθη Αὕτη, προσεποιήθη ἄγνοιαν τῶν σκευωρηθέντων δῆθεν ὑφ’ ἡμῶν μετά τινων Συνοδικῶν [τοῦ Νέου Ἡμερολογίου] πρὸς προδοσίαν τοῦ ἀγῶνος ἡμῶν.
            Ἀλλὰ πῶς ἦτο δυνατὸν νὰ γίνῃ τοῦτο, Θεοφιλέστατε, ἀφοῦ κατὰ τὴν συνέντευξιν ἡμῶν μετὰ τοῦ Συνοδικοῦ Ἁγίου Κασσανδρείας, ὡς ἐντεταλμένου τοῦ Μακαριωτάτου, ἦτο παροῦσα καὶ ἡ Ὑμετέρα Θεοφιλία, ἐνώπιον καὶ εἰς ἐπήκοον τῆς ὁποίας εἴπομεν εἰς τὸν ἀντιπρόσωπον τοῦ Μακαριωτάτου, ὅτι ἄνευ ἐπαναφορᾶς τοῦ Πατρίου Ἑορτολογίου οὐδὲ λόγος δύναται νὰ γίνῃ περὶ ἑνώσεως ἡμῶν μετὰ τῶν Νεοημερολογιτῶν;
             Ἔπειτα τόσον ἐσκοτίσθη τῆς Ὑμετέρας Θεοφιλίας τὸ λογικόν, ὥστε ἐξ ἑωσφορικοῦ φθόνου καὶ σατανικῆς κακεντρεχείας νὰ διατυπώσῃ Αὕτη μετὰ τόσης ἀδεξιότητος καὶ παραλογισμοῦ μίαν τοιαύτην καταγγελίαν κατ’ ἐμοῦ, ἥτις φέρει καταφανῆ τὰ ἴχνη τῆς συκοφαντίας καὶ ἔκδηλα τὰ ἀποτυπώματα τῆς κακοηθείας; Ἄν τοὐλάχιστον ἐλέγετε, ὅτι Σᾶς ἐκάλεσα εἰς τὸ Γραφεῖον μου ἵνα Σᾶς προτείνω νὰ μετάσχητε καὶ Σεῖς τῆς προδοσίας, λαμβάνοντες ὡς ἀνταπόδομα τὴν ἀναγνώρισιν ὑπὸ τοῦ Μακαριωτάτου τοῦ Ἐπισκοπικοῦ βαθμοῦ Σας, ἴσως νὰ ἐγίνετο τοῦτο πιστευτὸν εἰς ἕνα ἀφελῆ καὶ εὔπιστον Χριστιανόν. Ἀλλ’ ὡς διετυπώθη ἡ καταγγελία αὕτη μὲ τόσην ἀδεξιότητα καὶ ἀφέλειαν προσποιητήν, φαίνεται, ὅτι εἶναι καθαρὰ συκοφαντία καὶ εἰς αὐτὸν τὸν ἔχοντα τὸν κοινὸν νοῦν καὶ τὴν στοιχειώδη λογικήν. Καὶ τοῦτο διότι οὐδεὶς ποτὲ προδότης καταγγέλλει τὴν προδοσίαν του, καὶ μάλιστα εἰς ἕνα ἀντίζηλον, ὡς κολακεύεται ἡ Ὑμετέρα Θεοφιλία νὰ ἐμφανίζῃ ἑαυτὴν εἰς τὴν κωμικοτραγικὴν τῆς συκοφαντίας σκηνήν.
            Ἐφ’ ᾧ καὶ πρὸ τῆς μυσαρᾶς [ἀηδιαστικῆς] ταύτης συκοφαντίας ἀποστρέφω τὸ πρόσωπόν μου μετὰ βδελυγμίας, καὶ θεωρῶν καὶ τὴν διάψευσιν ταύτης μειωτικὴν τῆς Ἀρχιερατικῆς μου τιμῆς ἀπαξιῶ νὰ ἀπαντήσω εἰς αὐτήν, ἀξίαν μόνον οἴκτου καὶ περιφρονήσεως. Τώρα ἐξηγῶ πῶς καὶ ὁ Ἅγιος Δημητριάδος ἄλλοτε ἔφθασεν εἰς τοσοῦτον δικαίας ἀγανακτήσεως κατὰ τῆς Ὑμετέρας Θεοφιλίας, ὥστε αὐστηρῶς νὰ ἐπιτιμήσῃ κατὰ πρόσωπον Αὐτὴν διὰ μίαν ἐπίσης συκοφαντίαν, ἥν ἐξύφανεν Αὕτη ἐναντίον ἑνὸς ἄλλου ἀδελφοῦ καὶ ἐντίμου τοῦ ἀγῶνος ἡμῶν ἀγωνιστοῦ.
            Εἰς βεβαίωσιν δὲ τῶν ἀνωτέρω ἀποστέλλομεν εἰς τὴν Ὑμετέραν Θεοφιλίαν ἕν ἀντίτυπον ἐκ τοῦ βιβλίου, ὅπερ ἔναγχος [μόλις πρόσφατα] ἐξεδώκαμεν κατὰ τῆς ἡμερολογιακῆς καινοτομίας τοῦ Ἀρχιεπισκόπου, οὐχὶ ἵνα διαψεύσωμεν τὴν κακοπιστίαν τῆς στυγερᾶς [ἀποτρόπαιας] καθ’ ἡμῶν καταγγελίας, ἀλλ’ ἵνα διδάξωμεν Αὐτὴν πῶς ἐργάζονται οἱ εὐσυνείδητοι ἐργάται τῆς Ὀρθοδοξίας, καὶ πῶς ἀγωνίζονται οὗτοι εἰς τὰς τετιμημένας ἐπάλξεις τοῦ ἱεροῦ ἡμῶν ἀγῶνος, ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὴν Ὑμετέραν Θεοφιλίαν, ἥτις προσπαθεῖ διὰ τῶν χαμαιζήλων [ἀναξιοπρεπῶν] καὶ καταπτύστων συκοφαντιῶν νὰ ὑπονομεύσῃ τὴν θέσιν καὶ τὴν ὑπόληψιν τῶν τιμίων καὶ εὐόρκων ἀγωνιστῶν, καὶ νὰ διεκδικήσῃ τὴν θέσιν καὶ τὴν δόξαν τοῦ Ἀρχηγοῦ εἰς τὸν ἀγῶνα τὸν καλόν, χωρὶς νὰ συναισθάνηται, ὅτι Αὕτη ἀπεδείχθη ἐλλιπὴς καὶ εἰς αὐτὴν τὴν θέσιν τοῦ Οὐραγοῦ.
            Βεβαιωθήτω τέλος ἡ Ὑμετέρα Θεοφιλία, ὅτι ἐκ σεβασμοῦ πρὸς τὸ γῆρας καὶ τὸ ἀξίωμα Αὐτῆς θὰ παρηρχόμεθα διὰ σιγῆς καὶ περιφρονήσεως τὴν ἀποκήρυξίν Της, ἄν Αὕτη δὲν εἶχε τὸ θράσος καὶ τὴν ἀναίδειαν νὰ περιλάβῃ τὰς στυγερὰς ταύτας συκοφαντίας εἰς τὴν ἔντυπον ἐγκύκλιον Αὐτῆς πρὸς τοὺς γνησίους Ὀρθοδόξους Χριστιανοὺς μὲ τὸν καταχθόνιον σκοπὸν νὰ δηλητηριάσῃ τὰς ψυχὰς αὐτῶν καθ’ ἡμῶν, καὶ νὰ διασπάσῃ τὴν ἑνιαίαν παράταξιν τοῦ ἀγῶνος ἡμῶν κατὰ τὴν κρισιμωτέραν καμπὴν τῆς μάχης τῶν τιμίων ἀγωνιστῶν κατὰ τῶν νεοεορτολογιτῶν.
            Ἀλλ’ ἐκ προνοίας, ὅπως προφυλάξωμεν τοὺς γνησίους Ὀρθοδόξους ἐκ τῆς λώβης [κακοποιήσεως] τῶν στυγερῶν καὶ καταπτύστων συκοφαντιῶν τῆς Ὑμετέρας Θεοφιλίας, ὑπεχρεώθημεν νὰ ἀπαντήσωμεν εἰς Αὐτὴν καὶ νὰ καυτηριάσωμεν τὰ ψεύδη, τὴν κακοπιστίαν καὶ τὴν ἀσυνειδησίαν Της καὶ μάλιστα μὲ φράσεις δριμείας, καὶ μὲ αὐστηρούς, πλὴν δικαίους χαρακτηρισμοὺς τοῦ προσώπου Της, δι’ οὕς τὴν εὐθύνην ὑπέχει Αὕτη, ἥτις ἤρξατο χειρῶν ἀδίκων, καὶ ἀπέπτυσε πάντα χαλινὸν αἰδοῦς καὶ ἀνθρωπίνης συναισθήσεως πρὸς δημοκοπίαν [δημαγωγία] εἰς βάρος ἑνὸς ἱεροῦ ἀγῶνος.
            Περαίνοντες τὴν διαφωτιστικὴν ἀλλὰ καὶ ἐπιτιμητικὴν ταύτην ἀπάντησιν μετὰ βαθυτάτης θλίψεως καὶ ψυχικῆς ὀδύνης δηλοῦμεν εἰς τὴν Ὑμετέραν Θεοφιλίαν κωφεύσασαν καὶ εἰς τὴν τελευταίαν κλῆσιν ἡμῶν καὶ ἀμεταπείστως ἐμμένουσαν εἰς τὴν ἀνταρσίαν Της καθ’ ἡμῶν, ὅτι θεωροῦμεν τοῦ λοιποῦ ἀναξίαν τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἡμῶν κοινωνίας καὶ εὐλογίας καὶ ἀλλοτρίαν [ξένη] εἰς τὴν Ὀρθόδοξον παράταξιν ἡμῶν, καὶ εὐχόμεθα ὁλοψύχως εἰς τὸν Πανάγαθον Θεόν, ὅπως ἡμῖν μὲν γένηται ἵλεως καὶ μὴ στήσῃ ἡμῖν πικρῶς μεταμελλομένοις, τὴν ἁμαρτίαν διὰ τὴν ἀνύψωσιν Αὐτῆς εἰς τὸν τῆς Ἀρχιερωσύνης βαθμόν, Αὐτῆς δὲ ὅπως δῷ πνεῦμα συνέσεως, πνεῦμα συναισθήσεως καὶ πνεῦμα μετανοίας καὶ ἐξομολογήσεως, μόνης ἱκανῆς νὰ ἀποκαταστήσῃ Αὐτὴν ἐνώπιον Χριστοῦ καὶ τῆς Ἐκκλησίας Αὐτοῦ, ἀνθ’ ἧς ἐπεδείξατο Αὕτη ἀχαριστίας καὶ κακοβουλίας εἰς ἡμᾶς τε καὶ εἰς τὸν ἱερὸν ἀγῶνα τῆς ὀρθοδοξίας.

+Ὁ Π. Φλωρίνης Χρυσόστομος

Ἀθῆναι 14 Ὀκτωβρίου 1937

τ.σ.

(χειρογράφως)
Διὰ τὴν ἀκρίβειαν τῆς ἀντιγραφῆς
ὁ Πρωτοσύγκελλος
+ἀρχιμ. Ἀλέξανδρος Γρηγορόπουλος

Σάββατο 8 Ιουνίου 2024

Επιτρέπεται η δημόσια κριτική κατά της Ιεραρχίας; (ο Άγιος πρ. Φλωρίνης Χρυσόστομος απαντά)


Εξυπηρετεί άραγε το κοινόν η αποκάλυψις της πνευματικής καταστάσεως του Σώματος της ανωτάτης Ιεραρχίας ή απ' εναντίας βλάπτει αυτό και ηθικώς ζημιοί πληροφορούμενον τας ατελείας και αμαρτίας των ιθυνόντων τα της Εκκλησίας και σκανδαλιζόμενον δι' αυτάς;

Και ούτω ευρέθην προς στιγμήν υπόδικος ενώπιον του φοβερού Δικαστηρίου της συνειδήσεώς μου. Διάφοροι διαλογισμοί τότε αυθορμήτως ανέθωρον από τα βάθη της ψυχής μου, συνηγορούντες υπέρ της μιάς ή της άλλης απόψεως, εμού καθημένου επί του εδωλίου του κατηγορουμένου.

Παρέστησαν εν πρώτοις οι συνήγοροι της κατηγορίας, καταθέσαντες υπέρ της απόψεώς των τα εξής επιχειρήματα: Και ημείς, κύριε Πρόεδρε, δεν αρνούμεθα ότι και οι Αρχιερείς ως άνθρωποι σάρκα φορούντες και τον κόσμον οικούντες δεν δύνανται να ώσιν απηλλαγμένοι των εξ ανθρωπίνης αδυναμίας ελλείψεων και αμαρτιών επικυρούντες και ούτοι το Γραφικόν, «οὐδεὶς ἀναμάρτητος κἂν μία ἡμέρα ᾖ ἡ ζωὴ αὐτοῦ». Τούτου δεδομένου η αποκάλυψις και η δημοσίευσις των ελλείψεων και των παραπτωμάτων του Κλήρου και δη της Ιεραρχίας, προξενεί μέγα κακόν εις το Κοινόν, όπερ ταυτίζον, ουκ ορθώς βεβαίως, τα ιερουργούντα πρόσωπα με την έννοιαν της Εκκλησίας και τα υπ' Αυτής διδασκόμενα, σκανδαλίζεται και εκ βάθρων ο προς την Εκκλησίαν και τους λειτουργούς Αυτής οφειλόμενος σεβασμός και ευλάβεια κλονίζεται. Και αν τα συμβαίνοντα εν τινι οίκω σκάνδαλα και αντεγκλήσεις μεταξύ γονέων, τέκνων και συγγενών δεν πρέπει να γίνονται γνωστά εις το κοινόν κατά το γνωμικόν, «τα εν οίκω μη εν Δήμω», όπως μη εκτίθηται η τιμή και η αξιοπρέπεια της οικογενείας, πολύ περισσότερον δεν επιτρέπεται εις τον χριστιανόν και δη Κληρικόν, να αποκαλύπτη και δημοσιεύη τας ελλείψεις και τας μεγάλας κηλίδας των Κληρικών και μάλιστα των Ιεραρχών. Και τούτο διότι εκ της αποκαλύψεως και δημοσιεύσεως των αμαρτημάτων και των αμπλακημάτων των Ιεραρχών, δεν εκτίθεται η τιμή και η αξιοπρέπεια ενός οίκου ή μιάς οικογενείας, αλλ' ο θεοπαγής οίκος του Θεού και η θεοσύστατος Εκκλησία Αυτού. Τούτων ούτως εχόντων, αυτόδηλον καθίσταται, Κύριε Πρόεδρε, ότι ο αποκαλύπτων εις το κοινόν τας τυχόν ελλείψεις και μελανάς κηλίδας των λεπουργών του Θεού του Υψίστου, καθίσταται ένοχος ενώπιον του Θεού και της Εκκλησίας και δέον να έπιβληθώσι κατ' αυτού ανάλογοι κυρώσεις, δια το κοινόν σκάνδαλον, όπερ ούτος προκαλεί εις την χριστιανικήν κοινωνίαν, εν η ούτος και εμπολιτεύεται. Άλλως τε δεν διαφεύγει την χριστιανικήν αντίληψιν του σεβαστού Δικαστηρίου, ούδ' αγνοεί τούτο την Ευαγγελικήν ρήσιν του θείου Δομήτορος τής Εκκλησίας Χριστού ειπόντος, «οὐαὶ τῷ ἀνθρώπῳ δι᾿ οὗ τὸ σκάνδαλον ἔρχεται» (Ματθ. ιη΄ 7). Κατά ταύτα ζητώ την καταδίκην του κατηγορουμένου, ως εμπίπτοντος εις την υπό του ποινικού εκκλησιαστικού νόμου προβλεπομένην και καθοριζομένην ποινήν δια πάντας τους προξενούντας τα ηθικά σκάνδαλα.

Μετά το τέλος των αγορεύσεων των συνηγόρων της κατηγορίας, ο κύριος Πρόεδρος εκάλεσε τους συνηγόρους της υπερασπίσεως, όπως εκθέσωσι και ούτοι τα υπέρ του κατηγορουμένου επιχειρήματα αυτών. Και ημείς, αξιότιμε κύριε Πρόεδρε, και κύριοι Δικασταί, δεν αρνούμεθα, αλλά συνομολογούμεν μετά των αντιδίκων συναδέλφων, ότι και οι Κληρικοί ανώτεροί τε και κατώτεροι ως άνθρωποι και ούτοι σάρκα φορούντες και τον κόσμον οικούντες, δεν δύνανται να ώσιν απηλλαγμένοι των εξ ανθρωπίνης αδυναμίας προερχομένων ελλείψεων και αμαρτιών. Αλλ' όταν όμως τα σφάλματα και τα ηθικά παραπτώματα των Κληρικών και μάλιστα των Ιεραρχών, είναι τοιαύτα ώστε να μη δύναται να δικαιολογηθώσιν υπό της ανθρωπίνης αδυναμίας και ως τοιαύτα να καλυφθώσι και να αποσιωπηθώσι, τότε δεν φρονείτε κύριοι Δικασταί ότι η απόκρυψις και αποσιώπησις τούτων προξενεί μάλλον ζημίαν παρά ωφέλειαν, ου μόνον εις τον αμαρτωλόν Κληρικόν, αλλά και εις όλην την κοινωνίαν, εις ην ούτος ετάχθη ως διδάσκαλος και ηθικός φωταγωγός προς καθοδήγησιν και σωτηρίαν των ψυχών; Εν τη περιπτώσει ταύτη καθ' ην τα ανομήματα και τα αμπλακήματα των Κληρικών δεν προέρχονται εξ ανθρωπίνων αδυναμιών, ων ουδείς τυγχάνει απηλλαγμένος, αλλ' απιστίας και ηθικής πωρώσεως μέχρι περιφρονήσεως και αύτης της κοινής γνώμης, τότε πρόξενος σκανδάλου αποβαίνει δια την κοινωνίαν όχι πλέον η αποκάλυψις και η καυτηρίασις, αλλ' η απόκρυψις και αποσιώπησις των βδελυρών και κακοήθων πράξεων των ανηθίκων και αναξίων Κληρικών. Η ανοχή και απόκρυψις των τοιούτων κραυγαζόντων αμαρτημάτων και ανοσιουργημάτων ενός Κληρικού, εκτός του ότι σκανδαλίζει ολόκληρον την κοινωνίαν δεν συντελεί και εις την διόρθωσιν και την θεραπείαν του ουτωσί νοσούντος καί ελκαίνοντος Κληρικού. Αλλ' απ' εναντίας η τοιαύτη ανοχή καθιστά τον κακοήθη και εξηχρειωμένον Κληρικόν θρασύτερον και αναισχυντότερου εις το αμαρτάνειν και περιφρονείν και αυτήν την δημοσίαν περί αυτού γνώμην, αντ' ουδενός λογιζόμενος το σκάνδαλον, όπερ προξενεί εις την θρησκευτικήν συνείδησιν των πιστών, ων και αυτήν την πίστιν προς τον Χριστόν εκ θεμελίων διασείει και προς μίμησιν των πράξεων αυτού παρασύρει. Αλλ' ίσως ο αξιότιμος αντίδικος αντιτάξη, ότι εν τη περιπτώσει ταύτη ενδείκνυται ουχί η δημοσία αποκάλυψις του ηθικού ποιού του τοιούτου καταπτύστου Κληρικού και ο θεατρισμός αυτού, αλλ' ή καταγγελία τούτου εις την διοικούσαν Σύνοδον, μόνην άρμοδίαν να λάβη τα υπό των Κανόνων προβλεπόμενα μέτρα προς τιμωρίαν και σωφρονισμόν του αναιδώς των θείων και ιερών κατορχουμένου Κληρικού και προς ριζικήν θεραπείαν του κακού. Την τοιαύτην ένστασιν του αντιδίκου θεωρούμεν και ημείς δικαίαν και λογικήν, καθ' όσον δια της τοιαύτης προσφυγής εις την προϊσταμένην Εκκλησιαστικήν Αρχήν, υπάρχει ελπίς και ο παραπαίων και αδεώς αμαρτάνων Κληρικός, να συνετισθή, και το κοινόν σκάνδαλον των χριστιανών ασφαλώς να προληφθή. Αλλ' όταν όμως η Προϊσταμένη Εκκλησιαστική Αρχή μη ίσταμένη εις το ύψος της περιωπής της, αντί να παραπέμψη την καταγγελίαν εις την αρμοδίαν ανάκρισιν, παραπέμπη ταύτην δια το φιλάδελφον εις το Αρχείον, ήτοι εις τας Ελληνικάς Καλλένδας, ως έλεγον οι αρχαίοι Έλληνες, τότε η μόνη εναπομένουσα οδός προς τιμωρίαν του αναιδώς και ασυστόλως αμαρτάνοντος Κληρικού και προς ριζικήν θεραπείαν του κακού είνε η παράδοσις τούτου εις την δημοσίαν γνώμην, την μόνην τιμωρόν των ανερυθριάστων και κραυγαλέων εγκλημάτων και αδικημάτων. Τα τοιούτου είδους αδικήματα και αμπλακήματα, έχων υπ' όψιν και Κύριος ημών, δημοσία εξετόξευσε τα φοβερά και φρικτά «ουαί» κατά των υποκριτών Γραμματέων και Φαρισαίων της Ιουδαϊκής Συναγωγής, ων την υποκρισίαν και την ειδεχθή κακεντρέχειαν της ψυχής δημοσία εστηλίτευσε. Και τούτο, διότι όπως τον σωματικόν οργανισμόν υποσκάπτει αφαιρών την ζωτικότητα και την υγείαν αυτού έν κρύφιον έλκος, πυορροούν υπό βδελυρόν οίδημα, ούτω και ένα κακόηθες και ειδεχθές πάθος της ψυχής συγκαλυπτόμενον, κατατρώγει και υπονομεύει την ζωτικότητα και ηθικήν ευεξίαν αυτής, λυμαινομένης και ασφαλώς διαβιβρωσκομένης υπό του σφακελίζοντος και πυορροούντος ηθικού έλκους της. Άλλως τε όταν τα ηθικά παραπτώματα και βαρέα ανοσιουργήματα των Κληρικών και δη των Ιεραρχών, δεν παραμένουν άγνωστα εις το κοινόν τόσον ώστε να γίνονται αντικείμενον σχολίων και επικρίσεων εν οίκοις και ιδιωτικαίς συνεντεύξεσι των πιστών, η αποκάλυψις και δημοσίευσις τούτων, ου μόνον δεν αυξάνει το σκάνδαλον και την αποκαρδιωτικήν εντύπωσιν των χριστιανών, αλλά και μειοί, εμπνέουσα εις αυτούς την ελπίδα της απολυτρώσεως αυτών από των κακών και σκανδαλοποιών της Εκκλησίας λειτουργών. Προς τούτοις η δημοσία στηλίτευσις και καυτηρίασις των ανηθίκων Κληρικών, οίτινες ευτυχώς είνε ολίγοι (σ.σ. τότε ήταν λίγοι, τώρα να έβλεπες, Άγιε...), θα απαλλάξη της γενικής κατακραυγής και της μομφής το πλείστον μέρος των ηθικών και ευσυνειδήτων Κληρικών, διότι δεν είνε δίκαιον και αξιοσύστατον εις την δόξαν και την τιμήν τής Εκκλησίας διά της συγκαλύψεως των ενόχων, να συγκατηγορώνται μετ' αυτών, και οι καλοί και ευσυνείδητοι Κληρικοί, οίτινες διά της τιμίας και ηθικής πολιτείας αυτών τυγχάνουσιν άξιοι πάσης δόξης και τιμής. Η δημοσία στηλίτευσις των εκτρεπομένων και αμαρτανόντων Κληρικών έχει προς τούτοις και το εξής καλόν: δύναται αύτη ου μόνον να φέρη εις συναίσθησιν και μετάνοιαν τον παραπαίοντα Κληρικόν, αλλά και να χρησιμεύση και ως έν μέσον αποτρεπτικόν και τα μάλιστα διδακτικόν και διά τους Κληρικούς εκείνους, οίτινες ρέπουσιν εις τας ακαθέκτους ορμάς των ποταπών και χαμαιζήλων παθών, αφ' ων απείργει αυτούς η παραδειγματική τιμωρία και ο επαίσχυντος θεατρισμός των εις αυτά περιπεσόντων κακών και ανηθίκων Κληρικών. Και τέλος η αποκάλυψις και στηλίτευσις των τοιούτων κακών και ασυνειδήτων λειτουργών θα επιδράση ευεργετικώς και εις τους ιθύνοντας τα της Εκκλησίας, οίτινες θα πεισθώσιν εμπράκτως και κατά τρόπον διδακτικόν και υπό της κοινής γνώμης επιβλητικόν, ότι το φιλάδελφον εις τοιαύτας σοβαράς καταγγελίας των Κληρικών, δέον να τίθηται εν μοίρα Καρός απέναντι του θείου κύρους της Εκκλησίας και του γοήτρου της ιθυνούσης Εκκλησιαστικής Ιεραρχίας, καθ' όσον αμφότερα ταύτα διακυβεύονται εν τη συνειδήσει των πιστών διά της συγκαλύψεως των καταγγελλομένων Κληρικών ως αναξίων της υψηλής και ιεράς αυτών αποστολής.

Ούτω μετά το τέλος των αγορεύσεων των συνηγόρων της υπερασπίσεως, κηρυχθείσης πεπεραιωμένης της διαδικασίας, απεσύρθη το Κριτήριον της συνειδήσεως όπως συσκεφθή και εκδώση την ετυμηγορίαν αυτού υπέρ ή κατ' εμού του καθημένου επί του εδωλίου του κατηγορουμένου. Ευτυχώς η απόκρισις του Δικαστηρίου της συνειδήσεως υπήρξεν αθωωτική δι' εμέ τον κατηγορούμενον διό και προέβην με ήρεμον και γαλήνιον συνείδησιν εις την δημοσίευσιν της ανά χείρας πραγματείας, με την ακράδαντον όντως πίστιν και την γλυκεράν ελπίδα, ότι αύτη θα συντελέση, έστω και κατ' ελάχιστον, εις την εξυγίανσιν του βαρέως νοσούντος Σώματος της Ιεραρχίας, αποκοπτομένων εξ αυτού των ελκαινόντων και σεσηπότων Μελών και αντικαθισταμένων τούτων υπό νέων θεολόγων Κληρικών, διαφλεγομένων υπό ιερού ενθέου ζήλου και ανταξίων της θείας και ιεράς αυτών αποστολής.

 

(Από την εισαγωγή του βιβλίου "Κρίσεις επί της σημερινής καταστάσεως της Ελληνικής Εκκλησίας και κοινωνίας" που συνεγράφη από τον Άγιο στην εξορία του στη Μονή Υψηλού Μυτιλήνης το 1952)

Παρασκευή 14 Ιουλίου 2023

Κυριακή 20 Σεπτεμβρίου 2020

Από την γραφίδα του Αγίου πρ. Φλωρίνης Χρυσοστόμου

 (Με αφορμή την σημερινή ημέρα της μνήμης του, δημοσιεύουμε αποσπάσματα από επιστολή του, προς το Διοικητικό Συμβούλιο της Κοινότητος των ΓΟΧ, την οποία απέστειλε στις 17 Οκτωβρίου 1937. Η ανάρτηση αφιερώνεται σε όσους τιμούν τον Άγιο όχι τύποις - δηλαδή ΜΟΝΟ με γιορτές και πανηγύρια - αλλά και ουσιαστικά, έχοντας τα ίδια με εκείνον ορθόδοξα φρονήματα).

Η αρχή και το τέλος της επιστολής.

Ἐν Ἀθήναις

Πρὸς τὸ Διοικητικὸν Συμβούλιον

Κύριε Πρόεδρε,

...Εἰς   τὰς   σταλείσας   ἐγκυκλίους   τῶν   ἀποστατῶν   Ἐπισκόπων Βρεσθένης καὶ Κυκλάδων δέον νὰ μὴ δίδητε οὐδεμίαν προσοχήν... Ὡς   προφάσεις   τῆς   ἀποκηρύξεως   ἡμῶν   εὗρον   τὸν   λόγον,   ὅτι ἠρνήθημεν νὰ ἐπιτρέψωμεν τὴν ἀναμύρωσιν τῶν τέκνων τῶν βαπτισθέντων  ὑπὸ   τῶν   Νεοημερολογιτῶν   Ἱερέων, τοῦθ᾿   ὅπερ ἀπαγορεύεται   ὑπὸ   τῶν   θείων   καὶ   ἱερῶν   Κανόνων[1],   καὶ   ὅτι ἠρνήθημεν   νὰ   κηρύξωμεν   Αἱρετικὰς   ἤ   Σχισματικὰς   τὰς Νεοημερολογιτικὰς Ἐκκλησίας καὶ ἄκυρα τὰ Μυστήρια αὐτῶν.

...Προσπαθοῦν   διὰ   ψευδῶν   καὶ   καταπτύστων   συκοφαντιῶν   νὰ παραστήσωσι   ἡμᾶς   ὡς   λιποτάκτας   δῆθεν   καὶ   προδότας   τοῦ ἀγῶνος[2], διότι  δὲν ἠθελήσαμεν ἐπὶ καταφρονήσει τῶν θείων καὶ ἱερῶν Κανόνων νὰ κηρύξωμεν τὴν Ἑλληνικὴν Ἐκκλησίαν Σχισματικὴν   καὶ   ἄκυρα   τὰ   Μυστήρια   αὐτῆς   καὶ   νὰ καταδικάσωμεν   εἰς   τὸν   πνευματικὸν   θάνατον   5   ἑκατομμύρια Ἑλλήνων   ἀδελφῶν,   καλῇ   τῇ   πίστει   ἀκολουθούντων   τὸ   Νέον ἑορτολόγιον,   καὶ   νὰ   ἔλθωμεν   οὕτω   εἰς   ἀντίθεσιν   καὶ   πρὸς   τὰς λοιπὰς ὀρθοδόξους Ἐκκλησίας, τῶν Ἱεροσολύμων, τῆς Ἀντιοχείας,τῆς Ρωσσίας, τῆς Σερβίας, τῆς Πολωνίας κ.τ.λ. αἵτινες, οὐ μόνον δὲν διέκοψαν   τὴν   ἐκκλησιαστικὴν   ἐπικοινωνίαν   μετὰ   τῶν Νεοημερολογιτικῶν  Ἐκκλησιῶν,   ἀλλὰ   καὶ  συλλειτουργοῦσι   μετὰτῶν   λειτουργῶν   αὐτῶν.   Καὶ   τοῦτο,   διότι   αἱ   νεοημερολογιτικαὶ Ἐκκλησίαι   δὲν   ἐκηρύχθησαν   Σχισματικαὶ   ὑπὸ   Πανορθοδόξου Συνόδου, μόνης δικαιουμένης κατὰ τοὺς Ἱεροὺς Κανόνας νὰ δικάσῃ αὐτὰς καὶ νὰ κηρύξῃ Σχισματικάς, ἐὰν δὲν ἀποστῶσι τῆς πλάνης τοῦ νέου ἡμερολογίου. Τὸ δικαίωμα τοῦ κηρύττειν τὰ ἄτομα καὶ τὰς Ἐκκλησίας Σχισματικὰς δὲν παρέσχον οἱ θεῖοι καὶ θεοφόροι Πατέρες τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων, οὔτε εἰς τὰ ἄτομα, οὔτε εἰς τὰς ἐπὶ μέρους Ἐκκλησίας, ἀλλὰ εἰς Οἰκουμενικὴν Σύνοδον, ἐκπροσωποῦσαν τὴν καθόλου Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν, καὶ ἧς αἱ ἀποφάσεις   λαμβάνονται   κατ᾿   ἔμπνευσιν   τοῦ   ΠαναγίουΠνεύματος. Διὰ τὸν λόγον τοῦτον ἡμεῖς σεβόμενοι τούς Κανόναςκαὶ τὰς Διατάξεις τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων ἠρνήθημεν νὰ κηρύξωμεν   τὴν   Ἑλληνικὴν   Ἐκκλησίαν   Σχισματικήν,   καὶ περιωρίσθημεν   μόνον   νὰ   διακόψωμεν   τὴν   ἐκκλησιαστικὴν ἐπικοινωνίαν   μετὰ   τοῦ   Ἀρχιεπισκόπου   Ἀθηνῶν   καὶ   τῶν ὁμοφρόνων Ἀρχιερέων, ἵνα μὴ κοινωνοὶ γενώμεθα τῆς εὐθύνης διὰ   τὴν   ἡμερολογιακὴν   καινοτομίαν.   Καὶ   τοῦτο   ἐπράξαμεν συμφώνως   πρὸς   τὸν   15ον   Κανόνα   τῆς   ΑΒας   Οἰκουμενικῆς Συνόδου,   παρέχοντα   τὸ   δικαίωμα   μόνον   τῆς   διακοπῆς   τῆς ἐκκλησιαστικῆς   ἐπικοινωνίας   κατὰ   τῶν   ἀθετούντων   τὰς παραδόσεις   καὶ   πρὸ   συνοδικῆς   διαγνώμης,   δι᾿   ἧς   καὶ   μόνον κηρύσσονται   τὰ   ἄτομα   καὶ   αἱ   Ἐκκλησίαι   Σχισματικαὶ   καὶ ἄκυρα τὰ Μυστήρια αὐτῶν[3].

...Ἐν τέλει συνιστῶμεν εἰς ὑμᾶς καὶ  τὴν Κοινότητα, ὅπως ἔχητε πλήρη ἐμπιστοσύνην εἰς ἡμᾶς οἵτινες ἐθυσιάσαμεν τὰ πάντα ὑπὲρ τοῦ ἱεροῦ ἡμῶν ἀγῶνος[2]. Ἐπὶ τούτοις δέξασθε μεθ᾿ ὅλων τῶν Μελῶν καὶ τῶν Χριστιανῶν τὰς εὐχὰς καὶ εὐλογίας ἡμῶν.

Ἀθῆναι, Τέρμα Κυψέλης, Κρίσσης 24.

17 Ὀκτωβρίου 1937

+Ὁ πρ. Φλωρίνης Χρυσόστομος



[1] Οι θείοι και ιεροί Κανόνες, που αφορούν την αποδοχή των αιρετικών και σχισματικών, θεσπίστηκαν αποκλειστικά από Οικουμενικές Συνόδους και όχι από άτομα ή επιμέρους Εκκλησίες. Ακόμη και οι γνωστοί Κανόνες των Τοπικών Συνόδων και των Αγίων Πατέρων που χρησιμοποιούνται στην Εκκλησία, απέκτησαν το οικουμενικό κύρος τους από Οικουμενική Σύνοδο! Όλοι αυτοί οι Κανόνες, εξετάζοντας ξεχωριστά κάθε περίπτωση αιρετικών και σχισματικών, όρισαν τρεις διαφορετικούς τρόπους αποδοχής με βάση συγκεκριμένα κριτήρια (π.χ. την πίστη στην Αγία Τριάδα, τον βαθμό της απομάκρυνσης από την Ορθοδοξία κ.α.). Ο Άγιος πρ. Φλωρίνης Χρυσόστομος αρνούμενος, ως γνήσιος ταπεινόφρων Ορθόδοξος, να σφετεριστεί δικαιώματα Οικουμενικής Συνόδου, απέρριψε τον τρόπο εισδοχής διά Μύρου που πρότειναν οι σφετεριστές.

[2] Είναι πραγματικά αφελές να πιστεύει κανείς ότι ο εξορισθείς Δημητριάδος Γερμανός (ο οποίος θυσίασε όχι μόνο μία πάμπλουτη Μητρόπολη, αλλά και την εξουσία που είχε ως κρατικός Μητροπολίτης) και ο δις εξορισθείς Άγιος πρ. Φλωρίνης Χρυσόστομος (ο οποίος θυσίασε την φήμη του, την σύνταξή του και μία πλουσιότατη Μητρόπολη του Οικουμενικού Θρόνου) ήταν οι "προδότες" του Αγώνα, ενώ ο ΜΗΔΕΠΟΤΕ εξορισθείς ή φυλακισθείς ή ξυρισθείς ή αποσχηματισθείς κλπ. Βρεσθένης Ματθαίος (ο οποίος, ενώ ως μοναχός Αγιορείτης είχε υποσχεθεί ακτημοσύνη, ως "παλαιοημερολογίτης" απέκτησε τεράστια κινητή και ακίνητη περιουσία) ήταν ο "στυλοβάτης" του... 

[3] Χωρίς τον Άγιο πρ. Φλωρίνης Χρυσόστομο να συγκρατήσει τον Αγώνα μας στα κανονικά του όρια (της Αποτειχίσεως και της Ορθοδόξου Ενστάσεως άχρι Πανορθοδόξου ή Οικουμενικής Συνόδου) ο Παλαιοημερολογιτισμός θα ήταν ένα κατακριτέο Σχίσμα, σαν τον Ματθαιϊσμό. Μεγάλη η χάρη του!

Πέμπτη 7 Ιουλίου 2016

ΠΡΩΤΗ ΤΟΙΧΟΓΡΑΦΙΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΠΡ. ΦΛΩΡΙΝΗΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ (Ι.Ν. ΑΓ. ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ ΠΕΤΡΟΥ & ΠΑΥΛΟΥ ΔΑΦΝΗΣ)

 
   «Ὑπῆρχεν ἐν τῷ παρελθόντι ἐποχή, καθ’ ἣν ἡ παμψηφία σχεδὸν τῆς Ἱεραρχίας ἐν τῷ Βυζαντινῷ Κράτει παρεσύρθη εἰς τὴν αἵρεσιν τοῦ ἐναγοῦς Ἀρείου μετὰ τῆς Βυζαντινῆς πολιτείας, καθ’ ἣν τὴν ἔννοιαν τῆς Ὀρθοδοξίας τῆς Ἐπισήμου Ἐκκλησίας ἀντιπροσώπευεν μία ὀλιγάριθμος μερὶς ὀρθοδόξων ἐν Κων/πόλει μὴ μολυνθεῖσα ὑπὸ τῆς λύμης τοῦ Ἀρειανισμοῦ. Ἡ μερὶς αὕτη διετέλει ὑπὸ τὴν ποιμαντορίαν Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου, ὅστις ἐν τῷ παρεκκλησίῳ τῆς Ἀγ. Ἀναστασίας  διὰ κηρυγμάτων ἀποπνεόντων τὸ θυμῆρες καὶ θεῖον ἄρωμα τῆς Ὀρθοδοξίας κατεκεραύνου τὴν κακόδοξον καὶ ψυχοφθόρον αἵρεσιν τοῦ Ἀρείου. Γρηγόριος ὁ Θεολόγος καὶ ἡ μερὶς αὐτοῦ, οὐ μόνον δὲν ἀπετέλεσαν ἰδίαν Ἐκκλησίαν διακόψαντες τὴν Ἐκκλησιαστικὴν ἐπικοινωνίαν μετὰ τῆς Ἀρειανιζούσης Ἱεραρχίας, ἀλλὰ καὶ ὡς ὀρθοδοξοῦντες ἐχρησίμευσαν μετέπειτα ὡς ἀρραβὼν διὰ τὴν ἐπιστροφὴν τῆς ὅλης Ἐκκλησίας ἐν τῷ περιβόλῳ τῆς Ὀρθοδοξίας, διὰ τῆς ἀποπτύσεως τῆς Ἀρειανῆς αἱρέσεως καὶ μιαρὰς κακοδοξίας.

   Ὥστε δεδομένου, ὅτι τὴν ὑπόστασιν τῆς Ἐκκλησίας ἀποτελεῖ τὸ Ὀρθόδοξον πνεῦμα καὶ ὄχι ὁ τύπος καὶ ὁ ἀριθμός, οἴκοθεν ἐννοεῖται ὅτι τὴν ἀρχαίαν καὶ ἀκαινοτόμητον Ἐκκλησίαν τῆς Ἑλλάδος ἀποτελοῦμεν καὶ ἐκπροσωποῦμεν ἡμεῖς ὡς συνεχισταὶ τῶν πατρῴων παραδόσεων καὶ τῶν Ὀρθοδόξων θεσμῶν καὶ ὄχι οἱ καινοτόμοι Ἀρχιερεῖς, οἵτινες ἀποτελοῦν τὸν τύπον καὶ τὸν ἀριθμόν».

   (πρ. Φλωρίνης Χρυσοστόμου, Κρίσεις ἐπὶ τῶν τροπολογιῶν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 1 καὶ 2 τοῦ Σχεδίου Συντάγματος τῆς Ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος τοῦ κ. Κ. Τσάτσου Βουλευτοῦ Ἀθηνῶν, Ἀθῆναι 1949)

Σάββατο 19 Σεπτεμβρίου 2015

Ἱστορικὴ Ἀνασκόπησις τοῦ Ἑορτολογικοῦ Ζητήματος

ΜΕΤΑΞΥ τῶν ἀναριθμήτων κειμένων, τὰ ὁποῖα συνέταξε ὁ μακαριστὸς Ἡγέτης καὶ Πρόεδρος τῆς Ἐκκλησίας ἡμῶν Μητροπολίτης πρώην Φλωρίνης Χρυσόστομος Καβουρίδης (+7.9.1955), τὰ περισσότερα ἐκ τῶν ὁποίων ἀσχολοῦνται μὲ τὸ πρόβλημα τῆς Ἑορτολογικῆς Καινοτομίας, εἶναι καὶ τὸ ἀναδημοσιευόμενο ἐνταῦθα μὲ τὸν ὡς ἄνω τίτλο.
Πρόκειται γιὰ συνοπτικὸ κείμενο, τὸ ὁποῖο μὲ πυκνότητα καὶ γλαφυρότητα ἀναφέρεται στοὺς λόγους γιὰ τὴν ἀντίκρουσι τῆς Καινοτομίας τοῦ 1924 καὶ μάλιστα ἀπὸ τοῦ 1935 καὶ ἐντεῦθεν, ὅταν ὁ σεπτὸς συγγραφεὺς μετ’ ἄλλων ἐξῆλθαν στὴν ἀνάληψι τοῦ Ἱεροῦ Ἀγῶνος ὑπὲρ τῶν Πατρίων Παραδόσεων, ὅπως καὶ στοὺς λόγους ποὺ οἱ ὑπέρμαχοι τῆς ἑορτολογικῆς τάξεως τῆς Ἐκκλησίας ἀνταπεξῆλθαν κραταιῶς στὶς παντοειδεῖς διώξεις, τὶς ὁποῖες ὑπέστησαν ἀπὸ μέρους τῶν Καινοτόμων.

σύντομη καὶ ἐμβριθὴς αὐτὴ πραγματεία ἐνημερώνει, διδάσκει καὶ φρονιματίζει, στερεώνει δὲ τοὺς ὑπερμάχους τῆς γνησίας Ὀρθοδοξίας στὴν ἐμμονή τους ὑπὲρ τῶν Πατρίων ἐν ὑπομονῇ καὶ σταθερότητι.

Ἀφιερώνεται καὶ τοῦτο στὴν μνήμη τοῦ θαυμασίου ἐκείνου Ἀγωνιστοῦ, τοῦ ὁποίου ἡ μορφὴ θὰ παραδειγματίζη πάντοτε τοὺς πνευματικούς του ἐπιγόνους καὶ συνεχιστάς, ἐπὶ τῇ συμπληρώσει 80ετίας ἀπὸ τῆς ἀναλήψεως τοῦ ἱεροῦ Ἀγῶνος τῆς Γνησίας Ὀρθοδοξίας καὶ 60ετίας ἀπὸ τῆς ἐκδημίας του εἰς Κύριον.

Τὸ κείμενο ἐλήφθη ἀπὸ τὸ ἐπίσημο Δελτίο τῆς Ἐκκλησίας μας «Ἡ Φωνὴ τῆς Ὀρθοδοξίας», τὸ ὁποῖο ἐξεδίδετο τότε ἀνὰ δεκαπενθήμερον, κατὰ τὴν Γ’ Περίοδο τῆς ἐκδόσεως αὐτοῦ (ἀριθ. φύλ. 7/Κυριακή, 20 Μαΐου 1946 π.ο.η., σελ. 1-3).
 
12a

ΤΗΝ 13ην Μαΐου τοῦ 1935 κατὰ τὸ Πάτριον ἡμερολόγιον συνεπληρώθη ἑνδεκαετία ὅλη, ἀφ’ ὅτου ἐξήλθομεν εἰς τὸν ἱερὸν καὶ ἐθνικὸν Ἀγῶνα ὑπὲρ τοῦ Πατρίου καὶ ὀρθοδόξου ἑορτολογίου. Οὐκ ἄσκοπον οὐδ’ ἀλυσιτελὲς θεωροῦμεν νὰ προβῶμεν ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ εἰς μίαν ἱστορικὴν ἀνασκόπησιν τούτου, καὶ νὰ καταδείξωμεν εἰς τὸ Ἑλληνικὸν κοινόν, ἀφ’ ἑνὸς μὲν τοὺς λόγους, οἵτινες ὤθησαν ἡμᾶς εἰς τὸν Ἀγῶνα τοῦτον, καὶ ἀφ’ ἑτέρου τοὺς λόγους, δι’ οὕς κατίσχυσεν οὗτος τοσούτων ἰσχυρῶν διωγμῶν καὶ ἀντιδράσεων ἐκ μέρους τῆς Ἑλληνικῆς Ἱεραρχίας καὶ τῆς τότε Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως.

Πρὸ ἕνδεκα ἀκριβῶς ἐτῶν τρεῖς Ἱεράρχαι, ὁ ἀοίδιμος Δημητριάδος Γερμανός, ὁ Ζακύνθου Χρυσόστομος καὶ ὁ γράφων πρώην Φλωρίνης Χρυσόστομος, μὴ ἀνεχόμενοι τὸ σκάνδαλον καὶ τὴν διαίρεσιν, ἥν προὐξένησεν εἰς τὸ ὀρθόδοξον χριστεπώνυμον πλήρωμα ἡ ἐπάρατος ἑορτολογικὴ καινοτομία, ἀφοῦ προηγουμένως εἰς μάτην ἐξηντλήσαμεν ὅλα τὰ εἰρηνικὰ μέσα πρὸς ἐπάνοδον τῆς Ἱεραρχίας εἰς τὸ ἐκ παραδόσεως ἑορτολογικὸν καθεστὼς διὰ τὴν εἰρήνευσιν τῆς Ἐκκλησίας, ἠναγκάσθημεν καθ’ ὑπαγόρευσιν τῆς ὀρθοδόξου συνειδήσεως ἡμῶν δι’ ἐγγράφου νὰ δηλώσωμεν εἰς τὴν Διοικοῦσαν τότε Ἱερὰν Σύνοδον, ὅτι διακόπτομεν μετ’ Αὐτῆς πᾶσαν ἐκκλησιαστικὴν ἐπικοινωνίαν, μὴ ἐπιθυμοῦντες νὰ μετάσχωμεν καὶ ἡμεῖς τῆς εὐθύνης διὰ τὴν ἀντικανονικὴν εἰσαγωγὴν τοῦ Γρηγοριανοῦ ἡμερολογίου ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ, ὡς καὶ διὰ τὸν ἀντιεκκλησιαστικὸν καὶ μεσαιωνικὸν διωγμὸν ἐναντίον τῆς μερίδος τῶν Παλαιοεορτολογιτῶν.

Εἰς τὸ σοβαρὸν τοῦτο διάβημα προέβημεν, κινούμενοι ὑπὸ τοῦ πόθου νὰ ἄρωμεν τὸ προξενηθὲν σκάνδαλον ὑπὸ τῆς ἑορτολογικῆς διαρρυθμίσεως, καὶ διαθρυπτόμενοι ὑπὸ τῆς ἐλπίδος, ὅτι ἡ Διοικοῦσα Σύνοδος συναισθανομένη τήν, ἥν ὑπέχει εὐθύνην, ἀπέναντι τοῦ Θεοῦ διὰ τὴν διαίρεσιν τοῦ ὀρθοδόξου πληρώματος θὰ ηὐδόκει, ὡς ὤφειλε, νὰ θέσῃ ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς ὅλης Ἱεραρχίας τὴν σοβαρὰν διαμαρτυρίαν ἡμῶν, παρέχουσα ἀφορμὴν εἰς Αὐτὴν νὰ προβῇ εἰς τὴν ἀναθεώρησιν τῆς προηγουμένης σχετικῆς ἀποφάσεώς της. Δυστυχῶς ἡ Διοικοῦσα Σύνοδος τότε, ἀντὶ τούτου, ὅπερ ὤφειλε νὰ πράξῃ, ἐπιλαθομένη τῆς ὑψηλῆς ἀποστολῆς της, οὐ μόνον δὲν ἔδωκε τὴν δέουσαν προσοχὴν καὶ τὴν ὀφειλομένην ἀπάντησιν εἰς τὸ ἔγγραφον ἡμῶν, ἀλλὰ καί, χωρὶς προηγουμένως νὰ κάμῃ χρῆσιν τῶν εἰρηνικῶν μέσων, τῶν ὑπὸ τῶν Κανόνων προβλεπομένων πρὸς ἀμοιβαίαν ἐξήγησιν καὶ διαφώτισιν, κατέστησεν ἡμᾶς ὑποδίκους, καὶ κατεδίκασεν ἐρήμην εἰς καθαίρεσιν, καὶ εἰς πενταετῆ σωματικὸν περιορισμὸν εἰς τὰς μᾶλλον ἀποκέντρους καὶ δυσχειμέρους τῶν ἱερῶν Μονῶν, ὡσεὶ νὰ διεπράξαμεν ἔγκλημα καθοσιώσεως, ὑπεραμυνθέντες τῶν ἱερῶν καὶ ὀρθοδόξων τῆς Ἐκκλησίας θεσμῶν.

Διὰ τὸ ἀντικανονικόν, παράνομον, ἀλλὰ καὶ ἀπάνθρωπον τοῦτο πραξικόπημα τῆς Διοικούσης Συνόδου διεμαρτυρήθημεν, ὡς εἰκός, εἰς τὰς ὀρθοδόξους Ἐκκλησίας καὶ εἰς τὴν τότε Κυβέρνησιν, ἥτις δυστυχῶς κατέστη ἀλληλέγγυος πρὸς τὴν Διοικοῦσαν Σύνοδον, προβᾶσα βίᾳ διὰ τῆς Ἀστυνομίας εἰς τὴν ἀπαγωγὴν ἡμῶν, δίκην κακούργων καὶ ἐγκληματιῶν, εἰς τοὺς τόπους τῆς ἐξορίας ἡμῶν, διότι συνεπεῖς πρὸς τὸν ὅρκον, ὅν ἐδώκαμεν κατὰ τὴν χειροτονίαν ἡμῶν, ἠθελήσαμεν νὰ τηρήσωμεν ἀλωβήτους τὰς σεπτὰς Παραδόσεις τῆς Ἐκκλησίας ἡμῶν.

Εἶνε ὄντως πολὺ θλιβερόν, διότι τὴν σοβαρότητα τοῦ ἑορτολογικοῦ ζητήματος ἀπὸ ὀρθοδόξου καὶ ἐθνικῆς ἀπόψεως δὲν κατενόησαν καὶ δὲν ἐξετίμησαν δεόντως, οὔτε ἡ πλειοψηφία τῆς Ἱεραρχίας, προβᾶσα ἐπιπολαίως καὶ ὅλως ἀψυχολογήτως εἰς τὴν ἀντικανονικὴν διαρρύθμισιν τούτου, οὔτε ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, υἱοθετήσασα ἀβασανίστως καὶ ἐκτελέσασα ἀπερισκέπτως μίαν ἐξωφρενικὴν ἀπόφασιν τοῦ Συνοδικοῦ Δικαστηρίου, καταρρακώνουσαν τὸ κῦρος, οὐ μόνον τῆς ἐκκλησιαστικῆς, ἀλλὰ καὶ τῆς πολιτικῆς δικαιοσύνης. Διότι τὸ ἡμερολόγιον, ὅσῳ καὶ ἄν εἶνε ζήτημα χρόνου καὶ ἡμερῶν διὰ τὴν πολιτείαν καὶ τὴν ἀστρονομίαν, διὰ τὴν Ἐκκλησίαν ὅμως τοῦτο ἐκφεύγει ἀπὸ τὰ ὅρια καὶ τὰ μέτρα τοῦ χρόνου, καὶ εἰσέρχεται εἰς τὸ πλαίσιον τῆς παλαιᾶς Παραδόσεως τῆς Ἐκκλησίας καὶ τῆς ὀρθοδόξου θείας Λατρείας, ἐφ’ ὅσον τοῦτο χρησιμεύει ὡς εἷς κρῖκος ἑνωτικός, καὶ ὡς εἷς γνώμων τῆς λατρευτικῆς ἀκριβείας καὶ εὐρυθμίας κατὰ τὸν μακραίωνα βίον τῆς ὅλης Ὀρθοδόξου Ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας. Διὸ καὶ ἡ μονομερὴς καὶ αὐθαίρετος τούτου μεταβολὴ ἐπήνεγκε μίαν ἀκαταστασίαν καὶ σύγχυσιν εἰς τὴν Ὀρθόδοξον θείαν Λατρείαν ἐπ’ ἀθετήσει τῶν θείων καὶ ἱερῶν Κανόνων, καὶ δὴ τοῦ 56ου τῆς 6ης Οἰκουμενικῆς, διακελεύοντος τάδε: «...ἔδοξε τοίνυν καὶ τοῦτο, ὥστε τὴν κατὰ πᾶσαν τὴν οἰκουμένην τοῦ Θεοῦ Ἐκκλησίαν, μιᾷ κατακολουθοῦσαν τάξει, τὴν νηστείαν ἐπιτελεῖν... Εἰ δὲ μὴ τοῦτο παραφυλάττοιεν, εἰ μὲν Κληρικοὶ εἶεν, καθαιρείσθωσαν, εἰ δὲ λαϊκοὶ ἀφωριζέσθωσαν».

ὅλως ἀψυχολόγητος καὶ ἀντικανονικὴ εἰσαγωγὴ τοῦ Γρηγοριανοῦ ἡμερολογίου εἰς τὴν Ὀρθόδοξον Ἑλληνικὴν Ἐκκλησίαν, ἐκτὸς τοῦ ὅτι ἐξυπηρετεῖ τοὺς προσηλυτιστικοὺς σκοποὺς τῆς Παπικῆς ἐκκλησίας, ἥτις γῆν καὶ θάλασσαν περιέρχεται, ἵνα ποιήσῃ ἕνα προσήλυτον, χωρίζει καὶ τὰς ἐπὶ μέρους Ὀρθοδόξους Ἐκκλησίας κατὰ χρόνον εἰς τὸν ἑορτασμὸν τῶν ἑορτῶν, καὶ κατὰ τρόπον εἰς τὴν τήρησιν τῶν νηστειῶν, τὴν τυπικὴν διάταξιν τῶν ἱεροτελεστιῶν καὶ τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν διαφόρων θρησκευτικῶν ἁγνειῶν, τοῦθ’ ὅπερ θίγει καὶ τὸ Δόγμα τῆς ἑνότητος τῆς Ἐκκλησίας, τό: «εἰς μίαν Ἁγίαν Καθολικὴν καὶ Ἀποστολικὴν Ἐκκλησίαν». Καὶ τοῦτο, διότι ἡ ἑνότης τῆς Ἐκκλησίας δὲν ἔγκειται μόνον εἰς τὴν ταὐτότητα τῆς Πίστεως καὶ τῆς θείας Λατρείας, ἀλλὰ καὶ εἰς τὸν ταὐτόχρονον καὶ ὁμοιόμορφον τρόπον τῆς ἐκδηλώσεως τῆς Πίστεως καὶ τῆς θείας Λατρείας, τοῦθ’ ὅπερ ἀποτελεῖ ἀπαραίτητον στοιχεῖον τῆς Ἐκκλησιαστικῆς ἑνότητος.

Καὶ αὕτη μὲν εἶναι ἀπὸ ὀρθοδόξου ἀπόψεως καὶ ἐν περιλήψει ἡ σοβαρότης τοῦ ἑορτολογικοῦ ζητήματος, οὗ ἡ μονομερὴς καὶ αὐθαίρετος μεταβολή, ἐκτὸς τοῦ ὅτι θίγει τὴν θεοπνευστίαν τῶν ἀποφάσεων τῶν Ἁγίων Οἰκουμενικῶν Συνόδων, μειοῖ καὶ τὰ ἀπαράγραπτα δίκαια καὶ τὰ τιμαλφῆ χρυσόβουλλα τῆς ἀκραιφνοῦς Ὀρθοδοξίας, ἅτινα διὰ μέσου τῶν αἰώνων διὰ πολυτίμων ἀγώνων καὶ θυσιῶν ἐκτήσατο ἡ Ὀρθόδοξος Ἑλληνικὴ Ἐκκλησία, ὡσαύτως καὶ ἀπὸ ἐθνικῆς ἀπόψεως, οὐχὶ ὀλιγωτέραν σημασίαν καὶ σοβαρότητα ἐνέχει τὸ ζήτημα τοῦτο· καθ’ ὅσον ἡ ἑορτολογικὴ αὕτη Καινοτομία, οὐ μόνον ἐχρησίμευσε καὶ χρησιμεύει ὡς τὸ κυριώτερον ὅπλον τῶν ξενικῶν θρησκευτικῶν προπαγανδῶν, τῶν ἐποφθαλμιώντων τὰ χρυσόβουλλα τῆς Ἑλληνικῆς Ἐκκλησίας, καὶ δὴ ἐν τῇ Ἑλληνικῇ Μακεδονίᾳ καὶ Θράκῃ, ἀλλὰ καὶ ἤνοιξε μίαν πυορροοῦσαν πληγὴν εἰς τὴν καρδίαν τῆς Ἐθνικῆς ἑνότητος, ἧς τὸ βάθος καὶ τὴν συνοχὴν κυρίως ἀποτελεῖ ἡ Ἑκκλησιαστικὴ ἑνότης. Ναὶ ἡ Ἐθνικὴ ἑνότης ἀντλεῖ τὴν δύναμιν καὶ τὴν ἀξίαν αὐτῆς ἀπὸ τὴν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας, ἥτις εἶνε θεματοφύλαξ καὶ φορεὺς τῶν Ἐθνικῶν παραδόσεων καὶ ἠθικῶν ἀξιῶν, ἅς ζωογονεῖ, συγκρατεῖ, καὶ μεταδίδει ἀπὸ γενεᾶς εἰς γενεὰν ἡ Ἐκκλησία διὰ τῶν πανδήμων ἑορτῶν καὶ πανηγύρεων, ἐν οἷς λαμβάνουσι ζωὴν καὶ περιεχόμενον οἱ Ἐθνικοὶ χοροί, τὰ πατριωτικὰ ἄσματα, καὶ τὰ Ἐθνικὰ ποιήματα, τὰ σύμβολα ταῦτα καὶ τὰ γνωρίσματα τῆς Ἐθνικῆς ἑνότητος. Οὕτως ἡ Ὀρθόδοξος Ἑλληνικὴ Ἐκκλησία τυγχάνει καὶ σπουδαῖος Ἐθνικὸς παράγων, διότι ἀποτελεῖ τὴν ψυχὴν τῆς ἱστορίας καὶ τοῦ πολιτισμοῦ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, καὶ συνεπῶς δὲν δύναται, παρὰ ἡ διάσπασις τῆς Ἐκκλησιαστικῆς ἑνότητος νὰ προκαλῇ καὶ τὴν διάσπασιν τῆς Ἐθνικῆς ἑνότητος, ἥτις εἶνε ἀπαραίτητος διὰ τὴν πρόοδον καὶ τὸν πολιτισμὸν τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους.

Ἰδοὺ ἐν γενικαῖς γραμμαῖς καὶ ἡ μεγίστη ἐθνικὴ ζημία, ἥν ἐπήνεγκεν ὅλως δωρεὰν ἡ ἑορτολογικὴ Καινοτομία.

Καὶ ταῦτα μὲν ὅσον ἀφορᾷ τοὺς λόγους, οἵτινες ὤθησαν ἡμᾶς εἰς τὸν Ἱερὸν καὶ Ἐθνικὸν τοῦτον Ἀγῶνα.

Προκειμένου δὲ περὶ τῶν λόγων, οἵτινες συνετέλεσαν, ὥστε ὁ Ἀγὼν οὗτος, οὐ μόνον νὰ μὴ ὑποκύψῃ εἰς τὰς παντοίας διώξεις καὶ ἀντιδράσεις, ἅς συνήντησεν εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς ἐκ μέρους τῆς Ἐκκλησίας καὶ τῆς Πολιτείας, ἀλλὰ καὶ νὰ ἐνισχυθῇ καὶ νὰ κρατυνθῇ ἔτι περισσότερον οὗτος, εἶνε οἱ ἑπόμενοι.

Ὡς πρῶτος λόγος, δι’ ὅν ἐδημιουργήθη τὸ ἡμερολογιακὸν ζήτημα εἶνε, ὡς ἔφθην εἰπών, ἡ βαθεῖα ἐπίγνωσις, ὅτι ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος διὰ τῆς μονομεροῦς εἰσαγωγῆς τοῦ Παπικοῦ ἑορτολογίου ἐξέκλινε τοῦ θριγγοῦ τῆς Ὀρθοδοξίας, διασπάσασα τὴν ἑνότητα τῆς καθόλου Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας εἰς τὸν ἑορτασμὸν τῶν ἑορτῶν καὶ τὴν τήρησιν τῶν νηστειῶν. Συνεπείᾳ δὲ τῆς βαθείας ταύτης ἐπιγνώσεως ἐγεννήθη εἰς τὰς καρδίας τῶν Παλαιοερτολογιτῶν ὁ φόβος τῆς συνειδήσεως, μήπως καὶ οὗτοι ἀκολουθοῦντες τὴν ἡμερολογιακὴν Καινοτομίαν, ἐκκλίνωσι τῆς ἀκριβοῦς καὶ ἀκηράτου Ὀρθοδοξίας, ἐφ’ ὧ καὶ πρὸς καθησύχασιν τῆς ὀρθοδόξου συνειδήσεως αὐτῶν διέκοψαν πᾶσαν ἐκκλησιαστικὴν ἐπικοινωνίαν μετὰ τῶν Νεοημερολογιτῶν, καὶ ἀπετέλεσαν ἰδίαν θρησκευτικὴν ὀργάνωσιν τελοῦντες τὰς θρησκευτικὰς αὐτῶν ἑορτὰς εἰς ἰδίους Ναοὺς καὶ μὲ ἰδίους θρησκευτικοὺς Λειτουργούς.

Εἰς τὴν θρησκευτικὴν ταύτην ὀργάνωσιν, ἧς ἡ φάλαγξ ἡσημέραι ἐπυκνοῦτο, προσεχώρησαν ὡς ἀνωτέρω ἐλέχθη καὶ Ἀρχιερεῖς, διαφλεγόμενοι ὑπὸ τοῦ πόθου, ὅπως συντελέσωσιν εἰς τὴν εἰρήνευσιν τῆς Ἐκκλησίας διὰ τῆς ἐπανόδου ταύτης εἰς τὸ ἐκ Παραδόσεως ἑορτολογικὸν καθεστώς, οὕτινος στερρῶς ἔχονται αἱ πλείονες τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν, καὶ οὕτως ἐκλίψῃ ἡ ἐπάρατος διαίρεσις τῆς Ἐκκλησίας, ἥν ἐπήνεγκεν ἡ εἰσαγωγὴ τῆς ἑορτολογικῆς Καινοτομίας.

Ἐκ τούτου γίνεται πασίδηλον, ὅτι ὁ ἑορτολογικὸς οὗτος Ἀγών, μακρὰν παντὸς θρησκευτικοῦ φανατισμοῦ καὶ συμφεροντολογικοῦ ἐλατηρίου, ὡρμήθη καθαρῶς ἀπὸ μίαν βαθεῖαν πίστιν πρὸς τὴν Ὀρθοδοξίαν, καὶ ἀπὸ μίαν καθαρὰν ἰδεολογίαν. Καὶ οὗτος εἶνε ὁ κυριώτερος λόγος, δι’ ὅν οὗτος δὲν ἐκάμφθη εἰς τὰς πολυειδεῖς πιέσεις καὶ ἀντιδράσεις, ἅς προέβαλον κατ’ αὐτοῦ εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς ἥτε Ἐκκλησία καὶ Πολιτεία, χωρήσασαι μέχρι δαρμῶν, φυλακίσεων, ἐξοριῶν καὶ παντοίων ἄλλων κακώσεων, ἐπὶ καταρρακώσει τῆς Ἐκκλησιαστικῆς δικαιοσύνης καὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ πολιτισμοῦ. Εἶνε δὲ ἀξίωμα ὑπὸ τῆς ἱστορίας καὶ τῆς πείρας κυρούμενον, ὅτι οἱ ἀγῶνες, οἵτινες ὁρμῶνται ἐκ μιᾶς βαθείας πίστεως πρὸς μίαν ὑψηλὴν καὶ εὐγενῆ ἰδέαν, ὅσῳ διώκονται καὶ καταπολεμοῦνται, τόσῳ ἐνισχύονται καὶ κρατύνονται ἐν τῇ ἀναλαμπῇ καὶ ἀκατανικήτῳ αὐτῶν ὁρμῇ, δεικνύμενοι ἀνώτεροι πάντων τῶν πολεμίων καὶ διωκτῶν αὐτῶν.

Τὸ φιλοσοφικὸν καὶ ἱστορικὸν τοῦτο ἀξίωμα εὗρε τὴν πλήρη ἐφαρμογήν του εἰς τοὺς πολυετεῖς καὶ σκληροὺς ἀγῶνας, οὕς ἠγωνίσατο ἡ Ὀρθόδοξος Ἀνατολικὴ Ἐκκλησία πρὸς ἐπικράτησιν τῆς Ὀρθοδοξίας κατὰ πάσης θρησκευτικῆς αἱρέσεως καὶ κακοδοξίας. Μάρτυς τούτου ἀψευδὴς εἶνε ἡ Ἐκκλησιαστικὴ Ἱστορία, ἧς τὰς ἐνδοξοτέρας σελίδας ἀποτελοῦσι τὰ ἔπαθλα καὶ τὰ τρόπαια, ἅτινα κατήγαγον οἱ ὑπὲρ τῆς ἀληθείας καὶ τῆς Ὀρθοδοξίας νομίμως ἀθλήσαντες ἀλεῖπται καὶ ἀγωνισταί, κυρώσαντες τὸ Εὐαγγελικὸν ἀπόφθεγμα: «καὶ πῦλαι ἅδου οὐ κατισχύσουσι τῆς Ἐκκλησίας». Εἶνε δὲ ἀπορίας ἄξιον πῶς οἱ Νεοημερολογῖται Ἱεράρχαι δὲν ἔλαβον ὑπ’ ὄψιν τὸ ἀλάνθαστον τοῦτο δίδαγμα τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Ἱστορίας, διώξαντες ἀγρίως τοὺς ἀγωνιζομένους πρὸς εἰρήνευσιν τῆς Ἐκκλησίας καὶ ἀναστήλωσιν τῆς Ὀρθοδοξίας, καὶ ἐλπίσαντες, ὅτι διὰ τῶν καθαιρέσεων, τῶν φυλακίσεων, τῶν ἐξοριῶν καὶ ἀποσχηματισμῶν τῶν Παλαιοημερολογιτῶν Κληρικῶν θὰ καταστείλωσι τὸν τόσῳ ὑψηλὸν καὶ ἑορτολογικὸν Ἀγῶνα, ὅστις χάρις εἰς τὴν Ὀρθόδοξον καὶ Ἐθνικὴν ἰδεολογίαν, ἐξ ἧς οὗτος ὁρμᾶται ὑπὸ τὴν ἡγεσίαν τοῦ γράφοντος, συμπαραστουμένου ὑπὸ τῶν Θεοφιλεστάτων Ἐπισκόπων Μεγαρίδος κ. Χριστοφόρου καὶ Διαυλείας κ. Πολυκάρπου, καὶ τῆς πλειάδος τῶν εὐλαβεστάτων Ἱερέων, οὐ μόνον δὲν ἐλυγίσθη ποσῶς, ἀλλὰ καὶ ἔτι μᾶλλον ἠνδρώθη καὶ ἐκρατύνθη ἐν τῇ ἀναλαμπῇ καὶ τῷ εὐγενεῖ αὐτοῦ καὶ ἱερῷ ζήλῳ ὑπὲρ τῆς ἀληθείας καὶ τῆς Ὀρθοδοξίας.

Ὀρθόδοξος Ἑλληνικὴ Ἐκκλησία, λέγει καί τις τῶν Εὐρωπαίων ἱστορικῶν, ἔνθεν μὲν ἐφώτισε διὰ τοῦ φωτὸς τοῦ Χριστιανισμοῦ τὴν Βόρειον καὶ Ἀνατολικὴν Εὐρώπην, καὶ Δυτικὴν Ἀσίαν, ἔνθεν δὲ γενναίως ἠγωνίσθη κατὰ τῆς παντοκρατείρας Ρώμης, ἵνα σώσῃ τὴν Ὀρθοδοξίαν ἀπὸ τῶν διαφόρων καταχρήσεων καὶ αὐθαιρεσιῶν τῆς Παπωσύνης. Διὸ καὶ ἡ Ἐκκλησία αὕτη, λέγει οὗτος, καὶ μετὰ τὴν κατάλυσιν τῆς Βυζαντινῆς Αὐτοκρατορίας διατηρεῖται ἄτρωτος καὶ ἀναλλοίωτος ἐν τῇ πίστει αὐτῇ καὶ τῇ λατρείᾳ, λαλοῦσα εἰσέτι τὴν γλῶσσαν τοῦ Ἀποστόλου Παύλου καὶ τοῦ Χρυσοστόμου, ἀναπέμπουσα τὰς εὐχὰς αὐτῆς κατὰ τὸ ὕφος τοῦ ἀρχαίου Χριστιανισμοῦ, διατηροῦσα ἀμιγὲς τὸ Σύμβολον τῆς Πίστεως ἀπὸ τῆς βεβήλου παρενθήκης (filioque) τῶν νεωτέρων χρόνων, καὶ προσφέρουσα τὴν Καινὴν Διαθήκην πρὸς διδασκαλίαν τῶν πιστῶν εἰς τὸ πρωτότυπον, καὶ οὐχὶ ἐν μεταφράσει ἄλλης γλώσσης.

Ἄν δὲ καὶ οἱ σήμερον ἀγωνιζόμενοι ἐπὶ τῶν ἐπάλξεων τοῦ ἑορτολογικοῦ Ἀγῶνος δὲν ἐκάμφθησαν, οὐδ’ ἐπτοήθησαν ποσῶς πρὸ τῶν πιέσεων καὶ τῶν διωγμῶν, οὕς ἤγειρον κατ’ αὐτῶν ἡ καινοτομήσασα Ἱεραρχία καὶ Πολιτεία, τοῦτο ἀποδοτέον οὐχὶ εἰς τὴν ἱκανότητα καὶ εὐψυχίαν αὐτῶν, ἀλλ’ εἰς τὴν βαθεῖαν πίστιν, ὅτι ἀγωνίζονται νὰ σώσωσι τὴν Ἐκκλησίαν καὶ τὸ Ἔθνος ἀπὸ τὰς φοβερὰς συνεπείας τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ Σχίσματος, ὅπερ ἐδημιούργησεν ἡ ἑορτολογικὴ Καινοτομία, καὶ εἰς τὴν γλυκεῖαν ἐλπίδα, ὅπως εἰρηνεύσωσι καὶ ἑνώσωσιν ἅπαν τὸ Ὀρθόδοξον πλήρωμα ἐν τῷ πλαισίῳ τῆς Ὀρθοδοξίας.

Ὡς κατακλεῖδα τῶν ἀνωτέρω, ἐπίκαιρον θεωροῦμεν νὰ θέσωμεν τὸ ἑξῆς σχετικὸν ἀπόφθεγμα τοῦ ἱεροῦ Χρυσοστόμου:

«Οὐ γὰρ μόνον οἱ νεκροὶ ἀνιστάμενοι, καὶ οἱ λεπροὶ καθαιρόμενοι, ἀλλὰ καὶ ἡμεῖς δεσμούμενοι, βεβαιοῦμεν τὸ Εὐαγγέλιον· πῶς καὶ τίνι τρόπῳ; ὅτι μυρία πάσχοντες καὶ μὴ ἐνδίδοντες, ἀλλὰ προθυμότεροι γενόμενοι, ἱκανὴν παρέχομεν ἀπόδειξιν τῆς ἀληθείας εἶναι κήρυκας, καὶ θείαν τινὰ δύναμιν ἐν ἡμῖν εἶναι ταῦτα πάντα ἐξευμαρίζουσαν, καὶ οὐκ ἐῶσαν τῶν πειρασμῶν τὸ πλῆθος περιγενέσθαι τῶν κηρυττόντων· οὐ γάρ ἐστιν ἀνθρωπίνης δυνάμεως διὰ τοσούτων κρατῆσαι τῶν κωλυμμάτων. Οὐ τοῖς ἄλλοις μόνον ταῦτα βεβαίωσις τοῦ Εὐαγγελίου, ἀλλὰ καὶ ἡμῖν αὐτοῖς· δοκιμωτέρους γὰρ ἡμᾶς ἡ πίστις ἐργάζεται καὶ ἰσχυροτέρους, ὥστε καταφρονεῖν τῶν ἐπιβουλῶν τῶν κατὰ τῆς ἀληθείας ἐχθρῶν».
 
+ Ὁ πρ. Φλωρίνης ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ
 

Δευτέρα 23 Μαρτίου 2015

Ἱστορικὲς Μαρτυρίες: Ἐπιστολὴ ἀπὸ τὴν Ἐξορία τοῦ μακαριστοῦ Πρωθιεράρχου ἡμῶν πρώην Φλωρίνης Χρυσοστόμου (+1955)

ΔΗΜΟΣΙΕΥΟΥΜΕ ἐπιστολὴ ἀπὸ τὴν Ἐξορία στὴν Ἱερὰ Μονὴ Ὑψηλοῦ Λέσβου τοῦ μακαριστοῦ Πρωθιεράρχου τῆς Ἐκκλησίας μας τῶν Γνησίων Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν Ἑλλάδος Μητροπολίτου πρώην Φλωρίνης Χρυσοστόμου (+1955), κατὰ τὴν διάρκεια τοῦ μεγάλου διωγμοῦ ἐπὶ Σπυρίδωνος Βλάχου (1951-1952), πρὸς τὸν τότε Ἀρχιμ. π. Μερκούριο Καλοσκάμη, ἐκ τῶν ἀγωνιστῶν Κληρικῶν τοῦ Ἱεροῦ Ἀγῶνος, ὁ ὁποῖος μάλιστα ἐχειροτονήθη Ἐπίσκοπος Κνωσσοῦ τὸν Φεβρουάριο τοῦ 1979 καὶ ἐκοιμήθη ἐν Κυρίῳ τὸν Ἰούλιο τοῦ 1980.
 
prFlorinis
Ὁ πρώην Φλωρίνης Χρυσόστομος μὲ τὸν Ἀρχιμ. π. Μερκούριο Καλοσκάμη σὲ Θ. Λειτουργία.
 

σεπτὸς Προκαθήμενος τῶν Γνησίων Ὀρθοδόξων, καίτοι διωκόμενος ἀπὸ τοὺς φανατικοὺς Καινοτόμους Νεοημερολῖτες γιὰ τὴν προσήλωσί του στὶς Πάτριες Παραδόσεις καὶ μάλιστα εὑρισκόμενος στὰς δυσμὰς τοῦ μακροῦ βίου του, δὲν ἔπαυε νὰ ἐνισχύη καὶ ἐνθαρρύνη παντοιοτρόπως τὰ πνευματικὰ τέκνα του, μὲ ἀκατάβλητο σθένος καὶ ἐλπίδα ζῶσα, ἐμφορούμενος ἀπὸ θεία δύναμι καὶ ζέσι ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ!
γαπητέ μοι Μερκούριε·
Τὴν ὑπὸ ἡμερομηνίαν 4-6-51 Υἱϊκὴν ἐπιστολήν σου ἔλαβον χθὲς καὶ μετὰ μεγάλης χαρᾶς καὶ εὐχαριστήσεως ἀνέγνων τὸ περιεχόμενον αὐτῆς. Εἰς ἀπάντησιν ἐκφράζω εἰς σὲ καὶ ἅπαν τὸ Ὀρθόδοξον Χριστεπώνυμον ποίμνιόν σου τὰ θερμὰ συγχαρητήρια διὰ τὴν σταθερὰν πίστιν καὶ ἐμμονὴν Σοῦ καὶ τῶν Χριστιανῶν καὶ τῆς Ἐνορίας σου, εἰς τὰς Ἱερὰς Παραδόσεις τῆς Ἐκκλησίας καὶ τὰ σεπτὰ θέσμια τῆς Ὀρθοδοξίας. Δέον νὰ λογίζησθε διὰ τὴν τοιαύτην σας πίστιν καὶ ἀφοσίωσίν σας εἰς τοὺς σεπτοὺς τῆς Ὀρθοδοξίας θεσμοὺς εὐτυχεῖς καὶ νὰ δοξάζητε τὸν Θεόν, διότι ἐπεφύλαξε δι’ ὑμᾶς τὴν τιμὴν ταύτην νὰ ἀγνωνίζησθε ἐντίμως καὶ εὐθαρσῶς ἐπὶ τῶν τιμητικῶν προμάχων τῆς Ἐκκλησίας, σθεναρῶς ἀμυνόμενοι τῶν τιμαλφῶν κειμηλίων τῆς Ἱερᾶς Παρακαταθήκης τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως, ἥν παρελάβομεν παρὰ τῶν Ἁγίων καὶ Θεοφόρων Πατέρων τῶν Ἑπτὰ (7) Ἁγίων Οἰκουμενικῶν Συνόδων καὶ ἥν ὀφείλομεν νὰ διαφυλάξωμεν ἀλώβητον μέχρι τελευταίας ἡμῶν πνοῆς.

Ἀγὼν ἡμῶν, ὅν ἀγωνιζόμεθα διὰ τὴν δόξαν τοῦ Κυρίου, εἶναι τόσον Ἱερὸς καὶ Ἅγιος, ὥστε ἀξίζει δι’ αὐτὸν νὰ ὑποστῶμεν πικρίας καὶ θλίψεις καὶ ἐὰν δεήσῃ νὰ θυσιάσωμεν καὶ αὐτὴν ἀκόμη τὴν ζωὴν ἡμῶν. Τί σημασίαν ἔχει ἡ παροῦσα ζωὴ καὶ αἱ κοσμικαὶ ἀπολαύσεις αὐτῆς ἀπέναντι τῆς χαρᾶς καὶ τῆς ἀρρήτου εὐδαιμονίας, ἥν ἐπιφυλάσσει ὁ Κύριος ἡμῶν εἰς τοὺς πιστοὺς καὶ ἐνόρκως ἀγωνιζομένους διὰ τὴν δόξαν Αὐτοῦ, μὴ φειδόμενοι καὶ αὐτῆς τῆς ζωῆς των;

Ἐλπὶς λοιπὸν ὅτι πλέκεται λαμπρὸς ὑπὸ τῶν Ἀγγελικῶν χειρῶν ὁ στέφανος, ὅν ἐπιφυλάττει ὁ Κύριος ἡμῶν διὰ τοὺς ἀγωνιζομένους καὶ ἀθλοῦντας ὑπὲρ τῆς δόξης τοῦ Ὀνόματος Αὐτοῦ, ἄς ἐνθαρρύνῃ καὶ ἐνισχύσῃ ὑμᾶς εἰς τὸν ἀγῶνα τὸν καλὸν τῆς Ὀρθοδοξίας, δι’ ὅν τὰ ἔπαθλα θὰ ὦσιν οὐχὶ ἐπίκαιρα [ἐπίκηρα], ἀλλὰ ἄφθαρτα καὶ οὐράνια. Ὅθεν ἀνδρίζεσθε καὶ κραταιοῦσθε ἐν τῇ δυνάμει τοῦ Χριστοῦ, Οὗ τὸ ἄπειρον ἔλεος καὶ ἡ χάρις, σὺν τῇ πατρικῇ ἡμῶν εὐχῇ καὶ εὐλογίᾳ, εἴη μετὰ πάντων ὑμῶν.
 
Ἱερὰ Μονὴ Ὑψηλοῦ 14/27-6-1951
+ ὁ Π. Φλωρίνης Χρυσόστομος

Ἡ παροῦσα ἐπιστολὴ δημοσιεύθηκε στὸ βιβλίο-ἀφιέρωμα τῆς Παρθενίας Μοναχῆς, Ταπεινὸς Ἐπίσκοπος Μερκούριος-Στὴν Ὑπηρεσία τῆς Ὀρθοδοξίας καὶ τῆς Ἀγάπης, ἐπιμέλεια: Δ.Μ. Μπατιστάτου, Πειραιεὺς 1989, σελ. 119-120.