"Κρείττων γὰρ ἐπαινετὸς πόλεμος εἰρήνης χωριζούσης Θεοῦ· καὶ διὰ τοῦτο τὸν πραῢν μαχητὴν ὁπλίζει τὸ Πνεῦμα, ὡς καλῶς πολεμεῖν δυνάμενον" Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος

Δευτέρα, 16 Ιουλίου 2018

Η σύνοδος αφαιρεί από τον αιρετικό, το αξίωμα της ιερωσύνης


ΣΧΟΛΕΙΟ "ΚΡΥΦΟΥ ΣΧΟΛΕΙΟΥ": Μία ορθόδοξη θεώρηση περί του πότε ακριβώς χάνεται η Ιερωσύνη των πεσόντων στην αίρεση κληρικών. Παρόμοια ανάλυση (χρησιμοποιώντας το παράδειγμα του Νεστορίου) είχε κάνει και ο π. Θεοδώρητος, σαράντα χρόνια πριν, σε ανέκδοτη επιστολή του προς τον Αλέξανδρο Καλόμοιρο.

(Τμῆμα ἀπὸ εὐρύτερο κείμενο)
   Οἱ σήμερα ἑορταζόμενοι Ἅγιοι Πατέρες (ἐκτὸς τῶν ἄλλων) μᾶς διαφωτίζουν γιὰ τὸν χρόνο ἀπωλείας τοῦ χαρίσματος τῆς ἱερωσύνης τῶν αἱρετικῶν. Οἱ αἱρετικοί -συγκεριμένα ἐδῶ ὁ Διόσκορος- εἶναι ὑπόδικοι στὴν Δ΄ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο, ἀλλά, ἀνεξάρτητα ἀπὸ τὴν ἀνάγκη ἀπομακρύνσεως ἀπ’ αὐτούς (ἀφοῦ ἡ μετ’ αὐτῶν κοινωνία μολύνει, σύμφωνα μὲ τὴν διδασκαλία τῶν Ἁγίων Πατέρων) μέχρι τὴν καθαίρεσή τους ἔχουν τὸ ἱερατικὸ ἀξίωμα.
    Τοῦτο βλέπουμε νὰ ἰσχύει καὶ μὲ τὴ στάση τῶν Πατέρων καὶ σὲ ἄλλες Συνόδους· π.χ. στὴν περίπτωση τῶν τριῶν Ἐπισκόπων ποὺ ὑπεστήριζαν τὸν Ἄρειο, στὴν περίπτωση τῶν πιστῶν τῆς Κων/πόλεως ποὺἐπαινοῦνται ἀπὸ τὸν ἅγιο Κύριλλο γιὰ τὴν ἀπομάκρυνσή τους ἐκ τοῦ Νεστορίου, ἀλλὰ ὁ ἅγιος θεωρεῖ τὸν Νεστόριο ὡς ἔχοντα τὸ χάρισμα τῆς ἱερωσύνης, τὸ ὁποῖο ἡ Σύνοδος, μὲ τὸ νὰ τὸν καθαιρέσει, τοῦ τὸ ἀφαίρεσε.
    Παρατηροῦμε, λοιπόν, στὰ Πρακτικὰ τῆς Δ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου ὅτι ὁ αἱρετικὸς Διόσκορος καὶ Πρόεδρος τῆς Ληστρικῆς Συνόδου τοῦ 449 (ἀντίστοιχος τοῦ Βαρθολομαίου τοῦ Κολυμπαρίου Κρήτης) ἀρχικὰπεριλαμβάνεται στὸ κατάλογο τῶν Ἐπισκόπων, καὶ μάλιστα μετὰ τὸν Ἀνατόλιο Κων/πόλεως καὶ πρὶν ἀπὸ τὰ ὀνόματα τῶν Πατριαρχῶν Ἀντιοχείας καὶ Ἱεροσολύμων:
      «Ἀρχὴ τῆς συνόδου Χαλκηδόνου
    Ὑπατείᾳ  τοῦ δεσπότου ἡμῶν Μαρκιανοῦ…, καὶ Ἀνατολίου τοῦ ὁσιωτάτου ἀρχιεπισκόπου τῆς μεγαλωνύμου πόλεως Κων/πόλεως Νέας Ρώμης καὶ Διοσκόρου τοῦ θεοφιλεστάτου ἀρχιεπισκόπου τῆς μεγαλοπόλεως Ἀλεξανδρείας, καὶ τῶν λοιπῶν ὁσιωτάτων καὶ εὐλαβεστάτων ἐπισκόπων, τουτέστιν Μαξίμου Ἀντιοχείας Συρίας, Ἰουβεναλίου Ἱεροσολύμων…».

    Συνεχίζεται στὰ Πρακτικὰ ἡ παράθεση τῶν ὀνομάτων ὅλων τῶν μαγίστρων, ἐπάρχων, ὑπάτων καὶ ἐν τέλει τῶν Ἐπισκόπων (πάνω ἀπὸ 680 περίπου πρόσωπα). Μόλις τελειώνει ὁ μακρὺς αὐτὸς κατάλογος στὰ πρακτικὰ μὲ τοὺς κατάλογος κάθονται στὰ ἀριστέρα οἱ ἐκπρόσωποι τοῦ Ρώμης Λέοντος, ὁ Κων/πόλεως Ἀνατόλιος, ὁ Ἀντιοχείας Μάξιμος… καὶ οἱ λοιποὶ τῶν «εὐλαβεστάτων ἐπισκόπων τῆς τε Ἀνατολικῆς καὶ Ποντικῆς καὶ Ἀσιανῆς καὶ Θρακικῆς…, ἐκ δὲ τοῦ δεξιοῦ αὐτῶν μέρους καθεσθέντωνΔιοσκόρου τοῦ εὐλαβεστάτου ἀρχιεπισκόπου Ἀλεξανδρείας καὶ Ἰουβεναλίου τοῦ εὐλαβεστάτου ἐπισκόπου Ἱεροσολύμων…».
     Ἀφοῦ κάθισαν ὁ ἀντιπρόσωπος τοῦ Πάπα Λέοντος Πασχασῖνος δηλώνει ὅτι ἔχει ἐντολὴ ἀπὸ τὸν Πάπα Λέοντα νὰ «ἀποχωρήση ἀπὸ τὴν αἴθουσα, ἂν παρέμενε στὶς θέσεις τῶν συνοδικῶν κριτῶν ὁ Διόσκορος:
   «Τοῦ ἀποστολικοῦ ἐπισκόπου τῆς Ρωμαίων πόλεως κεφαλῆς ὑπάρχοντος πασῶν τῶν ἐκκλησιῶν… προστάξεις ἔχομεν… ὅπως Διόσκορος μὴ συγκαθεσθῇ τῷ συνεδρίῳ, εἰ δὲ ἐπιχειρήσοι τοῦτο τολμῆσαι, ἐκβληθείη… εἰ παρίσταται τοίνυν τῇ ὑμετέρᾳ μεγαλειότητι, ἢ ἐκεῖνος ἐξέλθῃ ἢ ἡμεῖς ἔξιμεν» (T.LG., Concilia Oecumenica (ACO): Concilium universale Chalcedonense anno 451: Tomëvolumëpart 2,1,1, page 65, line 17).
    Οἱ διεξάγοντες τὶς συζητήσεις τῆς Συνόδου ἄρχοντες παρενέβησαν καὶ τὸ θέμα ἔληξε, ἀφοῦ δέχτηκαν οἱ παπικοὶ ἀντιπρόσωποι «νὰ μετατεθῆ ὁ Διόσκορος στὸ κέντρον τῆς αἰθούσης ὡς μὴ ἔχων δικαίωμα ψήφου» (Φειδᾶ Βλ., Ἐκκλησιαστικὴ Ἱστορία, τόμ. Α΄, 2015, σελ. 642).
    «Οἱ ἐνδοξότατοι ἄρχοντες καὶ περιφανέστατοι συγκλητικοὶ εἶπον· Ποία γὰρ εἰδικὴ μέμψις ἐπάγεται Διοσκόρῳ τῷ εὐλαβεστάτῳ ἐπισκόπῳ;». Τὸ κατηγορητήριο διεσάφησε «Εὐσέβιος ὁ εὐλαβέστατος ἐπίσκοπος τῆς Δορυλαέων πόλεως» ὁ ὁποῖος μεταξὺ ἄλλων εἶπεν: «…ὁ χρηστὸς Διόσκορος παρ’ οὐδὲν θέμενος τὸν τοῦ δικαίου λόγον καὶ τὸν τοῦ Θεοῦ φόβον, ὁμόδοξος ὢν καὶ ὁμόφρων Εὐτυχοῦς τοῦ ματαιόφρονος καὶ αἱρετικοῦ… τὴν κακοδοξίαν Εὐτυχοῦς …ἐβεβαίωσεν. …δεόμεθα καὶ προσπίπτομεν τῷ ἡμετέρῳ κράτει θεσπίσαι τὸν εὐλαβέστατον ἐπίσκοπον Διόσκορον ἀπολογήσασθαι τοῖς παρ’ ἡμῶν αὐτῶ ἐπαγομενοις…, δι ὧν δυνάμεθα ἀποδεῖξαι αὐτὸν καὶ ἀλλότριον ὄντα τῆς ὀρθοδόξου πίστεως καὶ αἵρεσιν ἀσεβείας πεπληρωμένην κρατύναντα καὶ ἀδίκως ἡμᾶς καθελόντα» (T.LG., Concilia Oecumenica (ACO): Concilium universale Chalcedonense anno 451: Tomëvolumëpart 2,1,1, page 66, line 20).
    Βλέπουμε λοιπόν, ἀπὸ πολλὰ σημεῖα τῶν Πρακτικῶν ὅτι τὸν Διόσκορο, ποὺ ἦταν ἀποδεδειγμένα αἱρετικός, καὶ μάλιστα αἱρεσιάρχης, καὶ κυρίωςἦταν ὁ Πρόεδρος τῆς Ληστρικῆς Συνόδου, ποὺ εἶχε ἀναγνωρίσει συνοδικὰτὶς κακοδοξίες, ἡ Σύνοδος τὸν ἀποδέχεται καὶ τὸν δικάζει ὡς Ἐπίσκοπο μὲ ἔγκυρα μυστήρια.
    Στὴ συνέχεια τῆς διαδικασίας, βέβαια, ὡς γνωστὸν ἡ πλάστιγγα ἔγειρε ἐναντίον τοῦ Διοσκόρου, ἀφοῦ κατεδείχθησαν οἱ πλάνες του καὶ ἡ ἀνυπακοή-περιφρόνηση τῆς Συνόδου, καὶ ἡ ποινὴ ποὺ προβλεπόταν ἦταν ἡ καθαίρεση.
Ἐπειδὴ ὁ Διόσκορος ἀντελήφθη ὅτι ἐπίκειται ἡ καθαίρεσή του δὲν προσῆλθε στὴ Σύνοδο.
    «Πασχασῖνος ὁ ἐπίσκοπος εἶπεν· Ἐπειδήπερ οὐχ ὁρῶμεν παρόντα Διόσκορον τὸν Ἀλεξανδρείας ἁγιώτατον ἐπίσκοπον…». (T.LG., Concilia Oecumenica (ACO): Concilium universale Chalcedonense anno 451: Tomëvolumëpart 2,1,2, page 9, line 39).
    Ἡ Σύνοδος τὸν καλεῖ τρεῖς φορές, πάντα ἀποκαλώντας τον ἐπίσκοπο:
«Ἡ Ἁγία καὶ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος τῷ θεοφιλεστάτῳ ἐπισκόπῳ Ἀλεξανδρέων Διοσκόρῳ…» (T.LG., Concilia Oecumenica (ACO): Concilium universale Chalcedonense anno 451: Tomëvolumëpart 2,1,2, page 12, line 31).
   Καὶ στὴν 3η  πρόσκληση:
   «Ἡ Ἁγιωτάτη καὶ Οἰκουμενικὴ μεγάλη Σύνοδος τω ὁσιωτάτῳ ἐπισκόπῳ Διοσκόρῳ…». (T.LG., Concilia Oecumenica (ACO): Concilium universale Chalcedonense anno 451 : Tomëvolumëpart 2,1,2, page 25, line 7).
   Ἀφοῦ  Διόσκορος ἐπέλεξε νὰ μὴν προσέλθει Σύνοδος τὸν καθαίρεσεκαὶ τώρα πλέονδὲν τὸν ἀποκαλεῖ ἐπίσκοπο, ἀλλ’ ἁπλῶς Διόσκορον!
   Ὁ Διόσκορος «αὐτὸς καθ’ ἑαυτοῦ τὴν ψῆφον ἐξήνεγκεν… ὅθεν ἁιώτατος Ρώμης Λέων δι’ ἡμῶν  καὶ τῆς παρούσης  ἁγιωτάτηςσυνόδου… ἐγύμνωσεν αὐτὸν  τῆς τοῦ  ἐπισκόπου καὶ πάσης ἱερατικῆς ἠλλοτρίωσεν ἀξίας» (T.LG., Concilia Oecumenica (ACO):Concilium universale Chalcedonense anno 451 : Tomëvolumëpart 2,1,2, page 29, line 7).
   «Ἀνατόλιος ἐπίσκοπος τῆς βασιλευούσης Κων/πόλεως νέας Ρώμης εἶπεν· …σύμψηφος κἀγὼ γίνομαι ἐπὶ τη καθαιρέσει Διοσκόρου τοῦ γενομένου ἐπισκόπου Ἀλεξανδρέων μεγαλοπόλεως ἑαυτὸν πάσης ἱερατικῆς λειτουργίας ἀλλότριον ἀποδείξαντος». (T.LG., Concilia Oecumenica (ACO): Concilium universale Chalcedonense anno 451: Tomëvolumëpart 2,1,2, page 29, line 21).
   Διαβάζουμε στὰ Πρακτικά:
    «Καθαίρεσις πεμφθεῖσα παρὰ τῆς ἁγίας καὶ οἰκουμενικῆς συνόδου Διοσκόρῳ.
   Ἡ ἁγία καὶ μεγάλη καὶ οἰκουμενικὴ σύνοδος ἡ χάριτι Θεοῦ κατὰ θέσπισμα τῶν εὐσεβεστάτων καὶ θεοφιλεστάτων βασιλέων ἡμῶν συναχθεῖσα ἐν τῇ Χαλκηδονέων πόλι τῆς Βιθυνίας ἐν τῷ μαρτυρίῳ τῆς ἁγιωτάτης καὶ καλλινίκου μάρτυρος Εὐφημίας Διοσκόρῳ.
    Γίνωσκε σαυτὸν διὰ τὴν κατὰ τῶν θείων κανόνων ὑπεροψίαν καὶ διὰ τὴν ἀπείθειάν σου τὴν περὶ τὴν ἁγίαν ταύτην καὶ οἰκουμενικὴν σύνοδον …καὶ τοῖς ἄλλοις σου πλημμελήμασιν… Ὀκτωβρίου μηνὸς τοῦ ἐνεστῶτος τρισκαιδεκάτῃ (σ.σ.: δηλ. τὴν 3ηὈκτωβρίου τοῦ 451 μ.Χ.) παρὰ τῆς ἁγίας καὶ οἰκουμενικῆς συνόδου καθαιρεῖσθαι τῆς ἐπισκοπῆς καὶ παντὸς ἐκκλησιαστικοῦ θεσμοῦ ὑπάρχειν ἀλλότριον» (T.LG., Concilia Oecumenica (ACO): Concilium universale Chalcedonense anno 451: Tomëvolumëpart 2,1,2, page 41, line 33, σελ. 229-230).
   Ἀμέσως παρακάτω διαβάζουμε καὶ τὰ ἑξῆς:
   «Τοῖς κληρικοῖς Ἀλεξανδρείας περὶ τῆς καθαιρέσεως Διοσκόρου. Ἡ ἁγία καὶ μεγάλη καὶ οἰκουμενικὴ σύνοδος ἡ χάριτι Θεοῦ κατὰ θέσπισμα… Γινωσκέτω ὑμῶν ἡ εὐλάβεια Διόσκορον τὸν γενόμενον ὑμῶν ἐπίσκοπον… κατὰ τὴν χθὲς ἡμέραν, ἤτοι τοῦ ἐνεστῶτος  μηνὸς Ὀκτωβρίου τρισκαιδεκάτῃ ἡμέρᾳ σαββάτου, παρὰ τῆς τῆς ἁγίας καὶ οἰκουμενικῆς συνόδου κατὰ τὸ δοκοῦν τῇ ἐκκλησιαστικῇ καταστάσει καθαιρεῖσθαι τῆς ἐπισκοπῆς καὶ παντὸς ἐκκλησιαστικοῦ βαθμοῦ γενέσθαι ἀλλότριον» (T.LG., Concilia Oecumenica (ACO):Concilium universale Chalcedonense anno 451: Tomëvolumëpart 2,1,2,page 42, line 4, σελ. 230).
   Αὐτὸ φαίνεται καὶ σὲ ἄλλο σημεῖο τῶν Πρακτικῶν· ὅταν κάποιοι Ἀρχιμανδρῖτες παρουσιάστηκαν στὴν Σύνοδο γιὰ νὰ παρακαλέσουν ὑπὲρ τοῦ Διοσκόρου καὶ εἶπαν μεταξὺ ἄλλων: «…δεόμεθα τῆς ἁγιωσύνης ἡμῶν πάντα ἀκολούθως προβῆναι καὶ παρεῖναι κατὰ τὸ συνέδριον τοῦτο τὸν ἁγιώτατον ἀρχιεπίσκοπον Διόσκορον…». Μόλις ἄρχισαν  νὰ λένε αὐτά, τοὺς διέκοψαν οἱ Ἐπίσκοποι τῆς Συνόδου:
   «…οἱ εὐλαβέστατοι ἐπίσκοποι ἐβόησαν· Ἀνάθεμα Διοσκόρῳ. Διόσκορον ὁ Χριστὸς καθεῖλεν. Τούτους ἔξω βάλε. ἆρον ὕβριν τῆς συνόδου… Τῶν δεήσεων τούτων οὐκ ἔστι τῆς συνόδου ἀκοῦσαι. Τὸν καθαιρεθέντα παρὰ πάσης ὁμοῦ τῆς συνόδου ἐπίσκοπον ἐτόλμησαν ὀνομάσαι·  οἱ κανόνες διὰ τί πατοῦνται;» (T.LG.,Concilia Oecumenica (ACO):Concilium universale Chalcedonense anno451: Tomëvolumëpart 2,1,2, page 117, line 9, σελ. 300).
     «Πρόθεμα κατὰ Διοσκόρου
    Ἡ ἁγία καὶ μεγάλη καὶ οἰκουμενικὴ σύνοδος ἡ χάριτι Θεοῦ κατὰ θέσπισμα τῶν εὐσεβεστάτων καὶ θεοφιλεστάτων… Ἦλθεν εἰς τὴν ἁγίαν καὶ μεγάλην σύνοδον ὡς μετὰ τὴν ἐκ τῶν θείων κανόνων τῆς ἱερωσύνης ἀφαίρεσιν Διόσκορος ὁ γενόμενος τῆς Ἀλεξανδρείας μεγαλοπόλεως ἐπίσκοπος ἐπιχειρήσας διαθρυλεῖν αὖθις ἀπολαβεῖν τὴν ἱερωσύνην, ἣν πρότερον ἔχων οὐκ εἰς θεραπείαν τοὺ δεδωκότος Χριστοῦ, ἀλλ’ εἰς ἀδικίαν καὶ λύμην τῶν θείων κανόνων καὶ τῆς ἐκκλησιαστικῆς τάξεως ταύτῃ ἀπεχρήσατο. ἵνα τοίνυν ἅπαντες οἱ τῆς εὐαγοῦς πίστεως τρόφιμοι ἀναμφίβολον ἔχητε τὴν ἔνδικον ἐπ’ αὐτῷ παρὰ τῆς ἁγίας καὶ οἰκουμενικῆς συνόδου τῆς καθαιρέσεως ψῆφον, τόδε τὸ γράμμα ἐδικαιώσαμεν προτεθῆναι διασημαίνοντες ὡς ὁ παρὰ τοῦ δεσπότου Θεοῦ καὶ παρὰ τοσαύτης πληθύος ἐπισκόπων δι’ ὧν ἀσύγγνωστα δέδρακεν, τῆς κατὰ τὴν ἱερωσύνην χάριτος ἀφαιρεθεὶς οὐδεμίαν τὸ σύνολον ἔχει ἀποκαταστάσεως ἐλπίδα ὡς μετὰ τῆς αὐτοῦ ἀποβολῆς παυσαμένων καὶ τῶν σκανδάλων. Πεπλήρωται ἡ β΄ πρᾶξις τῶν ἐν Χαλκηδόνι συνελθόντων ἁγίων καὶ μακαρίων πατέρων» (T.LG., Concilia Oecumenica (ACO): Concilium universale Chalcedonense anno 451: Tomëvolumëpart 2,1,2, page 42, line 20, σελ. 230).
    
    κ τούτων καθίσταται φανερὸ ὅτι καθαίρεση ἀπὸ τὴν Σύνοδο σημαίνει ἀφαίρεση τῆς ἱερωσύνης. Ἄρα δὲν ἔπαυσε νὰ εἶναι ἐπίσκοπος καὶ νὰ τελεῖ ἔγκυρα μυστήρια ὁ Διόσκορος πρὶν τὴν καθαίρεσή του. Ἀπὸ τὴν συγκεκριμένη ἡμέρα, ὅμως, τῆς καθαιρέσεώς του, καθότι ἡ Ἐκκλησία ποὺ τοῦ ἔδωσε τὸ χάρισμα τῆς ἱερωσύνης τοῦ τὸ ἀφαίρεσε, δὲν καλεῖται ὁ Διόσκορος ἐπίσκοπος. Πρέπει βέβαια νὰ ἐπαναληφθῆ πώς, τὸ ὅτι δὲν εἶχε καθαιρεθεῖ, δὲν σήμαινε ὅτι δὲν ἦταν αἱρετικός, ὅτι δὲν μόλυνε τοὺς πιστοὺς μὲ τὴν διδασκαλία του. Καὶ αἱρετικὸς ἦταν καὶ τὸν μολυσμὸτῆς αἱρέσεως μετέδιδε «ὡς πανοῦκλαν» (κατὰ τὸν ἅγιον Νικόδημο τὸν Ἁγιορείτη) καὶ διὰ τοῦτο ὄφειλαν οἱ πιστοὶ νὰ ἀπομακρύνονται ἀπὸ τοὺς αἱρετικοὺς ὡς «ἀπὸ ὄφεως», ὅπως ὀφείλουν καὶ σήμερα, ἀπὸ τοὺς συγχρόνους αἱρετικοὺς νὰ ἀπομακρύνονται, διότι εἴτε εἶναι καταδικασμένους ὁ αἱρετικός εἴτε δὲν εἶναι καταδικασμένος, ἡ ζημιὰ ποὺ προκαλεῖ στοὺς πιστοὺς καὶ στὸ σῶμα τῆς Ἐκκλησίας γενικότερα, εἶναι μεγάλη.
Σημάτης Παναγιώτης

Παρασκευή, 13 Ιουλίου 2018

«Ὁ ἀρχιερέας εἶναι πρῶτος μεταξὺ τῶν ταπεινοφρόνων καὶ ἄρα τελευταῖος ὅλων»



Ο άγιος Νεκτάριος Πενταπόλεως απαντά σε επιστολή γνωστού του μοναχού:

  «Ἡ ταπεινοφροσύνη σου διακρίνει κάποια ἀνισότητα μεταξύ μας, λόγῳ τοῦ ἀξιώματος τῆς ἀρχιερωσύνης. Τὸ ἀξίωμα εἶναι ἀληθινὰ μεγάλο, «ἀλλὰ καθ’ ἑαυτὸ καὶ πρὸς ἑαυτῷ». Τὸ ἀξίωμα ἀληθινὰ τιμᾷ αὐτὸν ποὺ τὸ κατέχει, γιὰ τὴν ὑποκειμενική του ἀξία, ἀλλ’ αὐτὸ καθόλου δὲν μεταβάλλει τὶς σχέσεις του μὲ τοὺς ἀδελφούς, τοὺς ἀδελφοὺς τοῦ Κυρίου, οἱ ὁποῖες παραμένουν πάντα οἱ ἴδιες, γι’ αὐτὸ καὶ δὲν ὑπάρχει καμμιὰ διαφορὰ καὶ ἀνισότητα μεταξύ μας. Ἐκτὸς ἀπὸ αὐτό, τὸ ἀξίωμα τοῦ ἀρχιερέα εἶναι ὑπόδειγμα ταπεινοφροσύνης. Ὁ ἀρχιερέας εἶναι πρῶτος μεταξὺ τῶν ταπεινοφρόνων καὶ ἄρα τελευταῖος ὅλων. Ποῦ εἶναι ἡ ὑπεροχή; Τὸ ἀξίωμα δίνει τιμὴ σ’ αὐτὸν ποὺ τὸ ἔχει, χωρὶς νὰ γίνεται αἰτία διάκρισής του ἀπὸ τοὺς ἀδελφοὺς τοῦ Κυρίου. Μεταξὺ τῶν ἀδελφῶν διακρίνονται, ἀσχέτως ἀπ’ τὰ ἀξιώματα ποὺ κατέχουν, οἱ μιμητὲς τοῦ Χριστοῦ, γιατὶ αὐτοὶ φέρουν τὸ ἀρχέτυπο τῆς εἰκόνας καὶ τὴ χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ποὺ τοὺς στολίζει καὶ τοὺς ἐξυψώνει σὲ ἐξέχουσα θέση τιμῆς καὶ δόξας. Μόνο αὐτὴ ἡ θέση φέρει διάκριση καὶ ἀνισότητα μεταξὺ τῶν ἰσότιμων τῆς χάρης. Ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος προόδευσε στὴν ἀρετή, ὑπερέχει ἀπ’ τὸν ἄλλο, ποὺ δὲν προόδευσε. Ὅπως πάλι ὑστερεῖ πολὺ ἐκεῖνος ποὺ δὲν ἔχει καμμιὰ ἀρετή. Ὁ ἀμελὴς καὶ ἀδιάφορος, κι ἂν ἀκόμη εἶναι ἀρχιερέας, ὑπολείπεται πολὺ ἀπ’ τὸν ἐπιμελῆ καὶ ἄγρυπνο ἀγωνιστή, κι ἂς εἶναι ἐλάχιστος καὶ ταπεινὸς μοναχός».

(«Διδαχὲς ἁγίου Νεκταρίου», Πρεσβ. Διονυσίου Τάτση, σελ. 135-136)

Σάββατο, 7 Ιουλίου 2018

Τρικαμηνικής ανοησίας το ανάγνωσμα

Αν και κάθε φορά που ο γνωστός "ιερο... μονομάχος"[1]  π. Ευθύμιος Τρικαμηνάς στέλνει από το "σπήλαιό" του ένα νέο του άρθρο κατά των Γνησίων Ορθοδόξων, εμείς λέμε ότι είναι η τελευταία φορά που ασχολούμαστε με τις ασυναρτησίες του, εν τούτοις κάθε φορά μας αναγκάζει να απαντούμε αφού μας εκπλήσσει όλο και περισσότερο με τα νέα απίθανα "επιχειρήματα" που εφευρίσκει εναντίον μας· επιχειρήματα τόσο έωλα, για όσους γνωρίζουν, αλλά τόσο επικίνδυνα για τη μεγάλη μάζα που εντυπωσιάζεται δυστυχώς με πομφόλυγες. Έτσι δεν μπορούμε να μη σχολιάσουμε το νέο του άρθρο, που δημοσίευσε η "Πατερική Παράδοση"[2], η οποία δυστυχώς, ως δέσμια μιας νοσηρής γεροντολατρείας, δεν τολμά να εκφράσει αντιρρήσεις στον "Πάπα του Κισσάβου"...
Τί μας λέει λοιπόν ο π. Ευθύμιος στο νέο του άρθρο. Άκουσον, άκουσον! Δεν έχει σημασία λέει, το ότι Μασόνοι αποφάσισαν την αλλαγή του Ημερολογίου, γιατί η Εκκλησία στο παρελθόν δέχθηκε αποφάσεις Τοπικών Συνόδων, που έγιναν ακόμη και από αιρετικούς. Και μας φέρνει ως παράδειγμα, την Τοπική Σύνοδο της Αντιοχείας, στην οποία συμμετείχαν αρειανόφρονες. Μας κάνει επίσης μαθήματα ...Οικονομίας η οποία "ἀποσκοπεῖ εἰς τὴν σωτηρία τῶν πολλῶν, καὶ ἰδίως τῶν ἀδυνάτων". Θεωρεί δε ότι η εν Κωνσταντινουπόλει Σύνοδος του 1923 ασχολήθηκε με την "διόρθωσι ἑνὸς λάθους ἀστρονομικοῦ", ενώ κλείνει με τον εξής ...ακαταμάχητο παραλληλισμό για το Ημερολογιακό Ζήτημα:  "Εἶναι σάν, ἐπὶ παραδείγματι, τὴν ἀλλαγὴ τοῦ ἐθνικοῦ μας νομίσματος ἀπὸ τὴν δραχμὴ εἰς τὸ εὐρώ, τὴν ὁποία καλῶς ἢ κακῶς ἔκανε ἡ πολιτεία, καὶ ἡ Ἐκκλησία δέχθηκε νὰ χρησιμοποιῆ τὸ εὐρὼ στὶς καθημερινὲς συναλλαγές της, διότι τὸ θέμα αὐτὸ κατ’ οὐσίαν οὐδεμία δογματικὴ ἢ σωτηριολογικὴ προέκτασι ἔχει".
Αγαπητοί φίλοι, δεν θέλουμε να μακρυγορήσουμε.
Όπως φαίνεται, για άλλη μια φορά, ο π. Ευθύμιος έχει μαύρα μεσάνυχτα. Για να δει λίγο φως χρειάζεται:  
α) Να διαβάσει, πρώτα από όλα, τα Πρακτικά της εν Κωνσταντινουπόλει Συνόδου του 1923 για να έχει μια στοιχειώδη γνώση του τί εκεί αποφασίστηκε, από ποιους και για χάρη ποίων[3].
β) Να αναλογιστεί γιατί ουδείς εκ των Αποτειχισθέντων από την επίσημη Εκκλησία, κατά τα 95 αυτά χρόνια που πέρασαν από την Ημερολογιακή Καινοτομία, δεν είχε αποσυνδέσει το Ημερολογιακό Ζήμτημα από τον Οικουμενισμό. Να αναλογιστεί επίσης γιατί έχει απομείνει μόνος του (εκτός αν θεωρεί τον εαυτό του ...Άγιο Μάξιμο Ομολογητή).
γ) Να εγκαταλείψει την υπερζηλωτική και απωθητική τακτική του τύπου "Οικονομία για μας, Ακρίβεια για τους άλλους", διότι δεν μπορεί να μιλά για Οικονομία στο θέμα του Ημερολογίου, όταν έχει καταφάγει τις σάρκες των Θεσσαλονικέων πατέρων, που ζητούν Οικονομία στην Αποτείχιση και αυτοί με το ίδιο επιχείρημα ότι αυτή "'αποσκοπεῖ εἰς τὴν σωτηρία τῶν πολλῶν, καὶ ἰδίως τῶν ἀδυνάτων".
δ) Τέλος, να ξαναδιαβάσει στο άρθρο του το σημείο στο οποίο γράφει σωστά πως η Τοπική Σύνοδος της Αντιοχείας "σύμφωνα μὲ τὴν ἅγιο Νικόδημο τὸν Ἁγιορείτη, ἔλαβε ἐπικύρωσι τῶν Κανόνων της ἀορίστως ἀπὸ τὴν 4η καὶ τὴν 7η Οἰκουμενικὲς Συνόδους καὶ ὡρισμένως ἀπὸ τὴν 6η Οἰκουμενική" και ας μας απαντήσει, αν μπορεί, στο εξής ερώτημα: ΑΠΟ ΠΟΙΑ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗ ΣΥΝΟΔΟ ΕΛΑΒΕ ΕΠΙΚΥΡΩΣΗ Η ΕΝ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΙ ΣΥΝΟΔΟΣ ΤΟΥ 1923;


ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
[1] Ως γνωστόν ο π. Ευθύμιος δεν αναγνωρίζει κανέναν άλλον κληρικό πλην του εαυτού του, ως ορθόδοξο, αλλά και δεν αναγνωρίζεται από κανέναν άλλον, γι  αυτό και δεν κοινωνεί κανείς μαζί του.

Παρασκευή, 6 Ιουλίου 2018

Ἡ δογματική διάστασις τοῦ νέου ἑορτολογίου


Τοῦ Δημητρίου Χατζηνικολάου, Ἀν Καθηγητοῦ Οἰκονομικῶν τοῦ Παν/μίου Ἰωαννίνων


Ἔχει λεχθῆ καί γραφῆ πολλάκις, ἀλλἀνακριβῶς, ὅτι τό 1924 οἱ Ὀρθόδοξοι Χριστιανοί (Ο.Χ.) δέν ἐγνώριζον δῆθεν ὅτι λόγος τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ νέου ἑορτολογίου (ν..) ἦτο προώθησις τῆς παναιρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ. Συνεπῶς, συμπεραίνουν αὐτοί πού χρησιμοποιοῦν αὐτήν τήν ἐπιχειρηματολογίαν, ὅσοι ἀπετειχίσθησαν τότε ἀπό τήν καινοτομήσασαν Ἐκκλησίαν, ἐπικαλούμενοι τόν 15ον Κανόνα τῆς ΑΒ Συνόδου καί γενικώτερον τήν Πατερικήν Διδασκαλίαν καί Παράδοσιν, ἔσφαλον, διότι δῆθεν δέν ὑφίστατο δογματικός λόγος πού νά δικαιολογῇ τήν ἀποτείχισιν, ἐνῷ ὅσοι ἀπεδέχθησαν τό ν.. δέν ὑπέπεσαν εἰς δογματικόν σφάλμα.

Σκοπός τοῦ παρόντος ἄρθρου εἶναι νἀποδείξῃ ὅτι ὡς ἄνω ἰσχυρισμός εἶναι ἐσφαλμένος, παραθέτοντας κείμενα πού εἶδον τό φῶς τῆς δημοσιότητος πρό τοῦ 1924 καί πού ἀποδεικνύουν ὅτι ἀπό τό 1582 καί ἐντεῦθεν εἶναι γνωστόν ὅτι οἱ παπικοί καί οἱ ἑνωτικοί «ὀρθόδοξοι» (οἱ σημερινοί Οἰκουμενισταί, δηλαδή) ἐπεδίωκον τήν ἐπιβολήν τοῦ ν.. εἰς τήν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν, ὡς τό «πρῶτον βῆμα» διά τήν εἰς τόν Παπισμόν ὑποταγήν της, πού ἐθεωρεῖτο ἀνέκαθεν ὡς τό πρῶτον στάδιον τοῦ Οἰκουμενισμοῦ. Τά στοιχεῖα πού παρατίθενται κατωτέρω, μικρόν μόνον δεῖγμα ἀπό τά πολλά πού ὑπάρχουν (βλ. π.χ. τά καλά ἱστολόγια «ΚΡΥΦΟ ΣΧΟΛΕΙΟ» καί «ΕΝ ΤΟΥΤῼ ΝΙΚΑ»), φανερώνουν ἐπίσης ὅτι ἐπιβολή τοῦ ν.. ἀνεμένετο νά προκαλέσῃ σχίσμα εἰς τήν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν, θίγοντας ἔτσι τό δόγμα τῆς ἑνότητός της. Φανερώνουν ἐπιπλέον ὅτι κατακριτέα δέν εἶναι μόνον ἀλλαγή τοῦ Πασχαλίου, ὅπως διατείνονται ἐσφαλμένως πολλοί, ἀκόμη καί σήμερον, ἀλλά καί «διόρθωσις» τοῦ Ἰουλιανοῦ ἡμερολογίου.

Πρῶτον, εἰς τήν γνωστήν ἐπιστολήν τοῦ Πατριάρχου Ἱερεμίου Βτοῦ Τρανοῦ πρός τόν πρίγκηπα τῆς Βενετίας Νικόλαον Νταπόντε τό ἔτος 1583, βλέπομεν ὅτι Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ἠρνήθη νά ἐνδώσῃ εἰς τάς ἀξιώσεις τοῦ «πάπα» διά τήν ἀποδοχήν τοῦ ν.., διαβλέπουσα τά «ὅσα σκάνδαλα ἔχουσι γενέσθαι διά τά νέα ταῦτα ὡρολόγια», καθώς καί τήν σύγχυσιν καί «τό παγκόσμιον σκάνδαλον τῶν ἀκουομένων δέκα ἡμερῶν» (Ἰωάννου Βελούδου, Χρυσόβουλλα καί Γράμματα τῶν Οἰκουμενικῶν Πατριαρχῶν, Φοῖνιξ, Βενετία 1893, σελ. 12-19). Ἀξίζει νά σημειωθῇ ὅτι αὐτό πού χαρακτηρίζεται εἰς τήν ἐπιστολήν ὡς «παγκόσμιον σκάνδαλον» δέν εἶναι μόνον ἡ ἀλλαγή τοῦ Πασχαλίου, πού συνεπάγεται ἡ υἱοθέτησις τοῦ Γρηγοριανοῦ ἡμερολογίου, ἀλλά καί ἡ ἀφαίρεσις τῶν 10 ἡμερῶν ἀπό τό Ἰουλιανόν ἡμερολόγιον.
Δεύτερον, εἰς τήν Ἐκκλησιαστικήν Ἱστορίαν τοῦ Μελετίου, Μητροπολίτου Ἀθηνῶν, Γ’ Τόμος, Βιέννη 1784, σελ. 402 (http://invenio.lib.auth.gr/record/125916) ἀναγιγνώσκομεν τά ἑξῆς: «Πατριαρχεύοντος τότε τοῦ Ἱερεμίου σύνοδος Μητροπολιτῶν συνήχθη ἐν Κωνσταντινουπόλει τῷ αφπγ’. ἐπιδημήσαντος καί Σιλβέστρου τοῦ Ἀλεξανδρείας, ἥτις κατακρίνασα τό καινοτομηθέν ὑπό Γρηγορίου τοῦ Ρώμης Καλενδάριον, δέν τό ἐδέχθη, κατά τήν αἴτησιν τῶν Λατίνων». Ἀξίζει καί πάλι νά σημειωθῇ ὅτι ἡ Πανορθόδοξος Σύνοδος τοῦ 1583 δέν ἀπέρριψε μόνον τήν ἀλλαγήν τοῦ Πασχαλίου, ἀλλά ὁλόκληρον τό «Καλενδάριον» τοῦ «πάπα».
Τρίτον, εἰς τό βιβλίον τοῦ ἀγωνιστοῦ Κοσμᾶ Φλαμιάτου Φωνή Ὀρθόδοξος καί Σπουδαία εἰς Ἀνακάλυψιν τῆς κατά τῶν Ὀρθοδόξων Ἐπιβουλῆς, Ἀθῆναι 1849, σελ. 100, ἀναγιγνώσκομεν τά ἑξῆς διά τόν Παπισμόν: «Διά δέ τήν κατάργησιν πάλιν τῶν καθ’ ἡμᾶς ἑορτασίμων καί πανηγυρικῶν ἡμερῶν, ἐκτός τῆς Κυριακῆς, ἐπενόησε καί ἐνεργεῖ πολλά ἄλλα σκάνδαλα. Πρῶτον μέν ἐνεργεῖ πολυτρόπως ἵνα εἰσάξῃ διά νόμου εἰς τά ὀρθόδοξα Κράτη, τό νέον λεγόμενον ἔτος τῆς Δύσεως, καθ’ ὅ αὐτοί προτρέχουσι 12 ἡμέρας, ὥστε ὅταν ἡμεῖς ἔχωμεν πρώτην τοῦ μηνός, αὐτοί μετρῶσι 13. Δι’ αὐτῆς τῆς καινοτομίας ἐλπίζει ἵνα συγχύσῃ καί ἀνατρέψῃ τάς ἑορτασίμους ἡμέρας καί εἰσάξῃ καί ἄλλους νεωτερισμούς». Βλέπομεν καί πάλιν ὅτι κατακριτέα δέν ἦτο μόνον ἡ ἀλλαγή τοῦ Πασχαλίου, ἀλλά καί κάθε διόρθωσις τοῦ Ἰουλιανοῦ. Ἄς σημειωθῇ ὅτι ὁ Κοσμᾶς Φλαμιάτης δέν ἔγραφε μόνον βιβλία, ἀλλά ἦτο δημοδιδάσκαλος τοῦ γένους καί περιήρχετο τήν Ἑλλάδα διδάσκων τόν λαόν νά προφυλάσσηται ἀπό τά ὀθνεῖα δόγματα καί ἔθιμα (http://www.inkefalonia.gr/koinonia/51088-kosmas-flamiatos-enas-dimodidaskalos-tou-genous-apo-ta-poulata). Αὐτό σημαίνει ὅτι, τοὐλάχιστον ἀπό τόν 19ον αἰῶνα, ἀκόμη καί οἱ ἁπλοῖ Ἕλληνες χωρικοί ἐγνώριζον ὅτι ὁ σκοπός τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ ν.ἑ. ἦτο ὁ «ἐκφραγκισμός» των!
Τέταρτον, εἰς τό δημοσιογραφικόν ὄργανον τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου «Ἐκκλησιαστική Ἀλήθεια» τῆς 24/11/1895 (σελ. 312-314), ἀναγινώσκομεν τά ἑξῆς: «ἡ ἀπότομος λοιπόν ἀλλαγή τοῦ ἡμερολογίου, θά ἰσοδυνάμει εἰς τά ὄμματα τοῦ λαοῦ πρός ἀπόπειραν τροποποιήσεως τῆς πίστεως τῶν Πατέρων του, πρός αὐτόχρημα ἐκφραγκισμόν»! Βλέπομεν ἐδῶ τήν ἐπίσημον μαρτυρίαν ὅτι τό 1895 ὁ λαός ἐγνώριζεν ὅτι ὁ σκοπός τοῦ ν.ἑ. ἦτο ὁ «ἐκφραγκισμός» τῶν Ὀρθοδόξων!
Πέμπτον, εἰς τήν ἐφημερίδα «Ἐμπρός»     τῆς 15 Μαρτίου 1899, ὁ Μελέτιος Α. Χρυσοχοδης γράφει: «Τὸ ζήτημα τῆς ἀφομοιώσεως τῶν ἡμερολογίων Ἰουλιανοῦ καὶ Γρηγοριανοῦ περὶ τοῦ ὁποίου γίνεται λόγος κατὰ τὰς ἡμέρας ταύτας εἶναι ἴσον τῷ ζητήματι τῆς ἑνώσεως τῶν δύω Ἐκκλησιῶν» (βλ. Ν. Μάννη, Ἑλληνική Ἀσπίς κατά τοῦ Γρηγοριανοῦ Ἡμερολογίου: Τό Ἡμερολογιακό Ζήτημα στήν Ὀρθόδοξη Ἀνατολή κατά τά Ἔτη 1581-1901, Ἀθῆναι 2016, σελ. 257-263). Τοὐτέστιν, ἡ εἰσαγωγή τοῦ ν.ἑ. ἐπεδιώκετο χάριν τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, ὅπως ἄλλωστε μᾶς διαβεβαιοῖ ἐπισήμως τό «Σύνταγμα τοῦ Οἰκουμενισμοῦ», ἤτοι ἡ Ἐγκύκλιος τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου τοῦ 1920.
Ἕκτον, ἡ Ἐγκύκλιος τοῦ Οἰκ. Πατριαρχείου τοῦ 1902 ἔθεσε τό ζήτημα τοῦ ν.ἑ. πρός τάς ὑπολοίπους Ὀρθοδόξους Ἐκκλησίας, προκειμένου νά ὑπάρξῃ προσέγγισις μέ «τάς δύο μεγάλας τοῦ Χριστιανισμοῦ ἀναδενδράδας, τόν Καθολικισμόν καί τόν Προτεσταντισμόν». Ὁ Οἰκουμενισμός καί πάλιν τό ζητούμενον! Βεβαίως, αἱ ἀρνητικαί ἀπαντήσεις πολλῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν εἰς αὐτήν τήν Ἐγκύκλιον εἶχον ὡς ἀποτέλεσμα τήν Πατριαρχικήν Ἐγκύκλιον τοῦ 1904, εἰς τήν ὁποίαν ἡ ἀφαίρεσις 13 ἡμερῶν ἀπό τό Ἰουλιανόν ἡμερολόγιον ἐχαρακτηρίσθη «ἀνόητος καί ἄσκοπος», ὑπ’ οὐδενός λόγου ἐπιβαλλομένη, οὔτε Ἐκκλησιαστικοῦ οὔτε Ἐπιστημονικοῦ! Καί πάλιν, δέν ἀπερρίφθη μόνον ἡ ἀλλαγή τοῦ Πασχαλίου ὡς «ἀνόητος καί ἄσκοπος», ἀλλά καί ἡ διόρθωσις τοῦ Ἰουλιανοῦ μέ τήν ἀφαίρεσιν 13 ἡμερῶν. Δυστυχῶς, τήν ὀρθήν αὐτήν θέσιν τῆς Ἐγκυκλίου τοῦ 1904 ἀνέτρεψεν ἐκ βάθρων ἡ ἄκρως οἰκουμενιστική Ἐγκύκλιος τοῦ 1920, ἡ ὁποία, ὅμως, ἐκρατήθη ἀρχικῶς μυστική ἀπό τόν λαόν.
Ἕβδομον, εἰς ἄρθρον τοῦ Καθηγητοῦ τῆς Θεολογίας τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν Γρηγορίου Παπαμιχαήλ μέ τίτλον «Ἐπί τῆς Ἡμερολογιακῆς Μεταρρυθμίσεως», ἀναγινώσκομεν τά ἑξῆς σημαντικά: «Ἡ ὑπό τοῦ Πάπα Γρηγορίου τοῦ ΙΓ’ τῷ 1582 ἐπενεχθεῖσα ἡμερολογιακή μεταρρύθμισις ἀνέκαθεν ἤ μᾶλλον εὐθύς ἀμέσως ἐθεωρήθη ἐν τῇ Ὀρθοδόξῳ Ἀνατολῇ ὡς κ α ι ν ο τ ο μ ί α  ἐ κ κ λ η σ ι α σ τ ι κ ή καί θ ρ η σ κ ε υ τ ι κ ή καί ὡς μία ἐκ τῶν συνήθων τάσεων τῆς κρατούσης ἐν τῇ Δύσει ἐκκλησιαστικῆς ἀπολυταρχίας, τό ὄνειρον τῆς ὁποίας ἦν καί ἔστι καί ἔσται ἡ ἐπέκτασις τῆς ἐπιρροῆς αὐτῆς ἐπί τῆς Ὀρθοδόξου Ἀνατολῆς. Ἐθεωρήθη, ἄλλαις λέξεσι, νέα παπική ἐκστρατεία κατά τῆς ἐν Ἀνατολῇ Ὀρθοδοξίας. Ὡς τοιαύτη θεωρηθεῖσα καί ἐκτιμηθεῖσα ἡ καινοτομία αὕτη ἀμέσως κατεδικάσθη ὑπό τῆς Ἐκκλησίας Κων/πόλεως ... Ἡ δέ οὐσία τοῦ περί οὗ ὁ λόγος ζητήματος τούτου ἔγκειται ἐν τῇ ἀποδοχῇ ἤ μή ‘τ ῆ ς  μ ι ᾶ ς  π η γ ῆ ς   τ ῆ ς   ἐ κ κ λ η σ ι α σ τ ι κ ῆ ς   δ ι κ α ι ο δ ο σ ί α ς’, ἄλλαις λέξεσιν, ἐν τῇ ἀποδοχῇ ἤ ἀποκρούσει τοῦ παπικοῦ πρωτείου ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ τοῦ Χριστοῦ. Ὀρθῶς ἄρα ἡ Ἐκκλησία Ἱεροσολύμων ἀπεφήνατο κατά τῆς καινοτομίας ἐπί τῇ βάσει καθαρῶς δογματικῶν λόγων [σ.σ. ἄς τό ἀκούσουν αὐτό ὅσοι ἐξακολουθοῦν νά γράφουν ὅτι τό θέμα δέν εἶναι δογματικόν]. ... Ἐκ πασῶν τούτων τῶν ἐπισήμων γνωμῶν καί ἀποφάνσεων τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν ὁ κ. Σοκολώφ συνάγει, ὅτι αὗται οὐ μόνον κατά τοῦ Γρηγοριανοῦ ἡμερολογίου ἀπεφάνθησαν, ἀλλά καί κατά παντός οὐδετέρου ἤ ἐν γένει διωρθωμένου ἡμερολογίου» (ἡ ἔμφασις εἰς τό πρωτότυπον, Πάνταινος, 1910, ἀρ. 39, σελ. 624-628, http://digital.lib.auth.gr/record/146308/files/5471_1.pdf). Ἀξίζει καί ἐδῶ νά σημειωθῇ ὅτι αἱ Ὀρθόδοξοι Ἐκκλησίαι δέν ἀπέρριπτον μόνον τήν ἀλλαγήν τοῦ Πασχαλίου, ἀλλά καί κάθε διόρθωσιν τοῦ Ἰουλιανοῦ ἡμερολογίου, ἡ ὁποία οὐσιαστικῶς θά ἐσήμαινε ὅτι ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ἦτο οὐραγός τῆς παπικῆς αἱρέσεως. Πρέπει δέ νά ὑπογραμμισθῇ ἡ πληροφορία πού ἐμπεριέχεται εἰς τό ὡς ἄνω κείμενον τοῦ Καθηγητοῦ Γ. Παπαμιχαήλ, ὅτι τό Πατριαρχεῖον Ἱεροσολύμων ἀπέρριψεν τό ν.ἑ. «ἐπί τῇ βάσει καθαρῶς δογματικῶν λόγων»!
Ὄγδοον, εἰς τό βιβλίον τοῦ Ἀνθίμου, Μητροπολίτου Βιζύης, μέ τίτλον Τό Ἡμερολογιακόν Ζήτημα, τό ὁποῖον ἐδημοσιεύθη τό 1922, ἤτοι δύο ἔτη πρό τῆς ἀλλαγῆς, ἀναγινώσκομεν τά ἑξῆς (βλ. σελ. 141 καί ἀλλαχοῦ): «ὅτι διά τοῦ ζητήματος τοῦ Ἡμερολογίου, ἐπιτυγχανομένης τῆς ἑνοποιήσεως αὐτοῦ, θέλει ἀναμφισβητήτως ἐπιτελεσθῆ τό πρῶτον σπουδαῖον βῆμα πρός ἐπίτευξιν τῆς μελετωμένης καί ὑπό τῶν πραγμάτων ἐπιτακτικῶς ἐπιβαλλομένης Κοινωνίας τῶν Ἐκκλησιῶν». Τό κείμενον αὐτό, ἐν συνδυασμῷ μάλιστα μέ τήν κατά τό αὐτό ἔτος (1922) ἀναγνώρισιν τῶν Ἀγγλικανικῶν χειροτονιῶν ὑπό τοῦ Οἰκ. Πατριαρχείου (Β. Στεφανίδου, Ἐκκλησιαστική Ἱστορία: Ἀπ’ Ἀρχῆς Μέχρι Σήμερον, Ἐκδόσεις Παπαδημητρίου, Β’ Ἔκδοσις, Ἀθῆναι, 1959, σελ. 711), ἐφανέρωσεν εἰς πάντα ἐνδιαφερόμενον αὐτό πού ἐπιμελῶς ἀπεκρύβη μέ τήν μή διάδοσιν τῆς Ἐγκυκλίου τοῦ 1920, ἤτοι τόν οἰκουμενιστικόν οἶστρον πού ἐπεκράτει εἰς τά ἀνώτατα ἐπίπεδα τῆς Ἱεραρχίας ὀλίγον πρό τῆς ἡμερολογιακῆς μεταρρυθμίσεως, τήν ὁποίαν ἀνέκαθεν οἱ συνήγοροι τῶν Οἰκουμενιστῶν ἤθελαν νά παρουσιάσουν ὡς ἕν ἀστρονομικόν τάχα θέμα, μή ἁπτομένου τάχα τοῦ δόγματος καί ἀγνώστου τάχα εἰς τόν εὐσεβῆ λαόν! 
Τά παρατεθέντα στοιχεῖα ἐξηγοῦν τό γεγονός ὅτι ἀμέσως μετά τήν πραξικοπηματικήν ἐπιβολήν τοῦ ν.ἑ. ὁ εὐσεβής λαός ἐκραύγαζεν: «μᾶς ἐφράγκεψαν!» Τό γνωστόν, ἀλλ’ ἀνακριβές, ἐπιχείρημα τῶν συνηγόρων τῶν Οἰκουμενιστῶν, ὅτι ὁ λαός δῆθεν δέν ἐγνώριζεν τούς προεκτεθέντας δογματικούς λόγους πού ἐκρύπτοντο ὄπισθεν τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ ν.ἑ., ἐπειδή ὀλίγοι μόνον εἶχον ἀναγνώσει τέτοια βιβλία καί ἄρθρα μέχρι τό 1924, δέν εὐσταθεῖ ἐπιστημονικῶς. Διότι, πρῶτον, συμφώνως μέ τήν ἐπικρατοῦσαν θεωρίαν διαμορφώσεως προσδοκιῶν, τήν «θεωρίαν τῶν ὀρθολογικῶν προσδοκιῶν», ἀρκεῖ πολύ ὀλίγοι μόνον, οἱ εἰδήμονες, νά γνωρίζουν μίαν πληροφορίαν. Αὐτοί θά τήν διαδώσουν καί στούς ἁπλοϊκούς, συνήθως ἐπ' ἀμοιβῇ, ἄν καί εἰς τήν προκειμένην περίπτωσιν ἡ ἀμοιβή πού ἀνεμένετο δέν ἦτο χρηματική καί δέν ἀνεμένετο ἀπό ἀνθρώπους, ἀλλ' ἀπό τόν Θεόν. Διό καί πολλοί Ἁγιορεῖται Πατέρες ἐξῆλθον τότε τοῦ Ἄθωνος καί ἐδίδασκον τόν λαόν, ἐλειτούργουν κ.λπ. Δεύτερον, ὅπως προανεφέρθη, ὁ Κοσμᾶς Φλαμιάτης καί ἄλλοι ἀγωνισταί εἶχον πρό πολλοῦ καταγγείλει εἰς τόν Ἑλληνικόν λαόν τόν δόλιον σκοπόν τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ ν.ἑ. εἰς τήν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν. Τό ὡς ἄνω ἀνακριβές ἐπιχείρημα χρησιμοποιεῖται κατά κόρον ἀκόμη καί σήμερον ὑπό τῶν Οἰκουμενιστῶν καί τῶν κρυπτο-οικουμενιστῶν, προκειμένου αὐτοί νά ἰσχυρισθοῦν ὅτι δῆθεν τό 1924 δέν ὑφίστατο λόγος ἀποτειχίσεως καί συνεπῶς νά συκοφαντήσουν τούς Ὀρθοδόξους τοῦ Πατρίου Ἑορτολογίου (π.ἑ.) ὡς σχισματικούς. 
Συμπερασματικῶς, τό ν.ἑ. εἶναι αἵρεσις, πρῶτον διότι εἰσήχθη εἰς τήν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν χάριν τῆς ἀδογματίστου ἑνώσεώς της μέ τούς Παπικούς καί τούς Προτεστάντας, δηλαδή χάριν τῆς καταργήσεως τῆς Ὀρθοδοξίας, καί, δεύτερον, διότι ἀνεμένετο νά θίξῃ τό δόγμα τῆς ἑνότητος τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως καί τό ἔθιξε. Αὐτό δέν θά συνέβαινε ἄν, ἀντί τοῦ προαναφερθέντος οἰκουμενιστικοῦ οἴστρου, ἐπεκράτει τότε ἡ σύνεσις. Ὅπως κατέθεσαν ἀρκετοί Ἱερᾶρχαι εἰς τήν Σύνοδον τῆς 24-12-1923, ὁ εὐσεβής λαός ἀνθίστατο σθεναρῶς εἰς τήν εἰσαγωγήν τοῦ ν.ἑ. καί μέ δάκρυα παρεκάλει τούς ἐπισκόπους του νά μήν προβοῦν εἰς αὐτήν (Ἀρχιμ. Θ. Στράγγα, Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος Ἱστορία ἐκ Πηγῶν Ἀψευδῶν: 1817-1967, Τόμ. Β´, σελ. 1194-96). Εἰκάζω ὅτι οἱ ἐπίσκοποι αὐτοί, περιφρονοῦντες τά ὡς ἄνω στοιχεῖα, ἔλεγον ὅτι «δέν πειράζει, τό θέμα δέν εἶναι δογματικόν»! Σήμερον, 94 ἔτη ἀργότερον, ὅταν τά ἴδια τά γεγονότα ἔχουν ἐπιβεβαιώσει, πέραν πάσης ἀμφιβολίας, ὅτι τό θέμα ΕΙΝΑΙ ΟΝΤΩΣ ΔΟΓΜΑΤΙΚΟΝ, ὡς ἀρρήκτως συνδεδεμένον μέ τήν κήρυξιν καί τήν ἐπικράτησιν τῆς αἱρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, ἀλλά καί ὡς ἡ αἰτία τοῦ σχίσματος τοῦ 1924, πολλοί ἐξακολουθοῦν νά διατείνωνται ὅτι δέν εἶναι δογματικόν, νά κρατοῦν τό ν.ἑ. καί ν’ ἀπευθύνουν τήν δεινήν συκοφαντίαν τοῦ «σχισματικοῦ» πρός τούς Ὀρθοδόξους τοῦ π.ἑ. Ὁποία διαστροφή τῆς ἀληθείας!

Τρίτη, 3 Ιουλίου 2018

«ΥΠΟΧΡΕΩΤΙΚΟΣ Ή ΔΥΝΗΤΙΚΟΣ Ο 15ος ΚΑΝΟΝΑΣ;»


Τις καθοδηγητικές αρχές περί «Δυνητικότητας» του 15ου Κανόνα της Α – Β Συνόδου τις πρωτοείδαμε – ανακαλύψαμε με ευκρίνεια στην μετάφραση του π. Γερασίμου Μενάγια (Αγιορείτου μοναχού) στο κείμενο – ερμηνεία του Βαλσαμώνος, ο οποίος μοναχός αυθαίρετα και ίσως σκόπιμα οροθέτησε την πνευματική φιλοσοφία του Κανόνα με ίδιες προσθήκες. Επεξηγών τον εαυτό του (και όχι τον Βαλσαμώνα) ο π. Γεράσιμος γράφει: «Το «εάν εαυτόν αποτειχίση, ήγουν χωρίση από της κοινωνίας του πρώτου αυτού» σημαίνει την προαίρεσιν ήτοι εάν θελήση, και ουχί επιβολήν εκκοπής του μνημοσύνου» (τα υπογραμμισμένα είναι του π. Γερασίμου) και συνεχίζει ότι: «ο μνημονεύων μέχρις εκδόσεως Συνοδικής αποφάσεως εν τάξει είναι».
Όταν αναφέρουμε αρνητική – αντιθετική στάση στην «Δυνητική Ερμηνεία» του π. Γερασίμου ή του π. Επιφανίου, δεν απορρίπτουμε – αμφισβητούμε τις ασκητικές τους εμπειρίες ή την ορθόδοξη πίστη τους, όπως καταλαβαίνουν (;) μερικοί (π.χ. Π. Τελεβάντος, Ελένη Λωρίτου και άλλοι).
Αρνούμεθα την συμφιλίωση της θεωρίας τους με την πραγματικότητα της Ορθοδοξίας. Ας θέσουμε το ζήτημα με άλλο τρόπο: Παραδεχόμαστε την ηθική αρετή τους αλλά παίρνουμε πνευματική – επιστημονική θέση στην ερμηνεία τους. Να υπογραμμίσουμε, ότι δεν είναι αλάθητοι. Ο πνευματικός ατομικός εμπειρισμός τους δεν συμπίπτει αντικειμενικά και καθολικά με την σύνολη διαχρονική Ορθοδοξία.
Ο Π. Τελεβάντος νομίζει, ότι έχω αμυδρές εικόνες στη σκέψη – συνείδηση για π. Επιφάνιο και π. Αυγουστίνο. Όταν ο π. Αυγουστίνος διέκοψε το μνημόσυνο του αιρετικού Πατριάρχη Αθηναγόρα ήμουν 19 ετών. Ισχυρίζεται, ακόμη, ότι ο π. Αυγουστίνος δεν «πετροβόλησε» τον π. Επιφάνιο (όπως εγώ).
Να υπογραμμίσω, χαρακτηριστικά γεγονότα της εποχής εκείνης.
Ο π. Επιφάνιος, που όλα τα θεωρούσε «ανοήτους ζηλωτισμούς» το 1969 με τρεις (3) πολυγραφημένες επιστολές του (Σελίδες 60) ήθελε να σταματήσει κάθε μελετώμενη αντίδραση στο Άγιο Όρος. Αντίθετα, ο π. Αυγουστίνος υπογραμμίζει (προς Πατριάρχη Δημήτριο, 1972):
«Παναγιώτατε δέσποτα! Ως είναι γνωστόν, ο υποφαινόμενος, ως και δύο έτεροι ιεράρχαι της Β. Ελλάδος, ηναγκάσθημεν μετά πολλής θλίψεως και οδύνης δια λόγους συνειδήσεως να διακόψωμεν το μνημόσυνον του προκατόχου υμών Πατριάρχου Αθηναγόρου…
Παρ’ όλην δεν την έξωθεν πίεσιν (Δυνητικές ερμηνείες, σχισματικοί φόβοι) ίνα επαναλάβωμεν το μνημόσυνον, ημείς επεμείναμεν εις την διακοπήν…» (Βιβλίο «Η ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΕΝΑΝΤΙ ΤΟΥ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΥ», Σελ. 134 - 135).
Ερώτημα: Η στάση του π. Αυγουστίνου, άκρως αντιθετική με την στάση του π. Επιφανίου, ερμηνεύεται ως «πετροβόλημα» στον π. Επιφάνιο;
Επίσης ο π. Φιλόθεος Ζερβάκος (1963) τονίζει σε τηλεγράφημά του: «Συγχαίρω υμάς εκ καρδίας, καθώς και πάντας τους Ηγουμένους και μοναχούς αδελφούς Αγιορείτας, δια το θάρρος, την πίστιν και ανδρείαν, την οποία επιδείξατε εσχάτως κατά της εσπευσμένης, παραλόγου ασυνέτου, δολίας και δουλικής ψευδοενώσεως του Οικ. Πατριάρχου Αθηναγόρου μετά του Πάπα Παύλου»…
Υ.Γ. Μη βραδύνωμεν, ου γαρ οίδαμεν τι τέξεται η επιούσα» (Προς Ηγουμένους Αγ. Όρους).
Η μελλοντική εκτίμηση του π. Φιλόθεου είναι όντως αγία και προφητική ενώ του π. Επιφανίου στατική, επιβραδυντική της ορθόδοξης μαρτυρίας του Εκκλησιαστικού σώματος. Αυτή ακριβώς η επιβραδυντική στάση είναι, κ. Τελεβάντε, η «ενδιάμεση» βαθμίδα εκκλησιολογίας.
Ο μη παραγωγικός, αντι-οικουμενιστικός (;) προσανατολισμός του πατρός Επιφανίου, οι μακροπρόθεσμες συμβουλές του, ως πρώτες επιλογές της «Δυνητικής ερμηνείας ήταν (συνοπτικά):
- Για τις συπροσευχές: «Εγένοντο και άλλοτε αυτά», «αποτελούν κοινωνικές εκδηλώσεις».
- Δεν υπάρχει λοιπόν κίνδυνος να μολυνθώμεν, ούτε μνημονεύοντες του Πατριάρχου (εφόσον δεν κατεδικάσθη), ούτε πολλώ μάλλον τους μνημονεύοντας αυτού. Τα αντιθέτως λεγόμενα είναι ανόητοι ζηλωτισμοί.
- Ο όγκος εξήντα (60) και πλέον επισκόπων (Ελλαδική Εκκλησία) ανέχονται «άχρι καιρού».
- Αγαπητέ, ας καταλείπωμεν εις αυτούς (επισκόπους Ελλάδος) την εκλογήν της στιγμής. Εκείνοι είναι ηγέται. Τον χρόνον των πολέμων και των επαναστάσεων δεν καθορίζουν οι στρατιώται, αλλά οι αξιωματικοί.
Αναμφίβολα ήταν «λογικές» επιλογές, χωρίς την προοπτική των ι. κανόνων, οι οποίες έδωσαν στη συνέχεια μέγιστη αυτοτέλεια στον οικουμενισμό. Η «ενδιάμεση» εκκλησιολογία της ημερίδας της Θεσσαλονίκης δεν αποδεικνύεται με πειράματα ή με μαθηματικές πράξεις παρά μόνο με την δύναμη της πνευματικής κατανοήσεως των Πατέρων – ι. κανόνων. Όταν οι Ορθόδοξοι συμμετέχουν στις ακολουθίες – λειτουργίες, όπου μνημονεύεται αιρετικός επίσκοπος, τότε ομολογούν – δέχονται ότι βιώνουν από κοινού την χάρη, την αλήθεια.
Αυτή είναι η θέση της Εκκλησίας.
«Ουκ εσμέν αποσχισταί (σχισματικοί), ω θαυμάσιε, της του Χριστού Εκκλησίας… Η μη εναντίωσις στα κακόδοξα ήθη τυγχάνει προδοσία σαφής και παράλυσις των Ι. Κανόνων (Αγ. Θεόδωρος Στουδίτης).
Αυτή η «Δυνητική» αντίληψη του κανόνα ευνοεί τις οικουμενιστικές διεργασίες. Οι δεκαετίες που πέρασαν είναι εγγυημένη επιβεβαίωση και μέθοδος ελέγχου της αναποτελεσματικής (πρακτικά) αυτής αντίληψης και το κυριότερο, είναι ο καλύτερος τρόπος απάμβλυνσης της Ορθόδοξης αυτοσυνεδησίας, η οποία απάμβλυνση είναι και ο ασφαλέστερος δρόμος προς τον οικουμενισμό.
Ας προσεχθεί ιδιαίτερα ο λόγος του Απ. Παύλου:
«Ει τις ευαγγελίζεται υμίν παρ’ ό παρελάβετε, ανάθεμα» Δεν είπε απλά, εάν κάποιος κηρύττη αντίθετα ή ανατρεπτικά, αλλά εάν ευαγγελίζεται έστω και κάτι το μικρόν « παρ’ ό παρελάβετε».
Εάν δούμε τον οικουμενισμό ως νέο «ευαγγελισμό», σύμφωνα με τον Απόστολο Παύλο, τότε ο κανόνας είναι (όπως και είναι) υποχρεωτικός, ισχύει δηλαδή το «ανάθεμα».
Όσοι τον εκλάβουν τον οικουμενισμό ως αντιθετικό (μόνο) στην Ορθοδοξία, τότε επαναπαύονται στην «Δυνητική Ερμηνεία».
Στην τελευταία εκδοχή – δυστυχώς – «ησυχάζει» πλήθος αντι-οικουμενιστών και κρυφών οικουμενιστών, γνήσια τέκνα της Εσπερίας!

ΝΙΚΟΣ Ε. ΣΑΚΑΛΑΚΗΣ
ΜΑΘΗΜΑΤΙΚΟΣ