"ἡμέρας παρατηρεῖσθε καὶ μῆνας
καὶ καιροὺς καὶ ἐνιαυτούς;" (Γαλ. δ΄ 10)
Και ώρες! Και ώρες, θα συμπλήρωνε ο Απόστολος Παύλος.
Διότι είναι πλέον γνωστό ότι μέσα στους κόλπους των Παλαιοημερολογιτών υπάρχει μία μεγάλη ομάδα (και όχι μόνο κληρικών) που θεωρεί ότι η Ανάσταση πρέπει να γίνεται στις 12 με τη χειμερινή ώρα, δηλαδή στη 1 με την θερινή. Αυτό βεβαίως δεν θα ήταν απαραίτητα κακό, εάν δεν είχαν εξυψώσει αυτήν την αντίληψη σχεδόν σε Δόγμα Πίστεως!
Το κυριότερο επιχείρημα που χρησιμοποιούν είναι ότι μετά τις 00.00 αλλάζει η ημέρα και γίνεται Κυριακή και επομένως με τη νέα ώρα δεν έχει πάει ακόμη Κυριακή και όσοι φύγουν αμέσως μετά το "Δεύτε λάβετε φως" θα φάνε κρέας χωρίς ακόμη να έχει αλλάξει η μέρα...
Πρώτα από όλα πρέπει να παρατηρήσουμε ότι αυτοί που θα φύγουν αμέσως με τη λήψη του Φωτός και δεν παραμείνουν στην υπόλοιπη Ακολουθία, αποδεικνύουν ότι δεν είναι άνθρωποι της Εκκλησίας και φυσικά ήδη θα κρεωφαγούσαν και κατά τη διάρκεια και της υπόλοιπης Τεσσαρακοστής. Για αυτό όμως (όπως και για κάθε προσωπική αμαρτία) η Εκκλησία δεν φέρει καμία ευθύνη (ειδάλλως θα είχε ευθύνη και για τους άνθρώπους που φεύγουν πριν τελειώσει η κάθε Λειτουργία και πηγαίνουν να φάνε!).
Σχετικά με το πότε αρχίζει η ημέρα της Κυριακής, πρέπει να πούμε μερικά πράγματα, για να μη πέφτουν οι άνθρωποι θύματα του ...παλαιοωρολογιτισμού.
Σήμερα το πρωί διαβάσαμε στο Α΄ Ανάγνωσμα: "καὶ ἐγένετο ἑσπέρα καὶ ἐγένετο πρωί, ἡμέρα μία" (Γεν. α΄ 5). Αυτό το εδάφιο της Βίβλου καθόρισε τον υπολογισμό της ημέρας κατά τους Ιουδαίους, υπολογισμό που κληρονόμησε και η Εκκλησία - και αργότερα και η Πολιτεία (Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία). Έτσι η ημέρα ξεκινά από τη δύση του ηλίου. Μέχρι και το 1821 στη χώρα μας ίσχυε αυτή η μέθοδος μέτρησης της ώρας και για την Πολιτεία, αφού και η Οθωμανική Αυτοκρατορία την είχε υιοθετήσει (ώρα Alaturka). Αντιθέτως στη Δύση είχαν αρχίσει να χρησιμοποιούν νέο σταθερό σύστημα μέτρησης (ώρα Alafranga) με αφετηρία πλέον (ώρα 00.00) όχι τη δύση του ηλίου, αλλά τα μεσάνυχτα, βασισμένο στο σύστημα της παλαιάς Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας (Dies Civilis). Το νέο αυτό σύστημα ώρας (που ισχύει μέχρι και σήμερα) αποτελεί καινοτομία που υιοθέτησε και η Ελληνική Πολιτεία, ενώ το παλαιό σύστημα διασώζεται πλέον μόνο στο Άγιον Όρος (η λεγόμενη βυζαντινή ώρα). Στη λειτουργική πράξη όμως διασώζεται και στην Εκκλησία, όπου κάθε απόγευμα ψάλλουμε τον Εσπερινό της "επόμενης" (κατά το κοσμικό σύστημα) ημέρας. Μάλιστα, τη Μεγάλη Εβδομάδα ψάλλουμε και τον Όρθρο, πράγμα που στις σλαβικές Εκκλησίες τηρείται καθόλη τη διάρκεια του έτους.
Έτσι η Κυριακή, η ημέρα της Αναστάσεως, ξεκινά αμέσως μετά τη δύση του Σαββάτου. Ο Ευαγγελιστής Λουκάς γράφει ότι οι γυναίκες "τὸ μὲν Σάββατον ἡσύχασαν κατὰ τὴν ἐντολήν" (Λουκ. κγ΄ 56). Τήρησαν δηλαδή την αργία του Σαββάτου και μετά ξεκίνησαν. Εμείς γνωρίζουμε ότι η αργία του Σαββάτου για τους Εβραίους δεν σταματά στις 23.59 (δηλαδή όπως ορίζουμε εμείς τη λήξη του Σαββάτου), αλλά η λήξη της καθορίζεται από το σκοτάδι μετά τη δύση του ηλίου του Σαββάτου, και σε καμία περίπτωση δεν υπερβαίνει τη μία ώρα μετά από αυτήν. Γνωρίζουμε επίσης ότι η δύση του ηλίου κατά την ημέρα του πρώτου Μεγάλου Σαββάτου, όταν δηλαδή το Σώμα του Κυρίου ήταν ακόμη στον Τάφο, ήταν περίπου στις 18.00 με το σημερινό σύστημα ώρας. Επομένως γύρω στις 7 το απόγευμα του Σαββάτου (κατά τους Εβραίους, την επόμενη μέρα, αφού είχε παρέλθει πλέον το Σάββατο) ξεκίνησαν οι γυναίκες και όταν έφθασαν στον Τάφο αργά το βράδυ και πριν την ανατολή (η οποία συνέβαινε περίπου στις 06.00-06.30, μιας και ήταν περίοδος λίγο μετά την εαρινή ισημερία) ο Κύριος είχε ήδη αναστηθεί. Επομένως η Ανάσταση έγινε κάποια στιγμή ανάμεσα στη δύση του ηλίου του Σαββάτου και στην ανατολή του ηλίου της Κυριακής, αλλά δεν γνωρίζουμε την ακριβή ώρα. Συγκεκριμένα δεν την γνωρίζει κανείς άνθρωπος, διότι ούτε στη Γραφή αναφέρεται, ούτε αποκαλύφθηκε σε κανέναν. Για αυτό οι παλαιοί Χριστιανοί γιόρταζαν την Ανάσταση άλλοι (όπως οι Χριστιανοί της Αλεξάνδρειας) μετά την δύση του ηλίου (δηλαδή το εσπέρας του Σαββάτου), που είχε μπει η τρίτη ημέρα όπως είπαμε, και άλλοι (όπως οι Χριστιανοί της Ρώμης) λίγο πριν την ανατολή όταν λαλούσαν τα κοκόρια. Επομένως η θεσμοθέτηση της ώρας 12 τα μεσάνυκτα είναι περισσότερο μία μέση λύση και σε καμία περίπτωση δεν εκφράζει την ακριβή ώρα της Αναστάσεως του Κυρίου, η οποία παραμένει άγνωστη. Όποιος λοιπόν ισχυρίζεται ότι ο Κύριος αναστήθηκε στις 12 τα μεσάνυχτα είναι πλανεμένος.
Πριν συνεχίσουμε τον σχολιασμό παρουσιάζουμε σε μετάφραση την Κανονική Επιστολή του Αγίου Διονυσίου Αλεξανδρείας (η οποία είναι επικυρωμένη από Οικουμενική Σύνοδο και περιλαμβάνεται και στο "Πηδάλιον") προς τον Επίσκοπο Βασιλείδη, και η οποία αναφέρεται στο θέμα μας.
ΚΑΝΟΝΙΚΗ ΕΠΙΣΤΟΛΉ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑΣ (+265) ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΕΠΙΣΚΟΠΟ ΒΑΣΙΛΕΙΔΗ
Μου έστειλες επιστολή, πιστότατε και λογιώτατε υιέ μου, ρωτώντας με ποια ώρα πρέπει να λήγει η νηστεία την ημέρα του Πάσχα. Διότι λες ότι κάποιοι από τους αδελφούς υποστηρίζουν ότι αυτό πρέπει να γίνεται με το λάλημα του πετεινού (ξημερώματα), ενώ άλλοι λένε από το εσπέρας.
Οι αδελφοί στη Ρώμη, όπως λένε, περιμένουν τον πετεινό, ενώ για τους εδώ (στην Αλεξάνδρεια) έλεγες ότι σταματούν τη νηστεία νωρίτερα. Ζητάς, λοιπόν, να τεθεί ένας ακριβής όρος και μια απολύτως καθορισμένη ώρα, πράγμα που είναι και δύσκολο και σφαλερό.
Διότι όλοι συμφωνούν ομόφωνα σε ένα πράγμα: ότι πρέπει να ξεκινά η γιορτή και η ευφροσύνη μετά τον χρόνο της Αναστάσεως του Κυρίου μας, και μέχρι εκείνη τη στιγμή να ταπεινώνουμε τις ψυχές μας με τις νηστείες. Εσύ ο ίδιος μάλιστα, με όσα μου έγραψες, απέδειξες πολύ ορθά —έχοντας μελετήσει τους θείους Ευαγγελιστές— ότι δεν φαίνεται στα Ευαγγέλια τίποτα το απόλυτα ακριβές σχετικά με την ώρα που αναστήθηκε ο Χριστός
Οι Ευαγγελιστές λοιπόν περιέγραψαν με διαφορετικό τρόπο εκείνους που πήγαν στο μνημείο σε διαφορετικές ώρες, και όλοι είπαν ότι βρήκαν τον Κύριο ήδη αναστημένο. Και το "Ὀψὲ δὲ σαββάτων" (αργά το Σάββατο), όπως είπε ο Ματθαίος (Ματθ. κη΄ 1), και "πρωΐ σκοτίας ἔτι οὔσης", όπως γράφει ο Ιωάννης (Ιω. κ΄ 1), και "ὄρθρου βαθέος", όπως ο Λουκάς (Λουκ. κδ΄ 1), και "λίαν πρωῒ ἀνατείλαντος τοῦ ἡλίου", όπως ο Μάρκος (Μαρκ. ιστ΄ 2).
Αλλά το πότε ακριβώς αναστήθηκε, κανείς δεν το δήλωσε με σαφήνεια. Ομολογείται όμως το εξής: ότι από αργά το Σάββατο, την ώρα που ξημέρωνε η πρώτη ημέρα της εβδομάδας (Κυριακή), μέχρι την ανατολή του ηλίου εκείνης της ημέρας, όσοι πήγαν στο μνημείο δεν Τον βρήκαν πλέον να κείτεται μέσα σε αυτό.
Και ας μην υποθέσουμε ότι οι Ευαγγελιστές διαφωνούν ή αντιφάσκουν μεταξύ τους. Ακόμη κι αν φαίνεται ότι υπάρχει κάποια μικροδιαφορά στο ζητούμενο, όλοι συμφωνούν ότι το φως του κόσμου, ο Κύριός μας, ανέτειλε εκείνη τη νύχτα, έστω κι αν διαφέρουν ως προς την ακριβή ώρα. Εμείς ας προσπαθήσουμε με καλή διάθεση και πίστη να ταιριάξουμε τα λεγόμενα.
Όσα είπε ο Ματθαίος έχουν ως εξής: "Αργά το Σάββατο, την ώρα που ξημέρωνε η πρώτη ημέρα της εβδομάδας, ήρθε η Μαρία η Μαγδαληνή και η άλλη Μαρία για να δουν τον τάφο. Και ιδού, έγινε μεγάλος σεισμός· διότι άγγελος Κυρίου κατέβηκε από τον ουρανό, πλησίασε, αποκύλισε τον λίθο και καθόταν πάνω του. Η εμφάνισή του ήταν σαν αστραπή και το ένδυμά του λευκό σαν χιόνι. Από τον φόβο του οι φύλακες έτρεμαν και έγιναν σαν νεκροί. Ο άγγελος τότε είπε στις γυναίκες: Μη φοβάστε εσείς, γιατί ξέρω ότι ζητάτε τον Ιησού τον εσταυρωμένο· δεν είναι εδώ· αναστήθηκε, όπως είπε".
Αυτό το "οψέ" (αργά), κάποιοι θα νομίσουν, σύμφωνα με τη συνηθισμένη χρήση της λέξης, ότι εννοεί το απόγευμα του Σαββάτου. Όσοι όμως το κατανοούν πιο σοφά, θα πουν ότι δεν εννοεί αυτό, αλλά τη βαθιά νύχτα, καθώς η λέξη "οψέ" δηλώνει βραδύτητα και μεγάλη διάρκεια χρόνου. Και ότι εννοεί τη νύχτα και όχι το απόγευμα, το έδειξε προσθέτοντας τη φράση "την ώρα που ξημέρωνε η πρώτη ημέρα της εβδομάδας" (Κυριακή). Και εκείνες ήρθαν, όχι φέρνοντας ακόμη τα αρώματα (όπως λένε οι υπόλοιποι), αλλά για να δουν τον τάφο, και βρήκαν τον σεισμό να έχει γίνει και τον άγγελο να κάθεται πάνω στην πέτρα και τον άκουσαν να τους μιλά.
Δεν είναι εδώ, αναστήθηκε". Παρομοίως και ο Ιωάννης λέει: "Την πρώτη ημέρα της εβδομάδας (Κυριακή), η Μαρία η Μαγδαληνή ήρθε στο μνημείο πρωί, ενώ ήταν ακόμα σκοτάδι, και είδε τον λίθο σηκωμένο από το μνημείο". Σύμφωνα με αυτόν, λοιπόν, είχε ήδη έρθει ενώ υπήρχε ακόμη σκοτάδι.
Ο δε Λουκάς λέει: "Το Σάββατο αναπαύθηκαν σύμφωνα με την εντολή, αλλά την πρώτη ημέρα της εβδομάδας, τα βαθιά χαράματα (ὄρθρου βαθέος), ήρθαν στο μνήμα φέρνοντας τα αρώματα που ετοίμασαν, και βρήκαν τον λίθο αποκυλισμένο από το μνημείο". Ο "βαθύς όρθρος" ίσως φανερώνει το πρώτο φως της αυγής που αρχίζει να φαίνεται την Κυριακή, επειδή είχε πλέον περάσει τελείως όλο το Σάββατο μαζί με τη νύχτα που το ακολούθησε, και άρχιζε η επόμενη ημέρα, όταν εκείνες ήρθαν φέρνοντας τα αρώματα και τα μύρα. Από αυτό είναι φανερό ότι ο Χριστός είχε αναστηθεί πολλή ώρα πριν.
Σε αυτό συμφωνεί και ο Μάρκος, λέγοντας: "Αγόρασαν αρώματα για να πάνε να Τον αλείψουν· και πολύ πρωί την πρώτη ημέρα της εβδομάδας έρχονται στο μνημείο, αφού ανέτειλε ο ήλιος". Διότι και αυτός είπε "λίαν πρωί", που είναι το ίδιο με το "βαθέος όρθρου", και πρόσθεσε "αφού ανέτειλε ο ήλιος". Είναι φανερό ότι η αναχώρηση και η πορεία τους ξεκίνησε στα βαθιά χαράματα και πολύ πρωί, αλλά η διαδρομή τους παρατάθηκε και η παραμονή τους στο μνημείο κράτησε μέχρι την ανατολή του ηλίου. Και τότε τους λέει ο λευκοφορεμένος νεανίσκος: "Αναστήθηκε, δεν είναι εδώ".
Έχοντας έτσι τα πράγματα, σε όσους ζητούν ακριβή προσδιορισμό, δηλώνουμε ποια ώρα, ή μισή ώρα, ή τέταρτο της ώρας πρέπει να ξεκινά η χαρά για την Ανάσταση του Κυρίου μας από τους νεκρούς.
Εκείνους που βιάζονται υπερβολικά και σταματούν τη νηστεία πριν κοντέψουν σχεδόν μεσάνυχτα ("πρὸ νυκτὸς ἐγγὺς ἤδη μεσούσης"), τους μεμφόμαστε ως αμελείς και ακρατείς, επειδή εγκαταλείπουν τον δρόμο λίγο πριν το τέλος - όπως λέει και ένας σοφός: "Στη ζωή, το παραμικρό, δεν είναι μικρό πράγμα".
Εκείνους όμως που καθυστερούν και αντέχουν περισσότερο, καρτερώντας μέχρι την τέταρτη φυλακή (ξημερώματα), κατά την οποία ο Σωτήρας μας εμφανίστηκε σε όσους έπλεαν περπατώντας πάνω στη θάλασσα, τους αποδεχόμαστε ως γενναίους και φιλόπονους.
Όσοι πάλι βρίσκονται ενδιάμεσα και αναπαύθηκαν ανάλογα με το πώς κινήθηκαν ή πώς άντεξαν, ας μην τους πολυενοχλούμε. Διότι ούτε τις έξι ημέρες της νηστείας (της Μεγάλης Εβδομάδος) όλοι τις περνούν με τον ίδιο τρόπο. Άλλοι μένουν εντελώς άσιτοι όλες τις ημέρες, άλλοι δύο, άλλοι τρεις, άλλοι τέσσερις και άλλοι καμία. Σε όσους κουράστηκαν πολύ από την παρατεταμένη νηστεία και έπειτα εξαντλήθηκαν και σχεδόν λιποθυμούν, υπάρχει συγγνώμη αν φάνε νωρίτερα.
Αν όμως κάποιοι, όχι μόνο δεν νήστεψαν παρατεταμένα, αλλά ούτε καν νήστεψαν ή και καλοπέρασαν τις προηγούμενες τέσσερις ημέρες, και μετά έρχονται στις τελευταίες δύο - την Παρασκευή και το Σάββατο - και μόνο αυτές νηστεύουν, νομίζοντας ότι κάνουν κάτι σπουδαίο και λαμπρό αν παραμείνουν μέχρι το πρωί, δεν νομίζω ότι ο αγώνας τους είναι ίσος με εκείνους που ασκήθηκαν τις περισσότερες ημέρες.
Αυτά, λοιπόν, όπως νομίζω, έγραψα δίνοντας σχετική συμβουλή.
Εδώ όπως βλέπουμε το ζήτημα αφορά κυρίως την ώρα της κατάλυσης της νηστείας και κατακρίνονται όσοι καταλύσουν πριν από τα μεσάνυχτα (προσοχή, οι ίδιοι κατακρίνονται, δεν ευθύνεται η Εκκλησία για την τυχόν παρανομία τους).
Ακόμη λοιπόν και εάν ειπωθεί το "Δεύτε λάβετε φως" στις 12 με την χειμερινή (11 θερινή) για να ολοκληρωθεί η Ακολουθία (Όρθρος και Θεία Λειτουργία της Αναστάσεως) απαιτούνται τουλάχιστον δύο ώρες ακόμη. Θα έχουν επομένως παρέλθει τα μεσάνυκτα και δεν υπάρχει κανένας κίνδυνος κατακρίσεως των πιστών.
Το πρόβλημα λοιπόν δεν είναι στην ακριβή ώρα της Αναστάσεως (η οποία είναι άγνωστη όπως είπαμε), αλλά στο ότι πολλοί δεν παρακολουθούν μέχρι τέλους την Ακολουθία. Όμως με το να επιβάλλεται ως ώρα Αναστάσεως η ώρα 1, τότε δυσχεραίνονται ακόμη περισσότερο αυτοί που ενδεχομένως να παρέμεναν μέχρι το τέλος. Έτσι ο γνωστός αυτός χωρίς επίγνωση ζήλος, καταντά για άλλη μια φορά βλαπτικός. Και είναι κρίμα που οι Ποιμένες δεν το βλέπουν...
Ας θίξουμε όμως και άλλη μία πτυχή. Το πρόβλημα με την επιβολή της 1ης πρωινής ώρας, ως ώρα Αναστάσεως, από τους παλαιοωρολογίτες είναι και μία ξεκάθαρη δήλωση υπερηφάνειας, ότι αυτοί δεν είναι ούτε σαν τους "σχισματοαιρετικούς" νεοημερολογίτες, ούτε σαν τους άλλους τους "χλιαρούς" παλαιοημερολογίτες, αλλά αντιθέτως αποτελούν τους σούπερ "γνήσιους" και "αυθεντικούς" Ορθοδόξους...
Λησμονούν όμως, εν τη αφρόνω καυχήσει τους, ότι οι πρόγονοί μας, το 1924 διαμαρτυρήθηκαν κατά της Ημερολογιακής Καινοτομίας, κυρίως επειδή διέσπασε τους Έλληνες Ορθοδόξους και χώρισε τις οικογένειές τους. Τώρα με τέτοιες πράξεις (για να μη θίξουμε και την πολυδιάσπασή τους σε παρατάξεις) δεν χωρίζουν και δεν διχάζουν τις οικογένειες των Ελλήνων;
Ας ελπίσουμε ότι ο Αναστηθείς Κύριος θα φωτίσει το σκότος όλων μας με το Φως της Αναστάσεώς Του!
"Είναι μυστήριο πότε ο Χριστός ανεστήθη. Είναι από τα κεκρυμμένα. Την αρχήν της Αναστάσεως δεν την ξέρομε. Δηλαδή πότε ανεστήθη ο Χριστός δεν το ξέρομε. Ξέρομε μόνο την αρχή…, το τέλος της Αναστάσεως. Αντιθέτως ξέρομε την αρχή της Αναλήψεως. Αλλά δεν ξέρομε το τέλος της Αναλήψεως. Πού έφθασε ο Χριστός; Καταλάβατε;Λοιπόν ο Χριστός απέθανε επί του Σταυρού την Παρασκευή στις 3 το μεσημέρι. Και ανεστήθη ξημερώνοντας Κυριακή. Η Κυριακή όμως ξέρετε από πότε άρχιζε; Η δευτέρα ημέρα της εβδομάδος; Μετά τη δύση του ηλίου το Σάββατο. Σε μας η αλλαγή του 24ώρου γίνεται τα μεσάνυχτα. Κατά το εβραϊκό ημερολόγιο εγίνετο από δύση σε δύση ηλίου. Συνεπώς, ο Χριστός έμεινε 3 ώρες την Παρασκευή, 24 ώρες το Σάββατο (=27), και κάποιες ώρες, ΑΓΝΩΣΤΟ πόσο, την Κυριακή" (π. Αθανάσιος Μυτιληναίος)
ΑπάντησηΔιαγραφήΣτο Άγιον Όρος τηρηται η βυζαντινή ώρα όπως γράφτηκε.
ΑπάντησηΔιαγραφήΤην Ανάσταση του Κυρίου την κάνουμε στις 6 ώρα βυζαντινή πάντα. Η διαφορά όμως με την κοσμική ποικίλη. Φέτος η διαφορά είναι 4 ώρες. Συνεπώς στις 2 κοσμική θα πούμε το "Χριστός Ανέστη"