"Κρείττων γὰρ ἐπαινετὸς πόλεμος εἰρήνης χωριζούσης Θεοῦ· καὶ διὰ τοῦτο τὸν πραῢν μαχητὴν ὁπλίζει τὸ Πνεῦμα, ὡς καλῶς πολεμεῖν δυνάμενον" Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος

Σάββατο, 7 Δεκεμβρίου 2019

Μητροπολίτης Θεόδωρος: «Οι Φαναριώτες έχουν ιδιότυπη στάση απέναντι στους Ιερούς Κανόνες και την Παράδοση της Εκκλησίας του Χριστού»


Ο Μητροπολίτης Kamenetz-Podolsky Θεόδωρος πιστεύει ότι η αναγνώριση των Ουκρανών σχισματικών από το Φανάρι είναι μια υποχώρηση, η οποία ήταν το αποτέλεσμα ενεργειών που παρουσιάστηκαν αρχικά ως "μικρές" παραβιάσεις της διδασκαλίας και της παράδοσης της Εκκλησίας.

Ο Μητροπολίτης της Ουκρανικής Ορθόδοξης Εκκλησίας Θεόδωρος πιστεύει ότι η αναγνώριση των σχισματικών από κάποιες Ορθόδοξες Εκκλησίες οφείλεται στην παραβίαση των Κανόνων της Εκκλησίας, όπως αναφέρεται σε άρθρο του στην ιστοσελίδα της Μητρόπολής του. 
Συγκεκριμένα λέει ότι «σήμερα ολόκληρος ο Ορθόδοξος κόσμος είναι στην πραγματικότητα στα πρόθυρα ενός νέου μεγάλου διαχασμού, το μέγεθος του οποίου μπορεί να συγκριθεί μόνο με το σχίσμα του 1054, ως αποτέλεσμα του οποίου η Ρωμαϊκή Εκκλησία απομακρύνθηκε από την Οικουμενική Ορθοδοξία. Ο λόγος για αυτή τη συνέπεια είναι ότι το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως αναγνώρισε την κανονική ένωση της ομάδας των σχισματικών.

Σύμφωνα με τον ίδιο, «αυτή η ομολογία συγκλόνισε τους Ορθόδοξους Χριστιανούς, οι οποίοι μέχρι σήμερα δεν έχουν καταφέρει να καταλάβουν για ποιο λόγο το Φανάρι όχι μόνο παραβίασε ορισμένους από τους Ι. Κανόνες της Εκκλησίας, αλλά και αντιτάχθηκε στις ίδιες τις δικές του αποφάσεις σχετικά με το ανάθεμα του Φιλαρέτου Ντενισένκο και της δομής του».

Τόνισε ότι «το πρόβλημα της διάσπασης περιπλέκεται περισσότερο από το γεγονός ότι οι Ουκρανοί σχισματικοί αναγνωρίστηκαν όχι μόνο από τον επικεφαλής του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως αλλά και από τους αρχηγούς της Ελληνικής και Αλεξανδρινής Εκκλησίας».

Ο Ιεράρχης υπενθύμισε ότι "μέχρι πρόσφατα ο Πατριάρχης της Αλεξάνδρειας Θεόδωρος Β καλούσε τους Ουκρανούς να παραμείνουν στη μοναδική κανονική Εκκλησία της Ουκρανίας και ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και όλη η Ελλάδα διαβεβαίωναν ότι δεν υπήρχε κανένας άλλος κανονικός μητροπολίτης της Ουκρανίας, παρά ο Μακαριώτατος Μητροπολίτης Ονούφριος.

Για να βρεθεί η απάντηση στο ερώτημα πώς συνέβη κάτι τέτοιο, είναι απαραίτητο να δοθεί ιδιαίτερη προσοχή στην ιδιότυπη στάση απέναντι στους Ιερούς Κανόνες και την Αγία Παράδοση της Εκκλησίας του Χριστού από τους Φαναριώτες. Ακριβώς αυτό  είναι που τους οδήγησε όχι μόνο στην αναγνώριση των σχισματικών, αλλά και στη στρέβλωση του Δόγματος της Εκκλησίας. (την Εκκλησιολογία).

Τα σχέδια έχουν εκκολαφθεί εδώ και καιρό στο Φανάρι σχετικά με την ανάγκη για ευχαριστιακή και προσευχή κοινωνία με την Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία και οι πάπες δεν εγκατέλειψαν ποτέ την ιδέα της υποταγής των Ορθοδόξων στην εξουσία τους, τους οποίους θεωρούσαν σχισματικούς.

Από την ιστορία γνωρίζουμε ότι οι ορθόδοξοι που εισηγούνταν την ενοποίηση με τον καθολικισμό πολύ συχνά παραβίαζαν τους ιερούς κανόνες και τις διδασκαλίες της Εκκλησίας για να επιτύχουν τους γήινους στόχους τους».

Ως παράδειγμα της παραβίασης των κανόνων της Εκκλησίας, ο Μητροπολίτης Θεόδωρος αναφέρει τις προσπάθειες για ένωση με τους Καθολικούς στη Λυών και τη Φλωρεντία. Η Ένωση της Φλωρεντίας με τη συγχώνευση των Ορθοδόξων με τους Καθολικούς υπό την ηγεσία του Πάπα και εις βάρος της Ορθοδοξίας, έγινε ουσιαστικά για να επιλύσει κρατικά προβλήματα του Βυζαντίου. Και τότε όπως και τώρα οι εισηγητές της ένωσης, δεν έλαβαν υπόψη την αφοσίωση στην Ορθοδοξία του πιστού λαού, ο ρόλος του οποίου εκφράστηκε αργότερα με τις επιστολές των Πατριαρχών της Ανατολής.

Γι 'αυτό μπορούμε να υποστηρίξουμε ότι οι ενώσεις της Λυών, της Φλωρεντίας και όλες οι άλλες, έχουν σαν κύριο και πρώτο στόχο να λύσουν πολιτικά προβλήματα, όχι με βάση τους Κανόνες της Ορθόδοξης Εκκλησίας, αλλά με τις εξωτερικές αρχές ενότητας, οι οποίες δεν αντιμετωπίζουν το πρόβλημα του σχίσματος. Το αποτέλεσμα μιας τέτοιας ένωσης ήταν η οργή του Θεού, η οποία οδήγησε σε τρομερή καταδίκη και την πτώση της Ορθόδοξης Βυζαντινής Αυτοκρατορίας».

Ο Μητροπολίτης Θεόδωρος επισημαίνει ότι: «από τα τέλη του 19ου αιώνα, οι εκπρόσωποι της Ρώμης και του Φαναρίου, και πάλι σε καθαρά γήινα γεωπολιτικά κίνητρα και συμφέροντα, προσπαθούν να βρουν νέους τρόπους ενότητας με την εισαγωγή ορισμένων μεταρρυθμίσεων. Οι μεταρρυθμίσεις αυτές παραβιάζουν την παραδοσιακή τάξη της εκκλησιαστικής ορθόδοξης ευλάβειας και, τέλος, επιμένουν να μολύνουν την πίστη».

Υπενθυμίζει στους Ορθόδοξους Χριστιανούς ότι: «οι δραστηριότητες των Πατριαρχών της Κωνσταντινούπολης, του Μελετίου και του Αθηναγόρα, καθώς και οι σύγχρονοι οπαδοί τους, συνδέονται στενά με δραστηριότητες που αποσκοπούν σε εκκλησιαστικές μεταρρυθμίσεις που έχουν αρνητικές συνέπειες».

Ως παράδειγμα τέτοιων αρνητικών μεταρρυθμίσεων, αναφέρει: «την ημερολογιακή μεταρρύθμιση του Πατριάρχη της Κωνσταντινούπολης Μελέτιου (Μεταξάκη), η οποία έγινε για να «βοηθήσει» την Ορθόδοξη Εκκλησία «να ενωθεί» με τους Καθολικούς και τους Προτεστάντες. Επίσης και με έναν αριθμό άλλων μεταρρυθμίσεων, όπως ο δεύτερος γάμος για τους ιερείς.

Όμως ο Ορθόδοξος λαός δεν δέχθηκε αυτές τις μεταρρυθμίσεις και η μεταρρύθμιση του ημερολογίου δεν υιοθετήθηκε ομόφωνα ούτε μέσα στην ελληνική Εκκλησία, η οποία έχει χωριστεί και ο διαχωρισμός αυτός εξακολουθεί να υπάρχει σήμερα.

Κατά την Πανορθόδοξη συνάντηση του 1948 οι αρχηγοί και οι εκπρόσωποι σχεδόν όλων των τοπικών Ορθοδόξων Εκκλησιών αποφάσισαν να εγκαταλείψουν το «οικουμενικό κίνημα». Ο Άγιος Σεραφείμ (Sobolev), ο οποίος  συμμετείχε στη συνάντηση αυτή, πίστευε ότι οι "οργανωτές του οικουμενικού διαλόγου δεν επιθυμούν τη δογματική ενότητα όλων των λεγόμενων χριστιανικών εκκλησιών με τις Ορθόδοξες Εκκλησίες, αλλά μάλλον την ανάμιξή τους, με την υποχώρηση των χριστιανών από την πίστη τους ... Και αυτή η σύγχυση ισοδυναμεί με την καταστροφή της Ορθοδοξίας. Τα προβλήματα που συζητήθηκαν στην Πανορθόδοξη Διάσκεψη του 1948 σχετικά με την επιθυμία να μεταρρυθμιστεί η Εκκλησία και να πλησιάσουν τον ετερόδοξο εξακολουθούν να υπάρχουν».

Ο Μητροπολίτης εφιστά ιδιαίτερα την προσοχή στις κοινές προσευχές ορισμένων Ορθόδοξων Ιεραρχών με εκπροσώπους καθολικών ή προτεσταντικών "Εκκλησιών", παρά το γεγονός ότι οι Κανόνες της Εκκλησίας απαγορεύουν ρητά την κοινή προσευχή με αιρετικούς και σχισματικούς". Για παράδειγμα λέει: «Πρόσφατα, ο Πατριάρχης της Κωνσταντινούπολης Βαρθολομαίος πραγματοποίησε μια κοινή «Θεία Λειτουργία» με τους Καθολικούς στο γαλλικό μοναστήρι του Τσέβετον».

Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο «απαντώντας στην ερώτηση πώς συνέβη και οι Προκαθήμενοι των Εκκλησιών της Κωνσταντινούπολης, της Ελλάδας και της Αλεξάνδρειας με τόσο ευκολία και σε αντίθεση με τους Εκκλησιαστικούς Κανόνες έκαναν δεκτούς σε κοινωνία αφορισμένους και αναθεματισμένους εκπροσώπους ουκρανικών σχισματικών ομάδων.
Αυτή όμως είναι μια πολύ σημαντική απόκλιση από τις "μικρές" παραβιάσεις της Ορθοδόξου Παράδοσης και τις διδασκαλίες της Εκκλησίας μας που είχαν γίνει αποδεκτές».

Η παρουσία στις παραπάνω διεργασίες υψηλόβαθμων Κληρικών δεν εγγυάται την ορθότητα των ληφθεισών αποφάσεων που σχετίζονται με τη δογματική-κανονική και πνευματική ζωή της Εκκλησίας του Χριστού, αν αυτές οι αποφάσεις δεν συμμορφώνονται με τα διατάγματα του Συνόδων και τις διδασκαλίες των Αγίων Πατέρων.

Στη ζωή της Εκκλησίας όλα αξίζουν προσοχής και σεβασμού, επειδή μόνο ο σεβασμός και η πίστη στους Ιερούς Κανόνες, που είναι τα τείχη της Εκκλησίας, δημιουργούν πνευματική ασφάλεια και τις απαραίτητες συνθήκες για τη σωτηρία των πιστών».

Ο Μητροπολίτης Θεόδωρος εφιστά την προσοχή στο γεγονός ότι «η ιστορία μας έχει δείξει επανειλημμένα ότι η χρήση δυνάμεων όπως είναι, η χρήση πολιτικών επιχειρημάτων και εξωεκκλησιαστικών παραγόντων για την επίτευξη της ενότητας των Εκκλησιών δεν οδηγεί σε κάτι καλό. Η εν Χριστώ ενότητα είναι δυνατή μόνο όταν βασίζεται στα δόγματα του Ευαγγελίου».

Ο Μητροπολίτης είναι βέβαιος ότι «ξεπερνώντας τις δυσκολίες και τις δοκιμασίες, είναι σημαντικό να θυμόμαστε πάντοτε ότι οι Ορθόδοξοι Χριστιανοί γίνονται ισχυροί μόνο όταν  εργάζονται υπέρ της αληθείας σύμφωνα με τα λόγια του Αποστόλου Παύλου:« οὐ γὰρ δυνάμεθά τι κατὰ τῆς ἀληθείας, ἀλλ᾿ ὑπὲρ τῆς ἀληθείας. (2 Κορ. 13, 8)

Αυτό σημαίνει, ότι η νίκη της Ορθοδοξίας δίδεται στους πιστούς όχι όταν η Αλήθεια γίνεται αντικείμενο συμβιβασμού, αλλά όταν η Αλήθεια γίνεται η ουσία της πίστης και της ζωής μας».

ΠΑΝΗΓΥΡΙΣ ΙΕΡΑΣ ΜΟΝΗΣ ΑΓΙΑΣ ΑΙΚΑΤΕΡΙΝΗΣ

ΠΑΝΗΓΥΡΙΣ ΙΕΡΑΣ ΜΟΝΗΣ ΑΓΙΑΣ ΑΙΚΑΤΕΡΙΝΗΣ


ΠΑΝΗΓΥΡΙΣ ΙΕΡΑΣ ΜΟΝΗΣ ΑΓΙΑΣ ΑΙΚΑΤΕΡΙΝΗΣ
Την
 προσεχή Κυριακή οκτώ του Δεκεμβρίου (25.11.2019 Π.Η.) Εορτή της Αγίας Μεγαλομάρτυρος καί Πανσόφου Αικατερίνης, Πανηγυρίζει η Ομώνυμος Ιερά Μονή παρά τό Λουτουφι Βοιωτίας. Τήν παραμονή, Σάββατο 7 Δεκεμβρίου ωρα 5 μ.μ. ο Μεγάλος Αρχιερατικός Εσπερινός με Αρτοκλασία καί περιφορά της Αγίας Εικόνας. Θα ακολουθήσει Μοναστηριακή τράπεζα.
Ἡ ἀρχαία λάρνακα τῆς Ἁγίας
ΤΟ ΠΡΩΙ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ 08.12.2019, Όρθρος καί 
  Θεία Λειτουργία υπό τών Ιερέων π.Ευθυμίου καί π.Παταπίου. Αναπόσπαστο μέρος της Πνευματικης Πανδαισίας η καθιερωμένη Μοναστηριακή Τράπεζα μέ τό φετινό ευλογημένο Νέκταρ της Μονής. Σάς περιμένουμε!!!
Γιά τήν Πανήγυρη δούλεψαν οι ενορίτες της Παναγίας Προυσιωτίσσης Τσακού καί Παναγίας Μυρτιδιωτίσσης Παλαιού Φαλήρου.

Κυριακή, 24 Νοεμβρίου 2019

ΣΥΜΒΟΛΗ ΣΤΗΝ ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΟΛΟΓΙΑΣ ΤΩΝ ΓΝΗΣΙΩΝ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ ΑΠΟ ΤΗΝ ΣΑΚΑΡΕΛΛΕΙΟ (ΗΤΟΙ ΡΩΜΑΝΙΔΕΙΟ) ΑΙΧΜΑΛΩΣΙΑ [5ο μέρος]


(ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΑΠΟ ΕΔΩ)



Με βάση την σακαρελλική εκκλησιολογία, οι Άγιοι δεν σφάλλουν: "ό,τι πιστεύει ή διδάσκει ένας άγιος είναι ορθό και ότι αυτό πρέπει να πιστεύουν κι’ οι πιστοί" (Π, 125). "Μόνο οι άγιοι και από τους ζώντες όσοι απόκτησαν την «θεωρία του Θεού» είναι απλανείς!" (Α, 4). "Αν κάποιος δεν έφτασε στην κατάσταση αυτή, ή εξέπεσε απ’ αυτή, τότε µπορεί να πλανηθεί!" (A, 5). Αν κάποιοι Άγιοι σφάλλουν και δεν συμφωνούν με τους υπόλοιπους Αγίους σε κάποια θέματα, τότε δεν είναι δυνατόν να είναι Άγιοι, διότι αυτό σημαίνει πως "τα άτομα αυτά, ποτέ δεν αξιώθηκαν να φτάσουν στη θέωση. Επομένως δεν μπορεί να καταταγούν στους αγίους" (Π, 216). "Αυτοί που είναι «κοινωνία αγίων», δεν µπορεί να πλανηθούν. Αυτοί όµως είναι η Εκκλησία" (A, 5).
Οι Πατέρες όμως, όπως θα δούμε και παρακάτω, διδάσκουν πως είναι δυνατόν ακόμη και οι Άγιοι να πέσουν σε κάποια σφάλματα. Διαβάζουμε στην Βίβλο των Οσίων Βαρσανουφίου και Ιωάννου, που εξέδωσε ο Άγιος Νικόδημος, σχετικά με τους Αγίους: "Μή νομίσητε δέ, ὅτι κᾂν ἅγιοι ἦσαν, ὅλα τὰ βάθη τοῦ Θεοῦ γνησίως ἠδυνήθησαν καταλαβεῖν" (Βενετία, 1816, σελ. 296). Αυτό συμβαίνει γιατί μερικές φορές παρέλαβαν από τους διδασκάλους τους κάτι στρεβλό και δεν προσευχήθηκαν στον Θεό να τους φανερώσει την αλήθεια για αυτό το θέμα (αυτόθι). Αναφέρεται δε ως παράδειγμα ο Άγιος Γρηγόριος Νύσσης, ο οποίος "παραλαβὼν τὸ περὶ ἀποκαταστάσεως φρόνημα παρὰ τῶν πρὸ αὐτοῦ Διδασκάλων ἀπεριέργως οὐκ ἐδεήθη τοῦ Θεοῦ, ἵνα φανερώσῃ αὐτῷ, εἰ ἀληθές ἐστιν... Σημειωτέον ὅμως καὶ τοῦτο, ὅτι ὁ Ἅγιος τοῦτό φησιν οὐ μετὰ πεισμονῆς, οὐδὲ μετὰ συνοδικὴν περὶ τούτου διάγνωσιν, ὕστερον γὰρ ἡ Οἰκουμενικὴ Ϛ΄ Σύνοδος τὸ φρόνημα τοῦτο ὡς βλάσφημον ἀπεῤῥάπισε" (αυτόθι, υποσ. 1, σελ. 296-297).
Εμφορούμενος λοιπόν κάποιος από απόψεις περί Εκκλησίας  αλαθήτων Αγίων, είναι επόμενο να αδυνατεί να αποδεχθεί ότι είναι δυνατόν και οι Άγιοι να πλανηθούν, και έτσι καταλήγει σε αγιομαχία.
*** 
Οι Άγιοι, τους οποίους απέρριπτε ο κ. Σακαρέλλος, ήταν οι εξής:
1) Ο Ιερός Αυγουστίνος
Υπό την επιρροή του π. Ρωμανίδου, ο οποίος υπήρξε ο μεγαλύτερος πολέμιος του Αγίου Αυγουστίνου, ακολούθησε και αυτός όμοια στάση. Το 1977, ως νεοημερολογίτης, κατέθεσε "Υπόμνημα προς την Εκκλησίαν της Ελλάδος δια το θέμα της αγιοποιήσεως του Ιερού Αυγουστίνου", ένα κείμενο εντελώς διάτρητο, τόσο από ιστορικής, όσο και θεολογικής απόψεως, το οποίο, όπως ήταν φυσικό απορρίφθηκε από την επίσημη Εκκλησία. Αλλά και αργότερα, ως παλαιοημερολογίτης, επιτέθηκε στον Άγιο: "[οι Φράγκοι] όταν έμαθαν να διαβάζουν, βρήκαν τα συγγράμματα του Αυγουστίνου (354-430), που ήταν επίσκοπος στην Ιππώνα της Βόρειας Αφρικής. Σ’ αυτά διάβασαν τη κακοδοξία για τον «απόλυτο προορισμό». Η αίρεση αυτή του Αυγουστίνου, που δίδασκε ότι ο Θεός προορίζει κάθε άνθρωπο αν θα σωθή, ή όχι, αν θα είναι ελεύθερος ή δούλος κλπ., τους άρεσε πολύ. Τους διευκόλυνε, στο να πείθουν τους δουλοπάροικους, ότι πρέπει να είναι ευχαριστημένοι από τη σκλαβιά τους, γιατί ο Θεός τους έχει προορίσει να είναι σκλάβοι! Όπως ο Θεός προόρισε τους εαυτούς τους να είναι τα αφεντικά των Ρωμαίων! Με θεολογικά επιχειρήματα, κατοχύρωναν την σκλαβιά των Ρωμαίων, ότι είναι θέλημα Θεού! Έτσι, σύμφωνα με την κακοδοξία αυτή του Αυγουστίνου, όποιος σκλαβωμένος Ρωμηός ήθελε τη λευτεριά του, δεν ήταν καλός χριστιανός! Ήταν αιρετικός! Μαζί με την κακοδοξία αυτή οι Φράγκοι δέχτηκαν και τις λοιπές αιρέσεις του Αυγουστίνου, όπως είναι το «Φιλιόκβε» κτλ. Έτσι, συνεπικουρούμενοι και από το θράσος της αμάθειάς τους, άρχισαν να παρουσιάζονται ως σπουδαίοι θεολόγοι! Διαφήμισαν τον Αυγουστίνο, ως το μεγαλύτερο Πατέρα της Εκκλησίας. Άρχισαν μάλιστα να κατηγορούν τους πράγματι Ορθοδόξους Ρωμαίους θεολόγους ως αιρετικούς, επειδή δεν ασπάζονταν τις πλάνες και κακοδοξίες του Αυγουστίνου!" (Π, 19). "Στην αρχαία Εκκλησία ο μόνος, που δεν συμφωνούσε με τους αγίους Πατέρες ως προς την «εκπόρευση» του Αγίου Πνεύματος, φαίνεται, ότι ήταν ο Αυγουστίνος, ο οποίος θεωρείται ο πατέρας της αιρέσεως του Φιλιόκβε!" (Π, 228). Ακόμη πιο σκληρό κείμενο (εξίσου έωλο και άνευ τεκμηριωμένων επιχειρημάτων) δημοσίευσε και στο διαδίκτυο, σε ένα παλαιό φόρουμ (το "Ορθοδοξία", το οποίο έχει καταργηθεί πλέον), εκ του οποίου έγινε η αναδημοσίευση εδώ.
Εδώ δεν θα προβούμε σε λεπτομερή αναίρεση των κατά του Αγίου Αυγουστίνου σακαρελλικών (=ρωμανιδικών) (επι)θέσεων. Ο φιλαλήθης αναγνώστης μπορεί να ανατρέξει στα εξής, λίαν διαφωτιστικά, κείμενα (μια μικρή αναφορά είχαμε κάνει και εμείς εδώ): 
i. π. Σεραφείμ Ρόουζ, Η θέση του Ιερού Αυγουστίνου στην Ορθόδοξη Εκκλησία, εκδ. Μυριόβιβλος, 2010 (το καλύτερο βιβλίο για το θέμα).
ii. Michael Rackl, Die griechischen Augustinusuebersetzungen, Roma, 1924
iii. Γεωργίου Μαρτζέλου, Η Θεολογική Σχολή της Θεσσαλονίκης και ο ιερός Αυγουστίνος
[iv. Γενικώς για το θέμα των σφαλμάτων των Αγίων συνιστούμε και την πολύ ωραία εργασία του π. Νικηφόρου Νάσσου "Ο άγιος της Αιγίνης και τα περί αυτού αμφιλεγόμενα (αναίρεση αντιρρητικών επιχειρημάτων-αιτιάσεων)", η οποία αποτελεί σύνοψη του βιβλίου του "Συν πάσι τοις αγίοις: αναγνωρίσεις αγίων - αμφισβητήσεις, Βόλος, 2009"].
Δηλώνουμε απλά ότι οι Γνήσιοι Ορθόδοξοι τιμούμε τον Ιερό Αυγουστίνο ως Άγιο και Πατέρα της Εκκλησίας, συμφωνώντας με τις Συνόδους (π.χ. Γ΄, Δ΄, Ε΄ Οικουμενικές, Τοπικές Ιεροσολύμων [415], Λατερανού [649] κ.α.) και τους Πατέρες (π.χ. Άγιος Γρηγόριος Διάλογος, Άγιος Μάξιμος Ομολογητής, Άγιος Μαρτίνος Ρώμης, Μέγας Φώτιος, Άγιος Μάρκος Ευγενικός, Άγιος Νικόδημος, Άγιος Νεκτάριος κ.α.).
Δεν μπορούμε όμως να μην αναφερθούμε στην ειρωνεία ότι η σακαρελική (=ρωμανιδική) θέση, είναι μία θέση καθαρά "φράγκικη"! 
Και ιδού οι αποδείξεις:
α) Ο Μέγας Φώτιος στην, εξαιρετικής σημασίας, επιστολή του προς τον μητροπολίτη Ακυλείας Ιωάννη (ο οποίος υπεράσπιζε το filioque, ως δήθεν διδασκαλία των Αγίων Αμβροσίου, Αυγουστίνου και Ιερωνύμου), με την οποία αναιρεί την πλάνη περί "αλαθήτων" Αγίων, αντιμετωπίζει την εξής άποψη: "Αν δίδαξαν σωστά (σ. οι Πατέρες εκείνοι που έκαναν κάποια λάθη δογματικά), λέει, τότε πρέπει να υποστηρίζουν το φρόνημά τους, όσοι τους θεωρούν Πατέρες, αν όμως εξέφρασαν κακοδοξία, τότε μαζί με το αιρετικό φρόνημά τους πρέπει και εκείνοι οι ίδιοι να απορρίπτονται" [="Ἀλλ᾿ εἰ καλῶς, φησίν, έδογμάτισαν, καὶ χρὴ τὸ ἐκείνων θάλπειν φρόνημα, τούς, ὅσοι τούτους Πατέρας ἐπιγράφουσι· ἢ δυσσεβῶς εἶπον, καὶ δεῖ τῷ αἱρετικῷ φρονήματι κἀκείνους συναποβάλλεσθαι" (P.G. 102, 809)]. Σε αυτήν την καθαρά "φράγκικη" άποψη (σε αυτόν τον τρόπο σκέψης θα βασιστεί αργότερα και το "αλάθητο" του Πάπα), η οποία δυστυχώς επαναλαμβάνεται στην εποχή μας, ο Μέγας Φώτιος απαντά ότι "οι πιστοί της Εκκλησίας και εκείνοι που δεν ξεχνούν τα ιερά μαθήματα, κατά το παράδειγμα του Σημ και του Ιάφεθ (σ. πρβλ. Γέν. θ΄, 20-27), και την ασχημοσύνη του πατέρα τους ξέρουν πολύ καλά να καλύπτουν, αλλά και τους μιμητές του Χαμ καταδικάζουν και αποστρέφονται" [="οἱ τῆς Ἐκκλησίας τρόφιμοι καὶ τῶν ἱερῶν μαθημάτων οὐκ ἐπιλήσμονες, κατὰ τὸν Σὴμ καὶ Ἰάφεθ, καὶ τὴν πατρικὴν ἀσχημοσύνην ἐπικαλύπτειν ἐπίστανται, καὶ τοὺς μιμητὰς τοῦ Χὰμ καταγινώσκοντες ἀποστρέφονται" (P.G. 102, 812)]. Και σκεπάζει ο Μέγας Φώτιος τα λάθη των Αγίων τοιουτοτρόπως: "Διότι πόσες περιστάσεις πραγμάτων πολλούς ανάγκαζαν, άλλα μεν να τα πούνε πρόχειρα, άλλα δε προς οικονομία, άλλα επίσης λόγω της αντίδρασης των απειθούντων, άλλα ακόμη και από άγνοια, στην οποία είναι ανθρώπινο να πέσει κανείς. Διότι άλλος αντιμαχόμενος προς τους αιρετίζοντες, άλλος συγκαταβαίνοντας στην αδυναμία των ακροατών, άλλος κάτι άλλο κάνοντας, κι ενώ ο καιρός τον καλούσε να παραμελήσει την ακρίβεια για κάποιον μεγαλύτερο σκοπό, είπε και έκανε αυτά που σε μας δεν επιτρέπεται ούτε να πούμε, ούτε να κάνουμε... Αν όμως δεν τα είπαν καλά ή για κάποια αιτία την οποία τώρα εμείς δεν την ξέρουμε, από την ευθεία εκτράπηκαν, καμία δε έρευνα δεν έγινε σε αυτούς, ούτε τους κάλεσε κανείς για τη μάθηση της αλήθειας, δεν πρέπει καθόλου λιγότερο, αν και δεν είπαν αυτό, να μην τους θεωρούμε και αυτούς Πατέρες, τόσο για την λαμπρότητα του βίου τους, όσο και για την αξιοσέβαστη αρετή τους, καθώς και για την υπόλοιπη άμεμπτη ευσέβειά τους, τους λόγους δε αυτών, στους οποίους εκτράπηκαν, δεν θα τους ακολουθήσουμε... Εμείς δε, επειδή και κάποιους άλλους από τους μακάριους Πατέρες και διδασκάλους μας, ανακαλύπτουμε σε πολλά σημεία να έχουν παρεκκλίνει από την ακρίβεια των ορθών δογμάτων, την παρέκκλιση μεν, δεν την δεχόμαστε ως προσθήκη, τους άνδρες όμως τους αποδεχόμαστε· έτσι και αυτούς, αν κάποιοι αν έφθασαν να πουν ότι το Πνεύμα εκ του Υιού εκπορεύεται, την παρέκκλιση αυτή από τον λόγο του Δεσπότου Χριστού, δεν την αποδεχόμαστε, εκείνους όμως δεν τους αποχωρίζουμε από τον χορό των Πατέρων" [="Πόσαι γὰρ περιστάσεις πραγμάτων πολλοὺς ἐξεβιάζοντο, τὰ μὲν παραφθέγξασθαι, τὰ δὲ πρὸς οἰκονομίαν εἰπεῖν, τὰ δέ, καὶ τῶν ἀπειθούντων ἐπαναστάντων, τὰ δέ, καὶ ἀγνοίᾳ οἷα δὴ περιολισθεῖσι ἀνθρώπινα. Ἄλλος γὰρ πρὸς τοὺς αἱρετίζοντας διαμαχόμενος· ἄλλος τῇ ἀσθενείᾳ συγκατιὼν τῶν ἀκροατῶν· ἄλλος ἄλλο τι διαπραττόμενος, καὶ τὸν καιρὸν ἔχων πολλὰ τῆς ἀκριβείας καθυφεῖναι παρακαλοῦντα ἐπὶ τέλει μείζονι καὶ εἶπε, καὶ ἔπραξεν, ἂ μήτε λαλεῖν ἡμῖν, μήτε πράττειν ἔξεστι... Εἰ δὲ παρεφθέξαντο μεν, ἢ διά τινα αἰτίαν νῦν ἀγνοουμένην ἡμῖν τῆς εὐθύτητος ἐξετράπησαν, οὐδεμία δὲ ζήτησις αὐτοῖς προσενήνεκται, οὐδ’ εἰς μάθησιν τῆς ἀληθείας οὐδεὶς αὐτοὺς παρεκάλεσε, Πατέρας μὲν οὐδὲν ἔλαττον αὐτούς, εἰ καὶ μὴ τοῦτο εἶπον, ἐπιγραψόμεθα, διὰ τὲ τὸ τοῦ βίου λαμπρὸν καὶ τῆς ἀρετῆς τὸ αἰδέσιμον, καὶ τῆς ἄλλης εὐσεβείας τὸ ἀκατάγνωστον, τοῖς δὲ λόγοις τούτων, ἐν οἷς παρηνέχθησαν, οὐκ ἐψόμεθα... Ἡμεῖς δέ, ἐπεὶ καὶ ἄλλους τινὰς τῶν μακαρίων ἡμῶν Πατέρων καὶ διδασκάλων, ἐν πολλοῖς τε ἄλλοις τῆς ἀκριβείας τῶν ὀρθῶν δογμάτων παρενεχθέντας καταλαμβάνοντες, τὸ μὲν παρενεχθέν, οὐ προσθήκην δεχόμεθα, τοὺς ἄνδρας δὲ ἀσπαζόμεθα· οὕτω καὶ τοὺς, εἴ τινες ὑπηνέχθησαν εἰπεῖν τὸ Πνεῦμα ἐκ τοῦ Υἱοῦ ἐκπορεύεσθαι· τὸ μὲν παρὰ τὴν Δεσποτικὴν φωνήν, οὐ δεχόμεθα· ἐκείνους δὲ τῆς τῶν Πατέρων ἀγέλης οὐκ ἀποκρίνομεν"(αυτόθι)].
β) Ο Άγιος Μάρκος ο Ευγενικός, κατά την διάρκεια της Ψευδοσυνόδου της Φερράρας-Φλωρεντίας, αντιμετώπισε παρόμοια θέση των Λατίνων. Οι τελευταίοι προσπαθώντας να πείσουν ότι η περί του καθαρτηρίου πυρός θεωρία τους, ήταν ορθή διδασκαλία, παρέθεσαν κάποια χωρία από Πατέρες, όπως π.χ. από τον Άγιο Γρηγόριο Νύσσης. Ο Άγιος Μάρκος όμως, συμφωνώντας με τον Μέγα Φώτιο, τους εξήγησε πως και οι Άγιοι είναι δυνατόν να σφάλλουν. Συγκεκριμένα τους έγραψε πως "εάν ο άγιος [Γρηγόριος Νύσσης] πίστευε αληθινά κάτι τέτοιο, όμως ακόμη αυτό συνέβαινε επειδή το δόγμα ήταν τότε ακόμη αμφισβητήσιμο και όχι εντελώς αποσαφηνισμένο, ούτε δε η αντίθετη δοξασία είχε οριστικά αποβληθεί, το οποίο συνέβη κατά την Ε΄ Οικουμενική Σύνοδο. Εάν λοιπόν ως άνθρωπος και αυτός έσφαλλε σε κάτι ως προς την ακρίβεια, δεν είναι καθόλου άξιο απορίας και θαυμασμού, αφού βέβαια και πολλοί πριν από αυτόν [άγιοι] έπαθαν κάτι τέτοιο, όπως ο Ειρηναίος Λουγδούνων, ο Διονύσιος Αλεξανδρείας και άλλοι" [="εἰ καὶ δόξης τοιαύτης ὡς ἀληθῶς ὁ ἅγιος ἦν, ἀλλ᾿ ἔτι ὄντως ἀμφισβητησίμου τοῦ δόγματος τότε καὶ μήπω διακεκριμένου τελέως μηδὲ τῆς ἐναντίας δόξης καθάπαξ ἀποβληθείσης, ὅ κατὰ τὴν πέμπτην ἐγένετο σύνοδον. Εἰ οὖν τι τῆς ἀκριβείας ὡς ἄνθρωπος καὶ αὐτὸς παρεσφάλη, θαυμαστὸν οὐδέν, ὅπου γε καὶ τῶν πρὸ αὐτοῦ πολλοὶ τὸ τοιοῦτον ἔπαθον, Εἰρηναίος τε ὁ Λουγδούνων καὶ Διονύσιος ὁ Ἀλεξανδρείας καὶ ἕτεροι" (P.O. 17, 53-54)].
Οι Λατίνοι σοκαρίστηκαν με την απάντηση αυτή  ("λίαν ἀηδὲς ἡμῖν ἐφάνη" - αυτόθι, 84) και απάντησαν πως η θέση αυτή οδηγεί σε αμφισβήτηση και εν τέλει κατάλυση της Πίστεως! Και καταλήγουν: "Ομολογούμε και εμείς ότι είναι δυνατόν για τον άνθρωπο να πλανηθεί, εφόσον είναι άνθρωπος και κάνει κάτι μόνο με τη δική του δύναμη· όταν όμως οδηγείται από το θείο Πνεύμα και έχει δοκιμασθεί με τον έλεγχο της Εκκλησίας σε εκείνα που ανήκουν στη κοινή δογματική πίστη, λέμε ότι είναι αληθέστατα όσα γράφτηκαν από αυτόν" [="Ὁμολογοῦμεν καὶ ἡμεῖς ἀνθρώπου εἶναι τὸ πλανᾶσθαι δύνασθαι, εἰς ὅσον ἄνθρωπός ἐστι καὶ τῇ ἰδίᾳ δυνάμει ἐργάζεταί τι· ὅσον δὲ ὑπὸ θείῳ πνεύματι ἰθύνεται τῇ βασάνῳ τῆς Ἐκκλησίας δεδοκιμασμένος ἐν τοῖς πρὸς κοινὴν τὴν τοῦ δόγματος πίστιν ἀνήκουσιν, ἀλήθέστατα τὰ ὑπ᾿ αύτοῦ γεγραμμένα εἶναί φαμεν" (αυτόθι)].
Ανταπαντώντας όμως ο Άγιος Μάρκος επαναλαμβάνει πως "και όμως είναι δυνατόν το ίδιο πρόσωπο και διδάσκαλος να είναι, αλλά και να μη τα έχει πει όλα με απόλυτη ακρίβεια· διαφορετικά γιατί θα χρειάζονταν στους Πατέρες οι οικουμενικές Σύνοδοι, εάν κανένας δεν θα επρόκειτο να εκπέσει καθόλου από την αλήθεια;" [= "ἔστι γὰρ τὸν αὐτὸν καὶ διδάσκαλον εἶναι καὶ μὴ πάντα πρὸς ἀκρίβειαν λέγειν· ἢ τίνος χάριν συνόδων οἰκουμενικῶν ἐδέησε τοὺς πατέρας, εἰ μηδαμοῦ τῆς ἀληθείας ἕκαστος ἐκπίπτειν ἔμελλε;"(αυτόθι, 123)].
Όποιος λοιπόν θέλει να είναι Γνήσιος Ορθόδοξος οφείλει να αποδέχεται την πατερική διδασκαλία (ότι είναι δυνατόν για κάποιον άγιο να σφάλλει, για αυτό και δεχόμαστε όχι τη γνώμη ενός ή δύο Αγίου, αλλά την γενική συμφωνία των Αγίων Πατέρων [consensus patrum]) και όχι τις "φράγκικες" αντιλήψεις των Ρωμανιδιστών περί "απλανών" αγίων.
***
2) Ο Αββάς Ισαάκ ο Σύρος
Ο κ. Σακαρέλλος δεν αποδέχεται ούτε την αγιότητα του Αγίου Ισαάκ του Σύρου: "Ο Ισαάκ ήταν αιρετικός! ΄Ηταν Νεστοριανός! ...Το ότι τώρα, οι διάφοροι Οικουμενιστές τον παρενέβαλαν στο Ορθόδοξο αγιολόγιο, αυτό αποδεικνύει τη νοθεία του, που επιχειρείται στις μέρες μας!" (https://orthodox-voice.blogspot.com/2017/04/blog-post_88.html).
Εμείς φυσικά, αμφισβητώντας τις θεωρίες περί της υποτιθέμενης νεστοριανικής ιδιότητας του Αγίου Ισαάκ (δύο ενδιαφέροντα κείμενα εδώ και εδώ), αλλά και γνωρίζοντας πολύ καλά, εκ πείρας, την θαυματουργική επίδραση των γραπτών του Αγίου στη ζωή των πιστών, συνομολογούμε μαζί με όλους τους Γνησίους Ορθοδόξους την αγιότητα του Αββά Ισαάκ του Σύρου, συμφωνώντας με τους Αγίους Πατέρες (π.χ. Άγιος Γρηγόριος Παλαμάς, Άγιος Νικόδημος,  Άγιος Ιερώνυμος Αιγίνης κ.α.), οι οποίοι σε καμία περίπτωση δεν ήταν ... Οικουμενιστές!
***
3) Ο Άγιος Ιωάννης Μαξίμοβιτς
Ούτε το τεράστιο πλήθος των θαυμάτων του, ούτε κυρίως το γεγονός της αφθαρσίας του λειψάνου του Αγίου Ιωάννου Μαξίμοβιτς, στάθηκε ικανό να αποτρέψει τον κ. Σακαρέλλο από το να γράψει τα εξής (μιλώντας μάλιστα και εξ ονόματος της Εκκλησίας μας!) σε νεοημερολογίτη γνωστό του: "Σου εξήγησα ότι η Εκκλησία, που εξακολουθεί και μετά το 1924, ν’ ακολουθεί το πατροπαράδοτο ημερολόγιο, μετά τα δύο ή τρία χρόνια πρώτα χρόνια της δεκαετίας του 1980, δεν έχει καμία «κοινωνία» με τους Ρώσους επισκόπους της Διασποράς. Συνεπώς, κανένα εκκλησιολογικό πρόβλημα δεν υφίσταται για την Εκκλησία του Παλαιού Ημερολογίου, οποία θεωρεί τη Ρωσική Σύνοδο, ότι εξέπεσε από την ορθή πίστη, εφόσον και μετά την γενομένη ΄Ένωση των Εκκλησιών εξακολούθησε την έστω έμμεση, όπως δέχεσαι και συ, «κοινωνία» με τις καινοτόμες Εκκλησίες του Νέου Ημερολογίου, που Λατινοφρόνησαν. Ως εκ του λόγου τούτου η Εκκλησία του Παλαιού Ημερολογίου δεν αναγνωρίζει ως αγίους τους ανακηρυχθέντες απ’ τη Ρωσική Σύνοδο αγίους, όπως τα μέλη της τελευταίας τσαρικής οικογένειας, ή τον Ιωάννη Μαξίμοβιτς. Αυτούς, μπορείτε να τους τιμάτε σεις!" (http://orthodox-voice.blogspot.com/2016/08/blog-post_163.html). Όπως εξηγεί αλλού (εδώ) το να κοινωνεί κάποιος με τους αιρετικούς (εννοώντας ότι ο Άγιος Ιωάννης Μαξίμοβιτς κοινωνούσε με τους Σέρβους, οι οποίοι κοινωνούσαν με τους Φαναριώτες, οι οποίοι κοινωνούσαν με τους Παπικούς, μετά την - υποτιθέμενη, όπως θα δούμε σε άλλο μέρος - "ένωση" του 1965) αποτελεί τεκμήριο ότι δεν είναι Άγιος...
Φυσικά η Εκκλησία μας, των Γνησίων Ορθοδόξων, τιμά ιδιαιτέρως τον μεγάλο Πατέρα και Διδάσκαλο των εσχάτων χρόνων Άγιο Ιωάννη Μαξίμοβιτς τον θαυματουργό, γιατί ο ίδιος ο Θεός τον τίμησε και τον εδόξασε.
***
4) Άγιος Φιλάρετος Νέας Υόρκης, Άγιος Εδουάρδος Αγγλίας, Νεομάρτυρες της Ρωσίας και Άγιοι Βασιλομάρτυρες Ρομάνοφ
Η αρνητική στάση του κ. Σακαρέλλου για τους Ρώσους (βλ. Π, 24-31: "Το φράγκεμα των Ρώσων"), προήλθε από τις ιδέες του π. Ρωμανίδη (βλ. κυρίως "Η Ρωμηοσύνη του 1821 και οι μεγάλες δυνάμεις"). [Δεν είναι τυχαίο άλλωστε ότι και ο αντιρωσισμός του θεωρητικού της ενώσεως της επίσημης Εκκλησίας της Ελλάδος με τους Ουκρανούς Σχισματικούς, που αναγνώρισε τον Αμερικανικό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως, Ναυπάκτου κ. Ιεροθέου Βλάχου, είναι ρωμανιδικής προελεύσεως, αφού ο π. Ρωμανίδης σε Έκθεσή του προς τον Αρχιεπίσκοπό του Σεραφείμ ισχυριζόταν πως η διάλυση δήθεν του Οικουμενικού Πατριαρχείου αποτελεί ..."παλαιόν σχέδιον των Ρώσων και των Μασόνων" (Π, 48)].
Την στάση του αυτή, κατά των Ρώσων, εξέφρασε ιδιαιτέρως τόσο ως νεοημερολογίτης, όσο και ως παλαιοημερολογίτης. Ως νεοημερολογίτης, δημοσίευσε το 1983-1984 στον "Ορθόδοξο Τύπο", δύο παραληρηματικά άρθρα ("Ο αφορισμός του Οικουμενισμού από τον Μητροπολίτην Φιλάρετον" σε δεκαέξι συνέχειες και "Και πάλιν το ζήτημα του Φιλαρέτου" σε έξι συνέχειες), εναντίον της Εκκλησίας των Ρώσων της Διασποράς, η οποία μόλις είχε αναθεματίσει την δοξασία του Οικουμενισμού! Όντως λυπηρό το ότι μετά το ανάθεμα του Αγίου Φιλαρέτου κατά του Οικουμενισμού (1983), δεν αντέδρασαν οι Οικουμενιστές, αλλά ο κ. Σακαρέλλος... Στα άρθρα αυτά επιστρατεύονται ειδών ειδών επιχειρήματα (άλλα γεννήματα της δικηγορίστικης σοφιστικής σκέψης του συντάκτου, άλλα αλιευμένα από παλαιότερες κατηγορίες, κυρίως εκ του χώρου των Ματθαιϊκών, άλλα βασισμένα σε κείμενα κουτσουρεμένα με "κοπτοραπτική" μέθοδο) με σκοπό να στιγματιστούν οι Ρώσοι της Διασποράς ως "σλαυόφιλοι" και "ανθέλληνες", ως "λιποτάκτες" και "προδότες" που "εγκατέλειψαν την πατρίδα τους για να σώσουν τα κορμιά τους", αντί να κάτσουν να σφαγιαστούν από τους Κομμουνιστές (κατηγορία που θυμίζει εκείνη των Νοβατιανών κατά του Αγίου Κυπριανού Καρχηδόνος, επειδή κρύφτηκε κατά τον διωγμό του Δεκίου), ως "σχισματικοί", ως "σιμωνιακοί" (για τις χειροτονίες των Γνησίων Ορθοδόξων), ως "αιρετικοί" και "οικουμενιστές" ακόμη! 
Ως παλαιοημερολογίτης έπειτα, όχι μόνο δεν προέβη σε αποκήρυξη των παλαιοτέρων απόψεών του, αλλά προσπάθησε να τις συνδυάσει με τη νέα ιδιότητά του. Έτσι εφηύρε ότι τάχα η Εκκλησία των Ρώσων της Διασποράς έγινε αιρετική το 1984! Γράφει: "Η Εκκλησία του Παλαιού Ημερολογίου, στην οποία με τη χάρη του Θεού ανήκω, και θα ανήκω όσο αυτή ορθοδοξεί, είχε κοινωνία με τη Ρωσική Σύνοδο της Διασποράς του Μητροπολίτη Φιλαρέτου, μέχρι το 1982. Τότε και ο Φιλάρετος και η Σύνοδός του ήταν Ορθόδοξοι! Το Φιλιόκβε ο Φιλάρετος το αποδέχτηκε με την από 20 Ιουλίου / 2 Αυγούστου 1984 Εγκύκλιό του, την οποία παράθεσα πιό πάνω, στην από 4.12. 2007 καταχώρησή μου. Από τότε ο Φιλάρετος με τη Σύνοδό του κατέστησαν αιρετικοί!" (https://orthodox-voice.blogspot.com/2016/12/blog-post_43.html). 
Γιατί όμως ισχυρίζεται ότι ο Άγιος Φιλάρετος αποδέχτηκε το Φιλιόκβε το 1984 και κατέστη αιρετικός και αυτός και η Σύνοδος των Ρώσων της Διασποράς; Η αιτία ήταν η αγιοκατάταξη, από την Ρωσική Εκκλησία της Διασποράς, του Αγίου Εδουάρδου της Αγγλίας, ο οποίος σφαγιάστηκε το 978. Κάποιοι εξέφρασαν αμφιβολίες για την αγιότητά του, επειδή είχε ήδη εισαχθεί στην Δύση το filoque, αλλά ο Άγιος Φιλάρετος με Συνοδική Εγκύκλιο (της 20.7/2.8.1984) απάντησε τα εξής: "Διετυπώθη ἡ ἄποψις ὅτι ὁ Ἅγ. Ἐδουάρδος δὲν δύναται νά θεωρηθῆ ἅγιος ἕνεκα τοῦ ὅτι ἡ προσθήκη τοῦ FILIOQUE εἶχεν ἤδη εἰσαχθῆ εἰς τὸ Σύμβολον τῆς Πίστεως ἐν Ἀγγλίᾳ κατὰ τὴν ἐποχήν του. Τὸ νὰ ὑποστηρίζη τις τοιαύτην ἄποψιν εἶναι ἀντίθετον πρὸς τὰς ἐκπεφρασμένας γνώμας τῶν μεγάλων Πατέρων τῆς Εκκλησίας, οἱ ὁποῖοι ἀνήρεσαν τὸ FILIOQUE, δηλονότι τοῦ σεπτοῦ Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ καὶ τοῦ ἁγίου Ἱεράρχου Φωτίου Πατριάρχου Κων/πόλεως. Προσέτι ἡ δικαιοσύνη ἀπαιτεῖ, ὅπως καὶ πολλοὶ ἄλλοι ἄγιοι, οἵτινες ἐπρέσβευον ἀνεπιγνώστως τὴν αὐτὴν προσθήκην εἰς τὸ Σύμβολον τῆς Πίστεως, νὰ ἀπαλειφθοῦν ἐπίσης ἐκ τοῦ Ἁγιολογίου ἡμῶν, ὡς π.χ. οἱ ἅγιοι Βιασεσλαύος καὶ Λουντμίλλα τῆς Τσεχίας, ὁ ἅγιος Μαρτῖνος ὁ Ὁμολογητὴς Πάπας Ρώμης κλπ.... Ἀμφότερα τὰ σώματα, ἡ Σύνοδος καὶ τὸ Συμβούλιον τῶν Ἐπισκόπων ἐξήτασαν τὸ θέμα του FILIOQUE μετὰ προσοχῆς ἐν σχέσει πρὸς τὴν περίπτωσιν τοῦ Ἁγ. Ἐδουάρδου καὶ, ἐν ὄψει τῶν ἐκπεφρασμένων γνωμῶν τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας, κατέληξαν ὅτι αὐτὸ (τὸ FILIOQUE) δὲν ἀπετέλει ἐμπόδιον κατὰ τὴν ἐποχὴν τοῦ Ἁγίου Ἐδουάρδου, διὰ νὰ ἐπιτύχη εἰς Χριστιανός τὴν ἁγιότητα" ("Ορθόδοξος Τύπος", αρ. 645, 22-3-1985).
Ο κ. Σακαρέλλος γράφει σε συνομιλητή του:
"Ύστερα από τα παραπάνω καταλήγουμε στα εξής συμπεράσματα:
α. Ούτε κατά διάνοια μπορεί ένας Ορθόδοξος να θεωρήσει ότι ο Αγγλοσάξονας βασιλιάς της Αγγλίας είναι άγιος της Ορθόδοξης Εκκλησίας! Ο λόγος είναι απλούς: ΄Ηταν μέλος αιρετικής Εκκλησίας, της Αγγλοσαξονικής, που την εποχή εκείνη είχε αποδεχθεί την αίρεση του Φιλιόκβε, που δίδασκαν οι Φράγκοι επηρεασμένοι από τον Αυγουστίνο. Ηταν δηλαδή ΑΙΡΕΤΙΚΟΣ!
Ούτε μάρτυρας μπορεί να είναι γιατί δεν μαρτύρησε για την Πίστη του Χριστού.
β. Το πρόβλημα όμως που δημιουργείται περαιτέρω είναι η επονείδιστη και κακόδοξη αυτή Εγκύκλιος της Ρωσικής Συνόδου της Διασποράς, την οποία υπόγραψε δυστυχώς ο τότε Μητροπολίτης Φιλάρετος.
Στην Εγκύκλιο αυτή ο Φιλάρετος υποστηρίζει ότι το Φιλιόκβε δεν αποτελεί εμπόδιο για τη σωτηρία του ανθρώπου, άποψη σαφώς αντίθετη προς τα όσα διδάσκουν οι Πατέρες! Και το ακόμη χειρότερο, ο Φιλάρετος με τη Σύνοδό του, συκοφαντούν τους Πατέρες, τους οποίους εμφανίζουν ότι δήθεν συμφωνούν μαζί τους!
Οι απόψεις αυτές της Ρωσικής Συνόδου της Διασποράς καθιστούν τη Σύνοδο ΑΙΡΕΤΙΚΗ, τα μέλη της Εκκλησίας αυτής ΑΙΡΕΤΙΚΟΥΣ, οι οποίοι δεν είναι δυνατόν ποτέ, όχι μόνον να είναι άγιοι της Εκκλησίας, αλλά ούτε να σωθούν. Ως εκ τούτου, η άποψη του αδελφού Misha ο Μητροπολίτης Φιλάρετος υπήρξε θεούμενος και άγιος δεν ευσταθεί!" (https://orthodox-voice.blogspot.com/2016/12/blog-post_47.html).
Βέβαια εδώ βλέπουμε ξεκάθαρα μία διαστρέβλωση των λόγων και του πνεύματος του Αγίου Φιλαρέτου, διότι ο Άγιος Φιλάρετος γράφει πως το να αποδέχεται κανείς το Filioque τότε (δηλαδή προ του Σχίσματος του 1054, που έζησε ο Άγιος Εδουάρδος και η Εκκλησία της Αγγλίας ανήκε ακόμη στην Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία) και ανεπιγνώστως, δεν συνιστά εμπόδιο για την επίτευξη αγιότητος, αφού δεν υπάρχει αυτόματη έκπτωση από την Εκκλησία (είδαμε και παραπάνω πως ο Μέγας Φώτιος νουθετεί τον αποδεχόμενο, εξ αγνοίας και πλάνης, το Filioque, "θεοφιλεστάτῳ, ὁσιωτάτῳ, ἱερωτάτω ἀρχιερεῖ ἀδελφῷ καὶ συλλειτουργῷ τῷ θαυμασιωτάτῳ ἀρχιεπισκόπῳ καὶ μητροπολίτῃ Ἀκυλείας" [P.G. 102, 793]).
Αλλά δεν σταμάτησε εκεί. Κατακρίνει τον Άγιο Φιλάρετο και για την αγιοκατάταξη των Βασιλομαρτύρων Ρομάνοφ (εδώ και εδώ βλ. γενική αναίρεση στην εξαιρετική εργασία του περιοδικό "Άγιος Κυπριανός" με τίτλο "Οι Ρώσοι Άγιοι Νεομάρτυρες και ο Τσάρος Νικόλαος ο Β΄"), όπως στο παρελθόν τον είχε κατακρίνει για την αγιοκατάταξη όλων των Ρώσων Νεομαρτύρων, γράφοντας τα εξής απαράδεκτα, για όποιον γνωρίζει τον βίο και το μαρτύριο των χιλιάδων αυτών Ομολογητών Νέων Μαρτύρων της Ρωσίας: "Ἔχουμε κατακρίνει στὸ παρελθὸν πολλὲς φορὲς τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο, γιατὶ χωρὶς νὰ ὑπάρχουν τὰ παραδοσιακὰ κριτήρια τῆς Ἐκκλησίας μας, προβαίνει στὴν ἀνακήρυξι μερικῶν προσώπων σὰν ἁγίων (σ. ημ. ποιους να εννοεί, εν έτει 1984, άραγε αφού μέχρι τότε οι αγιοκατατάξεις του Πατριαρχείου ήταν ο Άγιος Νικόδημος, ο Άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός, ο Άγιος Νεκτάριος...). Ἀλλ᾿ ἂν τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο ἀνεκήρυξε κατ᾿ αὐτὸ τὸν ἀπαράδεκτο τρόπο ἕνα ἢ δύο ἢ τρεῖς ἢ πέντε ἄτομα, ὁ Μητροπολίτης Φιλάρετος ἀνακήρυξε... δύο χιλιάδες πέντε! Καὶ συγκεκριμένα, πρὸ τριετίας ἀνεκήρυξε ὡς "ἁγίους" τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ὡς "Νεομάρτυρες", ὁλόκληρη τὴν οἰκογένεια τοῦ τσάρου Νικολάου καὶ δύο χιλιάδες ὀπαδούς τους, κυρίως "εὐγενεῖς", τοὺς ὁποίους σκότωσαν οἱ ἄθεοι Μπολσεβίκοι τὸ 1917, σὰν ἐχθροὺς τῆς ἐπαναστάσεώς τους! ...Ἡ άνακήρυξι ἀπὸ τὴν Σύνοδο τοῦ Μητροπολίτη Φιλαρέτου τῶν προσώπων αὐτῶν ὡς "ἁγίων" ἀποτελεῖ πανορθόδοξο σκάνδαλο καὶ κατάκριτο "νεωτερισμό", γιὰ τὸ ὁποῖο οἱ Ρῶσοι θὰ δώσουν ἐν ἐκείνῃ τῇ ἡμέρα φρικτὸ λόγο ἐνώπιον τοῦ Δικαίου Κριτῆ. Κι᾿ αὐτὸ, γιατί, γιὰ λόγους φθηνῆς σωβινιστικῆς καὶ ἐθνοφυλετικῆς προπαγάνδας, ἐνόθευσαν τὸ ἁγιολόγιο τῆς Ἐκκλησίας μας, τὸ ὁποῖο σεβάσθησαν γεννεές Ὀρθοδόξων εἴκοσι αἰώνων καὶ μέσα στὸ ὁποῖο ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ ἐτοποθέτησε τοὺς καλλινίκους μάρτυρες καὶ τοὺς θεοφόρους ὁσίους τῆς πίστεώς μας. Οἱ Ρῶσοι, ἀνάμεσα σ᾿ αὐτοὺς τοὺς ἁγίους ἠθέλησαν νὰ τοποθετήσουν τοὺς δυνάστες καὶ καταπιεστὲς τοῦ Ὀρθοδόξου Ρωσικοῦ λαοῦ (σ. ημ. δυνάστες και καταπιεστές, κατά τον συγγραφέα, όχι οι Κομμουνιστές σφαγείς και διώκτες των Χριστιανών, αλλά τα θύματά τους!), τοὺς τσάρους καὶ τοὺς ἄλλους "εὐγενεῖς"" ("Ορθόδοξος Τύπος", αρ. 591, 27-1-1984).
Εμείς φυσικά οι Γνήσιοι Ορθόδοξοι συντασσόμαστε με τον Άγιο και Ομολογητή Μητροπολίτη Φιλάρετο, με το άφθαρτο λείψανο, τον οποίο δόξασε και τίμησε ο Θεός, του οποίου την αγιότητα αποδεχόμαστε, όπως και του μεγάλου πλήθους των χιλιάδων Νεομαρτύρων Ομολογητών, κάθε τάξης, ηλικίας και καταγωγής, που έδωσαν το αίμα τους για τον Χριστό κατά την διάρκεια του φρικτού Κομμουνιστικού Διωγμού, και όχι με όσους επικριτές τους αρπάζουν την Κρίση του Θεού.
***
Δυστυχώς λοιπόν, η αγιομαχία έχει καταντήσει να χαρακτηρίζει και τον χώρο μας, και αυτόν τον σπίλο καλούμαστε σήμερα, συν τοις άλλοις, να αφαιρέσουμε, αφενός μεν τιμώντας τους Αγίους που τιμά η Εκκλησία, αφετέρου δε, σιωπώντας και όχι υβρίζοντας τα πρόσωπα για τα οποία δεν έχει ακόμη αποφανθεί ο Θεός, ο λαός του Θεού και εν γένει η καθόλου Εκκλησία.


(ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ)

Παρασκευή, 22 Νοεμβρίου 2019

Ο ΑΓΙΟΣ ΤΗΣ ΑΙΓΙΝΗΣ ΚΑΙ ΤΑ ΠΕΡΙ ΑΥΤΟΥ ΑΜΦΙΛΕΓΟΜΕΝΑ (ΑΝΑΙΡΕΣΗ ΑΝΤΙΡΡΗΤΙΚΩΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΩΝ - ΑΙΤΙΑΣΕΩΝ)


Γράφει ο π. Νικηφόρος Νάσσος


ΠΡΟΟΙΜΙΟΝ

Στίς 9 Νοεμβρίου ἡ Ἐκκλησία μας τιμᾶ γηθοσύνως καί λαμπρῶς τόν λαοφιλέστατο Ἅγιο, τόν φωστῆρα τῆς Αἰγίνης καί θαυματουργό Πατέρα καί Ἱεράρχη, Νεκτάριο, Μητροπολίτη Πενταπόλεως τῆς Αἰγύπτου. Πολλοί κατά καιρούς διεζωγράφισαν τήν μορφή καί τήν φωτεινή προσωπικότητα τοῦ «ἐν ἐσχάτοις χρόνοις φανέντος» φίλου τῆς ἀρετῆς καί μιμητοῦ τοῦ Κυρίου, ἐκείνου ὁ ὁποῖος ἀνεδείχθη ὑπό Θεοῦ Μέγας, «τῶν πάλαι Ἁγίων χαρακτηρίσας τήν ζωήν ἐν ἡμέραις πονηραῖς», ὅπως ψάλλουμε στό δοξαστικό τῶν Ἐσπερίων, στήν Ἀσματική Ἀκολουθία του.

Ὑπάρχουν ὅμως καί αὐτοί (ἐλάχιστοι, εὐτυχῶς) οἱ ὁποῖοι δέν τόν τιμοῦν, ἀλλά τόν ἐπικρίνουν καί ἐπιχειροῦν νά ἀμαυρώσουν τή μνήμη του, εἴτε κρυφίως σέ στενούς κύκλους (φοβούμενοι τίς ἀντιδράσεις τοῦ λαοῦ), εἴτε φανερῶς, ἐκφράζοντας τίς ἀθεολόγητες καί ἕωλες αἰτιάσεις τους ἐναντίον του. Πρόκειται δηλαδή γιά ἀπόρριψη τῆς κεκυρωμένης ὑπό Θεοῦ Ἁγιότητος τοῦ προστάτου τῆς Αἰγίνης καί θαυματουργοῦ Ἁγίου. Στά παρακάτω θά γίνει μία σύντομη ἀναφορά στό ζήτημα αὐτό. Καί θά τονιστοῦν κάποια σημεῖα κάπως ἐπιγραμματικά, διότι ἐπ᾿ αὐτοῦ ἔχουμε καταθέσει διεξοδική ἀναίρεση ἐπιχειρημάτων τῶν ἀντιφρονούντων, στό ἐξαντληθέν πόνημά μας πού φέρει τόν τίτλο: «Σύν πᾶσι τοῖς Ἁγίοις» (Ἀθήνα 2009). Προσεχῶς δέ, τοῦ Θεοῦ συνεργοῦντος, θά κυκλοφορηθεῖ μελέτη εἰδική περί τῆς θεολογικῆς καί ποιμαντικῆς ἀντιμετωπίσεως συγγραφικῶν σφαλμάτων Ἁγίων ἀνδρῶν ἀπό τήν Ἐκκλησία, μέ εἰδική ἀναφορά στόν ἅγιο Νεκτάριο, στόν ἱερό Αὐγουστίνο τόν Ἅγιο ἱεράρχη τῆς Ἱππῶνος, τόν ἅγιο Γρηγόριο Νύσσης καί σέ ἄλλους Ἁγίους, ἔχοντας σχέση μέ τά διαλαμβανόμενα.

Ὡστόσο, εἶναι ἀνάγκη νά κατανοηθεῖ ὅτι στό πλαίσιο τῆς Ἐκκλησίας δέν ἀποφασίζει κάποιος μόνος του, κατά τό δοκοῦν, γιά τό ποιός εἶναι Ἅγιος καί ποιός ὄχι! Μόνο ἡ Ἐκκλησία ἀποφαίνεται αὐθεντικῶς. Δέν μποροῦμε νά εἰσάγουμε αὐθαιρεσίες στήν περιοχή τῆς θεολογίας, τῆς ἐκκλησιολογίας καί τῆς δογματικῆς, ὅπου τά πάντα ἐν Ἀγίῳ Πνεύματι ἔχουν ἐπιλυθεῖ ἀπό τούς θεοφόρους Πατέρες μας, ὅπως ἔχουν λυθεῖ καί τά ἁγιολογικῆς φύσεως ζητήματα, δηλαδή ἡ ὑπό προϋποθέσεις ἀνάδειξη Ἁγίων, ἤ, ἡ ὑπό προϋποθέσεις ἀμφισβήτηση αὐτῶν κλπ. Κανένας στήν Ὀρθόδοξο Ἐκκλησία μας δέν «στήνει τό δικό του θέλημα» ὅπως λέμε, οὔτε ἀποφαίνεται παπιστικῶς, ἀμαρτύρως καί αὐθεντικῶς. Κανένα μέλος τοῦ σώματος τῆς Ἐκκλησίας δέν μπορεῖ νά ὑψώνει τήν ἀτομική του συνείδηση πάνω ἀπό τή συνείδηση τῆς Ἐκκλησίας καί νά γίνεται κριτής καί τιμητής τῶν κρίσεων καί τῶν ἐκτιμήσεών της.

Στά ἑπόμενα θά παρουσιάσουμε τά ἐπιχειρήματα τῶν μή ἀποδεχομένων τήν Ἁγιότητα τοῦ φαεσφόρου καί θεουμένου ἐπισκόπου Πενταπόλεως Νεκταρίου, κοιμηθέντος Ὁσίως τό ἔτος 1920 καί θά ἀναιρέσουμε θεολογικῶς καί Πατερικῶς τά ἐπιχειρήματα αὐτά μέ κάθε δυνατή συντομία. Εἰρήσθω εἰσαγωγικῶς ὅτι κατά τόν λόγο καί τό πρότυπο τοῦ μεγάλου Δογματολόγου τῆς Ἐκκλησίας μας, ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ, «ἐμόν ἐρῶ οὐδέν», δέν θά ποῦμε τίποτα δικό μας. Θά στηριχθοῦμε ὡς εἰς ἀσφαλήν βακτηρία, στήν Πατερική μας Γραμματεία, ἀφοῦ ὡς ὀρθόδοξοι θά πρέπει νά ἀποφαινόμαστε «κατά τάς τῶν Ἁγίων θεοπνεύστους θεολογίας καί τό τῆς Ἐκκλησίας εὐσεβές φρόνημα»1.

ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑ ΠΡΩΤΟ

ΟΙ ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΕΣ ΑΣΤΟΧΙΕΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΝΕΚΤΑΡΙΟΥ

Οἱ Ἅγιοι δέν ὑπῆρξαν τέλειοι εἰς ὅλα καί ἄπταιστοι, δηλ. ἀναμάρτητοι, διότι ὑπῆρξαν καί αὐτοί ἄνθρωποι θνητοί. Ὁ μόνος κατά φύσιν Τέλειος, καί Ἀναμάρτητος εἶναι ὁ Τριαδικός Θεός. Οἱ ἅγιοι ἦσαν ἀπλανεῖς, ὄχι ὅμως καί ἀλάθητοι! Ἡ πτώση καί ὁ μῶμος, ἡ ἀστοχία καί τό σφάλμα, ἡ παρέκκλιση καί παρεκτροπή εἶναι γνωρίσματα ἀκόμη καί Ἁγίων ἀνδρῶν, ὅπως δείχνει ἡ ἱστορία καί τό ἐπισημαίνει εὔστοχα ὁ τῆς Θεολογίας ἐπώνυμος, ἅγιος Γρηγόριος: «Ἅπτεται γάρ, οὐ τῶν πολλῶν μόνον, ἀλλά καί τῶν ἀρίστων ὁ μῶμος, ὡς μόνον ἄν εἶναι τοῦ Θεοῦ τό παντελῶς ἄπταιστον καί ἀνάλωτον πάθεσι».2 Πολλά εἶναι τά περιστατικά ἐκεῖνα ἀπό τήν ἐκκλησιαστική μας Ἱστορία, τά ὁποῖα ἀναφέρονται σέ ποικίλες πτώσεις Ἁγίων ἀνδρῶν, θεολογικές ἐκκλησιατικές, συγγραφικές κ.ἄ, ὅπου καταδεικνύεται ὅτι καί οἱ Ἅγιοι ὑπόκεινται στούς ὅρους τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως καί μποροῦν νά διαπράξουν σφάλματα καθώς ἀγωνίζονται μέ τή θεία ἀρρωγή καί Χάρη νά ὑπερβοῦν τά σύνορα μεταξύ οὐρανοῦ καί γῆς.

Στό πλαίσιο αὐτό μποροῦμε νά δοῦμε μέ ἀντικειμενικότητα τήν ὕπαρξη συγγραφικῶν ἀστοχιῶν σέ κάποιους Ἁγίους ἄνδρες τῆς Ἐκκλησίας μας, μή ἐξαιρουμένου καί τοῦ ἁγίου Νεκταρίου Αἰγίνης, οἱ ὁποῖοι διακρίθηκαν ὡς θεολόγοι καί συγγραφεῖς, πλήν ὅμως, ἡ ἀνθρώπινη ἀδυναμία παρήγαγε κάποιες ἀστοχίες πού ὀφείλονται εἴτε στήν ἄγνοια εἴτε σέ ἄλλους παράγοντες, τούς ὁποίους ἀναλύει ἡ Πατερική πεῖρα τῆς Ἐκκλησίας μας. Συγκεκριμένα, ὑπάρχει μία καταγραφή τοῦ φρονήματος τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας στό ζήτημα τῶν συγγραφικῶν ἀστοχιῶν Ἁγίων και ἱερῶν συγγραφέων. Αὐτή βρίσκεται σέ μία περισπούδαστη ἐπιστολή (ΚΔ΄) τοῦ Μεγάλου Φωτίου, Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως πρός τόν ἐπίσκοπον Ἀκυληΐας Ἰωάννη3. Αὐτή εἶναι καταχωρισμένη στόν Τόμο Χαρᾶς τῆς ἐκκλησιαστικῆς Ἱστορίας τοῦ Δοσιθέου Ἱεροσολύμων καί στήν Πατρολογία τοῦ Migne, τόμο 102. (Κατά τή διαπραγμάτευση τοῦ θέματός μας θά παραπέμψουμε καί στίς δύο πηγές, κατά περίστασιν). Ἡ ἐν λόγῳ ἐπιστολή τοῦ Μ. Φωτίου τά λέει ὅλα! Καί δέν ἀφήνει κανένα ἐρωτηματικό γιά τόν καλοπροαίρετο ἐρευνητη. Ἐκφράζει δέ τό πνεῦμα τῆς Ἐκκλησίας σχετικά μέ τά ζητήματα αὐτά, ὅπως ὑλοποιήθηκε στή διαχρονική πορεία τῆς Ἐκκλησίας καί καταγράφεται στά Πρακτικά τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων. Θά παρουσιάσουμε κάποια σημεῖα τῆς ἐπιστολῆς τοῦ Μ. Φωτίου, θά τά ἀναλύσουμε καί στή συνέχεια θά ἀναφερθοῦμε στήν περίπτωση τοῦ ἁγίου Νεκταρίου.

Σύμφωνα μέ τήν ἐν λόγῳ θεολογική ἐπιστολή τοῦ σοφωτάτου Πατρός, Μ. Φωτίου, ἡ Ἐκκλησία ἀντιμετωπίζει μέ πολλή σύνεση, διάκριση, ὑπευθυνότητα καί ποιναντική εὐαισθησία τίς περιπτώσεις τῶν ἐμφιλοχωρούντων λανθασμένων ἀπόψεων στά συγγράμματα Ἁγίων μελῶν της. Πολλές εἶναι ἐκεῖνες οἱ περιστάσεις οἱ ὁποῖες ἀνάγκασαν πολλούς ἐναρέτους ἀνθρώπους νά διολισθήσουν, νά «ξεφύγουν» ὅπως λέμε ἀπό τήν ὀρθόδοξη Διδασκαλία καί νά διατυπώσουν ἐφαλμένες ἀπόψεις ἀκόμη καί στό πεδίον τοῦ δόγματος! Αὐτό ἐπισυνέβη, εἴτε ἐπειδή παρεσύρθησαν ὡς ἄνθρωποι (ἴσως στόν πρό τῆς θεώσεώς τους καιρό), εἴτε ἐπειδή ἀπηύθυναν τό λόγο πρός αἱρετικούς, εἴτε γιά ἄλλες αἰτίες πού γνωρίζει ὁ Θεός. Ἰδού τά λόγια τοῦ Μ. Φωτίου: «Πόσαι περιστάσεις πραγμάτων πολλούς ἐξεβιάζοντο, τά μέν παραφθέγξασθαι, τά δέ πρός οἰκονομίαν εἰπεῖν, τά δέ καί τῶν ἀπειθούντων ἐπαναστάντων, τά δέ καί ἀγνοίᾳ οἷα δή περιολησθήσασιν ἀνθρώπινα»;4

Πῶς, ὅμως, ἡ Ἐκκλησία ἀντιμετωπίζει τίς περιπτώσεις αὐτές; Ἐρωτοῦν κάποιοι: μπορεῖ ὁ καθένας νά γράφει ἀνεγξέλεκτα ὅ,τι νομίζει ὡς ὀρθό καί νά διαφωνεῖ στά ὅσα φρονεῖ ἡ Ἐκκλησία; Ὄχι βεβαίως, ἀλλά ἄς δοῦμε τήν συνέχεια τῆς ἐπιστολῆς. Ὁ Μ. Φώτιος, ὅταν προκλήθηκε νά ἀπαντήσει (βλ. ὑποσ. 2) σχετικά μέ τό ἄν γνωρίζει ὅτι ὀρθόδοξοι Πατέρες τῆς Δύσεως διετύπωσαν γραπτῶς τήν λατινική κακοδοξία τοῦ Filiogve καί πῶς πρέπει ὀρθοδόξως αὐτό νά ἀντιμετωπιστεῖ, γράφει ὅτι εἶναι μέν καινοτομία, ἀλλά «δέν καταδικάζουμε» καί «δέν «ἀτιμάζουμε» τούς Πατέρες, πού ἴσως παρεξέκλιναν ἀπό ἄγνοια, ἤ ἀπό ἄλλες αἰτίες, ὅταν δέν τούς ἔχει ὑποδειχθεῖ τό σφάλμα καί ἀπέθαναν χωρίς νά ἐλεγχθοῦν (ὅπως ἐν προκειμένῳ τότε ὁ ἱερός Αὐγουστῖνος κ.ἄ. Πατέρες).

«…Ἀμβρόσιος ὁ μέγας καί Αὐγουστῖνος και Ἱερώνυμος καί τινες ἄλλοι ὁμοταγεῖς καί ἰσοστάσιοι, μέγα ὄνομα λαχόντες ἐπ᾿ ἀρετῇ καί βίου λαμπρότητι, τό Πνεῦμα ἐκ τοῦ Υἱοῦ ἐν πολλοῖς αὐτῶν λόγοις συνέταξαν ἐκπορεύεσθαι…καί μή ἀτιμάζειν τούς πατέρας».5

Εἶναι δέ σημαντικό νά τονιστεῖ ὅτι ὁ πολυμαθέστατος, πεφωτισμένος καί πρῶτος ἀντιπαπικός Ἱεράρχης τῆς Ἐκκλησίας μας Μ. Φώτιος δέν ἀποκρύπτει τήν ἀλήθεια τῶν γεγονότων, οὔτε ἐπιχειρεῖ νά καλύψει τούς παρεκτραπέντας Ἁγίους μέ διάφορα τεχνάσματα, ὅπως λ.χ. ὅτι μπορεῖ νά μήν τά ἔγραψαν αὐτά οἱ Πατέρες ἀλλά νά τά πρόσθεσαν ἄλλοι στά κείμενά τους μετά θάνατον κλπ., ἀλλά ὁμολογεῖ τήν ἀλήθεια ἡ ὁποία πάντοτε ἐλευθερώνει καί σώζει. Ναί, τά ἔγραψαν οἱ ἴδιοι, λέγει, ἔσφαλαν οἱ Πατέρες ὡς ἄνθρωποι, ἀλλά ὅπως γράφει παρακάτω «σιγῶντας καί μή παρόντας» δέν μποροῦμε νά τούς καταδικάσουμε. Δέν εἶναι δυνατόν νά καταδικαστεῖ αὐτός πού δέν ἐλέχθηκε γιά τό σφάλμα του, πού δέν τοῦ δόθηκε ἡ εὐκαιρία νά τό διορθώσει καί πού δέν ἐπέμενε σ᾿ αὐτό! «Τήν μέν καινοτομίαν ἀποστρεφόμεθα, τόν πατέρα δέ αὐτῆς (σ.σ. ἐδῶ ἐννοεῖ τόν ἱερό Αὐγουστίνο), σιγῶντα μάλιστα καί μή παρόντα, μή δ᾿ ἀντιλέγοντα, οὗ μέν οὖν, οὐ καταδικάζομεν».6

Κατά τήν Πατερική Θεολογία, ὅπως τήν ἐκφράζει δυναμικά τόν 9ο αἰῶνα ὁ ἱερός Φώτιος, τό πρόσωπο -ὁ συγγραφεύς - διαστέλλεται ἀπό τό σφάλμα /λανθασμένη διατύπωση, ἔτσι ὥστε τό μέν λάθος να μην υἱοθετεῖται και ναμήν προστίθεται στήν ὑπάρχουσα Διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας, ὁ δέ συγγραφεύς νά ἐξακολουθεῖ νά ἀπολαμβανει τῆς τιμῆς τῆς Ἐκκλησίας. Εἶναι ἐν προκειμένῳ χαρακτηριστική καί λίαν διαφωτιστική ἡ φράση τοῦ Ἁγίου Πατριάρχου τῆς Κωνσταντινουπόλεως, Φωτίου: «Τό μέν παρενεχθέν (τό σφάλμα) οὐ προσθήκην δεχόμεθα, τούς δέ ἄνδρας ἁσπαζόμεθα».7

Στήν ἴδια μάλιστα συνάφεια ὁ Μ. Φώτιος, λαμβάνοντας ἀφορμή ἀπό γνωστή ὑπόθεση τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, γράφει θεοκινήτως ὅτι ἐμεῖς οἱ Ὀρθόδοξοι καί «τρόφιμοι τῆς Ἐκκλησίας» γνωρίζουμε πώς πρέπει κατά τό παράδειγμα τῶν δύο σωφρόνων υἱῶν τοῦ παρεκτραπέντος Νῶε (Σήμ καί Ἰάφεθ) νά προστατεύουμε τόν πατέρα μας καί ὄχι νά τόν ἐκθέτουμε, ὅπως ἔπραξε ὁ ἀναιδῆς Χάμ! Ὀφείλουμε νά καλύπτουμε ὀπισθοφανῶς τόν παρεκτραπέντα πατέρα (ἐν προκειμένῳ τόν σφάλοντα συγγραφέα) καί ὄχι νά τόν διαπομπεύουμε ἀναιδῶς! «Οἱ τῆς Ἐκκλησίας τρόφιμοι καί τῶν ἱερῶν μαθημάτων οὐκ ἐπιλήσμονες, κατά τόν Σήμ καί Ἰάφεθ, καί τήν πατρικήν ἀσχημοσύνην ἐπικαλύπτειν ἐπίσταντανται καί τούς μιμητάς τοῦ Χάμ καταγινώσκοντες ἀποστρέφονται».8

Τρεῖς προϋποθέσεις, κατά τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία πρέπει νά συντρέχουν, ὥστε νά καταδικαστεῖ ἕνας ἱερός συγγραφεύς καί νά ἀποβληθεῖ ἀπό τή χορεία τῶν Ἁγίων προσώπων.

Ἡ πρώτη εἶναι ἡ ἐπιμονή τοῦ παρεκτραπέντος στό σφάλμα του, ὅταν τοῦ ὑπόδειχθεῖ καί κληθεῖ σέ διόρθωσή του. Καί τοῦτο διότι ἡ ἐπιμονή δηλώνει φρόνημα, ὄχι ἁπλό λάθος, ἀλλά συνειδητή τοποθέτηση, πρᾶγμα τό ὁποῖο εἶναι μεμπτό καί καταδικαστέο.Τό λάθος δέν κάνει τόν Ὀρθόδοξο αἱρετικό! Μόνο ἡ ἐπιμονή στό λάθος καταδικάζεται καί ἡ ἀμετανοησία, ὅταν αὐτό ὑποδεικνύεται.

Ἡ δεύτερη εἶναι ἡ φιλονικεία τοῦ σφάλοντος μέ τήν Ἐκκλησία καί ἡ ἀπείθειά του πρός αὐτήν. Ἡ διαχρονική Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ καί ἡ ὀρθόδοξη Πατερική Θεολογία, ὡς γνωστόν, δέν πλανᾶται ποτέ καί ὅποιος διαφωνήσει καί ἐρίσει/φιλονικήσει μέ τήν Ἐκκλησία καί τήν Θεολογία της αὐτός δέν σώζεται9! Ἀντίθετα, ἐκπίπτει ἀπό κάθε τιμή πού εἶχε πρίν αὐτός πού θά ἀπειθείσει στή θεόπνευστη Πατερική Θεολογία, ὅπως τό γνωρίζουμε ἀπό πολλές αἱρέσεις καί ἑτεροδιδασκαλίες πού συνετάραξαν τήν Ἐκκλησία κατά τή δισχιλιετῆ πορεία της μέσα στον κόσμο.

Ἡ τρίτη εἶναι ὁ θάνατος τοῦ παρεκτραπέντος σέ κατάσταση ἀμετανοησίας, ἀφοῦ «ἐν τῷ Ἅδη οὐκ ἔστι μετάνοια», ὅπως ὅλοι γνωρίζουμε.10

Ὅταν, λοιπόν, λάβουν χώρα οἱ ἀνωτέρω προϋποθέσεις, τότε καταδικάζεται ὁ παρεκτραπείς καί δέν μπορεῖ νά θεωρηθεῖ Πατήρ γνήσιος τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ, ἀλλά εἶναι ἀνάγκη νά ἀποβληθεῖ καί αὐτός καί τά συγγράμματά του. Ἄς δοῦμε ὅμως πῶς ἀκριβῶς τό γράφει ὁ Μ. Φώτιος, τοῦ ὁποίου τό γλωσσικό ἰδίωμα εἶναι ἰδιαίτερα δύσκολο, ἀλλ᾿ ἐξίσου θαυμαστό. «Ἔτι δέ, εἰ μέν ὑπομνησθέντες περί τοῦ προκειμένου κεφαλαίου, τῶν εἰρημένων πατέρων ἀντεῖπε τό σύνταγμα καί πρός ἔνστασιν τινά καί ἀπείθειαν ἀπεθρασύνετο, διέτεινάν τε τῇ αὐτῇ παρατροπῇ τῆς δόξης καί ἐπ αὐτῇ τόν βίον μετά τούς ἐλέγχους κατέστρεψαν, ἀνάγκη τούτους συναποβάλλεσθαι τῷ φρονήματι».11

Τί ἔχουν νά ποῦν λοιπόν, περί τοῦ Ἁγίου Ἱεράρχου τῆς Αἰγίνης Νεκταρίου, ὅσοι τόν ἀμφισβητοῦν λόγῳ τῶν σφαλμάτων πού ἔχουν ἐμφιλοχωρήσει σέ κάποια κείμενά του; Πότε ἐλέχθηκε ἀπό τήν Ἐκκλησία; Πότε ἐπέμενε; Ποιά ἀπόδειξη ὑπάρχει ὅτι ἐκοιμήθη ἀμετανόητος καί πολεμώντας τήν Ἐκκλησία; Καί ἄν ἡ Ἐκκλησία ἔχει τέτοια ἀνεκτική καί σοφή ἀντιμετώπιση σέ ὅσους ἔχουν σφάλλει δογματικῶς, ὅπως ὁ ἱερός Αὐγουστῖνος12, τότε ἄς σκεφθοῦμε σέ πόσο ἀνεκτικώτερη θέση βρίσκεται ὁ ἅγιος Νεκτάριος, ὁ ὁποῖος δέν ἔσφαλε δογματικά, ἀλλά ἁπλῶς διατύπωσε κάποιες ἐπισφαλεῖς ἀπόψεις σέ ἐκκλησιαστικά ζητήματα πρακτικῆς φύσεως καί ἱστορικά. Θά μακρυγορήσουμε ἄν ἐξετάσουμε ἕνα πρός ἕνα τά ἀνθρώπινα συγγραφικά ὁλισθήματα τοῦ Ἁγίου ἐπισκόπου Πενταπόλεως.

Θά ἀναφερθοῦμε μόνο δι᾿ ὁλίγων στήν κυριώτερη ἀστοχία τοῦ Ἁγίου, ὡς συγγραφέως καί δή μάλιστα ἱστπρικοῦ. Αὐτή συνίσταται στό ὅτι ὁ ἱερός Νεκτάριος υἱοθέτησε μία λανθασμένη θεωρία τοῦ Κωνσταντίνου Παπαρηγοπούλου περί τῆς Ζ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου καί τήν διατύπωσε στό σύγγραμμά του «Αἱ Οἰκουμενικαί Σύνοδοι τῆς τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας» (ἐκδ. Ρηγοπούλου, ἔτος 1882, μέ Εἰσαγωγή ἀρχ. Εἰρηναίου Δεληδήμου). Ὁ ἅγιος Πατήρ ἀντέγραψε ἀνεξετάστως τόν ἐθνικό μας ἱστορικό στήν μεροληπτική θέση του στό ζήτημα τῆς Εἰκονομαχίας, μέ ἀποτέλεσμα νά παρεκκλίνει ἱστορικά καί ἴσως κατά μία αὐστηρά κριτική καί θεολογικά.

Ὅμως τό λάθος αὐτό διόρθωσε ἐπισημότατα ὁ Ἅγιος Ἱεράρχης, μετά ἀπό μία ἀκριβῶςδεκαετία, ὅταν κυκλοφόρησε τό περίφημο πόνημά του «Μελέτη περί τῶν Ἁγίων εἰκόνων» (1902). Ἐκεῖ, ὄχι μόνο ξεκαθαρίζει τά πράγματα θεολογικῶς καί ἐκκλησιολογικῶς, ἀλλά μέσα ἀπό την ὅλη διαπραγμάτευση στό ἐν λόγῳ πόνημα ἀναδεικνύεται πλέον ὁ λιπαρῶς καταρτισμένος ἐρευνητής και κυρίως, ὁ πραγματικός εἰκονόφιλος Πατήρ καί ἀκόλουθος «ἐν πᾶσι» τῶν Ἁγίων Πατέρων, ἀφοῦ τεκμηριώνονει μέ πολλά χωρία δικά τους τήν ἐν λόγῳ σπουδαιότατη ἐργασία του. Παρουσιάζει μάλιστα μεταξύ ἄλλων καί τήν εὐλαβητική διάθεση τοῦ ἁγίου Γρηγορίου Νύσσης ἔναντι τῶν ἁγίων Εἰκόνων, μέ τό χωρίο στό ὁποῖο ὁ σοφώτατος αὐτάδελφος τοῦ Μ. Βασιλείου ἀποκαλύπτει ὅτι δέν συνέβη νά ἀντικρύσει μία εἰκόνα τοῦ θείου Πάθους χωρίς νά δακρύσει, ἐνθυμούμενος τό γεγονός πού παριστᾶ ἡ ἱερά τέχνη τῆς ἁγιογραφίας. «Εἶδον πολλάκις ἐπί γραφῆς εἰκόνα τοῦ πάθους καί οὐκ ἀδακρυτί τήν θέαν παρῆλθον, ἐναργῶς τῆς τέχνης ὑπ᾿ ὄψιν ἀγούσης τήν ἱστορίαν».13

Εἶναι ἐπίσης σημαντικό νά δοῦμε τήν συμπερασματική γνώμη τοῦ ἁγίου Νεκταρίου σχετικά μέ τήν ἀποκατάσταση τῶν ἁγίων Εἰκόνων ἀπό τήν Ἁγία Ζ΄Οἰκουμενική Σύνοδο. Γράφει ὁ Ἅγιος: «Σπουδαία καί ἀναγκαία ἦτο καί ἡ ἐβδόμη Οἰκουμενική Ἁγία Σύνοδος, διότι ἀπέδωκε τῇ Ἐκκλησία τον κόσμον αὐτῆς (σ.σ. τό κόσμημα, τίς ἅγιες Εἰκόνες), ὥρισε τόν χαρακτῆρα τῆς ὀφειλομένης προς τάς σεπτάς ἁγίας εἰκόνας τιμῆς, καί εἰρήνευσε τήν Ἐκκλησίαν, ἐπί αἰῶνα διατηρηθεῖσαν. Διά τῆς τῶν εἰκόνων ἀναστηλώσεως, καταπολεμήθη νεωτερισμός τις ὅλως ξένος τῇ Ἐκκλησίᾳ τοῦ Χριστοῦ καί φρόνημα ἐσφαλμένον, ὑπονομεῦον τήν τῆς Ἐκκλησίας Ὀρθοδοξίαν».14

Ἐρωτοῦμε, θά ἔγραφε ἔτσι ποτέ ἕνας εἰκονομάχος, ὅπως τόλμησαν τά πάντολμα καί ἀναιδῆ στόματα τῶν ἁγιομάχων νά παρουσιάσουν τόν σφόδρα εἰκονόφιλο Ἅγιο τῆς Αἰγίνης;; Αὐτά προξενεῖ ἡ ἔλλειψη θεολογικῆς παιδείας ὅταν συνδιάζεται καί με τήν κακή πρόθεση15…

Ὡστόσο, εἶναι ἀπαραίτητο νά ἀναφερθεῖ γιά τήν ἱστορία, ὅτι πέραν τῶν ὀλιγοστῶν ἐσφαλμένων διατυπώσεων τοῦ Ἁγίου τῆς Αἰγίνης, γιά τίς ὁποίες ἰσχύει ὅτι καί γιά ὅλους τούς ἄλλους Ἁγίους πού ἔσφαλαν, ὅπως τό εἶδαμε στήν καταγραφή τοῦ φρονήματος τῆς Ἐκκλησίας ἀπό τόν Μ. Φώτιο, ὑπῆρξαν καί σκόπιμη πολεμική κατά τοῦ ἁγίου Νεκταρίου. Τά κείμενά του ὑπέστησαν ἀλλοιώσεις καί κολοβώσεις, παραχαράξεις καί προκρούστειες ἀφαιρέσεις, ὥστε νά ἐξαχθεῖ τό συμπέρασμα ὅτι ὁ Ἅγιος συνέγραψε πολλά κακόδοξα καί ἀντιεκκλησιαστικά καί ὅτι ὑπῆρξε και…φιλοπαπικός!. Μία μόνο περίπτωση διαστροφῆς ἀναφέρουμε ἐνδεικτικά ἀπό τίς πολλές, αὐτήν ὅπου ὁ Ἅγιος στό βιβλίο του «Περί τῶν αἰτιῶν τοῦ σχίσματος» ἀναφέρεται ὡς ἱστορικός στόν Πατριάρχη Μιχαήλ τόν Κηρουλάριο. Παραθέτει δέ γνώμες τῶν πρό αὐτοῦ συγγραφέων (καί εἶναι ὑποχρεωμένος νά τό πράξει, ἀφοῦ γράφει ἱστορία) τίς ὁποίες καί ἀξιολογεῖ. Γράφει, λοιπόν, ὁ ἅγιος Νεκτάριος, στό κεφάλαιο «Χαρακτῆρ τοῦ Πατριάρχου Μιχαήλ Κηρουλαρίου», παραπέμποντας στόν Κ. Παπαρηγόπουλο: «Ὁ Πατριάρχης Μιχαήλ, ἱστορεῖ ὁ Παπαρηγόπουλος, ἦτο ἄνθρωπος ὀξύς, πολυπράγμων, φίλαρχος και φιλόδοξος». Ἀπό τό ἀνωτέρω ἀπόσπασμα, ἐξηφανίσθη τεχνηέντως ἀπό τούς ἐπικριτάς τοῦ ἁγίου Νεκταρίου ἡ ὑπογραμμισμένη φράση: «ὅπως ἱστορεῖ ὁ Παπαρηγόπουλος», με ἀποτέλεσμα νά ἐξαχθεῖ τό συμπέρασμα ὅτι οἱ ταπεινωτικοί χαρακτηρισμοί πρός τόν Πατριάρχη Μιχαήλ εἶναι τοῦ ἁγίου Νεκταρίου, ένῶ εἶναι τοῦ Κ. Παπαρηγοπούλου! Καί πόσα ἄλλα παρόμοια ὑπάρχουν!16... Ἰδού οἱ «ἔντιμες» μέθοδοι τῶν κατηγόρων τοῦ Ἁγίου τῆς ἐποχῆς μας…

Ἀλλά ἄς προχωρήσουμε στό δεύτερο ἐπιχείρημα τῶν λεγομένων (ὅπως ἐπικράτησε) «ἀντινεκταριανῶν».

ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑ ΔΕΥΤΕΡΟ

Η «ΑΓΙΟΠΟΙΗΣΗ» ΑΠΟ ΤΟΝ ΑΘΗΝΑΓΟΡΑ

Τό Πατερικῶς ἀβάσιμον τοῦ ἐν λόγῳ ἐπιχειρήματος μαρτυρεῖ ὁ πατερικῶς καί ὁ ὀρθοδόξως ἀδόκιμος ὅρος «ἁγιοποίηση»17, τόν ὁποῖο χρησιμοποιοῦν ὅσοι δέν γνωρίζουν τά ἁγιολογική κριτήρια τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ.

Δέν ὑπάρχει στήν Ὀρθοδοξία ἁγιοποίηση! Ἀντίθετα, αὐτό ὑπάρχει στόν παπισμό. Στήν καθ᾿ ἡμᾶς Ἀνατολή, ὅπου ἡ Χάρις καί ἡ ἀλήθεια ἐν Χριστῷ, ἁγιοποιεῖ μόνον ὁ Θεός! Ἡ ἀνάδειξη ἀπό θεσμικά ἐκκλησιαστικά ὄργανα ἑνός Ἁγίου ἔχει χαρακτῆρα διαπιστωτικό καί ἐξαγγελτικό, ὄχι άποφασιστικό! Ὁ Θεός ἀναδεικνύει τούς Ἁγίους καί τα θεσμικά ὄργανα (τό Πατριαρχεῖο ἤ ἡ Σύνοδος) διαπιστώνουν, ἐξαγγέλουν καί προβάλλουν τόν ἤδη ἀνακηρυχθέντα ὑπό Θεοῦ Ἅγιο. Δέν ὑπάρχει, ὀρθοδόξως, «ἀνακήρυξη» τῆς ἁγιότητος, ἀλλά ὑπάρχει «διαπίστωση» καί «διακήρυξη». Καί αὐτό γίνεται θεσμικά τούς τελευταίους αἰῶνες. Παλαιοί μεγάλοι Ἅγιοι καί ἐπιφανεῖς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, (Καππαδόκες κ.ἄ.) δέν διεκηρύχθησαν μέ πράξεις πατριαρχικές, ἤ συνοδικές. Τήν παλαιά ἐποχή γινόταν ἡ ἀναγνώριση τῶν Ἁγίων σέ τοπικό ἐπίπεδο, ἀπό τόν λαό18. Πολύ ἀργότερα ἐμφανίστηκε το φαινόμενο τῆς διακηρύξεως τῶν Ἀγίων μέ πράξεις πατριαρχικές. Ὁ καθηγητής Δ. Τσάμης γράφει σχετικά: «Στήν πρωτοχριστιανική Ἐκκλησία δέν χρειαζόταν κάποια ἐκκλησιαστική διαδικασία γιά τήν καθολική ἀναγνώριση τῶν ἁγίων καί ὁ λαός με δική του πρωτοβουλία προέβαινε στήν ἀναγνώριση τοῦ ἁγίου καί στήν ἀπόδωση τιμῆς πρός αὐτόν. Στούς ἑπόμενους αἰῶνες τό καθεστώς αὐτό σε γεννικές γραμμές διατηρεῖται, λαμβάνεται ὅμως ὑπόψη γιά τήν ἀνακήρυξη τοῦ ἁγίου ἀπό τήν ἐκκλησιαστική ἀρχή τό ὀρθόδοξο φρόνημα, ὁ μαρτυρικός ἤ ἅγιος βίος καί ἡ τέλεση θαυμάτων» .19

Ἀπό τόν 14ο αἰῶνα παρουσιάζεται μιά διαφορετικότητα στόν τρόπο διακηρύξεως τῶν Ἁγίων. Τρεῖς Ἅγιοι κατά τήν ἐποχή αὐτή, ὁ Ἀθανάσιος, πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως ὁ Α΄, κάποιος Ἅγιος ὀνόματι Μελέτιος καί ὁ μεγάλος Θεολόγος πατήρ, Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, ἀνακηρύσσονται ἐπίσημα μέ εἰδική διαδικασία. Γιά τόν ἅγιο Γρηγόριο εἰδικά, ὑπάρχει καί ἡ σχετική πράξη τοῦ πατριάρχου Φιλοθέου τοῦ Κοκκίνου, τοῦ καί βιογράφου του. Ὅμως ἡ διαδικασία αὐτή εἶχε τοπικό χαρακτῆρα ὅπως ὁ ἴδιος ὁ ἅγιος Φιλόθεος τονίζει. Καί σημειώνει ὅτι δέν εἶναι ἀπαραίτητες αὐτές οἱ συνοδικές πράξεις προκειμένου νά τιμηθεῖ κάποιος ὡς Ἅγιος, ὅταν τόν ἔχει ἀναδείξει ὁ Ἴδιος ὁ Θεός.20 Τελικά, στά χρόνια μας αὐτή ἡ πρακτική τῆς πανηγυρικῆς διακηρύξεως τῆς Ἁγιότητος προσώπων κατέστη ἔθος. Δέν εἶναι κακό, ὅταν γίνεται μέ θεολογικά κριτήρια, ἀλλά δέν εἶναι καί τό πᾶν, ἀφοῦ τούς Ἁγίους τούς άναδεικνύει ἀποκλειτικά ὁ Παράκλητος, τό Ἅγιο Πνεῦμα τούς ὁποίους ἁγίασε διά τῆς ἀκτίστου Χάριτός Του. Τά ἐκκλησιαστικά ὄργανα δέν ἁγιοποιοῦν, ὅπως προελέχθη, ἀλλ᾿ ἁπλῶς διαπιστώνουν, ἐξαγγέλουν καί δημοσιοποιοῦν τόν ἤδη ἀναδειχθέντα διά σημείων ἐκ Θεοῦ, Ἅγιο.
Ἑπομένως, δέν ἐξαρτᾶται καθόλου ἀπό τήν ἐκκλησιαστική καί πνευματική ποιότητα ἑνός Πατριάρχουν ἡ «διακήρυξη» τῆς ἁγιότητος. Ὁ οἱοσδήποτε Ἅγιος, μέ τήν συνοδική πράξη «ἀναδείξεως» δέν προάγεται! Δέν γίνεται ἁγιότερος, ἤ ὁσιότερος! Μένει τόσο Ἅγιος, ὅσο τόν ἀνέδειξε ὁ Πανάγιος Θεός.

Καί γιά νά ἔρθουμε στήν συγκεκριμένη αἰτίαση τῶν ἀμφισβητιῶν, ὁ Ἀθηναγόρας δέν προσέθεσε τίποτα στήν Ἁγιότητα τοῦ ὁσίου Νεκταρίου Αἰγίνης μέ τήν ἐκδοθεῖσα πατριαρχική πράξη ἀναγνωρίσεως τοῦ 1961, ὅπως δέν προσέθεσε τίποτα καί στούς ἁγίους Νικόδημο Ἁγιορείτη21 καί Κοσμᾶ Αἰτωλό22, μέ τήν ἴδια διαδικασία καί τίς πράξεις τῶν ἐτῶν 1955 καί 1961 ἀντίστοιχα. Δέν τούς ἔκανε Ἁγίους ὁ Ἀθηναγόρας ἀλλά ὁ Θεός! Εἶναι τόσο δύσκολο νά τό κατανοήσουν οἱ ἐλαχιστότατοι ἐν Ἑλλάδι «ἀντινεκταρινοί»;

ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑ ΤΡΙΤΟ

ΤΟ ΣΥΝΤΟΜΟ ΔΙΑΣΤΗΜΑ ΜΕΤΑΞΥ ΘΑΝΑΤΟΥ ΚΑΙ ΑΓΙΟΚΑΤΑΤΑΞΕΩΣ

«Γιατί ἔγινε τόσο σύντομα ἡ ἁγιοκατάταξη τοῦ ἐπισκόπου Πενταπόλεως Νεκταρίου, μόλις 40 ἔτη ἀπό τῆς κοιμήσεώς του; Δέν θά ἔπρεπε νά παρέλθουν 100 χρόνια»;

Αὐτή ἡ αἰτίαση, ὅπως καί οἱ προηγούμενες, δέν ἔχει ἔρεισμα Πατερικό. Ἡ ἄποψη αὐτή, οὔτε ἀπό τήν παράδοση μαρτυρεῖται23, οὔτε ὑπάρχει σχετικός Κανόνας Οἰκουμενικῆς ἤ τοπικῆς Συνόδου στήν Ὀρθοδοξία, πού νά καθορίζει ὥστε ἡ ἁγιοκατάταξη νά λαμβάνει χώρα ὁπωσδήποτε μετά ἀπό 100 χρόνια ἀπό τῆς κοιμήσεως τοῦ προσώπου τό ὁποῖο ἀναδυκνύεται. Καί ἐπειδή ἀκριβῶς δέν ὑπάρχει τέτοια δέσμευση, βλέπουμε Ἁγίους νά διακηρρύσονται πολύ νωρίτερα τῶν 100 ἐτῶν, λόγῳ θεοσημείων κλπ. καί εἶναι αὐτοί ἀρκετοί, ὅπως γνωρίζουμε ἀπό τήν ἐκκλησιασική Ἱστορία. Τρανό παράδειγμα ἡ περίπτωση τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, λόγῳ θαυμάτων καί τῆς ὑψηλῆς θεολογίας του. Ἡ διακήρυξη τῆς ἁγιότητός του ἔγινε μετά μόλις ἐννέα ἔτη ἄπό τῆς κοιμήσεώς του (1358)! Ὁ ὑπογράφων τήν πράξη διακηρύξεως τοῦ θεοφόρου καί θεόπτου Παλαμᾶ, ἅγιος Φιλόθεος ὁ Κόκκινος, ἀναφέρει μεταξύ ἄλλων:

«τιμῶ τοῦτον ὡς ἅγιον ἀπό τῶν θαυμάτων αὐτοῦ, ἅ μετά τήν ἐνθένδε πρός Θεόν ἐκδημίαν εἰργάσατο, ἰαμάτων πηγήν τόν ἴδιον ἀναδείξας τάφον».24

Ἀλλά τό ἴδιο δέν ἰσχύει καί γιά τόν ἅγιο Νεκτάριο; Δέν ἀνεδείχθη ὁ τάφος του πηγή ἰαμάτων; Δέν πραγματοποιοῦνται τόσα θαύματα παγκοσμίως στό ὄνομα τοῦ λαοφιλοῦς Ἁγίου, δεῖγμα τῶν σημάντρων τοῦ ἐπ᾿ αὐτοῦ ἐκχεομένου θείου ἐλέους καί Χάριτος; Δέν τά πληροφοροῦνται οἱ ἀμφισβητοῦντες; Γιά κάθε καλοπροαίρετο λοιπόν δέν ὑπάρχει οὔτε «ψιλός λογισμός» ἀντιθέσεως εἰς ὅσα ὁ Παράκλητος διά τῆς ἀκτίστου Ἐνεργείας Του νεύει ἀρρήτως καί ἐπιτελεῖ ἀλαθήτως! Ὅταν ὁ Θεός ἀποφασίζει, τίς ὁ ἀντιτασσόμενος;…

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ

Ἔχουμε ἀνάγκη ἀπό τίς πρεσβείες καί ἱκεσίες τῶν Ἁγίων μας. Ἄν ἕνας Μέγας, οὐρανοφάντωρ Βασίλειος ἔγραφε σέ μιά ἐπιστολή του περί τῶν Ἁγίων ὅτι «τούτους ἐπικαλοῦμαι, τοῦ δι᾿ αὐτῶν, ἤγουν διά μεσιτείας αὐτῶν ἱλεών μοι γενέσθαι τόν φιλάνθρωπον Θεόν καί λύτρον μοι τῶν πταισμάτων γενέσθαι με καί δοθῆναι»25, τί θά πρέπει νά ποῦμε ἐμεῖς καί πόσο δέν θά πρέπει νά προστρέχουμε στούς Ἁγίους μας εὐλαβικῶς καί ἱκετευτικῶς; Ἡ ἀπόρριψη ἑνός Ἀγίου εἶναι πράξη στρεφομένη κατά τοῦ χαριτώσαντος αὐτόν Ἁγίου Πνεύματος καί αὐτή ἡ ἐνέργεια, ὅταν γίνεται ἐγνωσμένως, ἐπισύρει τίς ἐξαγγελόμενες εὐαγγελικῶς αἰώνιες συνέπειες…

Ὁ Πανάγιος Θεός, ὁ «ἐνδοξαζόμενος ἐν τοῖς Ἁγίοις αὐτοῦ» κίνησε τήν γραφίδα ἑνός Ἁγίου Πατριάρχουν τῆς Ἁγίας Πόλεως τῶν Ἱεροσολύμων, τοῦ Νεκταρίου, τόν 17ο αἰῶνα, ὥστε νά καταγράψει σέ λίγες γραμμές τά κριτήρια ἀναδείξεως τῶν Ἁγίων, σύμφωνα μέ τήν ἁγιοπνευματική ἐμπειρία τῆς ὀρθοδόξου Ἀνατολῆς: «Τρία θεωροῦνται μαρτυροῦντα τήν ἀληθῆ ἐν ἀνθρώποις ἁγιότητα· πρῶτον ὀρθοδοξία ἄμωμος· ἀρετῶν κατόρθωσις ἁπασῶν, ἐν αἷς ἕπεται, ἡ περί τήν πίστιν μέχρις αἵματος πρός τήν ἁμαρτίαν ἀντικατάστασις καί, τέλος, ἡ παρά Θεοῦ ἐπίδειξις σημείων ὑπερφυῶν καί θαυμάτων. Τό πρῶτον ἐστι καί εἰς σωτηρίαν ἀναγκαιότατον. Τό δεύτερον εἰς ἁγιωσύνης χαρακτῆρα. Ἀλλά καί τό τρίτον ἀναγκαιότατον καὐτόν εἰς ἀπόδειξιν».26

Ὅλες τίς ἀνωτέρω προϋποθέσεις, πλήν τοῦ μαρτυρίου, πληροῦσε ἡ ἁγιασμένη βιοτή τοῦ Ὀσίου τῆς Αἰγίνης Νεκταρίου, ὁ ὁποῖος με τα χαριτόβρυτα λείψανά του (σημεῖα θεώσεως) κοσμεῖ τή Νῆσο καί τήν Ἐκκλησία καί παρηγορεῖ τους πιστούς, μαζί μέ τόν ἄλλον Ὅσιο Πατέρα τῆς Αἰγίνης ἐκ τῶν νεωτέρων, τόν μακάριο Γέροντα Ἱερώνυμο τόν ἐκ Καρβάλης(+1966), ὁ ὁποῖος τιμοῦσε ὑπερβαλλόντως τόν πρό αὐτοῦ ἅγιο Νεκτάριο27. Ἑπομένως πέφτει στό κενό κάθε προσπάθεια ἀμαυρώσεως τῆς ἱερᾶς μνήμης καί τῆς πανιέρου προσωπικότητός του, καί ὅποιος ἐπιχειρεῖ κάτι τέτοιο, δηλαδή τήν καταφορά ἐναντίον τῶν ὑπό Θεοῦ ἀναδειχθέντων Ἁγίων, μιμεῖται τόν ἀναιδῆ Χάμ καί «καθ᾿ ἑαυτοῦ τό ὄνειδος περιτρέπει», δηλαδή τόν ἑαυτό του ἀτιμάζει, ὅπως παρατηρεῖ ὁ Μ. Φώτιος στήν περισπούδαστη ἐπιστολή, στήν ὁποία κατά τήν διαπραγμάτευση τοῦ ζητήματός μας ἀναφερθήκαμε ἀναλυτικῶς.28

____________________________________________________________
1 Βλ. Συνοδικόν τῆς Ὀρθοδοξίας.
2 Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου, Ἐπιτάφιος εἰς τόν Μέγαν Βασίλειον, ΚΗ΄, MPG. 36, 533.
3 Τήν συγγραφή τῆς περιφήμου αὐτῆς ἐπιστολῆς τό ἔτος 880 μ.Χ, ἀμέσως μετά τήν μεγάλη Σύνοδο πού ἔχει ἀποκληθεῖ ὡς Ὀγδόη Οἰκουμενική, προκάλεσε ἐπιστολή τοῦ ἐπισκόπου Ἀκυηΐας Ἰωάννου πρός τόν Μ. Φώτιο. Ὁ ζηλωτής ἐπίσκοπος Ἰωάννης διαμαρτυρήθηκε στόν Μ. Φώτιο ὅτι οἱ παπικοί ἔχουν ἀποθρασυνθεῖ καί στήν προσπάθειά τους νά στηρίξουν τήν πλάνη τους καί τήν ἄθεσμη προσθήκη («καί ἐκ τοῦ Υἱοῦ») πού ἔκαναν στό Σύμβολο τῆς Πίστεως (τό γνωστό Filiogve), αἰτιῶνται κάποιους δικούς μας Πατέρες καί ἐπιφανεῖς θεολόγους, στῶν ὁποίων τά κείμενα ἐμπεριέχεται ἡ ἐν λόγῳ κακόδοξη διδασκαλία. Ἀναφέρουν μάλιστα, λέγει, ὀνομαστικά τόν ἱερό Αὐγουστίνο, τόν ἅγιο Ἀμβρόσιο Μεδιολάνων, τόν Εἰρηναῖο ἐπίσκοπο Λουγδούνου, τόν Ὅσιο Ἱερώνυμο κ.ἄ. Αὐτή, λοιπόν, ἡ αἰτία καί ἡ ἀφορμή ὁδήγησε τόν Μ. Φώτιο στή συγγραφή αὐτῆς τῆς περισπούδαστης πραγματείας, μέσα στήν ὁποία καταγράφεται καί δηλοποιεῖται τό πνεῦμα τῆς Ἐκκλησίας καί ἡ ἀντιμετώπιση τέτοιων περιπτώσεων.
4 Μ. Φωτίου, Ἐπιστολή ΚΔ΄ Πρός Ἰωάννην Ἀκυληΐας, Τόμος Χαρᾶς, Δοσιθέου Ἱεροσολύμων, ἔκδ. Ρηγοπούλου, σελ. 252.
5 Μ. Φωτίου, Ἐπιστολή ΚΔ΄, MPG. 102, 809 Β.
6 ὅπου π. 816, Β.
7 ὅπου π., Ἐπιστολή ΚΔ΄, Τ. Χαρᾶς, σελ. 252
8 ὅπου π. σελ. 251.
9 Αὐτός εἶναι ὁ λόγος γιά τόν ὁποῖο ὁ μεγάλος φιλόσοφος καί θεολόγος Βικέντιος Δαμοδός (18ος αἰ.), ἐπισημαίνει μέν τίς θεολογικές ἀποκλίσεις τοῦ ἱεροῦ Αὐγουστίνου, ὅπως, τό «Filiogve» καί τήν περί ἀπολύτου προορισμοῦ θεωρία («Praedestinatio»), ἀλλά διασαφηνίζει κατηγορηματικά ὅτι δέν ἦταν αἱρετικός ὁ Αὐγουστίνος, ἐπειδή ἀκριβῶς δέν φιλονίκησε μέ τήν Ἐκκλησία, ἀλλ᾿ ἁπλῶς νόμισε ὅτι αὐτά πού ἔγραφε ἀποτελοῦσαν φρόνημά της. «Οὐ διά τοῦτο ἦν αἱρετικός ὁ Αὐγουστῖνος, διότι οὐκ εἶπεν ἐκεῖνα ἀντιμαχόμενος τῇ Καθολικῇ Ἐκκλησία, ἀλλ᾿ ἐνόμισεν ὅτι τοῦτο ἐστι τό δόγμα τῆς Ἐκκλησίας, περί τοῦ ὁποίου οὐ γέγονε πρότερον ζήτημα καί φανερά ἀναίρεσις». Βλ. «Θεία καί Ἱερά Διδασκαλία» (Δογματική Θεολογία), πρωτοπρ. Γ. Μεταλληνοῦ, Παράδοση καί Ἀλλοτρίωση, Ἀθήνα 2001 (5), σελ. 57. Τό αὐτό ἰσχύει καί γιά τό ἄγιο Νεκτάριο πού δέν ἐπέμεινε στά λάθη του, συμπεριφερόμενος ἐριστικῶς πρός τήν Ἐκκλησία. Ἰσχύει ἐπίσης καί γιά τόν ἅγιο Γρηγόριο Νύσσης, ὁ ὁποῖος παρέλαβε «ἀπεριέργως» ἀπό τήν διδασκαλία τοῦ Ὠριγένους τό περί ἀποκαταστάσεως φρόνημα καί τό διετύπωσε στά δικά του συγγράμματα, ὅπως ἐπίσης ἔγραψε καί περί προσωρινότητος τοῦ κακοῦ (Βλ. Βαρσανουφίου και Ἰωάννου Ἐρωταποκρίσεις, ΕΠΕ, Φιλοκαλία τῶν Νηπτικῶν καί Ἀσκητικῶν, 10 Γ΄, ἐρώτ. 604, σελ. 154 κ.ἑ καί ΕΠΕ, 1, 152, Περί κατασκευῆς τοῦ ἀνθρώπου). Ἐντούτοις ἡ Ἁγία ΣΤ΄ Οἰκουμενική Σύνοδος τόν ἀποκαλεῖ «Πατέρα Πατέρων», παρασιωπώντας τίς συγγραφικές ἀστοχίες του, ἐπειδή ἀκριβῶς δέν φιλονίκησε μέ τήν Ἐκκλησία. Βλέπουμε, λοιπόν, ὅτι οἱ Ἅγιοι Πατέρες τῶν Συνόδων δέν ἔχουν τήν λογική κάποιων σημερινῶν…
10 Οἱ ἐλαχιστότατες καταδίκες ἐκκλησιαστικῶν συγγραμμάτων μετά θάνατον, ὅπως αὐτή τοῦ Ὠριγένους (240 ἔτη μετά τήν κοίμησή του), ἤ τοῦ Θεοδώρου Μοψουεστίας (428 μ.Χ.) ὁ ὁποῖος μάλιστα ἔθεσε τίς βάσεις τοῦ Νεστοριανισμοῦ (καί γι᾿ αὐτό προβλήθηκαν τά συγγράμματά του ἀπό τόν ἴδιο τόν Νεστόριο ὡς δόγμα πίστεως), ἔγιναν ἀπό τήν Ἐκκλησία γιά λόγους ποιμαντικούς. Τά κείμενα τῶν συγκεκριμένων προσώπων ἔγιναν αἰτία παρεκκλίσεως, παραπλανήσεως καί παραπτώσεως ἀνθρώπων ἀπό τήν ὀρθή πίστη καί ὅπου ὑπάρχει τέτοιος κίνδυνος ἀπωλείας ψυχῶν, ἐκεῖ ἡ Ἐκκλησία ἐπεμβαίνει ποιμαντικῶς γιά νά προστατέψει τούς πιστούς ἀπό τήν κακοδοξία. Σχετικά μέ αὐτή τή θέση, βλ. Στ. Παπαδοπούλου, Πατρολογία Γ΄, Ἀθήνα 2010, σελ. 337.
11 ὅπου π. Ἐπιστολή Μ. Φωτίου, Τόμος Χαρᾶς, σελ. 252.
12 Τόν πολυγραφώτατο ἐπίσκοπο Ἱππῶνος Αὐγουστίνο, παρά τίς θεολογικές ἀστοχίες του (λόγῳ ἀγνοίας τῆς ἑλληνικῆς γλώσσης καί τῆς θεολογίας τῆς Ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας, εἰδικώτερα τῶν Καππαδοκῶν Πατέρων), τιμᾶ ὡς Ἅγιο ἡ Ὀρθόδοξη Έκκλησία μας, μάλιστα δέ ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς τόν χαρακτηρίζει «σοφόν καί Ἀποστολικόν ἄνδρα». Εἶναι δέ γνωστή στούς μελετητές ἡ ταύτιση τοῦ θεοφόρου Παλαμᾶ μέ τόν Αὐγουστίνο σέ μία ψυχολογικῆς φύσεως ἑμηνεία τοῦ τελευταίου γιά τή σχέση τῶν προσώπων τῆς Ἁγίας Τριάδος καί μάλιστα γιά τή θεώρηση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ὡς τῆς μεταξύ τοῦ Πατρός καί τοῦ Υἱοῦ ἀγάπης («ἔρως ἀπόρρητος»), μέ παράλληλες φράσεις. (βλ. ἄρθρο Γ. Μαρτζέλου, Ἡ Θεολογική σχολή τῆς Θεσσαλονίκης καί ὁ ἱερός Αὐγουστῖνος). Ὁ δέ Ὅσιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης καταχωρίζει τόν Αὐγουστίνο στόν ἐκδοθέντα ἐν ἔτει 1819 Συναξαριστή του. Τόν ἀποκαλεῖ μάλιστα «ἅγιο», «θεῖο», «ἱερό» καί «μακάριο».
13 Βλ. Ἁγίου Νεκταρίου, Περί τῶν ἁγίων εἰκόνων, ἐκδ. Ρηγοπούλου,σελ. 233
14 ὅπου π. σελ. 291.
15 Ἡ ἀναφορά κάποιων - πρός κάλυψιν τῆς ἁγιομαχίας των - σέ συγκεκριμένο πεπαιδευμένο ἱεράρχη τῆς δεκαετίας τοῦ 1970 ὁ ὁποῖος, ὅπως λέγεται, δέν τιμοῦσε τόν ἅγιο Νεκτάριο, δέν πείθει τόν λογικῶς σκεπτόμενο καί ἔχοντα γνώση Ὀρθόδοξο Χριστιανό, οὔτε ἀποτελεῖ παράδειγμα πρός μίμησιν. Καί τοῦτο κατά πρῶτο λόγο διότι, ὅπως εἴπαμε καί πεπαιδευμένοι μέσα στην ἱστορία ἔσφαλαν, άκόμη καί Ἅγιοι. Γνωρίζουμε ὅλοι τήν περίπτωση τοῦ ἁγίου Κυρίλλου Ἀλεξανδρείας, ὁ ὁποῖος γιά πολλά ἔτη δέν ἀνεγνώριζε τήν ἁγιότητα τοῦ ἱεροῦ Χρυσοστόμου. Κατά δεύτερο λόγο, ἡ παραπλάνηση πολλῶν σέ διάφορα ζητήματα τότε, ὀφείλετο στήν παραπληροφόρηση, λόγῳ ἐποχῆς, μέ ὅτι αὐτό σημαίνει, κυρίως τήν ὕπαρξη διαφόρων ρευμάτων καί τάσεων θεολογικῶν. Πολλές φορές δέν πταίουν οἱ ἄνθρωποι, ἀλλά οἱ ἐποχές, ὅπως εἶχε παρατηρήσει εὐστόχως ὁ πολυγραφότατος, ἱστοριοδίφης καί Μέγας Χαρτοφύλαξ τοῦ Πατριαρχείου, Μανουήλ Γεδεών. Κυρίως ὅμως ἡ ἐλλιπής θεολογική ἐνημέρωση δημιουργεῖ τήν ἐλλιπῆ θεολογική συγκρότηση. Μή λησμονοῦμε ὅτι τήν δεκαετία τοῦ ΄70, οὔτε ἐκδόσεις ὅλων τῶν Πατερικῶν κειμένων ὑπῆρχαν, οὔτε ἡ Πατρολογία τοῦ Migne ἦταν εὑρύτατα διαδεδομένη στήν Ἑλλάδα, οὔτε ἡ εὐκολία προσεγγίσεως τῶν πηγῶν μποροῦσε νά ἐξασφαλιστεῖ στόν καλοπροαίρετο ἐρευνητή. Σήμερα ὅμως εἶναι ὅλα λυμένα Χάριτι Θεοῦ καί δέν δικαιολογοῦνται λάθη θεολογικά...
16 Βλ. ἱερομ, Θεοδωρήτου, Ἀποκαλυπτήρια μιᾶς ἁγιομάχου μοναχῆς, Ἀθῆναι 1976, ὅπου παρουσιάζονται ὅλες οἱ ἀλχημεῖες καί κακοποιήσεις τῶν κειμένων τοῦ Ἁγίου.
17 Ὁ ὅρος «ἁγιοποίηση» προϋποθέτει δικανική διαδικασία ἡ ὁποία λμβάνει χώρα μόνο στόν παπισμό ὅπου ὁ ποντίφηκας «ἁγιοιποιεῖ» ὅσους θέλει μέ μία διαδικασία τήν ὁποία θεωροῦμε περιτό νά ἀναφέρουμε. Ἀπό πλευρᾶς ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, τόν ὅρο «ἁγιοποίηση» υἱοθέτησαν ὁ Κ. Ράλλης («Περί τῆς τῶν ἁγίων ἀνακηρύξεως»), βλ. Ἐκατονταετηρίς Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν, Ἀθήνα 1938, σελ. 305 -316) καί ὁ Μέγας Χαρτοφύλαξ τοῦ Πατριαρχείου Κων/πόλεως, Μανουήλ Γεδεών, στό γνωστό ἔργο του «Ἁγιοποιήσεις», Θεσσαλονίκη 1984.
18 Εἰδικά οἱ Μάρτυρες ἀνεγνωρίζοντο ἀμέσως μετά τήν κοίμησή τους, ὅπως εἶναι γνωστό.
19 Βλ. Δ. Τσάμη, Ἁγιολογία τῆς ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας, ἐκδ. Πουρναρᾶ , Θεσσαλονίκη 1999, σελ. 128.
20 ὅπου π. σελ. 129.
21 «Θεσπίζομεν συνοδικῶς, ὅπως ἀπό τοῦ νῦν…ὁ Νικόδημος Ἁγιορείτης συναριθμῆται τοῖς ὁσίοις καί ἁγίοις τῆς Ἐκκλησίας». Ὀρθοδοξία, 30, (1955), 391.
22 «…Διό θεσπίζομεν… Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός συναριθμῆται τοῖς ἁγίοις». Ἐκκλησία, 38, 191, 255 -256. Συναφής ἐννοιολογικά εἶναι και διατύπωση «καταλέγεται», τήν ὁποία χρησιμοποίησε ὁ Κύριλλος Λούκαρις (16221 -1638), γιά τόν ἅγιο Γεράσιμο Κεφαληνίας, γιά τόν ὁποῖο ὅρισε: «ἐν ἀριθμῷ τῶν ὁσίων καί ἁγίων ἀνδρῶν καταλέγοιτο ἀπό τοῦ νῦν καί εἰς τό ἑξῆς». βλ. Στ. Παπαδοπούλου, Διακήρυξη Ἀγιότητας Ἁγίου, Πρακτικά συνεδρίου Ἐκκλ. Ἑλλάδος, Ὁ Ἅγιος καί ὁ Μάρτυς στήν Ἐκκλησία, σελ. 173 -174.
23 Δ. Τσάμη, Ἁγιολογία, σελ. 136.
24 MPG. 151, 711 Β.
25 Μ. Βασιλείου Ἐπιστολή 360, MPG. 32, 1100 Β.
26 «Πρός τάς προσκομισθείσας θέσεις…», Ἰάσιον 1682, σελ. 209 ἑ., 209, ἑ. Βλ. Π. Πάσχου, Ἅγιοι, οἱ φίλοι τοῦ Θεοῦ,ἐκδ. Ἁρμός (3), σελ. 128. Πρβλ. πρωτ. Μεταλληνοῦ, Λόγος ὡς ἀντίλογος, ἐκδ. Ἁρμός, σελ. 54.
27 Στή γνωστές μονογραφίες τῶν, Πέτρου Μπότση καί Σωτηρίας Νούση περί τοῦ Γέροντος Ἱερωνύμου τῆς Αἰγίνης ἀναφέρεται καί μία προφητεία πλήρως ἐπαληθευομένη, σχετικά μέ τούς κατηγόρους τοῦ ἁγίου Νεκταρίου. Συγκεκριμένα, ὁ π. Ἱερώνυμος, ἕνα χρόνο πρό τῆς ὁσίας κοιμήσεώς του, συζητώντας μέ συγκεκριμένο πνευματικό του παιδί, τήν Νίκη Τούντα ἐκ Λαρίσης, εἶπε τά ἑξῆς: «Πρόσεξε κόρη, μετά ἀπό μερικά χρόνια ἀπό τόν θάνατό μου θά βγεῖ μιά μοναχή, ἡ ὁποῖα θά ἔχει πολλά χρήματα καί ἀφοῦ πλανηθεῖ, θά γράψει βιβλία ἐναντίον τοῦ ἁγίου Νεκταρίου καί θά πλανήσει ἀρκετούς. Ἐσύ νά μήν τά πιστέψεις καί νά τιμᾶς τόν ἅγιο Νεκτάριο». Ἡ προφητεία πλήρως ἔχει πραγματοποιηθεῖ, ἀφοῦ ὁ μέν Γέρων Ἱερώνυμος ἐκοιμήθη τό 1966, ἡ δέ μοναχή Μαγδαληνή, ἡγουμένη τῆς Ἱ. Μονῆς Ἀναλήψεως Κοζάνης τό 1974 συνέγραψε τό πρῶτο της βιβλίο ἐναντίον τοῦ ἁγίου Νεκταρίου…
28 Ἐπιστολή ΚΔ΄ Μ. Φωτίου: «ὁ τολμῶν ὑβρίζειν τόν ἔξω τούτων καθεστῶτα πασῶν τῶν περιστάσεων, οὐ κατ᾿ ἐκείνου μᾶλλον ἤ καθ᾿ ἑαυτοῦ περιτρέπει τόν ὄνειδον».

ΠΗΓΗ: http://intpvolou.weebly.com/thetaepsilonomicronlambdaomicrongammaiotakappa940/46