"Κρείττων γὰρ ἐπαινετὸς πόλεμος εἰρήνης χωριζούσης Θεοῦ· καὶ διὰ τοῦτο τὸν πραῢν μαχητὴν ὁπλίζει τὸ Πνεῦμα, ὡς καλῶς πολεμεῖν δυνάμενον" Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΘΕΟΛΟΓΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΘΕΟΛΟΓΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 3 Δεκεμβρίου 2024

Ειρήνη και Αδιαλλαξία - μακαριστού Αρχιεπισκόπου Αβερκίου (+1976)

 

            Στο παρατιθέμενο κείμενο του μακαριστού Αρχιεπισκόπου Αβερκίου της Ρωσικής Εκκλησίας της Διασποράς (+1976) εκφράζεται η χριστιανική διδασκαλία περί Ειρήνης και περί Χωρισμού, εξ αφορμής της Αθεϊστικής εξουσίας η οποία επικράτησε επί 70 έτη στην Ρωσία. Και ναι μεν η λαίλαπα εκείνη απήλθε, όμως το σκεπτικό του συγγραφέως ως προς κάθε παρόμοια πρόκληση από τους εξουσιαστές και κυβερνήτες είναι επίκαιρο και παραμένει πάντοτε στο προσκήνιο. Γι’ αυτό και έχει μεγάλη σημασία να κατανοήσουμε την αληθινή Χριστιανική διδασκαλία και θέση στο θέμα αυτό, εφ’ όσον συνεχίζουν και θα συνεχίζουν να ακούγονται, διαδίδονται και επικρατούν συνθήματα χλιαρότητος, συμβιβασμού και υποχωρήσεως έναντι κάθε είδους παρανομίας, στο όνομα δήθεν του χριστιανικού πνεύματος. Όμως, ο αληθινός Χριστιανισμός ενώ είναι ειρηνικός στην ουσία του, δεν παύει να αποτελεί το ανάχωμα όπως και τον ασυμβίβαστο εχθρό έναντι κάθε είδους νοθεύσεως της αλήθειας με το ψεύδος και του πνεύματος του Χριστού με το πνεύμα του Αντιχρίστου. Και ουσιαστικά, έναντι κάθε αναμείξεως πραγμάτων ασυμβιβάστων, που αποσκοπούν να εμποδίσουν και να καταργήσουν την μία και μοναδική οδό της εν Χριστώ σωτηρίας.

Η επέτειος της τρομερής αιματηρής μπολσεβικικής επανάστασης του Οκτωβρίου του 1917 χαρακτηρίστηκε από τη ρωσική μετανάστευση και στα πέντε μέρη του κόσμου, με την οργάνωση των λεγόμενων «ημερών του ασυμβίβαστου». Το έθιμο της διευθέτησης τέτοιων «ημερών του ασυμβίβαστου» έχει εισέλθει εδώ και πολύ καιρό στη ζωή του ρωσικού λαού, ο οποίος έχει εγκαταλείψει την πατρίδα του, η οποία μετατράπηκε από τους άθεους μπολσεβίκους σε ένα είδος κατωφλίου της κόλασης. Αυτές οι «μέρες» γίνονταν παντού, και ιδιαίτερα σε μεγάλα κέντρα συγκέντρωσης ρωσικού λαού ασυμβίβαστου με τον μπολσεβικισμό, κάθε χρόνο. Το κακό που προκάλεσε η μπολσεβίκικη επανάσταση του 1917 στο ρωσικό λαό είναι τόσο μεγάλο που η διευθέτηση τέτοιων «ημερών», από καθαρά ανθρώπινη άποψη, είναι αρκετά κατανοητή και δικαιολογημένη.

Αλλά από καιρό σε καιρό συμβαίνει να ακούμε κάποιες αντιρρήσεις. Για παράδειγμα, λένε: «Είναι αυτό το χριστιανικό συναίσθημα – ασυμβίβαστο; Μπορεί ένας Χριστιανός να είναι ασυμβίβαστος με οποιονδήποτε; Δεν έχουμε την εντολή να συγχωρούμε πάντοτε ο ένας τον άλλον; Δεν μας δίδαξε ο Χριστός να αγαπάμε ακόμη και τους εχθρούς μας;».

Προχωρώντας από αυτές τις σκέψεις, τα άτομα μιας τέτοιας στάσης θεωρούν την οργάνωση «ημερών ασυμβίβαστων» ως ασυμβίβαστες με τη χριστιανική αξιοπρέπεια και τη συμμετοχή σε αυτές, ειδικά για τους ποιμένες της Εκκλησίας, κατακριτέα και απαράδεκτη. Πολλά από αυτά τα πρόσωπα (μεταξύ των οποίων υπάρχουν άτομα πνευματικής τάξης), για τους ίδιους λόγους, έχουν μια πολύ συμφιλιωτική στάση απέναντι στο αθεϊστικό σοβιετικό καθεστώς και δικαιολογούν τη στάση και τη συμπεριφορά των ιεραρχών της Σοβιετικής Εκκλησίας. Μερικοί από αυτούς είναι έτοιμοι να θεωρήσουν τη σοβιετική κυβέρνηση ως «δύναμη από τον Θεό», σαν να κλείνουν τα μάτια τους στο γεγονός ότι αυτή η εξουσία θέτει ως κύριο στόχο της ύπαρξής της τον «αγώνα κατά του Θεού» και την εξάλειψη της θρησκείας. Άλλοι, λιγότερο αποφασιστικοί, λένε μόνο ότι «ο μπολσεβικισμός είναι το τιμωρητικό σπαθί του Κυρίου» και επομένως είναι αδύνατο να είμαστε ασυμβίβαστοι μαζί του και να καλέσουμε σε αγώνα εναντίον του, αφού αυτό σημαίνει να πάμε ενάντια στο θέλημα του Θεού.

Είναι αλήθεια όλα αυτά;

Πρώτα απ’ όλα, πρέπει να θυμόμαστε ότι για μια σωστή κατανόηση της αυθεντικής διδασκαλίας του Ευαγγελίου, δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να μιμούμαστε αιρετικούς που αρπάζουν από την Αγία Γραφή ορισμένα χωρία που είναι επωφελή γι’ αυτούς, για να βασίσουν την προκατειλημμένη ψευδή διδασκαλία τους σε αυτά. Τα μεμονωμένα χωρία του Λόγου του Θεού πρέπει αναγκαστικά να συγκριθούν με τα συμφραζόμενα και με παράλληλα αποσπάσματα, τα οποία από μόνα τους δίνουν το κλειδί για τη σωστή κατανόησή τους. Επιπλέον, η ύψιστη αρχή για μας πρέπει να είναι εκείνοι οι άνθρωποι που αναμφίβολα κατανόησαν και ερμήνευσαν σωστά τον λόγο του Θεού, αφού η αγιότητα της ζωής τους πιστοποιείται από την Εκκλησία, η οποία τους κατέταξε μεταξύ των αγίων του Θεού, ως αληθινοί χριστιανοί που έχουν συνειδητοποιήσει τη διδασκαλία του Ευαγγελίου στη ζωή τους και μπορούν να αποτελέσουν παράδειγμα για άλλους.

Ποια είναι η αληθινή διδασκαλία του Λόγου του Θεού σχετικά με το ερώτημα που μας ενδιαφέρει;

Ο Χριστιανισμός είναι αναμφίβολα μια θρησκεία ειρήνης, και όχι εχθρότητας και μίσους ασυμβίβαστου.

Ο ίδιος ο Χριστός, σύμφωνα με τον ορισμό του Λόγου του Θεού, είναι ο «Άρχοντας της ειρήνης» (Ης. 9:6). Αυτός, όπως διδάσκει ο Απόστολος Παύλος, είναι «η ειρήνη μας», η οποία έσπασε το φράγμα της έχθρας μεταξύ Θεού και ανθρώπου, που υψώθηκε με την πτώση των πρώτων ανθρώπων. Ήρθε στη γη για να «κηρύξει το ευαγγέλιο της ειρήνης» – να συμφιλιώσει τους πεπτωκότες ανθρώπους με τον Θεό και να τους καλέσει σε ειρήνη μεταξύ τους (Εφ. 2:14-17, Α΄ Κορ. 7:15). Γι’ αυτό και οι Άγγελοι τη στιγμή της Γεννήσεως του Χριστού έψαλλαν: «Δόξα εν υψίστοις Θεώ και επί γης ειρήνη, εν ανθρώποις ευδοκία» (Λουκ. 2:14).

«Την ειρήνη μου αφήνω μαζί σας, την ειρήνη Μου σας δίνω» – μια τέτοια επίσημη μαρτυρία έγινε από τον ίδιο τον Κύριο Ιησού Χριστό στο Μυστικό Δείπνο στους μαθητές Του και στο πρόσωπό τους σε όλους τους αληθινούς οπαδούς Του. Στην αρχή της δημόσιας διακονίας Του προς το ανθρώπινο γένος, όταν έστειλε τους Αποστόλους να κηρύξουν, τους πρόσταξε, εισερχόμενοι σε οικία να την χαιρετήσουν με τα λόγια: «Ειρήνη σε αυτόν τον οίκο!» (Ματθ. 10:12). «Να έχετε ειρήνη μεταξύ σας», δίδαξε τους ακολούθους Του, οι οποίοι ήταν συνεχώς γύρω Του (Μάρκ. 9:50).

Ακολουθώντας τη μαρτυρία του Θείου Διδασκάλου Τους, οι Άγιοι Απόστολοι «κήρυξαν ειρήνη στους ανθρώπους μέσω του Ιησού Χριστού» (Πράξ. 10:36) και δίδαξαν «να επιζητούμε ειρήνη και να αγωνιζόμαστε γι’ αυτήν» (Α ́ Πέτρ. 3:11). Οι Άγιοι Απόστολοι αρχίζουν και τελειώνουν σχεδόν κάθε Επιστολή προς τους Χριστιανούς με μια ευχή για ειρήνη: «Χάρη σε σας και ειρήνη από τον Θεό Πατέρα μας και τον Κύριο Ιησού Χριστό» (Α΄ Κορ. 1:3 κ.α.). Και ο Άγιος Απ. Παύλος στην επιστολή του προς τους Ρωμαίους προτρέπει ιδιαίτερα εμφατικά: «Αν είναι δυνατόν σε εσάς, να έχετε ειρήνη με όλους τους ανθρώπους» (Ρωμ. 12:18), και συμβουλεύει «να αναζητήσετε αυτό που είναι ευνοϊκό για την ειρήνη» (Ρωμ. 14:19), προσπαθώντας να «διατηρήσετε την ενότητα του Πνεύματος με τον σύνδεσμο της ειρήνης» (Εφ. 4:3). «Να έχετε ειρήνη μεταξύ σας», προτρέπει επίσης τους Θεσσαλονικείς (5:13) και νουθετεί τον αγαπημένο του μαθητή Τιμόθεο, τον οποίο έκανε επίσκοπο στην Έφεσο: «Μείνετε σταθεροί στη δικαιοσύνη, την πίστη, την αγάπη, την ειρήνη, με όλους εκείνους που επικαλούνται τον Κύριο από καθαρή καρδιά» (Β΄ Τιμ. 2:22). Και στους συμπατριώτες του Ιουδαίους, ο Απόστολος Παύλος γράφει: «Αγωνιστείτε να έχετε ειρήνη με όλους» (12:14).

Οι Άγιοι Απόστολοι επανειλημμένα αποκαλούν τον ίδιο τον Θεό «Θεό της ειρήνης» στις επιστολές τους (Ρωμ. 15:33, 16:20, Α΄ Κορ. 14:33 και πολλές άλλες περικοπές).

Και οι άγιοι του Θεού, οι άγιοι Πατέρες της Εκκλησίας, οι μεγάλοι ασκητές και διδάσκαλοι της γνήσιας χριστιανικής, πνευματικής ζωής, τόσο με τον λόγο όσο και με το παράδειγμά τους, μας δίδαξαν και συνεχίζουν να μας διδάσκουν μέσα από τα θεόπνευστα συγγράμματά τους την ίδια μεγάλη αλήθεια, ότι δηλαδή η ειρήνη είναι η κύρια αναφαίρετη ιδιότητα και ποιότητα της ψυχής του αληθινού χριστιανού. Ιδιαίτερα μεταφορικά, σαν να συνοψίζει όλα όσα ειπώθηκαν προηγουμένως, ο μεγαλύτερος χριστιανός ασκητής μας των τελευταίων χρόνων, ο άγιος Σεραφείμ του Σάρωφ, μιλάει για τη σημασία της ειρήνης για τον χριστιανό: «Απόκτησε πνεύμα ειρήνης και χιλιάδες θα σωθούν γύρω σου»· «δεν υπάρχει τίποτα καλύτερο εν Χριστώ από την ειρήνη, με την οποία καταστρέφεται κάθε διαμάχη των πνευμάτων του αέρα και της γης»…

Αυτή είναι η διδασκαλία της χριστιανικής μας Εκκλησίας για την ειρήνη και τη σημασία της για τον χριστιανό.

Αλλά μπορεί ένας αληθινός Χριστιανός να κρύβει στην καρδιά του κάποια ασυμβίβαστη στάση απέναντι σε οποιονδήποτε; Είναι το ίδιο το αίσθημα του ασυμβίβαστου συμβατό με τον τίτλο ενός οπαδού του Σωτήρος Χριστού, ο οποίος έφερε ειρήνη στη γη και κήρυξε ειρήνη;

Μπορούμε να πάρουμε μια απάντηση σε αυτή την ερώτηση μόνον εξετάζοντας προσεκτικά αν τα πάντα σε αυτό το ερώτημα εξαντλούνται από τα δεδομένα που αναφέρονται παραπάνω.

Αποδεικνύεται ὀμως ότι δεν συμβαίνει αυτό.

Εκτός από τη διδασκαλία για την ειρήνη, βρίσκουμε στο Λόγο του Θεού και στους Αγίους Πατέρες, μια σαφώς εκφρασμένη διδασκαλία για το ασυμβίβαστο.

«Μη νομίζετε ότι ήρθα για να φέρω ειρήνη στη γη» – έτσι δίδαξε ο ίδιος ο Σωτήρας Χριστός: «Δεν ήρθα για να φέρω ειρήνη, αλλά μάχαιρα. Διότι ήρθα να χωρίσω έναν άνδρα από τον πατέρα του, και μια κόρη από τη μητέρα της, και μια νύφη από την πεθερά της. Και οι εχθροί ενός ανθρώπου είναι το ίδιο του το σπιτικό». Και μάλιστα εξηγείται με ποια έννοια λέγεται αυτό: «Όποιος αγαπά τον πατέρα ή τη μητέρα περισσότερο από Μένα δεν είναι άξιος για Μένα. Και όποιος αγαπά τον γιο ή την κόρη περισσότερο από μένα, δεν είναι άξιος για Μένα. Και όποιος δεν σηκώσει το σταυρό του και δεν με ακολουθήσει, δεν είναι άξιος για μένα» (Ματθ. 10:34-38). Η ίδια αυτή διδασκαλία του Κυρίου Ιησού Χριστού εκφράζεται με ακόμη πιο αποφασιστικό τόνο στον Ευαγγελιστή Λουκά: «Αν κάποιος έρθει σε μένα, και δεν μισεί τον πατέρα του, και τη μητέρα του, και τη γυναίκα του, και τα παιδιά του, και τους αδελφούς και τις αδελφές του, και επιπλέον την ίδια του τη ζωή, δεν μπορεί να είναι μαθητής μου» (Λουκ. 14:26).

Η υπέρτατη εντολή, την οποία πρέπει να εκπληρώσει πρώτα ο χριστιανός, είναι η εντολή της αγάπης προς τον Θεό. Επομένως, είναι απολύτως φυσικό και κατανοητό πως οτιδήποτε έρχεται σε αντίθεση με αυτή την πρώτη και μεγαλύτερη εντολή (Ματθ. 22:36-38), που εμποδίζει έναν Χριστιανό να την εκπληρώσει, πρέπει να είναι μισητό γι’ αυτόν: ο Χριστιανός πρέπει να είναι απολύτως ασυμβίβαστος με όλα αυτά.

Έτσι, ο χριστιανός πρέπει να είναι ασυμβίβαστος με τον εχθρό του Θεού και τον εχθρό της ανθρώπινης σωτηρίας, τον διάβολο, και με όλους τους συνεργούς και υπηρέτες του.

Ο χριστιανός πρέπει να είναι ασυμβίβαστος με «αυτόν τον κόσμο, ο οποίος βρίσκεται στο κακό», δηλαδή με κάθε κακό που προέρχεται από τον διάβολο και εκδηλώνεται με κάθε είδους αμαρτωλά πάθη και κακίες που βρίσκονται σε πόλεμο στον κόσμο, για τα οποία ο άγιος Απόστολος Ιάκωβος ο αδελφόθεος μιλάει τόσο καθαρά και απλά: «Μοιχοί και μοιχαλίδες! Δεν γνωρίζετε ότι η φιλία με τον κόσμο είναι εχθρότητα εναντίον του Θεού; Γι’ αυτό, όποιος θέλει να είναι φίλος του κόσμου γίνεται εχθρός του Θεού» (Ιακ. 4:4).

Ο χριστιανός πρέπει να είναι ασυμβίβαστος με το δικό του αμαρτωλό θέλημα, αφού αυτό τον εμποδίζει να εκπληρώσει το θέλημα του Θεού, γι’ αυτό και καθένας που θέλει να είναι ακόλουθος του Χριστού προστάζεται να «απαρνηθεί τον εαυτό του και να σηκώσει τον σταυρό του», δηλαδή να είναι έτοιμος για οποιεσδήποτε στερήσεις, θλίψεις και παθήματα για τον Χριστό, μέχρι μαρτυρικού θανάτου γι’ Αυτόν (Μάρκ. 8:34-37).

Ο χριστιανός πρέπει επίσης να είναι ασυμβίβαστος με το κακό, αμαρτωλό θέλημα των άλλων ανθρώπων, οι οποίοι επιδιώκουν να τον εκτρέψουν από το να υπηρετεί τον Θεό και να ακολουθεί τον Χριστό.

Πρέπει να είναι ασυμβίβαστος, όπως φαίνεται από τα λόγια του Χριστού που αναφέρθηκαν παραπάνω, ακόμη και προς τους στενότερους κατά σάρκα συγγενείς του – πατέρα και μητέρα, γιο και κόρη και άλλους – μέχρι του σημείου του «σωτήριου», όπως το θέτουν οι άγιοι Πατέρες, «μίσους γι’ αυτούς», αν τον αποσπούν από την αγάπη για τον Χριστό.

Ακόμη περισσότερο, ο αληθινός χριστιανός πρέπει να είναι ασυμβίβαστος με όλους τους φανερούς άθεους, βλάσφημους, διώκτες της πίστεως και της Εκκλησίας, αποστάτες, αιρετικούς και σχισματικούς.

Ότι έτσι έχουν τα πράγματα, ο Λόγος του Θεού καταθέτει ξεκάθαρα μαρτυρία.

«Αν κάποιος παρακούει την Εκκλησία, θα είναι προς εσάς ως ειδωλολάτρης και τελώνης», είπε ο ίδιος ο Κύριος Ιησούς Χριστός (Ματθ. 18:17).

«Ποια συμφωνία υπάρχει μεταξύ του Χριστού και του Βελίαλ; ή ποια κοινωνία των πιστών με τους απίστους;», λέει ο άγιος Απόστολος στην προς Κορινθίους επιστολή του. «… Γι’ αυτό βγείτε από ανάμεσά τους και να ξεχωρίσετε, λέει ο Κύριος, και μην αγγίζετε την ακαθαρσία»… (Β΄ Κορ. 6:15,17).

»Όποιος έρχεται προς εσάς, και δεν φέρνει αυτή τη διδαχή (την αληθινή διδαχή του Χριστού), δεν θα τον δεχτείτε στον οίκο σας και δεν θα τον χαιρετήσετε. Διότι αυτός που τον χαιρετά συμμετέχει στα πονηρά του έργα» (Β΄ Ιωάν. 1:10-11), διδάσκει ο αγαπητός μαθητής του Χριστού, ο άγιος Απόστολος και Ευαγγελιστής Ιωάννης ο Θεολόγος, ο οποίος αποκαλείται «Απόστολος της Αγάπης».

«Όποιος δεν αγαπά τον Κύριο Ιησού Χριστό, ας αφοριστεί μέχρι τον ερχομό του Κυρίου» («Ανάθεμα Μαραναθά»), δηλαδή οι χριστιανοί δεν πρέπει να έχουν καμία κοινωνία μαζί του, διδάσκει ο Απόστολος Παύλος.

«Απομακρυνθείτε από τον αιρετικό, μετά πρώτη και δεύτερη νουθεσία», καθοδηγεί επίσης τον μαθητή του Τίτο, τον οποίο έκανε επίσκοπο στην Κρήτη (3.10).

Έτσι, ο Χριστιανισμός δεν κηρύττει καθόλου μια αδιάκριτη ειρήνη σε σχέση με όλους, αλλά αντίθετα – εμπνέει το ασυμβίβαστο με το κακό και την ασέβεια και προειδοποιεί ενάντια στη φιλική κοινωνία με τους φορείς αυτού του κακού και της ασέβειας.

Το ότι είναι έτσι, διατυπώνεται ιδιαίτερα γλαφυρά και κατανοητά στον 6ο «Λόγο περί Ειρήνης» του μεγάλου Πατέρα της Εκκλησίας και παγκοσμίου διδασκάλου αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου, ο οποίος έδωσε ο ίδιος υψηλό παράδειγμα ειρήνευσης με την άρνησή του για την καθέδρα του Αρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως:

«Ας μην νομίζουν, ωστόσο, ότι ισχυρίζομαι ότι κάθε ειρήνη πρέπει να τιμάται. Διότι γνωρίζω ότι υπάρχει μια επαινετή διαίρεση και ολέθρια ομοφωνία· αλλά πρέπει κανείς να αγαπά την καλή ειρήνη, η οποία έχει καλό σκοπό και ενώνει με τον Θεό… Αλλά όταν πρόκειται για έκδηλη ασέβεια, τότε θα πρέπει κανείς να πάει στη φωτιά και το σπαθί… Το πιο τρομερό πράγμα είναι να φοβάσαι οτιδήποτε περισσότερο από τον Θεό και, εξαιτίας αυτού του φόβου, από υπηρέτης της αλήθειας να γίνεσαι προδότης της διδασκαλίας της πίστης και της αλήθειας» (Μέρος Ι, σ. 192).

Και ιδού μια άλλη, αξιόλογη μαρτυρία του μεγάλου Πατέρα της Εκκλησίας, του Αγ. Ισιδώρου Πηλουσιώτη, ο οποίος απορρίπτει αποφασιστικά κάθε ιδέα ότι η σοβιετική εξουσία μπορεί να αναγνωριστεί ως «δύναμη από τον Θεό». Έχοντας υποδείξει εκ των προτέρων τη σειρά υποταγής του ενός στον άλλο, που καθιερώθηκε από τον Θεό παντού, στη ζωή των λογικών όντων, καταλήγει:

«Επομένως, έχουμε το δικαίωμα να πούμε ότι η ίδια η σύσταση, εννοώ, η εξουσία, δηλαδή η βασιλική εξουσία, έχει καθιερωθεί από τον Θεό. Αλλά αν κάποιος κακός άνομος άνθρωπος αρπάξει αυτή τη δύναμη, δεν ισχυριζόμαστε ότι χειροτονήθηκε από τον Θεό, αλλά λέμε ότι του επιτράπηκε να μολύνει αυτήν με κακία, όπως έκανε ο Φαραώ, και σε αυτή την περίπτωση να υποστεί ακραία τιμωρία ή να τιμωρήσει εκείνους για τους οποίους χρειάζεται σκληρότητα, όπως ο βασιλιάς της Βαβυλώνας έκανε τους Ιουδαίους αγνούς» (Επιστολή 6).

Η σοβιετική εξουσία, από την ίδια της τη φύση, είναι μια άθεη και αντιχριστιανική δύναμη, και επομένως δεν μπορεί να τεθεί θέμα αναγνώρισής της ως προερχόμενης από το Θεό.

«Να ζείτε ειρηνικά με τους εχθρούς σας, αλλά με τους εχθρούς σας και όχι με τους εχθρούς του Θεού», μας διδάσκει ένας άλλος μεγάλος στύλος της Παγκόσμιας Εκκλησίας, ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος.

Ο τρίτος αυτής της αξιέπαινης τριάδας των μεγάλων οικουμενικών διδασκάλων (που κατέχει την πρώτη θέση στη σειρά τους), ο Μέγας Βασίλειος, μας διδάσκει με το παράδειγμά του ποια πρέπει να είναι η στάση μας απέναντι σε αυτούς τους «εχθρούς του Θεού», τους εχθρούς της Εκκλησίας του Χριστού. Όταν ο σφοδρός εχθρός της Εκκλησίας, ο αυτοκράτορας Ιουλιανός ο Αποστάτης, ξεκίνησε εκστρατεία εναντίον των Περσών, απειλώντας ότι, σε περίπτωση επιτυχούς εκστρατείας, θα κατέστρεφε οριστικά τον Χριστιανισμό κατά την επιστροφή του, ο Μέγας Βασίλειος προσευχήθηκε θερμά μπροστά στην εικόνα της Υπεραγίας Θεοτόκου και του Αγίου Μεγαλομάρτυρος Μερκούριου να μην επιστρέψει ζωντανός από το πεδίο της μάχης. Και εισακούστηκε η προσευχή του αγίου.

Από όλα τα παραπάνω προκύπτει σαφώς ότι πρέπει να είμαστε απολύτως ασυμβίβαστοι με την αθεϊστική διδασκαλία της εποχής μας, η οποία αποφάσισε να διακηρύξει δημόσια ότι «η θρησκεία είναι το όπιο του λαού», και με τους παράφρονες φανατικούς οπαδούς της, οι οποίοι βλασφημούν τον Θεό, βεβηλώνουν και καταστρέφουν τις εκκλησίες του Θεού, συκοφαντούν και διώκουν τους πιστούς στο Χριστό και αγωνίζονται για την πλήρη εξάλειψη της πίστης και την καταστροφή της Εκκλησίας. Δεν μπορούμε να έχουμε καμία επικοινωνία μαζί τους, πόσο μάλλον κανενός είδους φιλικές σχέσεις, συνεργασία ή συμβιβασμό.

Αν αυτή είναι η ιδέα των «ημερών της αδιαλλαξίας» μας, τότε δεν υπάρχει τίποτα σε αυτές που να είναι αντίθετο με την αληθινή Χριστιανοσύνη. Αλλά όλοι εκείνοι που, για οποιονδήποτε άλλο λόγο, είναι πραγματικά ασυμβίβαστοι με τον μπολσεβικισμό, είναι σύμμαχοί μας. Είναι απαραίτητο, ωστόσο, για όλους να κατανοήσουν πλήρως και να συνειδητοποιήσουν ότι το αληθινό και λογικό ασυμβίβαστο με τον μπολσεβικισμό δεν είναι σε καμία περίπτωση απλώς πολιτικό ασυμβίβαστο, ακριβώς όπως ο αγώνας ενάντια στον μπολσεβικισμό δεν είναι απλώς ένας συνηθισμένος πολιτικός αγώνας. Γιατί η θεμελιώδης ουσία του μπολσεβικισμού βρίσκεται ακριβώς στον αθεϊσμό του, στην εχθρική στάση του απέναντι στην πίστη και την Εκκλησία. Επομένως, ας εμβαθύνουμε σε αυτό! Κάθε αντίπαλος της πίστης στον Θεό, κάθε βλάσφημος, εχθρός της πίστης και της Εκκλησίας, γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο, είναι συνοδοιπόρος των αθεϊστών μπολσεβίκων, ακόμα κι αν θεωρεί και αυτοανακηρύσσεται μαχητής κατά του μπολσεβικισμού.

Είθε όλοι οι οργανωτές και οι συμμετέχοντες στις «ημέρες της ασυμφιλίωσης» να το συνειδητοποιήσουν αυτό, και είθε να καταλάβουν ότι το πραγματικά ευλογημένο ασυμβίβαστο με τον μπολσεβικισμό δεν είναι παρά ασυμβίβαστο με τον διάβολο στο όνομα του Θεού, ασυμβίβαστο με τον αντίχριστο στο όνομα του Χριστού! Στους τρομερούς καιρούς μας, νιώθουμε με ιδιαίτερη ένταση ότι υπάρχουν μόνο δύο δρόμοι σε αυτή τη ζωή – ο τρόπος ζωής και ο τρόπος θανάτου, ο δρόμος της ευλογίας και ο δρόμος της καταδίκης (Δευτ. 30:19-20) – ο τρόπος να υπηρετούμε τον Θεό ή ο τρόπος να υπηρετούμε τον διάβολο. Δεν υπάρχει τρίτος δρόμος!

Ας θυμηθούμε, λοιπόν, σταθερά το αξιοθαύμαστο ρητό του αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου, ότι μόνο «όταν έχουμε έχθρα με τον διάβολο έχουμε ειρήνη με τον Θεό». Μόνο μια τέτοια αληθινά Χριστιανική ασυμφιλιότητα μπορεί να μας οδηγήσει στην αληθινή ειρήνη.

+ Αρχιεπίσκοπος Αβέρκιος

(Νεωτερικότητα υπό το φως του λόγου του Θεού. Τόμος Ι, σ. 277-284)

ΠΗΓΗ: https://imlp.gr/2024/12/02/%ce%b5%ce%b9%cf%81%ce%ae%ce%bd%ce%b7-%ce%ba%ce%b1%ce%b9-%ce%b1%ce%b4%ce%b9%ce%b1%ce%bb%ce%bb%ce%b1%ce%be%ce%af%ce%b1/

Δευτέρα 8 Ιουλίου 2024

ΣΥΝΟΨΗ ΤΗΣ ΗΘΙΚΗΣ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ (Μέρος 30ό)

 Αγίου Μητροπολίτου Φιλαρέτου της Ρωσικής Διασποράς (+1985)

30. Είδη Προσευχής

Κατ᾿ οίκον προσευχή. Εκκλησιαστική (δημόσια) προσευχή.
Χριστιανικές αργίες (διακοπές) και νηστείες.

Γνωρίζουμε ήδη πόσο σημαντική είναι η προσευχή για τον Χριστιανό, για την πνευματική του ζωή. Τώρα το ερώτημα που έχουμε μπροστά μας είναι το εξής: πώς πρέπει να προσευχόμαστε; Στην χριστιανική ζωή, βλέπουμε δύο διαφορετικά είδη προσευχής: την ιδιωτική (προσευχή κατ᾿ οίκον) και την εκκλησιαστική (δημόσια) προσευχή. Και οι δύο έχουν τα δικά τους χαρακτηριστικά και ιδιαιτερότητες.

Όταν διαβάζουμε τις ευαγγελικές οδηγίες του Κυρίου για την προσευχή, βλέπουμε ότι Αυτός, αναμφίβολα, μιλούσε για την προσευχή του πρώτου είδους: «Σὺ δὲ ὅταν προσεύχῃ, εἴσελθε εἰς τὸν ταμιεῖόν σου, καὶ κλείσας τὴν θύραν σου πρόσευξαι τῷ Πατρί σου τῷ ἐν τῷ κρυπτῷ, καὶ ὁ Πατήρ σου ὁ βλέπων ἐν τῷ κρυπτῷ ἀποδώσει σοι ἐν τῷ φανερῷ»[1]. Και φυσικά, το κύριο και πρωτότυπο είδος προσευχής για μας πρέπει να είναι ακριβώς η κατ᾿ οίκον, η ιδιωτική προσευχή. Η προσευχή είναι μια βαθιά οικεία, εγκάρδια υπόθεση. Όποιος έχει αναζητήσει ειλικρινά μια καρδιακή και τρυφερή προσευχή, γνωρίζει καλά πόσο εύκολο και φυσικό είναι να προσεύχεσαι μόνος, στη σιωπή και την ηρεμία. Και αντίθετα, ο Κύριος μας προειδοποιεί σκόπιμα ενάντια στην προσευχή για επίδειξη, την υποκριτική, που εκτελείται για να ληφθούν έπαινοι από τους ανθρώπους. Λαμβάνοντας αυτόν τον έπαινο, οι υποκριτές «ἀπέχουσι τὸν μισθὸν αὐτῶν»[2], σύμφωνα με τον λόγο του Κυρίου. Και φυσικά, η προσευχή σε κοινή θέα είναι μερικές φορές πολύ δύσκολη και λεπτή υπόθεση, και σ᾿ αυτήν την περίπτωση απαιτείται μεγάλη συνήθεια συγκέντρωσης και βάθους στην προσευχή, ώστε να είναι απλή και ειλικρινής και να μην γίνεται για επίδειξη…

Ο Χριστιανός, όταν προσεύχεται στον Θεό, πρέπει οπωσδήποτε να συλλογίζεται τα λόγια των προσευχών που διαβάζει και να συγκεντρώνει τις σκέψεις του στο περιεχόμενο της προσευχής. Όλοι γνωρίζουν πόσο πολύ δύσκολη μπορεί να είναι η καταπολέμηση της πίεσης εξωγενών σκέψεων και εικόνων που επίμονα πολιορκούν τον προσευχόμενο άνθρωπο. Αυτό συμβαίνει τόσο από την προσωπική μας απόσπαση όσο και από την άμεση επιρροή της κακής, διαβολικής δύναμης. Το καθήκον του Χριστιανού είναι να καταβάλει κάθε δυνατή προσπάθεια για να απορρίψει επίμονα στην προσευχή όλες αυτές τις ξένες, μερικές φορές ακάθαρτες, οδυνηρά δυσάρεστες σκέψεις γι᾿ αυτόν και να προσευχηθεί με συγκέντρωση και ευλάβεια. Ταυτόχρονα, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η αυξημένη πίεση των σκέψεων και των εικόνων, ιδιαίτερα των δυσάρεστων ή βλάσφημων, προέρχεται απευθείας από τον διάβολο, και εάν ο Χριστιανός αντιστέκεται σ᾿ αυτές τις σκέψεις, λαμβάνει όφελος για την ψυχή του, όχι κακό.

Συνήθως προσευχόμαστε με εκκλησιαστικές προσευχές, που γνωρίζουμε από την παιδική μας ηλικία. Αυτό είναι απαραίτητο, γιατί μας εισάγει στην προσευχητική ατμόσφαιρα που αποπνέει η Εκκλησία. Εδώ όμως πρέπει να προσέχουμε ώστε η συνεχής ανάγνωση των ίδιων προσευχών να μη μετατραπεί σε αυτόματη επανάληψή τους, που εκτελείται μηχανικά, χωρίς προσοχή και εμβάθυνση στο νόημα και το περιεχόμενο των λέξεων της προσευχής. Και επομένως, εδώ απαιτείται από τον Χριστιανό πλήρης ευλάβεια και συγκεντρωμένη προσοχή, ώστε να προσεύχεται και να συνομιλεί με τον Θεό και να μην προσπερνά [απλώς] τα γνωστά λόγια.

Σύμφωνα με τις ταυτόχρονες μαρτυρίες των ασκητών της προσευχής (Θεοφάνους του Εγκλείστου, Ιωάννου της Κρονστάνδης κ.ά.), εκτός από την υποχρεωτική ανάγνωση των εκκλησιαστικών προσευχών, είναι χρήσιμο για τον Χριστιανό να προσθέτει σ᾿ αυτές τις προσευχές δικά του λόγια, για τις δικές του ανάγκες και για τις ανάγκες των αγαπημένων του προσώπων. Συχνά ένας Χριστιανός δεν μπορεί να εκφράσει τα συναισθήματά του και τις εμπειρίες του με λόγια εκκλησιαστικών προσευχών (πολλές από τις οποίες είναι ακατάλληπτες σ᾿ αυτόν), και εδώ η ζωντανή, ειλικρινής προσευχή με τα δικά του λόγια είναι πολύ κατάλληλη, με εξομολόγηση των καθημερινών του αμαρτιών και με καλές υποσχέσεις στον Θεό για να διορθώσει τον εαυτό του και να παλέψει με τα πάθη του. Και μια τέτοια προσευχή, φυσικά, δεν θα είναι πλέον τυπική και στεγνή προσευχή, γιατί θα προέρχεται από τα βάθη της ανθρώπινης ψυχής.

Μόνον όσοι έχουν συνηθίσει στην εγκάρδια και συνεχή προσευχή στο σπίτι μπορούν πραγματικά να συμμετέχουν στην εκκλησιαστική-δημόσια προσευχή. Και η συμμετοχή σ᾿ αυτήν είναι καθήκον κάθε Χριστιανού. Ο ίδιος ο Κύριος μίλησε για μια τέτοια προσευχή: «οὗ γάρ εἰσι δύο ἢ τρεῖς συνηγμένοι εἰς τὸ ἐμὸν ὄνομα, ἐκεῖ εἰμι ἐν μέσῳ αὐτῶν»[3]. Ο Οικουμενικός Άγιος και μεγάλος Διδάσκαλος της προσευχής Ιωάννης ο Χρυσόστομος λέει: «Μπορείτε, βέβαια, να προσεύχεστε στο σπίτι, αλλά δεν μπορείτε να προσεύχεστε εκεί όπως προσεύχεστε στην Εκκλησία, όπου είναι μαζεμένοι τόσοι άνθρωποι, όπου μια ομόφωνη προσευχή υψώνεται στον Θεό. Δεν θα εισακουστείτε σύντομα όταν προσεύχεστε μόνοι στον Κύριο, όπως όταν προσεύχεστε μαζί με τους αδελφούς σας, γιατί εδώ υπάρχει κάτι περισσότερο: ομοψυχία, ένωση αγάπης, προσευχές ιερέων. Κατά τη δημόσια προσευχή, όχι μόνον οι άνθρωποι υψώνουν τις φωνές τους, αλλά και οι Άγγελοι προσκυνούν τον Κύριο, και οι Αρχάγγελοι προσεύχονται…».

Έτσι, η προσευχή στην Εκκλησία έχει έναν κατεξοχήν ιερό χαρακτήρα. Και αυτό που την κάνει τέτοια είναι η Χάρη του Αγίου Πνεύματος, που, ως γνωστόν, οργανώνει [συγκροτεί] την πνευματική μας ζωή, προάγοντας τις προσωπικές μας πνευματικές προσπάθειες. Ο ιερέας υπηρετεί στην Εκκλησία: δεν είναι ιερέας επειδή έλαβε πνευματική μόρφωση ή έχει την κλήση να υπηρετήσει την Εκκλησία. Όλα αυτά τον προετοιμάζουν μόνο για την ποιμαντική διακονία. Αυτό όμως που τον έκανε ιερέα ήταν ότι έλαβε χειροτονία και, μέσω του μυστηρίου της Ιεροσύνης, έγινε ένας από τους ποιμένες της Εκκλησίας. Ο ναός μας λοιπόν είναι ένας καθαγιασμένος ναός, με ειδικά αφιερωμένο θυσιαστήριο και το κυρίως ιερό του -το άγιο Αντιμήνσιο- στο οποίο βρίσκονται τα λείψανα του Αγίων του Θεού.

Σύμφωνα με τα λόγια των Γραφών, ο ναός μας είναι σπίτι προσευχής[4]. Ο ίδιος ο Κύριος μάς έδωσε παράδειγμα σεβασμού γι᾿ αυτόν τον οίκο του Θεού, όταν στην επίγεια ζωή του τον καθάρισε δύο φορές από κάθε αταξία και ασχήμια[5]. Και ακούμε συνεχώς κατά τις ιερές Ακολουθίες πώς η Αγία Εκκλησία διακηρύσσει: «Ὑπὲρ τοῦ ἁγίου οἴκου τούτου καὶ τῶν μετὰ πίστεως, εὐλαβείας καὶ φόβου Θεοῦ εἰσιόντων ἐν αὐτῷ, τοῦ Κυρίου δεηθῶμεν». Πρέπει λοιπόν ο καθένας μας να εισέρχεται στο ναό, ενθυμούμενος ότι εδώ θα εμφανιστεί ενώπιον της Παρουσίας του ίδιου του Κυρίου.

Ένα από τα πιο σημαντικότερα μειονεκτήματα της σύγχρονης ζωής μας είναι η αδυναμία μας να περάσουμε τις αργίες (διακοπές) με χριστιανικό τρόπο. Η ζωή μας έχει αναπτυχθεί με τέτοιο τρόπο, ώστε να κυριαρχούν σ᾿ αυτήν τα συμφέροντα (ενδιαφέροντα) καθαρά γήινης φύσης. Η εργασία, η φροντίδα για ένα κομμάτι ψωμί, οι μικρές καθημερινές εντυπώσεις, τα μαθήματα των νέων, όλα αυτά γεμίζουν τις ώρες μας και ο άνθρωπος δεν έχει καν χρόνο απλώς για να θυμηθεί την ψυχή του, τις υψηλότερες απαιτήσεις και ανάγκες της. Και έτσι οι αργίες μας, ένα φωτεινό σημείο στην άχρωμη ζωή μας, καταντούν γεμάτες ματαιοδοξία και «εγκόσμιες φροντίδες». Οι αργίες όμως είναι γεμάτες ιδεολογικό και θρησκευτικό νόημα. Μας λένε ότι αυτός ο κόσμος δεν είναι τόσο άδειος και άθλιος όσο μερικές φορές μας φαίνεται, γιατί απο πάνω βρίσκεται ένας άλλος κόσμος, που δίνει στην ψυχή μας χαρά και αναφαίρετη γαλήνη. Ποιός δεν ξέρει με τι χαρά γεμίζει η καρδιά του Χριστιανού τις μέρες της μεγαλύτερης εορτής των διακοπών του Πάσχα, της Λαμπρής Ανάστασης του Χριστού;!..

Αλλά πόσο συχνά οι ημέρες των χριστιανικών αναμνήσεων και εορτασμών αποδεικνύονται ημέρες ακόμη μεγαλύτερης κενότητας και ανούσιας αδράνειας για μας! Οι αργίες είναι ημέρες του Θεού και πρέπει να είναι αφιερωμένες όχι μόνο στην ξεκούραση από την εργασία, αλλά κυρίως στην προσευχή και τις καλές πράξεις, σε έργα χριστιανικής φιλανθρωπίας. Και βλέπουμε συνεχώς πως όλες οι «διακοπές» των ανθρώπων συνίστανται στο ότι οι άνθρωποι κοιμούνται περισσότερο, κάνουν βόλτες, διασκεδάζουν και μερικές φορές αμαρτάνουν δέκα φορές περισσότερο απ᾿ ό,τι τις καθημερινές -σε γλέντι και μέθες.

Φυσικά, κάποιος που αφιερώνει τον χρόνο των διακοπών αποκλειστικά στη σωματική ξεκούραση και ψυχαγωγία δεν διαφέρει από έναν ειδωλολάτρη ή άθεο, διότι «γιορτάζει» με τον ίδιο ακριβώς τρόπο όπως εκείνοι. Και πόσο συχνά παρατηρούμε ότι μεμονωμένα άτομα και ολόκληρες κοινότητες και ιδρύματα οργανώνουν τις δικές τους «βραδιές» με διασκέδαση την παραμονή των εορτών. Ένα εξωφρενικό, αντιχριστιανικό έθιμο! Το βράδυ, ο άνθρωπος συχνά «διασκεδάζει» σε σημείο εξάντλησης, σε σημείο κορεσμού, και όχι χωρίς αμαρτίες, αλλά το πρωί -όταν οι θεοσεβείς άνθρωποι πηγαίνουν στην εορταστική Θ. Λειτουργία- αυτός «αναπαύεται» μερικές φορές μέχρι το μεσημέρι!… Πού είναι όμως η προσευχή, η επίσκεψη στο ναό του Θεού; Σε τί διαφέρει ένας τέτοιος άνθρωπος από έναν άθεο ή έναν ειδωλολάτρη;

Αυτό που είναι ακόμη πιο απαράδεκτο είναι η στάση  πολλών ανθρώπων στις μέρες μας απέναντι στις νηστείες που επιτάσσει η Εκκλησία. Έχουμε πολλές νηστείες: τέσσερις πολυήμερες  -Μεγάλη Τεσσαρακοστή, Αγίων Αποστόλων, Κοιμήσεως της Θεοτόκου και Χριστουγέννων-, καθώς και μονοήμερες -Τετάρτη και Παρασκευή κάθε εβδομάδας, Παραμονή Χριστουγέννων και Θεοφανίων, Αποτομή Κεφαλής του Ιωάννου του Βαπτιστού, Ύψωση του Ζωοδόχου Σταυρού και τις ημέρες της Μεγάλης Εβδομάδας (ιδιαίτερα της Μεγάλης Παρασκευής).

Κι όμως, η στάση πάρα πολλών απο μας απέναντι σ᾿ αυτές τις εκκλησιαστικές νηστείες είναι παράδοξη και εντελώς αντιχριστιανική. Αυτές τις νηστείες, τις παραβιάζουν και δεν τις εκπληρώνουν οι άνθρωποι με τόσο ήρεμη συνείδηση, σαν να πρόκειται για κάτι μικροπράγματα που δεν έχουν σημασία! Η άποψη της Εκκλησίας δεν είναι καθόλου έτσι. Σύμφωνα με τους ιερούς Κανόνες της, οι παραβάτες της νηστείας (χωρίς βάσιμο λόγο) πρέπει να αφορίζονται (αποκόπτονται) από την Θεία Κοινωνία για αρκετό καιρό[6]. Και ο Άγιος Σεραφείμ του Σάρωφ είπε ευθέως: «όποιος δεν τηρεί τις νηστείες δεν είναι χριστιανός, όπως κι αν αποκαλεί τον εαυτό του…». Η νηστεία είναι, φυσικά, απαραίτητη για τον άνθρωπο. Εξωτερικά είναι άθλος άνευ όρων υιικής υπακοής στην Εκκλησία, της οποίας οι Κανόνες πρέπει να είναι ιεροί γι᾿ αυτόν, και όχι κάτι το παραμελημένο και καταπατημένο. Αλλά και εσωτερικά η νηστεία αποτελεί κατόρθωμα εγκράτειας και αυτοσυγκράτησης. Κι αυτή είναι η μεγάλη της αξία και το νόημα, αφού η αυστηρή τήρηση της νηστείας ενισχύει την θέληση του ανθρώπου και αναπτύσσει χαρακτήρα σταθερό στις θρησκευτικές του πεποιθήσεις και πράξεις. Ας μη ξεχνάμε ότι ο ίδιος ο Χριστός νήστευε και προέβλεψε ότι θα νηστεύουν και οι Απόστολοί Του[7]. Και για την καταπολέμηση του κακού, της διαβολικής δύναμης, είπε: «τοῦτο δὲ τὸ γένος οὐκ ἐκπορεύεται εἰ μὴ ἐν προσευχῇ καὶ νηστείᾳ»[8].

Είναι αλήθεια ότι τώρα λένε συχνά ότι η νηστεία είναι επιβλαβής για την υγεία. Υπάρχουν βέβαια και περιπτώσεις που ένα εξαντλημένο σώμα δεν απαιτεί αποχή, αλλά αυξημένη διατροφή. Όμως η Εκκλησία δεν απαιτεί αυστηρή νηστεία από τους άρρωστους, αλλά μόνο την εφικτή νηστεία. Και το πιο σημαντικό είναι να θυμάστε ότι μόνον όσοι δεν νηστεύουν οι ίδιοι μιλούν για «βλάβη» της νηστείας. Αυτοί που τηρούν τις νηστείες δεν θα το πουν ποτέ αυτό, γιατί γνωρίζουν από προσωπική πείρα ότι η νηστεία όχι μόνο δεν είναι επιβλαβής, αλλά είναι θετικά ωφέλιμη για την υγεία του σώματος. Γι᾿ αυτό επίσης μας πείθει και η ιστορική πραγματικότητα. Είναι γνωστό πόσο αυστηρά νήστευαν οι πρόγονοί μας, εντυπωσιάζοντας τους άλλους Σλάβους και τους Έλληνες (για να μην πω για τους αλλόθρησκους) με την σταθερότητα και την αντοχή τους. Και ποιος θα ισχυριστεί ότι οι πρόγονοί μας ήταν πιο αδύναμοι απο μας, κι ότι εμείς είμαστε πιο σκληροί και πιο δυνατοί απ᾿ αυτούς; Ας μη μιλήσουμε καν για το γεγονός ότι οι γιατροί μας, στις περισσότερες περιπτώσεις, ξεκινούν την θεραπεία της νόσου με δίαιτα, δηλαδή με νηστεία!…

Αλλά, φυσικά, η νηστεία δεν είναι μόνον αποχή από τη σωματική τροφή. Τις μέρες της νηστείας η Εκκλησία ψάλλει: «Νηστεύοντες ἀδελφοὶ σωματικῶς, νηστεύσωμεν καὶ πνευματικῶς… δώσωμεν πεινῶσιν ἄρτον, καὶ πτωχοὺς ἀστέγους εἰσαγάγωμεν εἰς οἴκους»[9]. «Ἀληθὴς νηστεία, ἡ τῶν κακῶν ἀλλοτρίωσις, ἐγκράτεια γλώσσης, θυμοῦ ἀποχή, ἐπιθυμιῶν χωρισμός, καταλαλιᾶς, ψεύδους, καὶ ἐπιορκίας…»[10]Η νηστεία λοιπόν για τον Xριστιανό είναι καιρός αποχής και αυτοκριτικής από κάθε άποψη. Και γι᾿ αυτό η σωστή χριστιανική νηστεία δίνει στους πιστούς τέτοια ηθική ικανοποίηση. Ο μεγάλος δάσκαλος του λαμπρού χριστιανικού ασκητισμού, ο άγιος Επίσκοπος Θεοφάνης ο Έγκλειστος, λέει τα εξής για τη νηστεία: «Η νηστεία φαίνεται ζοφερή μέχρι να μπει κανείς στο πεδίο της, αλλά αρχίστε την και θα δείτε ότι είναι φως μετά τη νύχτα, ελευθερία μετά από φυλάκιση, προνόμιο μετά από μια πονεμένη ζωή…».

Τέλος και τω Θεώ δόξα και ευχαριστία!

[Επίκειται η άμεση έκδοση σε ενιαίο βιβλίο
όλων των συνεχειών του παρόντος έργου]


[1] Ματθ. ϛ΄ 6.
[2] Ματθ. ϛ΄ 2.
[3] Ματθ. ιη΄ 20.
[4] «Γέγραπται, ὁ οἶκός μου οἶκος προσευχῆς κληθήσεται» (Ματθ. κα΄ 13).
[5] Πρβλ. Λουκ. β΄ 46 και Λουκ. ιθ΄ 45-47.
[6] «Εἴ τις ἐπίσκοπος, ἢ πρεσβύτερος, ἢ διάκονος, ἢ ὑποδιάκονος, ἢ ἀναγνώστης, ἢ ψάλτης, τὴν ἁγίαν Τεσσαρακοστὴν τοῦ Πάσχα οὐ νηστεύει, ἢ τετράδα, ἢ παρασκευήν, καθαιρείσθω, ἐκτὸς εἰ μὴ δι᾿ ἀσθένειαν σωματικὴν ἐμποδίζοιτο· εἰ δὲ λαϊκὸς εἴη, ἀφοριζέσθω» (Κανόνας ΞΘ΄ των Αγίων Αποστόλων).
[7] «Ἐλεύσονται δὲ ἡμέραι ὅταν ἀπαρθῇ ἀπ᾿ αὐτῶν ὁ νυμφίος, καὶ τότε νηστεύσουσιν» (Ματθ. θ΄ 15).
[8] Ματθ. ιζ΄ 21.
[9] Ιδιόμελο την Τετάρτη εσπέρας της Α΄ Εβδομάδος των Νηστειών.
[10] Ιδιόμελο αποστίχων την Δευτέρα εσπέρας της Α΄ Εβδομάδος των Νηστειών.


ΠΗΓΗ: https://imlp.gr/2024/07/07/%cf%83%cf%85%ce%bd%ce%bf%cf%88%ce%b7-%cf%84%ce%b7%cf%83-%ce%b7%ce%b8%ce%b9%ce%ba%ce%b7%cf%83-%ce%b8%ce%b5%ce%bf%ce%bb%ce%bf%ce%b3%ce%b9%ce%b1%cf%83-%ce%bc%ce%ad%cf%81%ce%bf%cf%82-30%cf%8c/

Πέμπτη 4 Ιουλίου 2024

ΣΥΝΟΨΗ ΤΗΣ ΗΘΙΚΗΣ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ (Μέρος 29ο)

 Αγίου Μητροπολίτου Φιλαρέτου της Ρωσικής Διασποράς (+1985)

29. Η Προσευχή του Κυρίου

Η προσευχή του Κυρίου («Πάτερ ἡμῶν») ως πρότυπο χριστιανικής προσευχής.
Τα τρία κύρια μέρη αυτής. Ο ευχαριστιανός και ο δοξαστικός χαρακτήρας
της χριστιανικής προσευχής (ιδιαίτερα στην Θεία Λειτουργία)

Το πρότυπο της προσευχής για μάς τους Χριστιανούς είναι φυσικά η προσευχή του Κυρίου («Κυριακή προσευχή»). Λαμβάνοντας υπόψη την σύνθεση και το περιεχόμενό της, βλέπουμε ότι εξωτερικά στην σύνθεσή της χωρίζεται σε τρία μέρη: α) επίκληση, β) αιτήσεις και γ) δοξολογία. Σύμφωνα με το εσωτερικό της περιεχόμενο, μπορεί επίσης να χωριστεί σε τρία γενικά μέρη. Το πρώτο και κυριότερο, περιλαμβάνει την επίκληση και τα τρία πρώτα αιτήματα. Ακολουθεί η τέταρτη αίτηση για το καθημερινό μας ψωμί και τέλος άλλα τρία αιτήματα για τις προσωπικές μας αμαρτίες.

Ποιό είναι το πρώτο και σημαντικότερο πράγμα για το οποίο πρέπει να προσευχηθεί ένας Χριστιανός; Για ποιό πρέπει να αγωνίζεται περισσότερο από όλα: «ζητεῖτε πρῶτον τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν δικαιοσύνην αὐτοῦ»[1]. Αυτό βλέπουμε στο πρώτο μέρος της προσευχής. Απευθυνόμενος στον Θεό ως Επουράνιο Πατέρα, ο Χριστιανός μαρτυρεί έτσι ότι η αληθινή μας πατρίδα δεν είναι στην γη, αλλά στον ουρανό. «Ἡμῶν γὰρ τὸ πολίτευμα ἐν οὐρανοῖς ὑπάρχει»[2], έγραψε ο Απόστολος Παύλος ξεκάθαρα. Και σ’ αυτή την έκκληση προς τον Πατέρα, ο Χριστιανός προσεύχεται να αγιαστεί το Όνομα του Θεού, τόσο στην προσωπική ζωή του καθενός μας όσο και στην ανθρώπινη ιστορία. Είναι ιερό πράγμα ειδικά όταν εμείς, οι Χριστιανοί, μέσω της επιτέλεσης καλών πράξεων οδηγούμε τους μη πιστούς να «δοξάσωσι τὸν Πατέρα ὑμῶν τὸν ἐν τοῖς οὐρανοῖς»[3].

Στην συνέχεια, ο Χριστιανός προσεύχεται για να εδραιωθεί η Βασιλεία του Θεού στην γη. Κοιτάζοντας την ζωή, βλέπει σ’ αυτήν μια διαρκή πάλη ανάμεσα σε δύο αρχές: το φως και το σκοτάδι, την αλήθεια και το ψέμα, το καλό και το κακό. Και βλέποντας αυτό, δεν μπορεί παρά να προσευχηθεί ώστε στην ζωή μας να εμφανιστεί η νίκη του φωτός επί του σκότους και να θριαμβεύσει η Βασιλεία του Θεού, η Βασιλεία της Αλήθειας και της Καλοσύνης.

Στην τρίτη αίτηση της προσευχής του Κυρίου προσευχόμαστε γι’ αυτό, ώστε το θέλημα του Θεού να εκπληρωθεί στην ανθρώπινη ζωή, όπως εκπληρώνεται και στον ουράνιο κόσμο. Η χριστιανική συνείδηση λέει με σιγουριά και σταθερότητα στον άνθρωπο ότι το να βασιζόμαστε στο θέλημα του Θεού δεν είναι μόνο καθήκον μας, αλλά και πραγματική σοφία, η αλήθεια της ζωής. Ο Επουράνιος Πατέρας γνωρίζει τι είναι χρήσιμο και απαραίτητο για τον καθένα μας, και από την απέραντη αγάπη και καλοσύνη Του μας εύχεται καλό και σωτηρία περισσότερο απ’ ότι εμείς για τον εαυτό μας. Γι’ αυτό ο Απόστολος Πέτρος λέει: «Ρίξτε όλες τις φροντίδες σας πάνω Του, γιατί Αυτός φροντίζει για σας»[4].

Η τέταρτη αίτηση της προσευχής του Κυρίου είναι η μόνη που δεν μιλάει για τις πνευματικές, αλλά για τις σωματικές μας ανάγκες. Πρέπει να ζητάμε τον «ἐπιούσιον ἄρτον» (=το καθημερινό μας ψωμί), δηλαδή ό,τι είναι απαραίτητο για την ύπαρξή μας, για την διατήρηση της σωματικής ζωής. Και πέρα απ’ αυτό, «αν δοθεί, δόξα τω Θεώ, αλλά αν δεν δοθεί, μη σε νοιάζει» (έκφραση από την Kατήχηση[5]). Φυσικά, η έκφραση «ἐπιούσιος ἄρτος» περιλαμβάνει όλα όσα μας είναι απαραίτητα: φαγητό, ρούχα, στέγαση κ.λπ. Και αυτή η τέταρτη αίτηση υποδεικνύει στον άνθρωπο ότι η επίγεια ζωή μας με τα καθημερινά προβλήματά της είναι επίσης θέμα το οποίο εμπίπτει στην φροντίδα του Επουράνιου Πατέρα για μάς. Ο Απόστολος Παύλος λέει: «Να έχετε αφιλάργυρη διάθεση, μένοντας ικανοποιημένοι με αυτά που έχετε, διότι ο ίδιος ο Κύριος είπε: δεν θα σε αφήσω ποτέ, ούτε θα σε εγκαταλείψω…»[6].

Η πέμπτη αίτηση της προσευχής του Κυρίου αναφέρεται στην συγχώρεση των αμαρτιών. Όχι μόνο σε αυτήν την αίτηση, αλλά και σε άλλα σημεία της διδασκαλίας Του, ο Κύριος έδειξε ξεκάθαρα ότι απαραίτητη προϋπόθεση για να λάβουμε άφεση αμαρτιών από τον Θεό είναι η συγχώρεση των συνανθρώπων μας. Αλλά πόσο συχνά αυτό το αίτημα είναι αναληθές στα μάτια του Θεού, στον Οποίο προσευχόμαστε!… Διαβάζουμε «ἄφες ἡμῖν τὰ ὀφειλήματα ἡμῶν, ὡς καὶ ἡμεῖς ἀφίεμεν τοῖς ὀφειλέταις ἡμῶν», αλλά στην πραγματικότητα δεν συγχωρούμε και δεν αφήνουμε, αλλά είμαστε προσβεβλημένοι και για πολύ καιρό τρέφουμε ενόχληση στις καρδιές μας και επιθυμία να ανταποδώσουμε. Επομένως, κάθε φορά που ο κάθε Χριστιανός κάνει αυτήν την αίτηση, πρέπει να αναλογίζεται αν έχει συγχωρήσει τους εχθρούς του και όσους τον έβλαψαν. Και αν αυτό δεν συμβαίνει, αν δεν έχει συγχωρήσει, τότε δεν μπορεί να περιμένει συγχώρεση από τον Θεό για τον εαυτό του.

Οι δύο τελευταίες αιτήσεις, η έκτη και η έβδομη, μιλούν για ένα πράγμα: για τα αίτια της αμαρτίας. Πρώτα, ζητάμε να αφαιρεθεί από εμάς το μικρόβιο του πειρασμού και των σκανδάλων, και έπειτα να ελευθερωθούμε από το κακό, δηλαδή από τον ιδρυτή όλων των αμαρτιών, τον διάβολο. Οι άνθρωποι συνήθως φοβούνται τις εξωτερικές κακοτυχίες: τις αποτυχίες, τις ασθένειες, την φτώχεια κ.λπ. Ο Χριστιανισμός μάς διδάσκει να φοβόμαστε περισσότερο απ’ όλα για την αθάνατη ψυχή μας. Ο Κύριος είπε: «Μὴ φοβηθῆτε ἀπὸ τῶν ἀποκτεννόντων τὸ σῶμα, τὴν δὲ ψυχὴν μὴ δυναμένων ἀποκτεῖναι· φοβήθητε δὲ μᾶλλον τὸν δυνάμενον καὶ ψυχὴν καὶ σῶμα ἀπολέσαι ἐν γεέννῃ»[7]. Και σε άλλο σημείο, σχετικά με τις εξωτερικές καταστροφές, ο Κύριος, αφού απαρίθμησε εξωτερικές δοκιμασίες και διωγμούς για την πίστη, είπε ευθέως: «χαίρετε καὶ ἀγαλλιᾶσθε, ὅτι ὁ μισθὸς ὑμῶν πολὺς ἐν τοῖς οὐρανοῖς»[8].

Όχι, ο Χριστιανός δεν πρέπει να φοβάται τις εξωτερικές κακοτυχίες και προβλήματα, αλλά τις αμαρτίες και τις πτώσεις του. Όλοι γνωρίζουν πόσο συνηθίζουμε να παρανομούμε, αμαρτάνοντας κυριολεκτικά σε κάθε βήμα και σε κάθε στιγμή της ζωής μας. Αλλά η αμαρτία είναι ανομία, παραβίαση του Νόμου της Αλήθειας του Θεού, και επομένως το αποτέλεσμά της είναι μαρτύριο και θλίψη, «ὁ κλαυθμὸς καὶ ὁ βρυγμὸς τῶν ὀδόντων…»[9]. Και έτσι, η προσευχή «Πάτερ ἡμῶν» κρατά την καρδιά μας σε βαθιά αποστροφή απ’ αυτά τα πνευματικά κακά, κι εμείς, ομολογώντας ταπεινά την αδυναμία και την κλίση μας στην αμαρτία, ζητάμε από τον Θεό να μας σώσει από την πτώση στις αμαρτίες που μας βάζουν σε πειρασμό και να μας ελευθερώσει από τον κακό καθοδηγητή της αμαρτίας, τον διάβολο.

Αυτές οι επτά αιτήσεις, ως γνωστόν, συνοδεύονται από μια επίσημη δοξολογία της δύναμης, της εξουσίας και της δόξας του Θεού[10]. Σε αυτή τη δόξα του μεγαλείου του Θεού βρίσκεται η υιική έκφραση της ακλόνητης και ξεκάθαρης σιγουριάς πως ό,τι ζητάμε θα μας δοθεί από την αγάπη του Επουράνιου Πατέρα, γιατί δική Του είναι «η βασιλεία και η δύναμη και η δόξα για πάντα».

Αλλά όχι μόνο η προσευχή του Κυρίου αποτελείται από τέτοια δοξολογία. Προσευχές δοξολογίας σε ξεκάθαρη μορφή (όπως για παράδειγμα το «Αἰνεῖτε τὸ ὄνομα Κυρίου» ή το «Ἅγιος, Ἅγιος, Ἅγιος» κ.λπ.) δεν χρησιμοποιούνται τόσο συχνά από εμάς[11]. Συνήθως όμως αντιπροσωπεύουν το τέλος των προσευχών μας (ιδιαίτερα των λειτουργικών) και έχουν πάντα έναν ιδιαίτερα επίσημο και ιερό χαρακτήρα. Επομένως, προφέρονται πάντα από Κληρικό – Επίσκοπο ή Ιερέα. Οι πιο σημαντικές και χαρακτηριστικές προσευχές δοξολογίας είναι οι ψαλμωδίες «Δόξα ἐν ὑψίστοις Θεῷ» (Μεγάλη Δοξολογία) και «Εσέ, Θεέ, δοξάζουμε»[12]. Οι προσευχές της δοξολογίας, πρωτίστως, θα πρέπει να χαρακτηρίζονται ανυπέρβλητες χριστιανικές προσευχές, επειδή κυρίως εκφράζουν την αγάπη του Χριστιανού για τον Θεό και την λατρεία για τις υψηλότερες τελειότητές Του.

Άρρηκτα συνδεδεμένο με την προσευχή της δοξολογίας στις ιερές Ακολουθίες είναι το τρίτο είδος προσευχής, η ευχαριστία. Είναι αυτονόητο ότι ένας Χριστιανός που αγαπά τον Θεό και γνωρίζει την αγάπη, το έλεος και τα οφέλη Του δεν μπορεί παρά να αισθάνεται ευγνωμοσύνη προς Αυτόν στην καρδιά του. Η πιο σημαντική ευχαριστήρια προσευχή είναι η πιο σημαντική Ακολουθία μας: η Θεία Λειτουργία. Το κύριο μέρος της, ο λεγόμενος «ευχαριστιακός κανόνας», αρχίζει με τις λέξεις «Εὐχαριστήσωμεν τῷ Κυρίω». Και αυτή η πιο αγνή αναίμακτη θυσία, η θυσία της αλήθειας, η θυσία του Σώματος και του Αίματος του Χριστού, που προσφέρεται κατά την Λειτουργία στο μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας, αν και ορατά προσφέρεται από τους ανθρώπους, επιτελείται αόρατα από τον ίδιο τον Σωτήρα Χριστό, με την Χάρη και την πανσθενουργό δύναμή Του, και από εμάς τους ανθρώπους τούτο γίνεται δεκτό μόνο με ευλάβεια και ευγνωμοσύνη. Γι’ αυτό, την πιο σημαντική στιγμή της Λειτουργίας, ο ιερέας διακηρύττει πανηγυρικά: «Τὰ σὰ ἐκ τῶν σῶν Σοὶ προσφέρομεν κατὰ πάντα καὶ διὰ πάντα», και οι προσευχόμενοι (οι ψάλτες για λογαριασμό τους) απαντούν με τον ευχαριστήριο ύμνο: «Σὲ ὑμνοῦμεν, σὲ εὐλογοῦμεν, σοὶ εὐχαριστοῦμεν, Κύριε, καὶ δεόμεθά σου, ὁ Θεὸς ἡμῶν…».


(συνεχίζεται)


[1] Ματθ. ϛ΄ 33.
[2] Φιλιπ. γ΄ 20.
[3] Ματθ. ε΄ 16.
[4] «Πᾶσαν τὴν μέριμναν ὑμῶν ἐπιῤῥίψαντες ἐπ᾿ αὐτόν, ὅτι αὐτῷ μέλει περὶ ὑμῶν» (Α΄ Πέτρ. ε΄ 7).
[5] Αναφέρεται στην περίφημη Κατήχηση του Αγίου Φιλαρέτου Μόσχας (+1867).
[6] «Ἀφιλάργυρος ὁ τρόπος, ἀρκούμενοι τοῖς παροῦσιν· αὐτὸς γὰρ εἴρηκεν· οὐ μή σε ἀνῶ οὐδ᾿ οὐ μή σε ἐγκαταλίπω» (Ἑβρ.  ιγ΄ 5).
[7] Ματθ. ι΄ 28.
[8] Ματθ. ε΄ 12.
[9] Ματθ. κβ΄ 13.
[10] «Ὅτι σοῦ ἐστιν ἡ βασιλεία καὶ ἡ δύναμις καὶ ἡ δόξα, τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἀγίου Πνεύματος, νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν».
[11] Αναφέρεται στο ρωσικό τυπικό.
[12] Βλ. υποσ. 1, στο 11ο Κεφάλαιο του παρόντος έργου.


ΠΗΓΗ: https://imlp.gr/2024/07/04/%cf%83%cf%85%ce%bd%ce%bf%cf%88%ce%b7-%cf%84%ce%b7%cf%83-%ce%b7%ce%b8%ce%b9%ce%ba%ce%b7%cf%83-%ce%b8%ce%b5%ce%bf%ce%bb%ce%bf%ce%b3%ce%b9%ce%b1%cf%83-%ce%bc%ce%ad%cf%81%ce%bf%cf%82-29%ce%bf/

Τρίτη 2 Ιουλίου 2024

ΣΥΝΟΨΗ ΤΗΣ ΗΘΙΚΗΣ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ (Μέρος 28ο)

 Αγίου Μητροπολίτου Φιλαρέτου της Ρωσικής Διασποράς (+1985)

28. Προσευχή

Η ανάγκη για προσευχή.
Τί σημαίνει να προσευχόμαστε «ἐν πνεύματι καὶ ἀληθείᾳ».
Είδη προσευχής ανάλογα με το περιεχόμενό της.

Στην θρησκευτική ζωή ενός ανθρώπου, η γνώση του Θεού για την οποία μιλήσαμε παραπάνω βασίζεται προφανώς στην πίστη. Αυτή η πίστη είναι η πρώτη απάντηση της ανθρώπινης καρδιάς στο περιεχόμενο αυτών των θρησκευτικών αληθειών, η συμφωνία μαζί τους και η αποδοχή τους. Στην συνέχεια, αυτή η πίστη, που ενισχύεται και εμβαθύνει, οδηγεί την καρδιά του ανθρώπου να αναπαυθεί στον Θεό, στην χριστιανική ελπίδα στον Θεό. Από την άλλη, όλος ο Χριστιανισμός μάς διδάσκει ότι η χριστιανική πίστη είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την αγάπη για τον Θεό. Και η αγάπη απαιτεί πάντα μια ζωντανή, προσωπική σχέση με αυτόν που αγαπάμε. Και σε σχέση με τον Θεό, αυτή η αγάπη φανερώνεται πρώτα και κύρια στην προσευχή.

Όποιος δεν προσεύχεται στον Θεό δεν είναι Χριστιανός… Η προσευχή είναι το πρώτο και πλέον απαραίτητο στοιχείο της πνευματικής μας ζωής. Είναι η αναπνοή του πνεύματός μας, και χωρίς αυτήν πεθαίνει, όπως πεθαίνει το ανθρώπινο σώμα χωρίς αέρα. Όλη η ζωή του σώματος εξαρτάται από την αναπνοή του, από το αν ένα άτομο αναπνέει ή δεν αναπνέει. Ομοίως, στην πνευματική ζωή όλα εξαρτώνται από την προσευχή, και ένας άνθρωπος που δεν προσεύχεται στον Θεό είναι πνευματικά νεκρός…

Η προσευχή είναι μια συνομιλία μεταξύ του ανθρώπου και του Θεού. Αυτός που σκέπτεται, γνωρίζει, αγαπά τον Θεό, σίγουρα θα στραφεί σε Αυτόν και αυτή η στροφή είναι προσευχή. Αλλά η άποψη περί προσευχής που είναι τόσο διαδεδομένη τώρα (ιδιαίτερα στους νέους) είναι βαθιά λανθασμένη. Οι άνθρωποι συχνά λένε: «Αν θέλω να προσευχηθώ, θα προσευχηθώ. Δεν χρειάζεται πίεση, δεν χρειάζεται επιβολή, δεν πρέπει να υπάρχει καταναγκασμός στην προσευχή…». Πλήρης παρανόηση του θέματος! Τί θα προέκυπτε από την γήινη δραστηριότητα του ανθρώπου αν ο ίδιος δεν ανάγκαζε τον εαυτό του να κάνει ο,τιδήποτε, αλλά έκανε μόνο αυτό που ήθελε;! Επιπλέον, αυτό αφορά στην πνευματική ζωή. Σε αυτήν, ό,τι πολύτιμο και βιώσιμο αποκτάται μόνο μέσα από προσπάθεια, με το κατόρθωμα να εργάζεται κάποιος πάνω στον εαυτό του.

Ας θυμηθούμε για άλλη μια φορά: «Η Βασιλεία του Θεού (και ό,τι σχετίζεται με αυτήν) επιτυγχάνεται με την βία (με προσπάθεια)»[1]. Όχι, ένας Χριστιανός πρέπει να έχει μια για πάντα στην καρδιά του το γεγονός ότι πρέπει να προσεύχεται πάση θυσία, ανεξάρτητα από την όποια επιθυμία ή απροθυμία του. Αν έχεις καλή επιθυμία να προσευχηθείς, ευχαρίστησε τον Θεό, από τον Οποίο προέρχονται όλα τα καλά, και μη χάσεις την ευκαιρία να προσευχηθείς μέσα από την καρδιά σου. Εάν δεν έχεις αυτή την επιθυμία και έχει έρθει η ώρα για προσευχή (το πρωί, το βράδυ, στην εκκλησία), πρέπει να αναγκάσεις τον εαυτό σου, ενθαρρύνοντας το θαμπό και τεμπέλικο πνεύμα σου με το γεγονός ότι η προσευχή (όπως κάθε καλή πράξη) είναι πιο πολύτιμη στα μάτια του Θεού, όσο δυσκολότερα γίνεται. Ο Κύριος δεν περιφρονεί καμιά προσευχή αν κάποιος προσεύχεται ειλικρινά, όσο καλύτερα μπορεί, έστω κι αν δεν έχει ακόμη την ικανότητα να προσεύχεται με πλήρη συγκέντρωση και με αδιάκοπο ζήλο.

Και όποιος ζει μια πνευματική χριστιανική ζωή σε οποιοδήποτε βαθμό, θα βρίσκει πάντα κάτι για να προσευχηθεί. Άλλωστε, γι’ αυτόν ο Θεός είναι και στοργικός Πατέρας κι ένας ισχυρός Προστάτης, και μια ανεξάντλητη Πηγή βοήθειας και δύναμης﮲ κι έτσι ο Χριστιανός σπεύδει κοντά Του σε ανάγκη και σε θλίψη όπως ένα παιδί στον πατέρα του. Απλώς πρέπει να αναγνωρίσουμε την αδυναμία και την ανικανότητά μας και να παραδώσουμε εντελώς «ἑαυτούς καί ἀλλήλους καί πᾶσαν τήν ζωήν ἡμῶν Χριστῷ τῷ Θεῷ», γιατί σε Αυτόν είναι η πίστη, η ελπίδα και η αγάπη μας.

Στην συνομιλία του με την Σαμαρείτιδα ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός επεσήμανε ότι «οἱ ἀληθινοὶ προσκυνηταὶ προσκυνήσουσι τῷ Πατρὶ ἐν πνεύματι καὶ ἀληθείᾳ»[2]. Αυτή είναι η βασική αρχή της χριστιανικής προσευχής. Πρέπει να επιτευχθεί με πνεύμα και αλήθεια, και γι’ αυτό ο Χριστιανός, όταν προσεύχεται, πρέπει να συγκεντρώσει όλες τις πνευματικές του δυνάμεις μαζί, και να συγκεντρωθεί βαθιά μέσα του, στην ψυχή του, συλλογιζόμενος τα λόγια της προσευχής. Είναι αυτονόητο ότι με μια τόσο σωστή άποψη για την προσευχή, δεν μπορεί κανείς να ονομάσει «προσευχή» εκείνη την ενέργεια του ανθρώπου που είναι παρών μόνο στην προσευχή ή διαβάζει με τη γλώσσα του, αλλά οι σκέψεις του απέχουν πολύ απ’ αυτήν.

Ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος λέει για τέτοιους που τους αποκαλεί …«προσευχητάρια»: «Το σώμα σου ήταν μέσα στην εκκλησία, αλλά ο νους σου πετούσε κάπου αλλού. Τα χείλη σου είπαν μια προσευχή, και το μυαλό σου υπολόγιζε το εισόδημα, τα χωράφια, τα υπάρχοντα, τους φίλους… Εσύ ο ίδιος δεν ακούς την προσευχή σου, πώς θέλεις να την ακούσει ο Θεός;». Όχι, δεν πρέπει να είναι έτσι η προσευχή του Χριστιανού. Πρέπει να προσεύχεται «ἐν πνεύματι καὶ ἀληθείᾳ». Να προσεύχεται με το πνεύμα: συγκεντρωμένος στα βάθη του «εγώ» του, με βαθιά εγκάρδια συναισθήματα. Να προσεύχεται με την αλήθεια: όχι υποκριτικά, αλλά με την αλήθεια της διάθεσής του, με μια αληθινή έκκληση προς την Ενσαρκωμένη Αλήθεια -τον Σωτήρα Χριστό.

Αυτό βέβαια δεν απορρίπτει (σε αντίθεση με τις σεχταριστικές παρερμηνείες) την αναγκαιότητα για έναν άνθρωπο της εξωτερικής προσευχής, αλλά μόνο όταν συνδυάζεται με την εσωτερική προσευχή. Ο άνθρωπος δεν είναι άγγελος, η ψυχή του δεν ζει χωρίς σώμα, όπως δεν ζει το σώμα χωρίς ψυχή. Ο Απόστολος Παύλος λέει: «δοξάσατε δὴ τὸν Θεὸν ἐν τῷ σώματι ὑμῶν καὶ ἐν τῷ πνεύματι ὑμῶν, ἅτινά ἐστι τοῦ Θεοῦ»[3]. Και επομένως, ο πιο βασικός και ολοκληρωμένος τύπος προσευχής είναι εκείνη η προσευχή στην οποία υπάρχει τόσο εσωτερική όσο και εξωτερική πλευρά. Συνδέονται στενά μεταξύ τους, τόσο οι εσωτερικές εμπειρίες και η στροφή του ανθρώπου προς τον Θεό, όσο και οι εξωτερικές πράξεις, δηλαδή οι υποκλίσεις, η ορθή στάση στην προσευχή, το σημείο του σταυρού και οι διάφορες ενέργειες προσευχής.

Υπάρχουν συνήθως τρεις τύποι προσευχής: παράκληση, δοξολογία και ευχαριστία. Και στις προσευχές και στην Λατρεία μας χρησιμοποιούνται εναλλάξ και οι τρεις αυτοί τύποι.

Ο πρώτος τύπος -η ικεσία- φαίνεται ότι είναι ο πιο φυσικός και διαδεδομένος. Και ο Κύριος όχι μόνο δεν απαγόρευσε αυτόν το τύπο προσευχής, αλλά μας τον πρόσταξε ευθέως: «αἰτεῖτε, καὶ δοθήσεται ὑμῖν, ζητεῖτε, καὶ εὑρήσετε, κρούετε, καὶ ἀνοιγήσεται ὑμῖν· πᾶς γὰρ ὁ αἰτῶν λαμβάνει καὶ ὁ ζητῶν εὑρίσκει καὶ τῷ κρούοντι ἀνοιχθήσεται»[4]. Και στην αποχαιρετιστήρια συνομιλία του είπε: «ἀμὴν ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι ὅσα ἂν αἰτήσητε τὸν Πατέρα ἐν τῷ ὀνόματί μου, δώσει ὑμῖν. Ἔως ἄρτι οὐκ ᾐτήσατε οὐδὲν ἐν τῷ ὀνόματί μου· αἰτεῖτε καὶ λήψεσθε, ἵνα ἡ χαρὰ ὑμῶν ᾖ πεπληρωμένη…»[5].

Ο άνθρωπος που προσεύχεται στον Θεό πρέπει να θυμάται ότι η προσευχή δεν ενεργείται και δεν εισακούεται αν δεν είναι ειλικρινής και δεν αποπνέει ζωντανή πίστη. Ο ίδιος ο Κύριος είπε: «πάντα δυνατὰ τῷ πιστεύοντι»[6]. Και ο Απόστολος Ιάκωβος εξηγεί πόσο καταστροφική είναι η αμφιβολία στην προσευχή: «Αυτός που αμφιβάλλει είναι σαν το κύμα της θάλασσας, που το σηκώνει και το πετάει ο άνεμος. Ας μη σκεφτεί ένας τέτοιος άνθρωπος ότι θα λάβει κάτι από τον Κύριο»[7]. Και στο Άγιο Ευαγγέλιο διαβάζουμε πολλές φορές πως ο Κύριος, θεραπεύοντας όσους Του ζητούσαν θεραπεία, τους έλεγε: «κατὰ τὴν πίστιν ὑμῶν γενηθήτω ὑμῖν[8]… ἡ πίστις σου σέσωκέ σε[9]…».

Αλλά, πιστεύοντας ακράδαντα στη δύναμη, το έλεος και τη βοήθεια του Θεού, ο Χριστιανός δεν πρέπει να ξεχνά ότι πρέπει να υποβάλλει κάθε αίτημα για τις ανάγκες του στο πανάγαθο θέλημα του Επουράνιου Πατέρα, ο Οποίος γνωρίζει τι χρειαζόμαστε. Μια τέτοια πίστη και αφοσίωση στο θέλημα του Θεού, θα Τον ευχαριστήσει οπωσδήποτε, είτε τελικά ο Κύριος εκπληρώσει είτε όχι την προσευχή του. Και αυτό είναι απολύτως φυσικό, αφού ο Χριστιανός είναι απολύτως βέβαιος ότι η σοφία και η αγάπη του Θεού κατευθύνει τα πάντα προς όφελος και καλό του ανθρώπου. Δεν είναι παράξενο που ψάλλεται στην εκκλησιαστική προσευχή ότι ο Κύριος «με το βάθος της σοφίας οικοδομεί με φιλανθρωπία τα πάντα και δίνει τα χρήσιμα σε όλους…»[10].

(συνεχίζεται)


[1] «Ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν βιάζεται» (Ματθ. ια΄ 12).
[2] Ιω. δ΄ 23.
[3] Α΄ Κορ. ϛ΄ 20.
[4] Λουκ. ια΄ 9-10.
[5] Ιω. ιϛ΄  23-24.
[6] Μαρκ. θ΄ 23.
[7] «Ὁ γὰρ διακρινόμενος ἔοικε κλύδωνι θαλάσσης ἀνεμιζομένῳ καὶ ῥιπιζομένῳ. Μὴ γὰρ οἰέσθω ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος ὅτι λήψεταί τι παρὰ τοῦ Κυρίου» (Ιακ. α΄ 6-7).
[8] Ματθ. θ΄ 29.
[9] Ματθ. θ΄ 22.
[10] «Ὁ βάθει σοφίας φιλανθρώπως πάντα οἰκονομῶν, καὶ τὸ συμφέρον πᾶσιν ἀπονέμων…» (από το Απολυτίκιο των Κεκοιμημένων που ψάλλεται σε ήχο πλάγιο του δ΄, τα δύο Ψυχοσάββατα· προ της Απόκρεω και προ της Πεντηκοστής).


ΠΗΓΗ: https://imlp.gr/2024/07/01/%cf%83%cf%85%ce%bd%ce%bf%cf%88%ce%b7-%cf%84%ce%b7%cf%83-%ce%b7%ce%b8%ce%b9%ce%ba%ce%b7%cf%83-%ce%b8%ce%b5%ce%bf%ce%bb%ce%bf%ce%b3%ce%b9%ce%b1%cf%83-%ce%bc%ce%ad%cf%81%ce%bf%cf%82-28%ce%bf/