Πέντε χρόνια συμπληρώνονται φέτος από την ίδρυση Εξαρχίας του Πατριαρχείου Μόσχας στη Αφρική μετά από πολυάριθμες αιτήσεις που υπέβαλαν κληρικοί του Πατριαρχείου Αλεξανδρείας, οι οποίοι αρνήθηκαν να δεχτούν την απόφαση του Προκαθημένου τους να αναγνωρίσει την ψευδεκκλησία του Επιφανίου Ντουμένκο.
Δεδομένου ότι και η Εκκλησία της Ελλάδας υπό τον Αρχιεπίσκοπο κ. Ιερώνυμο έχει αναγνωρίσει την εν λόγω ψευδεκκλησία είναι πιθανό το Πατριαρχείο Μόσχας να ιδρύσει και εδώ Εξαρχία; Μπορεί δηλαδή μία Τοπική Εκκλησία να ιδρύσει Εξαρχία σε έδαφος άλλης Τοπικής Εκκλησίας ή αυτό αποτελεί αντικανονική «εισπήδηση», όπως ονομάζεται στη γλώσσα του εκκλησιαστικού δικαίου η παραβίαση των ορίων μιας κανονικής δικαιοδοσίας;
Εάν μια Τοπική Εκκλησία πέσει σε αίρεση ή σχίσμα, τότε όχι μόνο επιτρέπεται, αλλά και επιβάλλεται, όποια άλλη ορθοδοξούσα Τοπική Εκκλησία έχει τη δυνατότητα, να επέμβει εξαρχικώς για να υποστηρίξει την Ορθοδοξία, μέχρι την αποκατάστασή της.
Αυτό το αποδεικνύει η ίδια η εκκλησιαστική ιστορία με τα κάτωθι ενδεικτικά παραδείγματα:
α. Εξαρχία της Εκκλησίας της Κωνσταντινουπόλεως σε έδαφος της Εκκλησίας της Ρώμης (1577-1797)
Αρχής γενομένης με τον Γαβριήλ Σεβήρο η έδρα της Μητροπόλεως Φιλαδελφείας μεταφέρθηκε στη Βενετία μέχρι την πτώση της Ενετικής Δημοκρατίας το 1797. Επί δύο αιώνες ο εν τη Βενετία εδρεύων εκάστοτε Μητροπολίτης Φιλαδελφείας ποίμαινε τους Ορθοδόξους της πόλης και των άλλων περιοχών της Ιταλίας ως Έξαρχος, Επίτροπος και Τοποτηρητής του Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως (βλ. Ιωάννου Βελούδου, Χρυσόβουλα και γράμματα των Οικουμενικών Πατριαρχών ανήκοντα εις τους Φιλαδελφείας Μητροπολίτας Υπερτίμους και Εξάρχους Πατριαρχικούς, Βενετία, 1873) λόγω του ότι η Εκκλησία της Ρώμης είχε αποσχισθεί από την Ορθόδοξη Εκκλησία και είχε πέσει σε αίρεση.
β. Εξαρχία της Εκκλησίας της Αλεξανδρείας σε έδαφος της Εκκλησίας της Κωνσταντινουπόλεως (1594-1597, 1600-1601)
Επειδή την εποχή εκείνη όλοι σχεδόν οι Αρχιερείς της Μητροπόλεως Κιέβου (που ανήκε ακόμη εκκλησιαστικά στο Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως και πολιτικά στην Πολωνο-Λιθουανική Κοινοπολιτεία) ήταν έτοιμοι να υποταχθούν στον Πάπα της Ρώμης, ο Πατριάρχης Αλεξανδρείας Άγιος Μελέτιος Πηγάς διόρισε ως Έξαρχό του τον Άγιο Κύριλλο Λούκαρι (+1638) για να υποστηρίξει τους Ορθοδόξους που αντιδρούσαν στα ουνιτικά σχέδια των Επισκόπων τους. Ο Λούκαρις οργάνωσε την ορθόδοξη αντίσταση (ευρισκόμενος αρχικά στη Βίλνα και έπειτα σε Βρέστη, Λεοντόπολη και Οστρόγκ) και συμμετείχε στην Σύνοδο της Βρέστης (1596), ως εκπρόσωπος του Αλεξανδρείας, η οποία, υπό την προεδρία του Εξάρχου Κωνσταντινουπόλεως Αγίου Νικηφόρου Παράσχη, καταδίκασε τους αποστάτες Αρχιερείς (Andrzej Borkowski, Αγώνας των Ορθοδόξων Πατριαρχείων κατά της Ουνίας στην Πολωνία..., Αθήνα, 2008).
Και στις δύο παραπάνω περιπτώσεις υπήρχε ανάγκη διαποίμανσης ή υποστήριξης των Ορθοδόξων οι οποίοι επειδή δεν ήθελαν να υποταχθούν σε αιρετικούς ή σχισματικούς Αρχιερείς και να δεχθούν τις παράνομες ενέργειές τους, απευθύνθηκαν σε άλλες Τοπικές Εκκλησίες για ενίσχυση.
Για αυτό θεωρώ ότι εάν υπάρξει ικανός αριθμός αιτήσεων από κληρικούς και λαϊκούς της Ελλάδος (είτε από αυτούς που ήδη δεν εξαρτώνται διοικητικά από την Εκκλησία της Ελλάδος λόγω της εισαγωγής του νέου ημερολογίου, είτε από αυτούς που δεν συμφωνούν με την αναγνώριση της ουκρανικής ψευδεκκλησίας), τότε θα είναι πολύ πιθανόν να ιδρυθεί Εξαρχία του Πατριαρχείου Μόσχας και ενταύθα, παρά την πιθανότητα ότι ένα τέτοιο γεγονός να επιφέρει διώξεις σε όσους ενταχθούν σε αυτήν, όπως ισχυρίζονται όσοι θεωρούν ότι δεν υπάρχει πραγματική δημοκρατία και ελευθερία στην Ελλάδα.
Σε όσους δε ευαίσθητους «κανονολόγους» προ σπαθήσουν να χαρακτηρίσουν μια τέτοια ενέργεια ως «εισπήδηση», θα πρότεινα να στρέψουν την ευαισθησία τους σε μια περίπτωση η οποία αποτελεί όντως εισπήδηση και αφορά σε Εξαρχία της Εκκλησίας της Κωνσταντινουπόλεως σε έδαφος της Εκκλησίας της Αλεξανδρείας. Αναφέρομαι στην «Πατριαρχική Εξαρχία Μελίτης» η οποία «ἱδρύθη διά Πατριαρχικοῦ καί Συνοδικοῦ Τόμου τῇ 14ῃ Ἰανουαρίου 2021» και «περιλαμβάνει τάς νήσους Μάλτα, Γκόζο, Κομίνο καί τάς πέριξ αὐτῶν νησίδας, τελεῖ δέ ὑπό τήν ἄμεσον δικαιοδοσίαν τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου» ( https://ec-patr.org/ entities/patriarhiki-eksarxia- melitis/ ).
Όμως «ἡ Λιβύη, δηλαδὴ ἡ Μαρμαρική, ἡ Κυρηναϊκὴ καὶ ἡ Τριπολιτική, μετὰ τῆς ἀπ’ αὐτῆς ἐξαρτωμένης Μελίτης (Μάλτας) καὶ τῶν παρὰ ταύτην νησίδων Γαύλου (Γκότσο) καὶ Κύμης (Κόμινο), ὑπέκειντο εἰς τὸ Πατριαρχεῖον Ἀλεξανδρείας διὰ τῆς Αἰγυπτιακῆς Διοικήσεως» (Γεωργίου Σκαλιέρη, Το Πατριαρχείον Αλεξανδρείας, Αθήνα, 1927, σελ. 10). Συγκεκριμένα η «Επισκοπή Μελίτης νήσου» (δηλαδή η Μάλτα με τις νησίδες της) υπαγόταν στην Επαρχία Βυζακίας ή Βυζαντίδος (Τυνησίας) με Μητρόπολη την Καρθαγένη (Καρχηδόνα), της οποίας ήταν μία από τις δεκαέξι Επισκοπές της (στο ίδιο, σελ. 26-27 και Μακαρίου Τηλλυρίδη, The Patriarchate of the great city of Alexandria, 1998, σελ 115).
Νικόλαος Μάννης
(Δημοσιεύθηκε - με επεξεργασία στη γλώσσα και τον τονισμό - και στην εφημερίδα "Ορθόδοξος Τύπος", αρ. 2608 / 16 Οκτωβρίου 2026)

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου