"Κρείττων γὰρ ἐπαινετὸς πόλεμος εἰρήνης χωριζούσης Θεοῦ· καὶ διὰ τοῦτο τὸν πραῢν μαχητὴν ὁπλίζει τὸ Πνεῦμα, ὡς καλῶς πολεμεῖν δυνάμενον" Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος

Τρίτη, 25 Δεκεμβρίου 2012

Τῇ ΙΒ' τοῦ αὐτοῦ μηνός, Μνήμη τοῦ Ὁσίου Πατρὸς ἡμῶν καὶ θαυματουργοῦ Σπυρίδωνος

ΑΠΟ ΤΟ ΣΥΝΑΞΑΡΙΟΝ ΑΛΥΠΙΟΥ ΜΟΝΑΧΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ

ΑΓΙΟΥ ΣΠΥΡΙΔΩΝΟΣ· ᾿Εγεννήθη εἰς τὴν Κύπρον τὸ ἔτος 270, ἐνυμφεύθη ἀπέκτησε τέκνα ἀπέθανε ἡ σύζυγός του, ὁ ἅγιος ἐζοῦσε ὁσίως. ῏Ητο ταπεινός, φιλόξενος ποιμήν προβάτων. ᾿Εχειροτονήθη ἐπίσκοπος τῆς πόλεως Τριμυθοῦντος Κύπρου. Μία φορὰ ἔγινε ἀνομβρία καὶ ἀπέθνησκον ἀπὸ τὴν πεῖνα. Προσευχομένου τοῦ ἁγίου γέμισε ὁ οὐρανὸς σύνεφα καὶ ὅταν τὰ δάκρυά του ἔσταξαν εἰς τὴν γῆν ἔβρεξε! Κάποιος πτωχὸς ἐζήτησε ἀπὸ πλούσιον ὀλίγο σίτον, ὁ πλούσιος τὸν ἔδιωξε, ὁ ἅγιος τοῦ εἶπε· «Θὰ ἴδης τὸ σπίτι σοῦ γεμᾶτο καὶ θὰ σὲ παρακαλῇ νὰ πάρης σίτον». ᾿Εκείνη τὴν νύκτα ἔγινε πλημύρα καὶ τοῦ πλουσίου ὁ σῖτος ἐχύθη εἰς τοὺς δρόμους. ᾿Εκεῖνος ὡς δῆθεν ἐλεήμων ἔλεγε εἰς τοὺς πτωχοὺς νὰ λάβουν ὅσο θέλουν. ᾿Ετσι ἐπαληθεύθηκε ὁ λόγος τοῦ ἁγίου. ῞Ενας γεωργὸς ἐζήτησε ἀπὸ τὸν πλούσιον αὐτὸν σίτον δανεικὸ διὰ νὰ σπείρῃ. ᾿Εκεῖνος χωρὶς χρήματα δὲν τοῦ ἔδιδε. ᾿Ηλθε ὁ πτωχὸς εἰς τὸν ἅγιον, ὁ ἅγ.Σπυρίδων τὸν παρηγόρησε καὶ τοῦ ἔδωκε ἕνα χρυσοῦν ὄφιν νὰ τὸ δώσῃ ἐνέχυρο καὶ νὰ λάβῃ ὅ,τι τοῦ χρειάζεται. ῾Ο πτωχὸς τὸ ἐπῆγε εἰς τὸν πλούσιον, ἐδανείστηκε σίτον, ἐκείνη τὴ χρονιὰ ἔκαμε πλούσια σοδιὰ ἐπλήρωσε τὰ χρέη τοῦ καὶ ἔφερε τὸν χρυσοῦν ὄφιν εἰς τὸν ἅγιον ὁ ὁποῖος μὲ τὴν προσευχή του εἰς Θεὸν ἐζήτησε νὰ γίνῃ ὁ χρυσὸς ὄφις, ὅπως πρῶτα ἀπὸ ὄφι εἰς χρυσὸ εἶχε μεταβληθῆ. Καὶ εὐθύς! Τὸ ἄψυχο χρυσὸ ἔγινε ζωντανὸς ὄφις. ῎Αλλη φορὰ εἶχε πλημμυρίση ὁ ποταμὸς μὲ τὴν προσευχὴ τοῦ ἐσταμάτησε ὁ ποταμὸς καὶ διῆλθε χωρὶς νὰ βραχῄ. Εἰς τὴν Α΄ Οικουμενικὴν Σύνοδον ἔκαμε τὸ σημεῖο τοῦ Τιμίου Σταυροῦ εἰς κεραμίδι λέγοντας· «Εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρός» καὶ εὐθὺς πῦρ ἀνέβη πρὸς τὰ ἐπάνω, ἔπειτα λέγων· «καὶ τοῦ Υἱοῦ» ὕδωρ ἔρρευσε πρὸς τὰ κάτω, καὶ πάλι λέγων· «καὶ τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος» ἔμεινε τὸ χῶμα εἰς τὸ χέρι του. ῾Ο φιλόσοφος ἐκεῖνος ποὺ ὑπερασπιζόταν τὸν αἱρετικὸ ῎Αρειο ἐπίστευσε καὶ ἐβαπτίσθηκε. ᾿Επέστρεψε εἰς τὴν Κύπρο καὶ εὗρε τὴν θυγατέρα του τὴν παρθένον Εἰρήνη ἀποθαμμένη. Μία γυναίκα ἐζητοῦσε ἕνα χρυσὸ κόσμημα τὸ ὁποῖον ἔδωκε νὰ τὸ φυλάξῃ ἡ Εἰρήνη. ῾Ο ἅγιος δὲν τὸ εὕρισκε εἰς τὴν οἰκία τοῦ ἦλθε εἰς τὸν τάφον καὶ ἐνώπιον τοῦ λαοῦ ἐρώτησε τὴν Εἰρήνη ποὺ ἔβαλε τὸ κόσμημα. ᾿Εκείνη ἀπήντησε· «Εἰς τὸν τάδε τόπον» ὁ ἅγιος εἶπε· «κοιμήθητι τέκνον, ἕως τὴν κοινὴν ᾿Ανάστασιν». Εὗρε τὸ κόσμημα τὸ ἔδωκε εἰς τήν γυναίκα. ῾Ο βασιλεὺς Κωνστάντιος ἀσθενήσας ἐδέετο τοῦ Θεοῦ. Εἶδε εἰς τὸν ὕπνον τοῦ ἄγγελον νὰ τοῦ δείχνῃ ἀνάμεσα εἰς πλῆθος ἐπισκόπων δύο οἱ ὁποῖοι μόνον αὐτοὶ ἠμποροῦν νὰ τὸν θεραπεύσουν. ῾Ο βασιλεὺς διέταξε καὶ ἦλθον ἐνώπιόν του οἱ ἐπίσκοποι. ῾Ο ἅγιος Σπυρίδων ἦλθε μὲ τὸν φίλον τοῦ Τριφύλιον εἰς τὰ ἀνάκτορα, μὲ ταπεινὴ ἐνδυμασία. Εἰς φρουρὸς ἐρράπισε καὶ ἔδιωξε τὸν ἅγιον. ῾Ο ἅγιος Σπυρίδων ἔστρεψε καὶ τὸ ἄλλο μέρος τοῦ προσώπου του. ῾Ο φρουρὸς ἐζήτησε συγχώρησι. ῾Ο βασιλεὺς προσέπεσε εἰς τὸν ἅγιον ὑποκλῖνας τὴν κεφαλὴν τοῦ ζητῶν εὐχήν. Εὐλογήσας ὁ ἅγιος μὲ τὴν ἁγίαν δεξιά του τὸν βασιλέα, εὐθὺς ἰατρεύθη. Τοῦ εἶπε νὰ εἶναι συμπαθὴς καὶ νὰ εὐεργετῄ καὶ νὰ μὴ δεχθῇ τίποτε τὸ ὁποῖον δὲν πιστεύει ἡ ᾿Εκκλησία. ῾Ο βασιλεὺς τὸν ἐβίασε νὰ λάβῃ χρυσάφι, ὁ ἅγιος πρὶν φθάση εἰς τὴν πατρίδα του τὸ ἐμοίρασε ἐλεημοσύνας. ῾Ο βασιλεὺς μαθῶν αὐτὸ ἐχάρη καὶ ἔκαμε νόμον οἱ κληρικοὶ νὰ μὴ πληρώνουν φόρον. Εἰς τὴν ᾿Αντιόχεια (ὅπου ἐθεράπευσε τὸν βασιλέα) γυνὴ τὶς ἔφερε τὸ νεκρὸ βρέφος της. ῾Ο ἅγιος τὴν ἐσπλαχνίσθη, γονάτισε, εὐχόμενος, καταβρέχοντας τὴν γῆν μὲ τὰ δάκρυά του καὶ ἀνέστησε αὐτό. ῾Η μητέρα τοῦ βρέφους ἀπὸ τὴν χαρὰ τῆς λιποθύμησε καὶ ἀπέθανε. ῾Ο διάκονος ᾿Αρτεμίδωρος παρεκάλεσε τὸν ἅγιον, ὁ ὁποῖος εὐχηθεὶς λέγει εἰς τὴν νεκράν· «᾿Εν ὀνόματι τοῦ Κυρίου ἀνάστηθι» καὶ ὦ! τῶν θαυμασίων Σοῦ Κύριε!! ῾Η νεκρὰ ἀνέστη. ῾Ο ἅγιος εἶπε εἰς τὸν διάκονό του καὶ τὴν γυναίκα νὰ μὴ γνωρίζῃ κανεὶς ὅσο ζῇ διὰ τὸ θαῦμα αὐτό, ἐκεῖνοι μετὰ τὸν θάνατόν του τὸ ἐφανέρωσαν. Μία φορὰ ἕνας βοσκὸς ἐπῆγε νὰ ἀγοράσῃ αἴγας ἀπὸ ἅγιον. ῾Ο ἅγ.Σπυρίδων τοῦ εἶπε νὰ ἀφήσῃ ἐκεῖ τὰ χρήματα καὶ νὰ τὰς λάβῃ. Βλέπων ὁ βοσκὸς ὅτι ὁ ἅγιος δὲν ἐνέτρησε τὰ χρήματα, ἄφησε ὀλιγώτερα κατὰ τὴν ἀξίαν μιᾶς αἰγός. ῞Οταν ἀνεχώρησε ὁ βοσκὸς ἐπέστρεψε ἡ αἴξ (ὡς νὰ ἐγνώριζε ὅτι ἦτο ἀπλήρωτη) καὶ εἰσῆλθε εἰς τὴν μάνδρα. Τοῦτο ἔγινε τρεῖς φορές, τέλος ὁ βοσκὸς διὰ τῆς βίας ἐπ᾿ ὤμου τὴν ἐπῆρε. Τὸ ζῷο μὲ τὰ κέρατά του τὸν ἐκτυποῦσε. ῾Ο ἅγιος τοῦ λέγει· «Τέκνον, μήπως ἐλησμόνησες νὰ τὴν πληρώσης καὶ διὰ τοῦτο δὲν σ᾿ ἀκολουθεῖ; ᾿Εκεῖνος ζήτησε συγχώρησι, ἐπλήρωσε καὶ ἡ αἴγα ἀκολουθοῦσε. Εἰς τὸ χωρίον ᾿Ερυθρὰ τῆς Κωνσταντίας (ἐπαρχίας Κύπρου) τελουμένου ἑσπερινοῦ εἶπε εἰς τὸν ψάλτη νὰ ψάλλῃ συντομώτερα διότι εἶναι κουρασμένος. ᾿Εκεῖνος ἔψαλλε ἀργὰ ἀπὸ ἀνθρωπαρέσκεια μᾶλλον, τὸν ἐπετίμησε καὶ ἔγινε ἄφωνος καὶ ἐτελείωσε μόνος του ὁ ἅγιος τὸν ἑσπερινό. Μὲ τὶς παρακλήσεις τῶν χωρικῶν τὸν ἐσυγχώρησε καὶ ἐπανῆλθε ἡ φωνή του ὄχι καλλίφωνος ὡς πρότερον ἀλλὰ μέτρια διὰ νὰ μὴ ὑπερηφανεύεται. ῎Αλλη φορὰ ὅταν ἔψαλλε ἑσπερινὸ ἠκούσθη ἄνωθεν ψαλμωδία πολλῶν ἀγγέλων νὰ ἀποκρίνωνται. «καὶ τῷ πνεύματί Σου» καί «Κλεριε ἐλέησον» πολὺ γλυκεῖα καὶ ἐναρμόνιος φωνή. Οἱ εὑρισκόμενοι ἐκεῖ πλησίον, ἤκουσαν, ἦλθαν εἰς τὸν ναὸν καὶ οὐδεὶς ἄλλος ἄνθρωπος ἦτο, μόνο ὁ ἅγιος καὶ ὁ διάκονος. ᾿Αλλοτε τὸ ἔλαιον τῆς κανδήλας ἐτελείωνε, μὲ τὴν εὐχὴ τοῦ ἐξεχείλησε ἔλαιο καὶ ἔτρεχε ὥστε ἐγέμισαν δοχεῖα.
Εἰς πολλοὺς προέλεγε τὰς κρυφὰς σκέψεις των καὶ διόρθωνε αὐτούς. Εἶχε αἰγοπρόβατα διὰ τὰς ἀνάγκας τῶν πτωχῶν, μία νύκτα ἦλθαν κλέπται ἀλλὰ θεῖα δυνάμει ἐδέθησαν ἀοράτως ἀκίνητοι. Τὸ πρωΐ ὁ ἅγιος τοὺς ἔλυσε μὲ τὴν εὐχή του, τοὺς νουθέτησε νὰ μὴ κλέπτουν καὶ τοὺς χάρισε καὶ δύο κριοὺς διὰ τὴν ὁλονύκτιον ἀγρυπνία των. ῾Ο πατριάρχης ᾿Αλεξανδρείας λιτανεύοντας μὲ ὅλους τοὺς ἐπισκόπους -κλῆρο καὶ λαό, ἔπεσαν τὰ εἴδωλα καὶ συνετρίβησαν. ῞Ενα μόνο ἔμενε ὄρθιο παρὰ τὰς προσευχάς. ᾿Αγγελος εἶπε εἰς πατριάρχην νὰ προσκαλέσῃ τὸν ἅγιον Σπυρίδωνα. Μόλις ἔφθασε ὁ ἅγιος Σπυρίφων εἰς τὸ λιμάνι ἐκρημνίσθη τὸ εἴδωλο ἐκεῖνο καὶ ἔγινε χῶμα. ῾Ο πατριάρχης ᾿Αλεξανδρείας δὲν ἐγνώριζε τὴν ἄφιξι τοῦ ἁγίου, μαθῶν διὰ τὴν ἀόρατον καταστροφὴ τοῦ εἰδώλου εἶπε· «Νὰ εἶσθε βέβαιοι ὅτι ἦλθε ὁ μέγας Σπυρίδων» καὶ τὸν προϋπάντησαν μὲ τιμᾷς. Μίαν φορὰ εἰς καιρὸν θερισμοῦ μὲ ἐργάτας ἐθέριζε καὶ ὁ ἅγιος τὰ χωράφια του, τότε ἔπιπτον σταγόνες ὡς δρόσος μόνο εἰς τήν κεφαλὴν τοῦ ἁγίου (καὶ ὄχι εἰς τοὺς ἄλλους). ᾿Εθεσε τὴν χείρα του εἰς τὴν κεφαλή του καὶ ἐφύτρωσαν τρίχες ξανθαὶ καὶ μαῦραι. ῾Ο ἅγιος τοὺς ἐξήγησε ὅτι σύντομα χωρίζεται ἡ ψυχή του ἀπὸ τὸ σῶμα του καὶ ὅτι ὁ Θεὸς θὰ τιμήσῃ μὲ δόξαν τὴν τελευτή μου, ἀναρίθμητοι ἄνθρωποι θὰ κάμουν μεγάλη ἑορτὴ τὴν ἡμέρα αὐτή. Σὲ ἡλικία 78 ἐτῶν τὸ 348 ἐκοιμήθη ἐν Κυρίῳ. Μέχρι τὸν 7ον αἰῶνα τὸ σῶον ἅγιον λείψανό του ἦτο εἰς τὴν πατρίδα του, μετὰ διὰ τὸν κίνδυνο τῶν βαρβάρων μετεφέρθη εἰς Κων/πολι. Τὴν 14-5-1489 τὸ ἅγ. Λείψανο μετεκόμισε εἰς Παραμυθία ᾿Ηπείρου ὁ ἱερεὺς Γρηγόριος Πολύευκτος καὶ μέτ᾿ ὀλίγα ἔτη ὁ ἴδιος μετεκόμισε εἰς Κέρκυρα εἰς τὸν συμπολίτη καὶ πρόσφυγα ἱερέα Γεώργιον Καλοχαιρέτην. ῾Υπάρχουν δωρητήρια καὶ συμβόλαια, διαθῆκες ἀπὸ γονεῖς εἰς κληρονόμους. Τὸ 1527 ἔκτισαν ναόν καὶ ἔθεσαν τὸ ἄγ.Λείψανο. ᾿Επὶ ῾Ενετοκρατίας ὁ ᾿Αντιναύαρχος ᾿Ανδρέας Πιζάνης διοικητὴς τῆς Κερκύρας ἠθέλησε νὰ τοποθετήσῃ καὶ λατινικὸ θυσιαστήριο ὥστε μαζὶ μὲ ὀρθόδοξον λειτουργία νὰ τελῆται καὶ Λατινικὴ λειτουργία μὲ ἄζυμα. Δύο φορὲς τοῦ ἐφανερώθηκε εἰς τὸν ὕπνον του καὶ τὸν διέταξε νὰ παύσῃ αὐτό. ῾Ο Πιζάνης δὲν τὸ ἐπίστευε, ἐνόμιζε ὅτι ἦτο δαιμονικὸ ὄνειρο. Μία νύκτα ἐξεράγη ἡ πυριτιδαποθήκη τοῦ φρουρίου καὶ ἐφονεύθησαν πολλοὶ Λατίνοι. ῾Ο Πιζάνης μὲ τὸν Λατίνο θεολόγο (τὸν ὁποῖο συνεβουλεύετο) εὑρέθησαν νεκροί. ᾿Ολίγο πρὶν τὴν ἔκρηξι ὁ φύλαξ εἶδε τὸν ἅγιο Σπυρίδωνα νὰ πλησιάζῃ μὲ ἀναμμένη δάδα εἰς τὸ φρούριο καὶ ἕνα ἄλλος εἶδε τρεῖς φλόγες νὰ βγαίνουν ἀπὸ τὸ κωδονοστάσιο τοῦ ναοῦ τοῦ ἁγίου καὶ εἰσῆλθον εἰς ἀποθήκη φρουρίου καὶ ἡ πυρίτιδα ἐξεράγη. ᾿Εκείνη τὴν νύκτα ποὺ συνέβησαν αὐτὰ 12 Νοεμ 1718 κεραυνὸς κατέκαυσε τὴν οἰκία τοῦ Πιζάνου, χωρὶς νὰ βλάψῃ ἄλλο κτίριο. Τὰ ἀναρίθμητα θαύματα τοῦ ἁγίου Σπυρίδωνος τίς διηγήσεται; «Θαυμαστὸς ὁ Θεὸς ἐν τοῖς ἁγίοις αὐτοῦ»!!

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου