"Κρείττων γὰρ ἐπαινετὸς πόλεμος εἰρήνης χωριζούσης Θεοῦ· καὶ διὰ τοῦτο τὸν πραῢν μαχητὴν ὁπλίζει τὸ Πνεῦμα, ὡς καλῶς πολεμεῖν δυνάμενον" Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος

Παρασκευή, 7 Μαΐου 2021

Ἀνακοίνωσις περὶ τῆς χρήσεως ἐμβρυϊκῶν κυτταρικῶν σειρῶν προερχομένων ἀπὸ ἔκτρωση γιὰ «ἐπιστημονικοὺς» λόγους

Διευκρινίζεται ἀπὸ τὴν Ἱερὰ Σύνοδο τῆς Ἐκκλησίας Γ.Ο.Χ. Ἑλλάδος, πρὸς ἀποφυγὴν ὁποιασδήποτε παρερμηνείας ἤ παρανοήσεως, ὅτι ἡ Ἐκκλησία ἡμῶν πιστεύει πλήρως στὴν ἱερότητα καὶ τὸν σεβασμὸ τῆς ἀνθρωπίνης ζωῆς ἀπὸ τὴν στιγμὴ τῆς συλλήψεως τοῦ θεοπλάστου ἀνθρώπου ἐντὸς τῆς μήτρας τῆς μητρός αὐτοῦ.

Καταδικάζει δὲ ἀπεριφράστως κάθε προσπάθεια διακοπῆς τῆς κυήσεως ὡς φόνου καὶ δηλώνει τὴν πλήρη ἀντίθεσή της στὸ φοβερὸ ἁμάρτημα τῶν ἀμβλώσεων, ὑπὸ ὁποιεσδήποτε συνθῆκες καὶ γιὰ ὁποιονδήποτε λόγο καὶ ἄν ἐπιτελεῖται.

πίσης, ἐκφράζει τὴν κατηγορηματικὴ ἀντίθεσή της στὴν δημιουργία ἀνθρωπίνων ἐμβρυϊκῶν κυτταρικῶν σειρῶν προερχομένων ἀπὸ ἔκτρωση γιὰ ὁποιονδήποτε σκοπὸ καὶ λόγο, πειραματικὸ ἤ ἄλλο, πρὸς δῆθεν ἐπίτευξη «κοινωφελῶν» καὶ «θεραπευτικῶν» σκοπῶν. Τοῦτο εἶναι ἀπαράδεκτο, ἀνεπίτρεπτο καὶ ἀνήθικο σύμφωνα μὲ τὴν πίστη τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μας.

πιπλέον, θεωρεῖ ἐπαινετὴ καὶ ἄξια ὑποστηρίξεως κάθε προσπάθεια ἀντικαταστάσεως τῶν κυτταρικῶν αὐτῶν σειρῶν ἀπὸ ἄλλα ἐρευνητικὰ προγράμματα ἀποσυνδεδεμένα ἀπὸ τὶς ἐκτρώσεις, καθὼς καὶ κάθε εἰρηνικὴ καὶ νόμιμη κίνηση γιὰ τὴν προστασία τῶν δικαιωμάτων τοῦ ἀγεννήτου παιδιοῦ.

 Ἱερὰ Σύνοδος εὑρίσκεται στὴν διαδικασία τῆς ἐξακριβώσεως ἐξ ἐγκύρων πηγῶν σχετικῶς μὲ τὸ ποιὰ σκευάσματα ἰατρικὰ ἢ μὴ σχετίζονται μὲ τὶς κυτταρικὲς αὐτὲς σειρὲς καὶ σὲ ποιὸ βαθμό, προκειμένου νὰ ἐξειδικεύσει τὴν στάση της.

 

Ἐκ τῆς Ἀρχιγραμματείας τῆς Ἱερᾶς Συνόδου
τῆς Ἐκκλησίας Γ.Ο.Χ. Ἑλλάδος

Ἀθῆναι, 21-04/04-5-2021

Πηγή: https://www.ecclesiagoc.gr/index.php/%CE%B5%CE%BD%CE%B7%CE%BC%CE%B5%CF%81%CF%89%CF%83%CE%B7/%E1%BC%80%CE%BD%CE%B1%CE%BA%CE%BF%CE%B9%CE%BD%CF%8E%CF%83%CE%B5%CE%B9%CF%82/1775-anakoinosi-peri-xrisis-emvriikon-kyttaron-gia-epistimoniki-xrisi

Τετάρτη, 28 Απριλίου 2021

Η ώρα της Αναστάσεως στην Κατοχή

Νικολάου Μάννη, εκπαιδευτικού

Ως γνωστόν η Διοικούσα Ιεραρχία της Ελλάδος πειθόμενη στην Πολιτεία αποφάσισε να μεταθέσει την ώρα της Αναστάσεως στις 9 μ.μ. του Μεγάλου Σαββάτου, μια πράξη πρωτοφανή και η οποία επέφερε ίσως ικανοποίηση στα εκατομμύρια των εκκοσμικευμένων Ελλήνων "Χριστιανών" (κατ' ουσίαν δε απίστων, που βλέπουν το Πάσχα ως μια "γαστριμαργική παράδοση"), αλλά προκάλεσε μεγάλο σκανδαλισμό στους ελάχιστους πραγματικούς Χριστιανούς που έχουν απομείνει υπό την ποιμαντορία της επίσημης Εκκλησίας, όπως αποδεικνύουν καθημερινώς τα δεκάδες άρθρα κατά της αποφάσεως αυτής.
Και όσο κι αν ορισμένοι μεγαλοσχήμονες, πολύφημοι και πολύσοφοι, προσπαθούν με διάφορα επιχειρήματα να δικαιολογήσουν την πράξη αυτή, όχι μόνο δεν κατορθώνουν να αναπαύσουν τις συνειδήσεις των σκανδαλισθέντων πιστών, αλλά μάλλον τους πείθουν ότι οι συγκεκριμένοι αποτελούν, ως πειθήνια όργανα του Κράτους, όχι Επισκόπους του Χριστού, αλλά "θρησκευτικούς κομισαρίους" του Καίσαρα!
Υπήρξαν όμως και εκείνοι που αντέδρασαν έμπρακτα στην ως άνω απόφαση, όπως για παράδειγμα οι Μητροπόλεις Κυθήρων (Ανάσταση στις 5 π.μ. της Κυριακής)[1], Φιλίππων (Ανάσταση στις 7 π.μ. της Κυριακής) και  Μαντινείας  (Ανάσταση στις 7.30 π.μ. της Κυριακής)[2], ενώ η Εκκλησία των Παλαιοημερολογιτών αποφάσισε "ὅπως ἡ Ἀκολουθία τῆς Ἀναστάσεως καὶ ἡ Θ. Λειτουργία τοῦ Πάσχα τελεσθοῦν ὄρθρου βαθέος τῆς Κυριακῆς τοῦ Πάσχα (ὅπως ἐγένετο καὶ κατὰ τὴν περίοδον τῆς γερμανικῆς κατοχῆς): διὸ καὶ περὶ τὰς 5.00’ π.μ., ὅτε ἐπιτρέπεται πλέον ἡ κυκλοφορία, θέλει ἐκκινήσῃ ἡ Ἀκολουθία μετὰ τοῦ Κανόνος «Κύματι θαλάσσης...», ἐν συνεχείᾳ ἡ τελετὴ τῆς Ἀναστάσεως, ὁ Ὄρθρος καὶ ἡ Θεία Λειτουργία"[3].
Με αφορμή αυτήν την (λίαν εύστοχη) νύξη περί γερμανικής κατοχής, πολλοί εξέφρασαν την περιέργεια για το πότε ακριβώς γινόταν η Ανάσταση κατά την περίοδο εκείνη, εφόσον ως γνωστόν υπήρχε απαγόρευση κυκλοφορίας τα βράδια (κατά τις μαρτυρίες των Γλέζου-Σάντα η απαγόρευση στην Αθήνα ήταν από τις 23.00 μέχρι τις 06.00).
Εντόπισα λοιπόν κάποια δημοσιεύματα τα οποία επιβεβαιώνουν ότι η τελετή της Αναστάσεως κατά την περίοδο της Κατοχής όντως γινόταν κατά τις πρωινές ώρες της Κυριακής: 
α) Στην αθηναϊκή εφημερίδα "Ελεύθερον Βήμα" της 5ης Απριλίου 1942 διαβάζουμε στο κυριακάτικο πρόγραμμα ραδιοφώνου: "8.30 π.μ. Μετάδοσις της ακολουθίας της Αναστάσεως από τον ιερό ναό του Αγ. Γεωργίου Καρύτση, χοροστατούντος του θεοφιλεστάτου επισκόπου Σταυρουπόλεως κ. Αγαθονίκου".  
β) Στην εφημερίδα του Ηρακλείου "Κρητικός Κήρυξ" της 5ης Απριλίου 1942 δημοσιεύεται το πρόγραμμα των Ακολουθιών, στο οποίο ανακοινώνεται η τέλεση της Αναστάσεως στις 7 π.μ. το πρωί της Κυριακής.
γ)  Στην εφημερίδα των Χανίων "Παρατηρητής" της 5ης Απριλίου 1942 δημοσιεύεται το πρόγραμμα των Ακολουθιών, στο οποίο ανακοινώνεται η τέλεση της Αναστάσεως στις 5.30 π.μ. το πρωί της Κυριακής.
δ)  Στην εφημερίδα των Αθηνών "Η Πρωία" της 25ης Απριλίου 1943 διαβάζουμε στο κυριακάτικο πρόγραμμα ραδιοφώνου: "7.10 π.μ. Μετάδοσις της Θείας Λειτουργίας της Αναστάσεως από τον ιερόν ναόν της Μητροπόλεως, χοροστατούντος του Μακ. Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος κ. κ. Δαμασκηνού".  
ε)  Στην εφημερίδα του Ηρακλείου "Κρητικός Κήρυξ" της 25ης Απριλίου 1943 δημοσιεύεται το πρόγραμμα των Ακολουθιών, στο οποίο ανακοινώνεται η τέλεση της Αναστάσεως στις 7 π.μ. το πρωί.
Δεν βρήκα χρόνο να εντοπίσω και άλλα δημοσιεύματα από τον τύπο της Κατοχής, αλλά θεωρώ πως είναι ικανά για να αποδείξουν ότι και σε εκείνους τους δύσκολους καιρούς κανείς δεν διανοήθηκε να μεταθέσει την ώρα της Αναστάσεως προ της δωδεκάτης.

Τρίτη, 27 Απριλίου 2021

Εκδημία καθηγητού Παναγιώτη Ηλιόπουλου (Μεγάλη Δευτέρα, 13/26 Απριλίου 2021)

Ο αείμνηστος Παναγιώτης Ηλιόπουλος (1940-2021)

Ο αείμνηστος αγωνιστής Παναγιώτης Ηλιόπουλος του Γεωργίου και της Ασήμως υπήρξε ένας ευκλεής καρπός της ηρωοτόκου Ρούμελης. Γεννήθηκε το 1940 στο Ζωριάνο Δωρίδος, χωριό διπλανό σε εκείνο του Στρατηγού Μακρυγιάννη, τον οποίο ο μακαριστός είχε σαν πρότυπο λεβεντιάς και πίστης στα ιδανικά της Ορθοδοξίας και της Ελλάδος. Από εκεί βρέφος τον πήγαν οι ευσεβείς γονείς του στην Ευρυτανία, στην Παναγία την Προυσιώτισσα (στην οποία τον είχαν ταμένο), περπατώντας από το χωριό τρεις ημέρες μέσα στα βουνά.

Στο χωριό του έμαθε τα πρώτα γράμματα και κατόπιν συνέχισε τις εγκύκλιες σπουδές στη Λειβαδιά. Σπούδασε Φυσικός στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και κατόπιν υπηρέτησε την Πατρίδα ως τοπογράφος Πυροβολικού. Εργάστηκε ως Καθηγητής Φυσικής σε διάφορα σχολεία και φροντιστήρια· τα τελευταία 22 χρόνια πριν τη σύνταξή του στα Εκπαιδευτήρια "Η Ελληνική Παιδεία", όπου άφησε τις καλύτερες εντυπώσεις.

Στις επάλξεις για την Ορθοδοξία και την Ελλάδα.

Δεν υπήρξε όμως μόνο ικανός Καθηγητής, αλλά και άξιος οικογενειάρχης, πατέρας τεσσάρων τέκνων. Ευλαβής, φιλακόλουθος, υπερασπιστής των πατρώων παραδόσεων και ζηλωτής με επίγνωση, όχι μόνο πρόσφερε σε εθνικά και θρησκευτικά θέματα με την πέννα και με το λόγο του, αλλά υπήρξε πάντοτε δίπλα σε όλους τους αγωνιζόμενους τον καλό αγώνα της Ομολογίας. Στους αγώνες του Παραρτήματος Λιβαδειάς (απέτρεψε, μετά από πολύ σκληρό και μακροχρόνιο δικαστικό αγώνα, την προαποφασισμένη απόφαση για γκρέμισμα του ιστορικού ναού - του 1930! - της Αγίας Τριάδος Λιβαδειάς), του οποίου ψυχή υπήρξε επί δεκαετίες, στο πλευρό διωκόμενων αγωνιστών, όπως του αλησμόνητου Γέροντος Χρυσοστόμου των Σπετσών, αλλά και σε κάθε δίωξη Ορθοδόξων ενισταμένων κατά του Οικουμενισμού. 

Σε πορεία κατά του Οικουμενισμού, ενώπιον του Τιμίου Σταυρού, συνομιλών με τον Αρχιεπίσκοπο Αυξέντιο (Σύνταγμα, Οκτώβριος 1984). 

Υπήρξε οξύνους και βαθυστόχαστος ερευνητής των θεολογικών και εκκλησιαστικών θεμάτων, επί των οποίων συνέγραφε άρθρα, αλλά και κατέγραφε σκέψεις και εντυπώσεις με μεθοδικότητα. 

Υπηρέτησε την Εκκλησία από πολλές θέσεις σε άλλες ενορίες ως Ιεροψάλτης, σε άλλες ως Ιεροκήρυκας, σε άλλες ως Κατηχητής.

Ως Μυρεψός κατά τον Καθαγιασμό του Αγίου Μύρου από την Εκκλησία των Γνησίων Ορθοδόξων της Ελλάδος το 2001.

Εξυπηρέτησε όμως και αναξιοπαθούντες συνανθρώπους του, με αθόρυβο και ταπεινό τρόπο, χωρίς να προβάλλεται, όπως ακριβώς αρμόζει στον πραγματικό Χριστιανό.

Στο τέλος της ζωής του δοκιμάστηκε από ασθένεια, την οποία σήκωσε με χαρά, ψάλλοντας και δοξολογώντας μέχρι τελευταίας στιγμής τον Κύριο μας Ιησού Χριστό και την Παναγία Μητέρα Του, στην Οποία παιδιόθεν ήταν αφιερωμένος.

Πολλά θα μπορούσε ακόμη να γράψει κανείς, μιας και πρόκειται για έντονη προσωπικότητα και σεβαστή από όλους. Τώρα εγράφη και αυτός με ανεξίτηλα γράμματα στο Βιβλίο του Ιερού Αγώνος, και συναγάλλεται με τους αγωνιστές Πατέρες και Αδελφούς παραδίδοντας τη σκυτάλη στην επόμενη γενεά.

Στην πλησίον του Ι. Ν. Αγ. Τριάδος Λιβαδειάς αίθουσα "χαίρων εἰς τὴν χαρὰν τοῦ Κυρίου αὐτοῦ".

Η μνήμη του αλησμόνητου Παναγιώτη Ηλιόπουλου, ας είναι αιωνία! Ο δε Σταυρωθείς και Αναστάς Κύριος της δόξης να χαρίζει στους οικείους αυτού (την σύζυγό του Μαρίνα, τα τέκνα του Γεώργιο, Δημήτριο, Ασημίνα και Αικατερίνη και την αδελφή του Αικατερίνη) την εξ ύψους παρηγοριά. 

Υ.Γ. Η Εξόδιος Ακολουθία θα τελεσθεί τη Μεγάλη Πέμπτη στις 11.00 π.μ. στην Ιερά Μονή Αγίας Αικατερίνης Μελισσοχωρίου Θηβών. Παρακαλούνται όλοι οι Πατέρες και οι Αδελφοί να συμμετέχουν σε αυτήν προσευχόμενοι νοητά για την ανάπαυση του μακαριστού καθηγητού.

Παρασκευή, 23 Απριλίου 2021

ΤΟ ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΗ

 ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗ

Ὅπως τὸ διηγοῦνται, ὅσοι τὸ ἔφθασαν, ἐν ἠλικίᾳ ὄντες εἰς Ἀθήνας τῷ 1870, ὁ νεκρὸς τοῦ ἑνὸς τῶν ληστῶν τοῦ Δηλεσίου, κομισθέντων εἰς Ἀθήνας κατὰ Μάιον, εἶχε τὸ πρόσωπον παραδόξως φαιδρὸν καὶ γελαστόν. Τὴν ὥραν ποὺ τοὺς ἐτουφεκοβολοῦσαν τ᾿ ἀποσπάσματα, ἐλλοχεῦον ὄπισθεν πυκνῶν θάμνων καὶ βράχων τὸ παλληκάρι ἐκεῖνο τῆς Ρούμελης, ἴσως διότι τὸ ταμπούρι του τοῦ ἐφαίνετο πολὺ ἀσφαλές, τίς οἶδε τί εἶχε σκεφθῆ, ἢ τί σοβαρὸν εἶδεν, ἢ τί ἀστεῖον ἤκουσε παρά τινος γείτονος συντρόφου του, κ᾿ ἐγέλασεν, ὅπως οἱ ἄνθρωποι γελοῦν. Συγχρόνως, ἐν ἀκαρεῖ, τοῦ ἦλθε τὸ βόλι. Τὸν ηὗρε καίριον εἰς τὸν λαιμόν, καὶ τὸν ἀφῆκεν εἰς τὸν τόπον.

Μετὰ δύο ἡμέρας οἱ σκοτωμένοι, πέντε ἢ ἓξ τὸν ἀριθμόν, ἐκομίζοντο εἰς Ἀθήνας. Εἰς τὸ πρόσωπον τοῦ νέου ἐκείνου ὅλοι οἱ φρικώδεις περίεργοι εἶδον ἐντυπωμένον, πιστωμένον τὸν γέλωτα. Οὔτ᾿ ἐπρόφθασεν, ὁ εὐτυχὴς ἄνθρωπος, νὰ αἰσθανθῇ τὴν πικρίαν τοῦ βέλους, ἀλλ᾿ ὁ θάνατος τοῦ ἦλθε μυστηριώδης, γλυκύς, πρὸ τῆς ἀλγηδόνος.

*
* *

Ὁ Γιάννης τοῦ Λέκα, νέος εἰκοσαετής, ἐφαίνετο ὅτι ἔχαιρε μεγάλην χαρὰν σφόδρα, ὅταν τοῦ ἔλεγαν ὅτι θὰ ἤρχετο ἐκεῖνον τὸν χρόνον, διὰ νὰ τὸν πάρῃ στρατιώτην, τὸ περιοδεῦον Στρατιωτικὸν Συμβούλιον. Ἤρχιζεν ἀμέσως νὰ κάμνῃ βήματα, προφέρων: ἓν γυό, ἓν γυό, κ᾿ ἦτον ὅλος γέλια καὶ χαρά. Πλήν, ὅταν ἦλθε πράγματι ἡ Στρατολογικὴ Ἐπιτροπή, πρὸς μεγάλην χαρὰν τοῦ Δημάρχου, καὶ κατέλυσαν ἄλλοι εἰς τὴν Δημαρχίαν, ἄλλοι στὸ οἱονεὶ ξενοδοχεῖον, κι ἄλλοι στὰ σπίτια μερικῶν, ὁ Γιάννης, χωρὶς νὰ παύσῃ τὰ γέλια, ἡ ἐνδόμυχος εὐθυμία καὶ τὸ θάρρος τοῦ ἔφυγαν, κ᾿ ἠρνήθη ἀποτόμως νὰ παρουσιασθῇ ἐνώπιον τῆς Ἐπιτροπῆς. Ἐστήλωνε τὰ πόδια του, ἀντεστήλωνε τὸ κορμί του, ἔκλαιε, κ᾿ ἐφώναζε: «δὲν πάω, δὲν πάω». Ὅταν δὲ ὁ ὑπίατρος ὡδηγήθη στὸ σπιτάκι τῆς Λέκαινας, κ᾿ ἐδοκίμασε νὰ ἰδῇ καὶ νὰ ἐξετάσῃ τὸν κληροῦχον, ὁ Γιάννης ἔπεσεν εἰς μίαν γωνίαν, ἐμαζώχθη, ἐκουβαριάσθη, ἐσταύρωσε σφιχτὰ τὰ χέρια του, ἔσφιγξε τὸν ἀφαλόν του, ἔκαμψε τοὺς πόδας του μὲ τὰ γόνατα ἕως τὸν ἀφαλόν, καὶ ἠρνήθη νὰ ὑποστῇ τὴν ἐξέτασιν τοῦ ἰατροῦ. Τέλος ἡ Ἐπιτροπὴ ἀπεφάσισε νὰ τὸν κηρύξῃ «βλᾶκα», καὶ τὸν ἀπήλλαξε πάσης περαιτέρω ἐνοχλήσεως.

Ἀλλ᾿ ὅμως ὁ Γιάννης δὲν ἔλειπε ποτὲ ἀπὸ καμμίαν ἀγρυπνίαν εἰς τὰ ἐξωκκλήσια, ὅταν ἐπηγαίναμεν στὰ πανηγύρια, ἀρχόμενος ἀπὸ τὴν ἀνατολὴν τοῦ ἔαρος ἕως τὸ βασίλεμα τοῦ θέρους, κ᾿ ἕως τὴν στρῶσιν τοῦ φθινοπώρου, καὶ πρὶν εἰσβάλῃ ὁ χειμών. Πρῶτον εἰς τὴν Παναγίαν τῆς Ἀγαλλιανοῦς, ὅπου ἡ ψυχή μας ἐμοσχοβολοῦσεν ἴα καὶ ναρκίσσους καὶ λευκὰ ἄνθη τῆς ἀγραμπελιᾶς. Εἶτα εἰς τὴν Παναγίαν τὴν 〈Ντομάν〉, ὅπου ἔτρεχε μὲ μόρμυρον καὶ ρόχθον τὸ ρεῦμα τῆς Ζωοδόχου, κάτω εἰς τοὺς μυστηριώδεις καταρράκτας μὲ τὰ κρεμάμενα πολυτρίχια καὶ τοὺς ἀνέρποντας κισσοὺς ἀνὰ τοὺς ὑγροὺς βράχους εἰς τὰ κυρτὰ ὑλομανοῦντα δένδρα. Καὶ στὸν Ἁι-Γεώργην, ὅπου αἱ τόσαι νύμφαι τοῦ χωρίου ἐλιτάνευον στολισμέναι μὲ τὰ πεποικιλμένα μανίκια, τὰς μεταξωτὰς ποδιὰς καὶ τὰ χρυσᾶ ποδογύρια των, ἐρχόμεναι ἄλλαι μὲ τὶς βάρκες καὶ ἄλλαι διὰ ξηρᾶς. Καὶ εἰς τὰ Πέντ᾿ Ἀδέλφια, ὅπου τὰ ἀγκαλιασμένα γηραιὰ δένδρα καλύπτουν τὴν βρύσιν καὶ στεγάζουν τὸν πενιχρὸν ναὸν μὲ τὸ θεσπέσιον ἄλσος των. Κ᾿ εἰς τὸν Ἁι-Γιάννην τὸν Μυρωδίτην, ὅπου τὰ τελευταῖα ἀηδόνια ἐκαλοῦσαν εἰς διαδοχὴν τὰ κοσσύφια ἀνὰ τὸ . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . ἀπὸ τὸ ὕψος τῶν . . . . . . . . . . . ἕως τὸν γιαλὸν . . . . . . . ., καὶ τὸ κελαρύζον νερὸν τοῦ βαθέος, ἀνερχομένου Δασκαλιοῦ ἀνέβλυζεν ἀπὸ τὴν ρίζαν τῆς γηραιᾶς δρυός, ὅπου μὲ τὰ κυμβαλίζοντα πέταλα τῶν φυλλομανούντων κλώνων της διηγεῖτο τὰς ἀναμνήσεις τῶν αἰώνων. Πόσαι οἰκογενειακαὶ θαλίαι εἶχον τελεσθῆ τὸ πάλαι ὑπὸ τοὺς βαθυφύλλους κλάδους της, πόσα ἄκακα ἐρωτικὰ ζεύγη εἶχον εὕρει ποτὲ καταφύγιον εἰς τὴν σκιάν της. Καὶ εἶτα εἰς τὸν Ἅγ. Ἠλίαν καὶ εἰς τὸν Ἅγ. Παντελεήμονα, κ᾿ εἰς τὴν Παναγίαν τὴν Πρέκλαν, κ᾿ εἰς τὴν Παναγίαν τοῦ Καρδάση, κ᾿ εἰς τὴν ἄλλην Παναγίαν τοῦ Ἀραδιᾶ, κ᾿ εἰς τὸν Ἁι-Γιάννην τοῦ Κάστρου, κ᾿ εἰς τὸν ἄλλον Ἁι-Γιάννην τοῦ Μετοχιοῦ, κ᾿ εἰς τὸν Ἁι-Δημήτρην, κ᾿ εἰς τὸν Ἁι-Ἀσώματον τ᾿ Ἀγγελῆ, καὶ τέλος εἰς τὴν Παναγίαν τὴν Κ᾿νιστριώτισσαν, ὅπου πᾶσα σεμνότης καὶ πᾶσα χάρις ἐν γαλήνῃ συνηνοῦντο, καὶ πᾶν γόνυ ἔκλινεν ἐνώπιον τῆς θείας ·ἐν γαλήνῃ‚ Πολιούχου: «Διανέμοις τῶν χαρισμάτων τὴν σὴν γαλήνην, Θεοτόκε, τῇ ψυχῇ μου».

*
* *

Ὅλα εὐωδίαζον ἄνοιξιν καὶ ἁπλότητα καὶ χαράν. Ὁ Γιάννης ἔμβαινεν εἰς τὸ παρεκκλήσι γελῶν, τὸν ὡδηγοῦσεν ἡ μάννα του, χήρα ἔχουσα αὐτὸν ὡς μοναχογυιόν, νὰ «χαιρετίσῃ», δηλ. νὰ ἀσπασθῇ τὴν εἰκόνα στὸ προσκυνητάρι, τὴν ἠσπάζετο γελῶν, εἶτα ἐπήγαινε στ᾿ ἀριστερὰ τοῦ χοροῦ, κ᾿ ἔστεκε δίπλα εἰς τὸ ἄκρον ἀνατολικὸν στασίδι, δύο βήματα ἀπὸ τὴν βορείαν πύλην, ὅπου αἱ γυναῖκες ἔφερον τυλιγμένας μὲ προσόψια τὰς προσφοράς, καὶ ἔγραφαν τὰ ὀνόματα, δηλ. τὰ ἔγραφεν ὁ παπὰς καθ᾿ ὑπαγόρευσιν ἱστάμενος εἰς τὸ χάσμα τῆς θύρας, μὲ τὸ μολυβδοκόνδυλον, κρατῶν φύλλα διπλωμένα χάρτου ἐπὶ τοῦ βιβλίου τῶν Ἀποστόλων ἢ τοῦ Ψαλτηρίου: «Γεωργό, Γεωργὸ καὶ τοὺ πλὶ (δηλ. τὸ πλοῖον) μετὰ τῶν συμπλεόντων αὐτῷ, Νικολάκη, πάλι Νικολάκη (ὁ παπὰς ἔγραφε, Ν.Ν.), Κυρατσούλα, Σειραΐνα, ἄλλη Σειραϊνώ (Κυρ. Σειρ.), Κωνσταντή, Κωνσταντὴ (Κ.Κ.), συμβίας, τέκνων, γονέων καὶ ἀδελφῶν αὐτῶν».

Ἐκεῖ ἔστεκεν ὁ Γιάννης, καὶ ἤκουε γελῶν τὰ ὑπαγορεύματα τῶν γυναικῶν, τὰς ἀπηχήσεις καὶ τοὺς ἀσπασμοὺς τοῦ παπᾶ. Τέλος, ὅταν ἤρχιζεν ἡ ψαλμῳδία, ὁ Γιάννης ἐξηκολούθει νὰ γελᾷ πρὸς τὰς ἀντιφωνίας τῶν διαφόρων νεαρῶν ψαλτῶν καὶ τὰς ὀξυφωνίας τοῦ παπᾶ. Συνήθως ἀντεῖχεν ὄρθιος ἐπὶ ὥρας, εἶτα ἐκάθητο εἰς τὸ σκαλοπάτι τοῦ βήματος κάτωθεν τῆς τελευταίας ἀριστερὰ εἰκόνος (ἥτις ἦτο συνήθως τοῦ Ἁγίου τοῦ ναοῦ). Ἡ μάννα του, ἐπειδὴ τὸν εἶχε μονογενῆ, συχνὰ ἔταζε καὶ παρεκάλει τοὺς Ἁγίους «νὰ τὸν κάμουν καλά». Πλὴν φαίνεται ὅτι αὐτὸς ἦτο ἀρκετὰ καλά, σχεδὸν καλύτερα ἀπὸ πλείστους ἄλλους, καὶ οἱ Ἅγιοι δὲν ἔκρινον ὅτι ἐσύμφερε νὰ τοῦ δώσουν ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἡ μάννα του ὠνόμαζε «τὴν ὑγειά του», δηλ. τὴν ἐλευθερίαν νὰ κακουργῇ ἐν γνώσει.

*
* *

Ἡ ψαλμῳδία ἐξηκολούθει δι᾿ ὅλης τῆς νυκτός. Πενῆντα ἢ ἑκατὸν ἄνδρες καὶ παιδιά ―συνήθως εἶχον παραφάγει καὶ παραπίει― ἐκοιμῶντο ἔξω, ἀνάμεσα στοὺς σχοίνους, καὶ ὀκτὼ ἢ δώδεκα γυναῖκες, καὶ τρεῖς γέροι, εἰς τὰ στασίδια ἢ στὰς πλάκας τοῦ ναοῦ ἐκοιμῶντο καθήμενοι. Ἐνίοτε ἠκούετο τὸ ρογχάλισμα τοῦ ἱερέως μέσα ἀπ᾿ τὸ Ἁι-Βῆμα. Ὁ ψάλτης ὑπενύσταζε καὶ ἔκαμνε «μετάνοιες» ὄρθιος στὸ στασίδι, κι ὁ γερο-Δημητρός, ὁ πρῴην νεωκόρος κ᾿ ἐπίτροπος ἐπὶ τῶν ἐξωκκλησίων, χωρὶς ὁ νοῦς του ν᾿ ἀποσπᾶται ἀπ᾿ τὸ παγκάρι καὶ τὰ κηρία, ἔπαιρνε «δυὸ τροπάρια» καθιστὸς στὸ στασίδι. Ὁ Γιάννης ἄγρυπνος δὲν ἔπαυε νὰ γελᾷ.

*
* *

Κάτω εἰς τὴν πολίχνην, ὅπου ὁ Γιάννης ἦτο εὐθυμία καὶ χαρὰ τῶν σπιτιῶν, ὁ ἴδιος ἐγέλα θορυβωδέστερον ὅταν συνήντα ἕνα ἀπὸ τοὺς περιπλανωμένους τοῦ χωριοῦ, σχεδὸν ὁμοιοπαθῆ του, ἢ τὸν Ζαχαρίαν τὸν Κοῦκκον, ἢ τὸν Τάσον τὸν Νικολήν, ἢ τὸ Ματὼ ἀπ᾿ τὸν Ἀπάνω Μαχαλάν. Τότε ἄνοιγε πράγματι ἡ καρδιά του. Ἐγέλα ἀκρατήτως, καὶ δὲν ἠμποροῦσε «νὰ μαζώξῃ τὸ στόμα του». Ἦτο ὡς νὰ ἔλεγε: «Χαίρομαι, ἀδελφέ μου, ποὺ σὲ βλέπω τέτοιον· οἱ ἄλλοι ποὺ μᾶς γελοῦν εἶναι πολὺ χειρότεροι».

Κ᾿ εἰς τὰ ξωκκλήσια, κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς ἀγρυπνίας, συνήθως ἤρχετο μετὰ τὰ μεσάνυχτα πάντοτε, ἢ ὁ γερο-Δημήτρης ὁ Ἠπειρώτης ὁ νυχτοβάτης, ἢ ὁ πάτερ Ἰωακείμ, ὁ ἄστεγος μοναχός, συνήθως ξυπόλυτος καὶ ξεσκούφωτος. Ὅταν τὸν ἔβλεπεν ὁ Γιάννης, τότε ᾐσθάνετο ἄκραν εὐθυμίαν, κ᾿ ἐνετρύφα εἰς τὴν θέαν του. Ὁ Ἰωακεὶμ ἵστατο εἰς τὴν ἄλλην γωνίαν τοῦ Τέμπλου, δεξιά, καὶ συνήθως τοῦ ἔδιδον οἱ ψάλται νὰ διαβάσῃ τὸ Ψαλτήρι. Ὁ Γιάννης δὲν ἐχόρταινε νὰ τὸν κοιτάζῃ, κ᾿ ἐγέλα, ἐγέλα μὲ ἡδονὴν ἄρρητον.

*
* *

Καὶ ὅταν δὲν ἦτο πανηγύρι ὁ Γιάννης μὲ τὸ γαϊδουράκι ἔτρεχε συνήθως εἰς τὴν ἐξοχήν. Εἶχεν ἡ μάννα του μικροὺς ἐλαιῶνας καὶ χωραφάκια, κι ὁ πτωχὸς νέος φαίνεται ὅτι κάτι ἔκαμνεν εἰς γεωργικὰς ἀγγαρείας καὶ βοηθητικὰ ἔργα, μὲ ὅλην τὴν ἀδυναμίαν του. Ἀλλὰ καὶ τότε, ὅταν ἐπέρνα ἀπὸ ἐξωκκλήσι, ἐπέζευεν, ἔδενεν εἰς τὴν ρίζαν θύμου τὸ γαϊδούρι καὶ εἰσήρχετο εἰς τὸν ναΐσκον. Ἐκεῖ ἔβγαζεν ἀτάκτους φωνάς, θέλων νὰ μιμηθῇ τοὺς ψάλτας, καὶ κάποτε ἔβαλλε χεῖρα εἰς εἰκονίσματα καὶ τὰ κατεβίβαζε κάτω διὰ νὰ τὰ ξεσκονίσῃ, ὅπως ἐφρόνει· ἄλλοτε ἔβγαζε τὰ θυρόφυλλα τῆς Ἁγίας Πύλης, κ᾿ ἤρχιζε νὰ τὰ πελεκᾷ μὲ τὸ μικρὸν κλαδευτήρι ποὺ εἶχε. Πότε τὰ ἐπανέφερεν εἰς τὴν θέσιν των, καὶ πότε τ᾿ ἄφηνε κάτω εἰς τὸ ἔδαφος, ὅπου ἔτυχε.

*
* *

Ἡ Μαλαμὼ τοῦ μπαρμπα-Δημητροῦ, συμβία τοῦ Γιώργη τοῦ Πολύζου, ἦτο ἀπαράμιλλος εἰς τὴν θρησκευτικὴν εὐλάβειαν. Ἄλλη δὲν ἦτον ὡς αὐτὴ νὰ τρέχῃ διαρκῶς σ᾿ ὅλα τὰ ξωκκλήσια, νὰ τ᾿ ἀσβεστώνῃ, νὰ τὰ καλλωπίζῃ, ν᾿ ἀνάφτῃ τὰ κανδήλια, πότε μὲ λάδι δικό της, πότε ἐκ μέρους ἄλλων γυναικῶν εὐπορωτέρων της.

Εἶχε μετακομίσει στὶς πλάτες της πέντε ἢ ἓξ παλιοσάνιδα, τὰ ὁποῖα τῆς ἔδωκαν, διὰ νὰ ἐπισκευάσῃ τὴν στέγην τοῦ ναοῦ τοῦ Χριστοῦ στὸ Κάστρον. Ἡ Μαλαμώ, χάριν εὐκολίας, τὰ ἀπέθεσε προσωρινῶς ἔξωθεν τοῦ Κάστρου, πρὸ φοβεροῦ χάσματος τῆς παλαιᾶς γεφύρας, κ᾿ εἰς τὴν κάτω βαθμίδα τῆς ἰλιγγιώδους, μεγαλοβάθρου, κυκλοτεροῦς καὶ πλατείας σκάλας. Ἦτο μεσοβδόμαδα. Ἡ Μαλαμὼ ἔλεγε μέσα της: «Χριστιανὸς δὲν θὰ βρεθῇ νὰ τὰ κλέψῃ». Καὶ ὅμως εὑρέθη. Ὑψηλὰ ἀπὸ τὸ μικρὸν σαθρὸν καλύβι, ὅπου ἦτο ἓν παλιοχώραφον ἀνάμεσα εἰς τὰ ὀρμάνια, ὅπου ἔβοσκε πέντε ἢ ἓξ ψωραλέας αἶγας ὁ Νικολὸς ὁ Μπασιόλης, μακρόθεν ἐπὶ πολλὴν ὥραν ἐτηλεσκόπει τὴν Μαλαμώ, ὥστε εἶχε κάμει στὰ μάτια* νὰ τὴν κοιτάζῃ, κ᾿ ἐμορμύριζε μεγαλοφώνως μέσ᾿ στὰ δόντια του: «Ποῦ τὰ πάει αὐτή, τρομάρα της, τὰ παλιοσάνιδα;»

Τὴν ὑστεραίαν ἡ Μαλαμὼ εἶχε δουλειὰ στὸ σπίτι της, κάτω στὸ χωρίον, τρεῖς ὥρας δρόμον. Τὴν τρίτην ἡμέραν δὲν εὐκαιροῦσεν ὁ σύζυγός της, ὁποὺ ἦτον ὀλίγον κτίστης, ἀλλὰ καὶ ἀγωγιάτης καὶ γεωργός. Τὴν ἄλλην ἦτο Σάββατον, κ᾿ ἡ Μαλαμὼ ἐκατάφερε τὸν σύζυγόν της νὰ ὑπάγουν, μαζὶ καὶ τὸ μουλάρι, νὰ κουβαλήσῃ αὐτὸς ἄμμον κι ἀσβέστην ἀπὸ μίαν ἀνεμιαίαν ἔπαυλιν, ὄχι πολὺ μακρὰν τοῦ Κάστρου, νὰ εἰσέλθουν φέροντες καὶ τὰ σανίδια τ᾿ ἀποτεθειμένα ἔξω, νὰ φθάσουν εἰς τὸν ναὸν τοῦ Σωτῆρος, κι αὐτὴ ν᾿ ἀσβεστώσῃ, κ᾿ ἐκεῖνος ν᾿ ἀνεβῇ στὸν τοῖχον, πατῶν ὡς εἰς σκαλωσιὲς εἰς τὰ λιποπετροῦντα τοιχία τὰ πλαγινά, νὰ καρφώσῃ τὰ σανίδια εἰς τὸ ἐλλιπὲς μέρος τῆς στέγης, νὰ τὰ ἐπιχρίσῃ μὲ τὴν κονίαν ποὺ θὰ ἐζύμωνε μὲ τὰ ὑλικὰ ποὺ ἔμελλε νὰ μετακομίσεις.

.

Φθάνουν εἰς τὰ πρόθυρα τοῦ Κάστρου, κάτω εἰς τὸ βαραθρῶδες τοῦ χάσματος, κοιτάζει ἡ Μαλαμώ. Τὰ σανίδια ἔλειπαν. Ἔκαμε πολλοὺς σταυρούς, ἠπόρησεν, ἠγανάκτησε.

― Τὸ λοιπόν, ποῦ τά ᾽χεις βάλει τὰ σανίδια; ἠρώτησεν ὁ Πολύζος.

―Ἐδῶ τὰ εἶχα βαλμένα, στὸ κάτω σκαλοπάτι τ᾿ ἀκούμπησα.

― Ποῦ εἶναί τα, τὸ λοιπόν;

― Ποῦ ᾽ν᾿ τα; Νὰ κοπῇ τὸ χεράκι του ὅποιος τὰ πῆρε.

― Δὲν σοῦ ᾽πα ἐγώ, βλοημένη, νὰ μὴν κάνῃς μισὲς δουλειές; Ἢ νὰ καρτερέσῃς ἔπρεπε ν᾿ ἀδειάσω, νὰ τὰ κουβαλήσω μὲ τὸ μουλάρι, ἤ, ἀφοῦ τά ᾽φερες, νά ᾽κανες ἀκόμα ἕναν κόπον νὰ τὰ πᾷς ὣς μέσα στὴν Ἐκκλησιά.

― Καὶ ποιὸς ξέρει, ἂν δὲν θὰ τὰ βροῦμε μὲς στὴν Ἐκκλησιά, εἶπε τὸ Μαλαμὼ μὲ εὔκολον θάρρος καὶ πρὸς ἰδίαν της παρηγορίαν. Ἔλα, Χριστέ μου, καμμιὰ καλὴ Χριστιανὴ θὰ ἦρθε χτὲς-προχτὲς ν᾿ ἀνάψῃ τὰ κανδήλια, καὶ τὴν ἐφώτισ᾿ ὁ Θεὸς καὶ τὰ κουβάλησε.

―Ἄμποτε!

Ὁ Πολύζος ἐξεφόρτωσε τὰ ὑλικὰ ἀπὸ τὸ ζῷον, ἔδεσε τὸ ζῷόν του, ἀνέβασε μὲ πολὺν κόπον πρῶτον τὸν σάκκον τῆς ἄμμου, εἶτα τὴν κοπάναν μὲ τὸν ἀσβέστην ἀνὰ τὴν ὑψηλὴν φοβερὰν σκάλαν, ἡ γυνὴ ἀνῆλθε μὲ τὸ καλαθάκι της, ὅπου εἶχε λάδι, κηρία, ὡς καὶ μικρὰν προμήθειαν τροφίμων. Εἶτα ἐφορτώθη αὐτὴ τὸν ἀσβέστην, ὁ ἀνήρ της ἐπῆρε τὴν ἄμμον καὶ τὸ καλαθάκι, ὑπερέβησαν τὴν σιδηρᾶν πύλην, καὶ εἰσῆλθον εἰς τὸ παλαιὸν ἔρημον χωρίον. Μετὰ δέκα λεπτὰ ἔφθασαν πρὸ τοῦ ναοῦ. Ἐξεφορτώθησαν, ἐκάθισαν νὰ ξαποστάσουν. Τῆς ἐφάνη τῆς Μαλαμῶς ὅτι ἤκουε κάτι ὡς χαλαρὰν καὶ ἄρρυθμον ψαλμῳδίαν ἔσωθεν τοῦ ναοῦ. Δὲν ἐπίστευσε τ᾿ αὐτιά της. Ἐπλησίασεν εἰς τὴν θύραν, τὴν ὤθησεν. Ἡ θύρα ἦτο κλεισμένη ἔνδοθεν. Ἠκούοντο τώρα εὐκρινέστερον αἱ ἄμουσοι ψαλμῳδίαι.

―Ὤχ, Θέ μου, τί νὰ εἶναι; εἶπε τὸ Μαλαμώ. Ἔλα, Πολύζο, νὰ ἰδῇς καὶ ν᾿ ἀκούσῃς. Ἡ πόρτα εἶναι κλειδωμένη ἀπὸ μέσα.

Ἐπλησίασεν ὁ ἄνθρωπος, ἔκρουσεν, ὤθησεν ἰσχυρῶς. Εἰς μάτην. Ἡ θύρα ἦτο πράγματι μανδαλωμένη.

― Τί πειρασμὸς εἶναι αὐτός; ἔκραξε τὸ Μαλαμώ, συνάπτουσα τὰς χεῖρας. Τὰ σανίδια λείπουν ἀπ᾿ ἔξω, ἡ πόρτα τῆς ἐκκλησιᾶς κλειδωμένη, κι οὐρλιάσματα ἄχαρα ἀκούονται μέσα. Τί νά ᾽ν᾿ αὐτό; Μπαίνουν τάχα καὶ στὶς ἐκκλησιὲς πειρασμικὰ* πράγματα;

Ἀπ᾿ ὅλον τὸν ἀκατάληπτον βόμβον τοῦ ἤχου τοῦ ἀκουομένου, ἡ ἀκοή των αἴφνης διέκρινε δὶς ἢ τρὶς τὰς λέξεις: «Χριστὸς Ἀνέστη».

― Χριστὸς Ἀνέστη, ἐπανέλαβεν ἡ Μαλαμώ. Κι ἀκόμα τώρα πέρασε τὸ μεσοσαράκοστο.

Ἦτο τῷ ὄντι Σάββατον τῆς Δ´ ἑβδομάδος τῶν Νηστειῶν.

― Μὴν πηαίνῃ ἀλὰ φράγκα αὐτὸς ποὺ εἶναι μέσα; εἶπεν ὁ Πολύζος.

― Στοιχειὸ θὰ εἶναι· ξωρκισμένος ὀξαποδῶ, ἀπήντησεν ἡ Μαλαμώ.

― Κανένας μουρλὸς θὰ εἶναι, εἶπεν ὁ Πολύζος. Ἂς ἰδοῦμε. Μὴν εἶν᾿ ἐκεῖνος ὁ Γιάννης τῆς Λέκαινας;

Ἔκρουσε πάλιν δυνατώτερα τὴν θύραν. Εἶτα ἀνέβλεψεν ἀνὰ τὸν τοῖχον, κ᾿ ἔδειξεν εἰς ὕψος δύο ὀργυιῶν σχεδὸν τὸν μικρὸν φεγγίτην μὲ τὴν χρωματιστὴν ὕαλον, ποὺ ἔφεγγε τὸν ναὸν ἀπὸ τὴν δεξιὰν πλευράν.

― Νὰ μποροῦσα ν᾿ ἀνεβῶ κεῖ ἀπάνω, εἶπεν. Ἔλα, βόηθα, Μαλαμώ, νὰ σωρέψουμε πέτρες πολλές, νὰ τὶς στερεώσουμε, γιὰ ν᾿ ἀνεβῶ ὣς ἐκεῖ.

― Δὲν φωνάζουμε μιά; εἶπε τὸ Μαλαμώ, ἀλλὰ δὲν ὑπῆρξε φωνὴ καὶ ἀκρόασις.

Ἤρχισαν ν᾿ ἀποκόπτουν λίθους ἀπὸ τὰ ἐρείπια τῶν παλαιῶν οἰκιῶν ἐδῶθεν κ᾿ ἐκεῖθεν. Ὅταν συνέλεξαν λίθους ἀρκετούς, ἤρχισεν ὁ Πολύζος νὰ τοὺς στοιβάζῃ εἰς σωρόν. Πλὴν τότε παρ᾿ ἐλπίδα ἠκούσθη κρότος μανδάλου ἢ μοχλίου ἀποσυρομένου καὶ ὀξὺς γέλως ἤχησεν εἰς τὸ χάσμα τῆς διανοιγείσης θύρας.

Ἦτο τῷ ὄντι ὁ Γιάννης τοῦ Λέκα. Ὑπεδέχετο μὲ παιδικοὺς καγχασμοὺς τὴν γυναῖκα καὶ τὸν ἄνδρα της.

―Ἄ! Ἐσύ ᾽σαι λοχεμένε! εἶπεν ἡ Μαλαμώ· γιατί δὲν ἀκοῦς τόσην ὥρα ποὺ σὲ φωνάζουμε;

Ὁ Γιάννης ἀπήντησε διὰ νέου καγχασμοῦ. Ἐστράφησαν πρὸς τὴν θύραν, καὶ εἶδον τὰ ἐντός.

Ὁ Γιάννης εἶχεν ἀνάψει στὰ μανάλια ὅλα τ᾿ ἀπόκηρα, ὅσα εἶχεν εὑρεῖ ἐκεῖ, εἶχε χύσει τὸ λάδι ἀπὸ τὰ κανδήλια, εἶχε κενώσει ὅλον τὸ λαδικόν, ποὺ ηὗρεν εἰς τὸ ἑρμάρι τῆς βορειοδυτικῆς γωνίας, καὶ εἶχε κατορθώσει νὰ [τ᾿] ἀνάψῃ ὡς πυροφάνι μόνον δύο κανδήλια ἐκ τῶν ἑπτὰ ἢ ὀκτὼ τῶν πρὸ τοῦ Τέμπλου καὶ τοῦ προσκυνηταρίου, καὶ ηὐφραίνετο ψάλλων τὸ «Χριστὸς Ἀνέστη», ὅπως αὐτὸς ἤξευρεν. Εἶχε βαρεθῆ τὴν Σαρακοστήν, ἐπόθει τὸ Πάσχα, καὶ ἤρχισε νὰ τὸ προεορτάζῃ.

Ἀφοῦ ἐγέλασεν ἀρκετά, ἡ Μαλαμὼ ἔσβησε τ᾿ ἀπόκηρα, ἐπροσπάθησε νὰ σκουπίσῃ τὰ χυμένα λάδια, καὶ εἶτα ἐμελέτα ν᾿ ἀρχίσῃ τὸ ἀσβέστωμα. Ἐλησμόνει ἤδη τὰ χαμένα σανίδια. Ἀλλ᾿ ὁ Πολύζος εἶπε:

― Καὶ ποῦ ᾽ν᾿ τὰ σανίδια, Μαλαμώ;

― Ποῦ ᾽ν᾿ τα, μαθές; ἐπανέλαβεν ἡ γυνή.

Τυχαίως καὶ στὸν βρόντον ἡ γυνὴ ἐστράφη πρὸς τὸν πτωχὸν νέον, καὶ τὸν ἠρώτησε:

― Μὴν εἶδες, Γιάννη, τὰ σανίδια πουθενά;

Ὁ ἄκακος νέος ἀπήντησε μόνον:

― Κουβάλας.

Ὁ περὶ οὗ ὁ λόγος τῷ ὄντι εἶχε συναντήσει τὸν Γιάννην κατὰ τὴν προχθές, τὴν ὥραν ὁποὺ ἐκουβάλα τὰ κλοπιμαῖα. Τοῦ ἔδωκε δύο ξυλιὲς ὡς ἀρραβῶνα, καὶ τὸν ἐφοβέρισε νὰ μὴν μαρτυρήσῃ τίποτε. Ὁ Γιάννης ἀπήντησε μὲ τὸ παγωμένον γέλιο του.

Εἶχε ξεχάσει τὶς ξυλιές, ὡς καὶ τὴν φοβέραν. Τὴν ἐπαύριον ἀνεῦρε τὰ κλοπιμαῖα ἡ Μαλαμώ.

(1914)

https://www.papadiamantis.org/works/58-narration/414-04-64-to-xristos-anesth-toy-giannh-1914

Πέμπτη, 22 Απριλίου 2021

Πάσχα 2021: Το πραγματικό πρόβλημα

Με μεγάλη θλίψη παρακολουθώ τα όσα διαδραματίζονται τον τελευταίο χρόνο στον εκκλησιαστικό χώρο της πατρίδας μας. Και ως αποκορύφωμα, αυτές τις τελευταίες ημέρες, και το θέμα που έχει προκύψει με την ώρα τελέσεως της Αναστάσεως. 

Από τη μία, οι "Ποιμένες" της επίσημης Ιεραρχίας προσπαθούν απεγνωσμένα να πείσουν τους πιστούς να αποδέχονται αδιαμαρτύρητα ό,τι επιτάσσει ο κύριός τους, δηλαδή ο Καίσαρας (Κράτος/Πολιτεία). Και το ότι ο κύριος των "Ποιμένων" αυτών είναι ο Καίσαρας - ο και μισθοδοτών αυτούς! - , το αποκαλύπτει ο δικός μας Κύριος, δηλαδή ο Ιησούς Χριστός, λέγοντας: "Οὐδεὶς δύναται δυσὶ κυρίοις δουλεύειν· ἢ γὰρ τὸν ἕνα μισήσει καὶ τὸν ἕτερον ἀγαπήσει, ἢ ἑνὸς ἀνθέξεται καὶ τοῦ ἑτέρου καταφρονήσει. Οὐ δύνασθε Θεῷ δουλεύειν καὶ μαμωνᾷ" (Ματθ. Ϛ΄ 24), αλλά και το αποδεικνύει η ίδια στάση των "Ποιμένων", οι οποίοι δρουν κυριολεκτικά ως πέμπτη φάλαγγα του αντιχριστιανικού Κράτους μέσα στην Εκκλησία του Χριστού, ο Οποίος μας προετοίμασε για αυτό λέγοντας: "Ἀμὴν ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ὁ μὴ εἰσερχόμενος διὰ τῆς θύρας εἰς τὴν αὐλὴν τῶν προβάτων, ἀλλὰ ἀναβαίνων ἀλλαχόθεν, ἐκεῖνος κλέπτης ἐστὶ καὶ λῃστής· ὁ δὲ εἰσερχόμενος διὰ τῆς θύρας ποιμήν ἐστι τῶν προβάτων. Τούτῳ ὁ θυρωρὸς ἀνοίγει, καὶ τὰ πρόβατα τῆς φωνῆς αὐτοῦ ἀκούει, καὶ τὰ ἴδια πρόβατα καλεῖ κατ᾿ ὄνομα καὶ ἐξάγει αὐτά. Καὶ ὅταν τὰ ἴδια πρόβατα ἐκβάλῃ, ἔμπροσθεν αὐτῶν πορεύεται, καὶ τὰ πρόβατα αὐτῷ ἀκολουθεῖ, ὅτι οἴδασι τὴν φωνὴν αὐτοῦ· ἀλλοτρίῳ δὲ οὐ μὴ ἀκολουθήσωσιν, ἀλλὰ φεύξονται ἀπ᾿ αὐτοῦ, ὅτι οὐκ οἴδασι τῶν ἀλλοτρίων τὴν φωνήν" (Ιω. ι΄ 1-5). 

Προσπαθούν λοιπόν οι "Ποιμένες" να αποδείξουν ότι η τέλεση της Αναστάσεως στις 9 μ.μ του Μεγάλου Σαββάτου είναι πράξη Οικονομίας. Μάλιστα δε κάποιος αργολόγος "Ποιμένας" ισχυρίστηκε "ότι για τον Θεό δεν παίζει ρόλο η ώρα", αλλά δεν είπε αν συνομίλησε ο ίδιος με τον Θεό και του το αποκάλυψε αυτό! Γιατί αν είναι έτσι, τότε η Ανάσταση θα μπορεί να γίνει π.χ. και στις 9 το πρωί του Μεγάλου Σαββάτου ("κατ᾿  Οικονομίαν", βεβαίως, βεβαίως).

Από την άλλη, έχουν εκφραστεί πολλών ειδών επιχειρήματα (βάσιμα, αλλά και αβάσιμα) στα πλαίσια της προσπάθειας να αποδειχθεί ότι η τέλεση της Αναστάσεως στις 9 μ.μ του Μεγάλου Σαββάτου συνιστά πράξη Παρανομίας. Τα επιχειρήματα αυτά θα μπορούσαν ίσως, και σχετικά εύκολα, να αναιρεθούν αν η Εκκλησία ήταν εκείνη που έκανε εφαρμογή της Οικονομίας. Στην περίπτωσή μας όμως Η ΟΥΣΙΑ ΤΗΣ ΠΑΡΑΝΟΜΙΑΣ ΕΓΚΕΙΤΑΙ ΣΤΟ ΓΕΓΟΝΟΣ ΤΗΣ ΕΠΕΜΒΑΣΕΩΣ ΤΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ ΣΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ. Ενός νεοδαιμονοκρατικού Κράτους που εμπαίζει τους πιστούς για ακόμη μία φορά, όταν θεωρεί πως αν η Ανάσταση γίνει στις 12 το βράδυ υπάρχει κίνδυνος, ενώ αν γίνει στις 9 μ.μ., όχι!  

Ο δικός μας Κύριος, ο Ιησούς Χριστός, προστάζει: "ἀπόδοτε οὖν τὰ Καίσαρος Καίσαρι καὶ τὰ τοῦ Θεοῦ τῷ Θεῷ" (Ματθ. κβ΄ 21). Για αυτόν ακριβώς τον λόγο, σε ό,τι έχει σχέση με τον Θεό και την Εκκλησία Του, εμείς οφείλουμε να συνεχίσουμε να ακολουθούμε τις εντολές Του, αθόρυβα και χωρίς προκλήσεις - "φρόνιμοι ὡς οἱ ὄφεις" (Ματθ. ι΄ 16), κατά την εντολή Του -, έστω και αν "παρανομούμε" ενώπιον ενός Κράτους-σταυρωτή που χλευάζει συνεχώς τον Χριστό.

Κάθε (ουσιαστικός, όχι φαινομενικός) συμβιβασμός με τις επεμβάσεις στην Εκκλησία από ένα τέτοιο Κράτος, είτε γενικώς, είτε και ειδικώς για την ώρα της Αναστάσεως, είναι κατακριτέος. Πρέπει δε να προσέξουν και οι Ορθόδοξοι Ποιμένες και να μη δώσουν "Δήλωση Νομιμοφροσύνης" επιβάλλοντας τη μετάθεση της συνηθισμένης ώρας της Αναστάσεως, σε άλλη ώρα επιτρεπόμενη από το Κράτος...

Ο νοών νοείτω.

Τετάρτη, 7 Απριλίου 2021

Αρχιεπίσκοπος Ερμογένης Γκολούμπεφ (+25 Μαρτίου 1978 π.η.): Ατρόμητος Ποιμένας εν μέσω λύκων

 

Νικολάου Μάννη

Ο μακαριστός Αρχιεπίσκοπος Ερμογένης Γκολούμπεφ (κατά κόσμον Αλέξιος) γεννήθηκε το 1896 στο Κίεβο. Πατέρας του ήταν ο Στέφανος Γκολούμπεφ (+1920, Καθηγητής της Θεολογικής Ακαδημίας του Κιέβου, γιος του Πρωτοπρεσβυτέρου Τιμοθέου Γκολούμπεφ και γαμπρός του Καθηγητού της Θεολογικής Ακαδημίας της Μόσχας Φιλίππου Τερνόφσκι [+1884]) και αδελφός του ο Βλαδίμηρος Γκολούμπεφ (+1914,  Πρόεδρος της πατριωτικής οργάνωσης "Δικέφαλος Αετός").

Απόφοιτος της Θεολογικής Ακαδημίας της Μόσχας, έγινε μοναχός το 1919 από τον μετέπειτα Ιερομάρτυρα Θεόδωρο Ποζντιέφσκι (+1937, ηγέτης της λεγόμενης ομάδας "Ντανίλοφ", δηλαδή των μη-μνημονευτών της Μονής Αγίου Δανιήλ Μόσχας, Ιερομαρτύρων Παρθενίου Μπριάνσκ, Δαμασκηνού Τσέντρικ και άλλων, μαρτυρησάντων το 1937, που διέκοψαν το μνημόσυνο του Μητροπολίτου Σεργίου, λόγω του συμβιβασμού του με το άθεο Σοβιετικό Κράτος) και το 1921 χειροτονήθηκε ιερομόναχος από τον ίδιο τον Πατριάρχη Μόσχας Άγιο Τύχωνα (+1925).

Ο π. Ερμογένης (μετέπειτα Αρχιεπίσκοπος) με τον δόκιμο Βασίλειο - μετέπειτα Αρχιεπίσκοπο Χιλής Λεόντιο - στη Λαύρα των Σπηλαίων του Κιέβου το 1923.

Υπήρξε ο πρώτος πνευματικός πατέρας του Αρχιεπισκόπου Χιλής Λεοντίου (ο οποίος συμμετείχε στις χειροτονίες των Ελλήνων Παλαιοημερολογιτών Επισκόπων το 1962), τότε δόκιμου Βασιλείου, ο οποίος γράφει για τον π. Ερμογένη στα Απομνημονεύματά του: "Ήταν τόσο λεπτός που φαινόταν ότι το δέρμα κρατούσε τα κόκαλα του. Ήταν σαν ένας σκελετός. Αλλά τα μάτια του ήταν ασυνήθιστα διαπεραστικά, σαν να μπορούσαν να δουν απευθείας μέσα στην ψυχή σου". 

Ο π. Ερμογένης είχε ιδρύσει και την "Αδελφότητα του Οσίου Θεοδώρου του Στουδίτου", με στόχο την πνευματική ενίσχυση του μοναχισμού. Συνελήφθη για πρώτη φορά τη Μεγάλη Πέμπτη του 1923 και παρέμεινε εξόριστος μέχρι τον Δεκέμβριο του 1924, ενώ το 1926 εκλέχθηκε (παμψηφεί!) ηγούμενος των 600 διωχθέντων μοναχών της Λαύρας των Σπηλαίων του Κιέβου (η οποία είχε παραδοθεί από τους Μπολσεβίκους στους νεοημερολογίτες "Ανακαινιστές" της "Ζωντανής Εκκλησίας") μέχρι το 1931, έτος το οποίο συνελήφθη ξανά από τους Κομμουνιστές και καταδικάστηκε ως μέλος της "εν Κιέβω αντεπαναστατικής οργανώσεως "Αληθινή Ορθόδοξη Εκκλησία"" σε θανατική ποινή, η οποία μετεβλήθη σε δεκαετή κάθειρξη (απελευθερώθηκε στα οκτώ έτη, λόγω σοβαρής πνευμονικής νόσου που εμφάνισε).

Μετά την απελευθέρωσή του υπηρέτησε στην πόλη Αστραχάν και μετέπειτα στην Σαμαρκάνδη του Ουζμπεκιστάν μέχρι και το 1953, έτος κατά το οποίο χειροτονήθηκε Επίσκοπος Τασκένδης (Καζακστάν) και Κεντρικής Ασίας. 

Έκτοτε εγκαινιάζει ένα νέο είδος αντιστάσεως κατά της αθεϊστικής δικτατορίας, πρωτοφανές και εντυπωσιακό! Χρησιμοποιεί τα ίδια τα κείμενα και τους νόμους των Κομμουνιστών και τα στρέφει εναντίον τους. Εδώ πρέπει να σημειωθεί το εξής πολύ σημαντικό: το Σοβιετικό Κράτος δεν είχε ποινικοποιήσει επίσημα την πίστη στον Χριστό, αλλά δίωκε τους Χριστιανούς χρησιμοποιώντας άλλου είδους κατηγορίες, όπως: «αντισημιτισμός», «συμμετοχή σε αντεπαναστατική οργάνωση», «δυσφήμηση του σοβιετικού κράτους» και άλλες, ενώ ταυτόχρονα επέτρεπε την ηθική τους δολοφονία μέσω των Μέσων Ενημέρωσης (δηλαδή ότι περίπου γίνεται σήμερα και στα δεξιά αθεϊστικά Κράτη). Θεωρητικά λοιπόν εμφανιζόταν ως ένα απλά ανεξίθρησκο κράτος. Βλέποντας αυτήν την υποκρισία ο Αρχιεπίσκοπος Ερμογένης, αποφάσισε να τους αντιμετωπίσει με τα ίδια τους τα όπλα.

Όταν προσπάθησαν να σφραγίσουν τους ναούς της επαρχίας του επισκέφθηκε τους αρμόδιους εκπροσώπους των αρχών και άρχισε να τους κατηγορεί για ...αντισοβιετισμό και σαμποτάζ εναντίον του σοβιετικού καθεστώτος, παρουσιάζοντάς τους αποσπάσματα από έργα του Λένιν, που είχε γράψει πως «οι άνθρωποι πρέπει να είναι απαλλαγμένοι από επαίσχυντες αστυνομικές διώξεις για την πίστη τους»! Ο Επίτροπος για τις Θρησκευτικές Υποθέσεις έγραψε στην έκθεσή του ότι ο Αρχιεπίσκοπος Ερμογένης ήρθε σε αυτόν και άρχισε να παραθέτει από το περιοδικό "Κομμουνιστής" αρ. 5 του 1962, αποσπάσματα από το άρθρο "Φιλοσοφικές αρχές του Βλαδιμήρου Λένιν" απαιτώντας την αυστηρή εφαρμογή τους! Η παράδοξη και επιθετική τακτική του Αρχιεπισκόπου έκανε τους αθέους να χάσουν το έδαφος κάτω από τα πόδια, χωρίς να ξέρουν πώς να αντιδράσουν!

Το 1956 εξαπάτησε το Σοβιετικό Κράτος ζητώντας άδεια για την αναστήλωση τάχα παλαιού ιστορικού ναού του Αγίου Παντελεήμονος, την οποία χρησιμοποίησε για την ανέγερση του νέου εντυπωσιακού ναού της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, χωρητικότητας 4.000 πιστών. Με την ίδια τακτική αναστήλωσε και έκτισε και άλλους ναούς.

Ο Ι.Ν. Κοιμήσεως της Θεοτόκου στην Τασκένδη.  

Για τις παραπάνω ενέργειες το 1960 εκδιώχθηκε από την έδρα ανεπισήμως (το Κράτος του έδωσε "υποχρεωτική άδεια" για ...ενάμιση χρόνο!). Το 1963 ανέλαβε την Αρχιεπισκοπή Καλούγκα και Μπορόφσκ μέχρι την αποπομπή του το 1965, εξαιτίας της συνεχούς αντιδράσεώς του στις ενέργειες του Σοβιετικού Κράτους. Ήδη από το 1959, ο Κρατικός Επίτροπος Θρησκευτικών Υποθέσεων του Ουζμπεκιστάν έγραφε: "Παρατηρώντας τις δραστηριότητες του Αρχιεπισκόπου Ερμογένη με έπεισε ότι είναι πολύ εχθρικός προς τη Σοβιετική πραγματικότητα. Χωρίς να ικανοποιείται από τον ρόλο της Εκκλησίας που καθορίστηκε από τη Σοβιετική Πολιτεία, ο Ερμογένης με τις δραστηριότητές του καταπατά κατάφωρα τη σοσιαλιστική νομιμότητα, όντας οπαδός του εχθρού του σοβιετικού συστήματος - του πρώην Πατριάρχη Tύχωνα".

Ο υπ᾿ αυτού χειροτονηθείς π. Παύλος Αντίλγκιμ (+2013, επίσης φυλακισθείς επί τριετία για "συκοφαντική δυσφήμιση του σοβιετικού συστήματος" και δολοφονηθείς από έναν δαιμονισμένο, ο οποίος μαχαιρώνοντάς τον φώναξε: "Αυτό διατάζει ο Σατανάς!") θυμάται για τον Αρχιεπίσκοπο Ερμογένη: "Στα σοβιετικά χρόνια, υπήρχε μια αυστηρή διαδικασία για τη χειροτονία του κληρικού. Ο επίσκοπος έπρεπε να "συμφωνήσει" με την Κυβέρνηση για την υποψηφιότητα του ιερέα πριν από το χειροτονία και το διορισμό του (σημ. ημ. έτσι μέσω της Δεσποτοκρατίας ελέγχουν τα άθεα Κράτη την επίσημη Εκκλησία). Φαίνεται απίστευτο, αλλά ο Αρχιεπίσκοπος Ερμογένης δεν τήρησε αυτήν την εντολή... Επίσης με Διάταγμά του απαγόρευε στους κατώτερους κληρικούς να δίνουν δώρα σε όσους βρίσκονται σε ανώτερες θέσεις και μόνο οι ανώτεροι επιτρεπόταν να δίνουν δώρα στους νεότερους. Αυτή η απόφαση κατέστησε αδύνατη τη Σιμωνία και τη διαφθορά. Τέλος, για τη σταθερότητα και την πίστη του στο καθήκον του Επισκόπου, ο Αρχιεπίσκοπος Ερμογένης έχασε τη θέση του".

Εκείνη την εποχή, ετοιμαζόταν μια ριζική μεταρρύθμιση της ενοριακής διοίκησης, σύμφωνα με την οποία ο ιερέας στερούταν κάθε δικαίωμα στην ενορία. Ο Αρχιεπίσκοπος Ερμογένης ήταν ένθερμος αντίπαλος αυτής της μεταρρύθμισης. Για αυτόν τον λόγο, δεν προσκλήθηκε στην Αρχιερατική Σύνοδο. Εν συνεχεία, έγραψε επιστολές διαμαρτυρίες προς τον Χρουστσόφ και σε άλλους υψηλόβαθμους Κομμουνιστές, όπου αναφέρει λεπτομερώς άρθρα του Συντάγματος, διατάγματα του Λένιν και αποφάσεις του Κομμουνιστικού Κόμματος, που καταπατούνται από τις τοπικές αρχέςΗ επιχειρηματολογία της καταπάτησης των ίδιων αποφάσεων της ηγεσίας του κόμματος ήταν τόσο τεκμηριωμένη που προκάλεσε πανικό στους διώκτες. Ταυτόχρονα, ο Αρχιεπίσκοπος Ερμογένης ανέφερε πολλά συγκεκριμένα παραδείγματα για το παράνομο κλείσιμο εκκλησιών και την παραβίαση των δικαιωμάτων των πιστών, ενώ αρνήθηκε απότομα να συμμορφωθεί με την εντολή του Επιτρόπου Θρησκευμάτων για να του δώσει λίστες με εκείνους τους ανθρώπους που έρχονται να βαπτίσουν τα παιδιά τους! Ταυτόχρονα, η αθεϊστική προπαγάνδα εντάθηκε επειγόντως στην επαρχία του Αρχιεπισκόπου Ερμογένους· μόνο το 1965, έγιναν 2.768 αθεϊστικές διαλέξεις, δηλαδή 7 διαλέξεις ανά ημέρα, ενώ το όνομα του ηρωϊκού Αρχιεπισκόπου δυσφημούταν καθημερινά στα τοπικά μέσα ενημέρωσης με κάθε δυνατό τρόπο. Αυτό όμως δεν είχε αποτέλεσμα, αφού ο Επίτροπος αναγκάστηκε να αναφέρει στις αρχές ότι ο αριθμός των βαπτισμένων αυξήθηκε στις περιοχές αυτές από 60 σε 87%, ενώ αυξήθηκε κατακόρυφα και ο αριθμός των ενοριτών.

Οι αρχές συνειδητοποίησαν ότι στο πρόσωπο του Αρχιεπισκόπου Ερμογένη είχαν έναν πολύ δύσκολο και αποφασισμένο αντίπαλο, με τον οποίο δεν μπορούσαν να αναμετρηθούν. Επιπλέον, οι επιστολές διαμαρτυρίες του έγιναν γνωστές και στο εξωτερικό. Αυτό το γεγονός ληταν αρκετό για να κατηγορηθεί για αντικρατικές δραστηριότητες και υποστήριξη του ...ιμπεριαλισμού και του παγκόσμιου καπιταλισμού! Το  1965 το υποταγμένο στο Σοβιετικό Κράτος Πατριαρχείο τον έθεσε σε αργία και ο Αρχιεπίσκοπος Ερμογένης τέθηκε σε περιορισμό στην ιστορική Μονή Κοιμήσεως της Θεοτόκου στο Ζιροβίτσκι της Λευκορωσίας, στην οποία έζησε τα τελευταία δεκατρία χρόνια της ζωής του.

Σε αυτήν τον προσέγγισε, κατόπιν συστάσεως του Αρχιεπισκόπου Χιλής Λεοντίου και ένας μοναχός για να χειροτονηθεί ιερέας για την Εκκλησία των Κατακομβών, αλλά ο Αρχιεπίσκοπος Ερμογένης τον ενημέρωσε πως ακόμη και στην απομόνωση που βρίσκεται παρακολουθείται στενά από κομμουνιστές πράκτορες και αν τον χειροτονήσει ίσως θέσει σε κίνδυνο τους πιστούς των Κατακομβών, που θα αποκαλύπτονταν.

Το 1967, από την απομόνωση, ο Αρχιεπίσκοπος Ερμογένης απέστειλε μία φοβερή Επιστολή με την οποία δήλωσε πως παρά την παρουσία Χάρης στο Πατριαρχείο Μόσχας, η Ιεραρχία του δεν είναι νόμιμη, επειδή οι Αρχιερείς δεν εκλέγονται από τον πιστό κλήρο και λαό, αλλά διορίζονται από το άθεο Κράτος. Πρέσβευε πως πρέπει να επέλθει πραγματικός διαχωρισμός Εκκλησίας - Κράτους, ώστε η πρώτη να καταστεί, ως οργανισμός, πραγματικά ανεξάρτητη από το δεύτερο,  και μάλιστα βάσει της ίδιας της νομοθεσίας που αυτό δημιούργησε για την ταπείνωση και τη φθορά της.

Ακόμη και κατά τον 13ετή εγκλεισμό του στο μοναστήρι δεν αφέθηκε ήσυχος. Του απαγορεύτηκε αρχικά να λειτουργεί, μετά να κηρύττει, έπειτα να ψάλλει και στο τέλος ακόμη και απλά να παρευρίσκεται μέχρι το τέλος των Ακολουθιών, επειδή πλήθος ανθρώπων τον περιέβαλε και ζητούσε την ευλογία του!  

Ο Αρχιεπίσκοπος Ερμογένης κοιμήθηκε περιφρονημένος το 1978, στις 25 Μαρτίου, με το παλαιό ημερολόγιο, ημέρα του Ευαγγελισμού (την ίδια ημέρα με τον Πατριάρχη Μόσχας Άγιο Τύχωνα, 53 χρόνια μετά) και προβλέποντας την κοίμησή του ζήτησε να ταφεί στο αγαπημένο του Κίεβο, στο οποίο άρχισε τους, υπέρ της Ορθοδοξίας, αγώνες του. Σε δύο γυναίκες που τον είχαν συναντήσει λίγες μέρες πριν την κοίμησή του είχε πει: "Ελάτε στο Κίεβο, θα σας δω σύντομα". Η σοβιετική κυβέρνηση που τον φοβόταν ακόμη και νεκρό, επί δύο εβδομάδες δεν έδινε άδεια για την ταφή του. Όμως, παρά μια τέτοια καθυστέρηση, και σύμφωνα με μααρτυρίες αρκετών αυτοπτών, το σώμα του κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, αλλά και μέχρι την ταφή του (στο νεκροταφείο Κορτσεβάτσκι στο Κίεβο), όχι μόνο δεν υπέστη φθορά, αλλά άρχισε και να ευωδιάζει πιστοποιώντας την αγιότητα του. 


Υπάρχει ένας θρύλος ότι το σώμα του Αρχιεπισκόπου Ερμογένους δεν βρίσκεται τώρα στον τάφο. Μεταφέρθηκε κρυφά από κάποιους πιστούς για να μη συληθεί από τους Μπολσεβίκους. Ένας μικρός κύκλος ανθρώπων γνωρίζει που βρίσκονται τα λείψανα και διαβεβαιώνουν πως είναι άφθαρτα.
Να έχουμε την ευχή του!



ΠΗΓΕΣ:


https://spzh.news/ru/istorija-i-kulytrua/70209-kak-arkhijepiskop-jermogen-uchil-kommunistov-sledovaty-zavetam-lenina

http://volgeparhia.ru/2020/05/19/arxiepiskop-ermogen-golubev-i-arximandrit-mixej-xarxarov-kak-zhilos-v-zhirovickom-monastyre-gonimym-vlastyu/

https://psmb.ru/a/sorabotnik-boga.html

http://www.regels.org/Hermogen-Yakunin.htm

https://www.pravmir.ru/byt-svobodnym-vo-xriste-arxiepiskop-ermogen-golubev/

Νικολάου Μάννη, Ο Λέων της Ορθοδοξίας: Ο Αρχιεπίσκοπος Χιλής Λεόντιος (1904-1971) και η προσφορά του στην Αληθινή Ορθοδοξία (υπό έκδοση).