"Κρείττων γὰρ ἐπαινετὸς πόλεμος εἰρήνης χωριζούσης Θεοῦ· καὶ διὰ τοῦτο τὸν πραῢν μαχητὴν ὁπλίζει τὸ Πνεῦμα, ὡς καλῶς πολεμεῖν δυνάμενον" Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος

Παρασκευή, 15 Σεπτεμβρίου 2017

Η Ψευδοσύνοδος της Κρήτης: Προς Νέα Εκκλησία (Μέρος α΄)


(Απάντηση στο κείμενο του Επισκόπου Αβύδου κ. Κυρίλλου Κατερέλου «Ἡ Ἁγία καὶ Μεγάλη Σύνοδος τῆς Κρήτης: Νέα Εκκλησιολογία ἢ Πιστότητα στὴν Παράδοση;»)

Νικολάου Μάννη
εκπαιδευτικού

Α. Τον περασμένο Ιούλιο (2017) δημοσιεύθηκε στο διαδίκτυο ένα κείμενο με τίτλο «Ἡ Ἁγία καὶ Μεγάλη Σύνοδος τῆς Κρήτης: Νέα Εκκλησιολογία ἢ Πιστότητα στὴν Παράδοση;»[1]. Συντάκτης του (Σ. στο εξής) είναι ο Επίσκοπος Αβύδου κ. Κύριλλος Κατερέλος, ο οποίος έχει μεγάλη μόρφωση και τυγχάνει Πανεπιστημιακός Καθηγητής. Ο σκοπός δε της συντάξεως του κειμένου αυτού ήταν διττός: αφενός μεν, απολογητικός υπέρ της «Αγίας και Μεγάλης Συνόδου» της Κρήτης (2016), εναντίον της οποίας γράφτηκαν αρκετά κείμενα, αφετέρου, επικριτικός κατά όσων στράφηκαν εναντίον της, είτε διά κειμένων, είτε - κυρίως - διά δηλώσεως διακοπής εκκλησιαστικής κοινωνίας (αποτείχιση). Το εν λόγω κείμενο (αποτελούμενο από 105 σελίδες) είναι τεχνικά άρτιο, επιστημονικό, με ωραία γλώσσα και πολλές παραπομπές. Τα εν αυτώ επιχειρήματα φαντάζουν ακαταμάχητα και σίγουρα προκαλούν ποικίλες εντυπώσεις. Παρόλα αυτά υπάρχουν σοβαρότατοι λόγοι για τους οποίους τα επιχειρήματα αυτά δεν μπορούν να πείσουν τους Ορθοδόξους. Οι λόγοι αυτοί θα εκτεθούν στην παρούσα Απάντηση, με την ελπίδα να αξιολογηθούν ορθώς από όλους, ώστε η αξιολόγησή τους αυτή να συντελέσει στην απωλεσθείσα Ενότητα Πίστεως μεταξύ όσων σήμερα διεκδικούν τον τίτλο του Ορθοδόξου, μέσω της επιστροφής στην Ορθόδοξη Διδασκαλία όσων εξετράπησαν.
Β. Ξεκινώντας το κείμενό του ο Σ. παραθέτει κάποια σπουδαία αποσπάσματα του Αγίου Αυγουστίνου, με βάση τα οποία όμως (και η υπό την επήρεια της εκκλησιολογικής σκέψεως του, κεκοιμημένου πλέον, πνευματικού του πατρός Πρεβέζης Μελετίου Καλαμαρά) οδηγείται στην εξαγωγή εσφαλμένων συμπερασμάτων, σχετικά με το τι είναι Εκκλησία και πότε κάποιος βρίσκεται εντός ή τίθεται εκτός Αυτής.
Πριν όμως εξεταστεί αυτό αναλυτικότερα πρέπει να επισημανθεί πως ο Σ. παρόλο που φέρει ως συνήγορο των ιδεών του τον Ιερό Αυγουστίνο, εν τούτοις φαίνεται πως οι συμμετέχοντες στην Ψευδοσύνοδο της Κρήτης δεν αποδέχονται την συγκεκριμένη θέση του Αγίου, την οποία ο Σ. παραθέτει. Διότι ενώ ο Άγιος γράφει πως «παρὰ ταῦτα ἐμεῖς δεχόμαστε καὶ τὴ δική τους κατηγορία, ἀφοῦ εἶναι ἀδελφοί μας. Καὶ ἐὰν μπορέσουν νὰ μᾶς ἀποδείξουν ὅτι εἶναι ἔνοχοι (αὐτοί, τοὺς ὁποίους κατηγοροῦν), ἐμεῖς θὰ τοὺς ἀναθεματίσουμε τὴν ἴδια ἡμέρα», οι Επίσκοποι της Κρήτης αγνόησαν παντελώς τους αδελφούς τους Ορθοδόξους οι οποίοι επί 90 έτη σχεδόν κατήγγειλαν και καταγγέλλουν την αίρεση του Οικουμενισμού και τους φορείς της. Αγνόησαν όλους όσους εξαπέλυσαν κατηγορίες για πτώση σε αίρεση εναντίον όχι μόνο «νεκρών», όπως οι Πατριάρχες Κωνσταντινουπόλεως Μελέτιος Μεταξάκης, Βασίλειος Γεωργιάδης, Αθηναγόρας Σπύρου και Δημήτριος Παπαδόπουλος, αλλά και εναντίων «ζώντων», όπως ο νυν Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως κ. Βαρθολομαίος, ο Περγάμου Ιωάννης, ο Γαλλίας Εμμανουήλ κ.α. Γιατί δεν εξετάστηκε το φλέγον αυτό ζήτημα; Γιατί δεν κλήθηκαν οι κατήγοροι στην Σύνοδο, ώστε αν καταφέρουν να αποδείξουν ότι αυτοί τους οποίους κατηγορούν είναι ένοχοι, να αναθεματιστούν οι ένοχοι αυτοί από την Σύνοδο την ίδια ημέρα, κατά την επιταγή του Αγίου Αυγουστίνου;
Γ. Είναι λοιπόν φανερό πως ο Σ. (όπως και οι εξ Ορθοδόξων Οικουμενιστές γενικώς) μιλώντας για «Εκκλησία», εννοεί την Ιεραρχία (δηλαδή την Διοίκησή Της), ενώ κατά τους Ορθοδόξους  «ὑπάρχει σαφής διάκριση ἀνάμεσα στήν Ἐκκλησία, καθεαυτήν, - ὡς Θεανθρωπίνου μυστηριακοῦ Σώματος τοῦ Χριστοῦ - καί τήν Διοίκηση τῆς Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία ἐκφράζει πράγματι τήν Ἐκκλησία, μόνον ὅμως ὑπό συγκεκριμένες καί σαφεῖς προϋποθέσεις»[2].
Έτσι ο Σ. εγκαλεί όσους αποτειχίζονται χρησιμοποιώντας χωρία από τον Ιερό Αυγουστίνο. Τα σχετικά χωρία του Αγίου όμως θέλουν τα αυγουστίνεια πλαίσιά τους για να ερμηνευθούν ορθώς, λαμβανομένου υπόψιν ότι η Τοπική Εκκλησία της Βορείου Αφρικής βίωνε τότε το επώδυνο και άδικο Σχίσμα των Δονατιστών, στην αντιμετώπιση του οποίου πρωτοστάτησε ο Άγιος. Μήπως μπορεί να γίνει σύγκριση ανάμεσα στην τότε και την τώρα κατάσταση; Μήπως στην σημερινή εποχή η Διοίκηση της Εκκλησίας είναι στα χέρια ευσεβών, οι οποίοι εκφράζουν συνοδικώς την Ορθοδοξία απέναντι σε κακοδόξους (ως οι Δονατιστές) ή βρίσκεται στα χέρια ασεβών που εκφράζουν αιρέσεις και πολεμούν τους πραγματικά Ορθοδόξους; Και αυτό πρέπει να εξεταστεί.
Δ. Ο Σ. ταυτίζοντας την Εκκλησία με την Διοίκηση της (ταύτιση που όζει Παπισμού) πέφτει στα εξής δύο σημαντικά σφάλματα:
δ1. Προβαίνει σε βίαιο διαχωρισμό μεταξύ Επισκόπων και των υπολοίπων μελών του Σώματος (κλήρου και λαού) δίνοντας στους πρώτους δικαιώματα που ουδέποτε αναγνώρισε η Ορθόδοξη Εκκλησία σε αυτούς, και
δ2. Θεωρεί επομένως ότι όσοι διακόπτουν την εκκλησιαστική κοινωνία με τους Επισκόπους τους βγαίνουν, με την πράξη τους αυτή, «εκτός Εκκλησίας», δηλαδή νεκρώνονται[3]!
Δίνει δηλαδή στους Επισκόπους εξουσία και δικαιώματα παρόμοια με αυτά που στον Παπισμό έλαβε ο Πάπας έναντι των ανά τον κόσμο συνεπισκόπων του με την διαφορά πως τα αποτελέσματα εδώ είναι ακόμη πιο φρικτά. Διότι αν με την εξύψωση του Πάπα έναντι των συνεπισκόπων του αυτός κατέστη μία «Κεφαλή της Εκκλησίας» τερατώδης[4], με την επιχειρούμενη υπερύψωση των Επισκόπων έναντι των υφισταμένων τους δημιουργούνται τόσες «Κεφαλές», όσο και το πλήθος αυτών! Σε συνδυασμό δε με την «ευχαριστιακή εκκλησιολογία» του Μητροπολίτου Περγάμου κ. Ιωάννου Ζηζιούλα[5], σύμφωνα με την οποία ο Χριστός προσεγγίζεται από τους πιστούς μόνο μέσω του Επισκόπου, η «Νέα Εκκλησιολογία» πρεσβεύει μια Εκκλησία που από χριστοκεντρική κατήντησε επισκοποκεντρική, όπως ακριβώς και η πάλαι ποτέ Ορθόδοξη Τοπική Εκκλησία της Ρώμης κατέστη από χριστοκεντρική παποκεντρική!
Αυτήν την «Νέα Εκκλησιολογία» οι Ορθόδοξοι δεν μπορούν να την αποδεχτούν, διότι μένουν πιστοί στην Ορθόδοξη Παράδοση των Αγίων Πατέρων, οι οποίοι διδάσκουν πως μέσα στο Σώμα της Εκκλησίας, το οποίο έχει μόνη Κεφαλή τον Χριστό, κληρικοί και λαϊκοί «τοσαύτην ἔχοντες πρὸς ἀλλήλους διαφορὰν, ὅσην μέλη πρὸς μέλη»[6], αποτελούν δηλαδή «ἀδελφὰ μέλη καὶ συμφυῆ» που απλά «τὰ μὲν ἀνώτερα, τὰ δὲ κατώτερον ἐπέχοντα τόπον»[7].  Η θέση των Επισκόπων σε ανώτερο επίπεδο (αποτέλεσμα της υπάρξεως ειδικής Ιερωσύνης «ἀπὸ τῆς ἐπιφοιτήσεως τοῦ  Ἁγίου Πνεύματος εἰς τοῦς  Ἁγίους μαθητὰς καὶ Ἀποστόλους τοῦ  Σωτῆρος Χριστοῦ»[8] και της, εξ αυτής απορρεούσης ιεραρχικής δομής του Σώματος) βρίσκεται μέσα στο Σώμα και δεν υπονοείται καν, αγιογραφικά και πατερικά, κάποια ειδική εξουσία που να καθιστά τους Επισκόπους «Κεφαλές» (με την σημασία βεβαίως που θέλουν να τους δώσουν οι Νεοεκκλησιολόγοι), πόσο μάλλον όταν «ὀφείλουν τὴν ποιμαντική τους ὑπόσταση καὶ ἐξαρτῶνται ἀπολύτως ἀπὸ τὸν Ἀρχιποίμενα Χριστό, ὑπάρχοντες χάριν τοῦ ποιμνίου τους»[9].  Ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος ξεκάθαρα διδάσκει πως «πρόβατα καὶ ποιμένες πρὸς τὴν τῶν ἀνθρώπων εἰσὶν διάκρισιν, πρὸς δὲ τὸν Χριστὸν πάντες πρόβατα. Καὶ γὰρ οἱ ποιμαίνοντες καὶ οἱ ποιμαινόμενοι, ὑφ ἑνὸς τοῦ Ἄνω Ποιμένος ποιμαίνονται»[10].
Την παλαιά αυτή παρεκτροπή του Πάπα Ρώμης να μετατρέψει το αξίωμα Διακονίας του («Servus servorum Dei») σε αξίωμα Δεσποτείας (=Τυραννίας) και να ταυτίσει τον εαυτό του με την Εκκλησία -  και η οποία παρεκτροπή οδήγησε στην Αποστασία την πάλαι ποτέ Ορθόδοξη Τοπική Εκκλησία της Ρώμης -, μιμούνται σήμερα οι Επίσκοποι των Ορθοδόξων Τοπικών Εκκλησιών απαιτώντας «υπακοή στην Εκκλησία» (όπου «Εκκλησία» εννοούν τους εαυτούς τους) και επιθυμώντας ως κακοί εργάτες να θέσουν υπό την κυριαρχία τους τον Αμπελώνα[11] γενόμενοι μιμητές του Πάπα, υπερυψώνοντας κι εκείνοι εαυτούς σε «Κεφαλές» της Εκκλησίας.
Όμως χάριτι Θεού οι Πατέρες και Διδάσκαλοι της Εκκλησίας της τελευταίας χιλιετίας, ως καλοί εργάτες του αμπελώνος, αντιμετώπισαν αυτήν την εωσφορική παρεκτροπή και μας παρέδωσαν ανεκτίμητη παρακαταθήκη την ανόθευτη Ορθόδοξη Εκκλησιολογία:
α) Ο Άγιος Μελέτιος ο Πηγάς - ο «μετά το Σχίσμα νέος Φώτιος», όπως ονομάστηκε - σε πολλά έργα και επιστολές του καταδικάζει την ταύτιση του προσώπου του εκάστοτε Πάπα με την αλάθητη και υπέρτατη εκκλησιαστική αυθεντία, ταύτιση παρόμοια με αυτήν που επιχειρείται σήμερα. Στο έργο του «Περὶ τοῦ τὶς ἐστὶν ἡ ἀληθὴς καθολικὴ Ἐκκλησία καὶ ποία ἐστὶν ἡ γνησία καὶ ἀληθὴς κεφαλὴ αὐτῆς καὶ κατὰ τῆς ἀρχῆς τοῦ Πάπα τῆς Ῥώμης», το οποίο δημοσίευσε ο Δοσίθεος Ιεροσολύμων στον Τόμο Χαράς διαβάζουμε: «Οὐδὲ γὰρ τυράννους ἐπεισακτέον τῇ Ἐκκλησίᾳ, ὅρους μὲν μεταίροντες πατρῴους, δόγματα δὲ καινοτομοῦντας, καὶ Χριστὸν αὐτὸν τῆς καθολικῆς Ἐκκλησίας, ὅρους περιορίζοντας… Ἱεροπρεπέστατα γὰρ ὁμοῦ καὶ θεοπρεπέστατα ἔφη Διονύσιος[12] μὴ ἕπεσθαι τὸ θεῖον ὑπηρετικῇ τῇ ἀρχιερατικῇ ἐξουσίᾳ, αὐτὴν δὲ μάλλον ὑποφητικῶς λειτουργεῖν τῇ θείᾳ χάριτι. Εἰ γὰρ καὶ ζῶντας νόμους καὶ ἕμπνους προσαγορεύσας, ἀλλ᾿ οὐχ ὥστε νομοθετεῖν ἀφ᾿ ἑαυτῶν, ἢ τὸ δεινότερον, ἀντινομοθετεῖν Θεῷ, ἀλλ᾿ ἵνα τὰ ὑπὸ Θεοῦ νομοθετηθέντα ἐκφαντορικῶς ὑπαγορεύωσιν»[13]. Και παρακάτω: «Τὸ γὰρ διακονεῖν, τοῦ αὐθεντεύειν καὶ κατεξουσιάζειν, πολὺ διίσταται. Αὐτοὶ δὲ (οἱ Λατίνοι) καὶ περὶ πίστεως καὶ περὶ ἐκκλησίας ὁλοσχερῶς παντοίαν ἐξουσίαν τῇ τοιαύτῃ κεφαλῇ (τῷ Πάπᾳ) διδόας, μέχρι καὶ ἀνατροπῆς καὶ καινοτομίας τῶν παρὰ Χριστοῦ τοῦ Σωτῆρος αὐτοῦ ὁροθετηθέντων»[14]. Σε μια επιστολή του γράφει: «σῶμα γὰρ τοὺ Σωτῆρος ἡ τοῦ Σωτῆρος Ἐκκλησία, ἧς κεφαλὴ μόνος αὐτός, οὐδὲ γὰρ δικέφαλον (σ. ημ.: ή πολυκέφαλο) τὸ τοῦ Χριστοῦ σῶμα»[15]. Και από ομιλία του: «Ἄνθρωπε, κεφαλὴ μόνη τῆς ἐκκλησίας εἶναι ὁ Χριστός, μὴ τοῦ ἀρπάξῃς τὴν τιμήν, μὴ συγχύσῃς τὸ πάνˑ ὡς εἶναι τέρας τὸ σῶμα ἀκέφαλον, ἔτζι εἶναι τέρας τὸ σῶμα καὶ πολυκέφαλονˑ καὶ λοιπὸν ἂν τὸ σῶμα ἡ καθολικὴ ἐκκλησία ἔχει κεφαλὴν τὸν Χριστόν, κεφαλὴν καθολικὴν διὰ νὰ μὴν εἶναι τέρας ἀκέφαλον, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχῃ ἄλλην καθολικὴν κεφαλὴν διὰ νὰ μὴν εἶναι τέρας πολυκέφαλον»[16]. Και από το έργο του «Διάλογος Ὀρθόδοξος Χριστιανός»: «Ξένος: Καὶ λοιπὸν τέρας ἡ ἐκκλησία τοσαύτας ὡς ὁρῶμεν κεκτημένα κεφαλάς; Παῖς: Αἱ καθ᾿ ἕκαστον ἐκκλησίαι, καὶ αἱ τῶν ἐκκλησιῶν κεφαλαὶ εἰς μία ὁλομέλιαν (sic) συντρέχουσαι τῆς καθολικῆς ἐκκλησίας ἁπαξάπασαι ἓν ἀποτελοῦσι σῶμα, οὕ κεφαλὴ μόνος ὁ Χριστός! Οὐ τοίνυν τέρας ἡ ἐκκλησία ἡ καθολικὴ μίαν ἔχουσα Κεφαλὴν καθολικὴν τὸν Χριστόν. Αἱ γὰρ μερικαὶ κεφαλαὶ τῆς καθολικῆς τὸν λόγον οὐ παραλυποῦσιν, ἀλλ᾿ ἀναπληροῦσιν ἐν τοῖς καθ᾿ ἕκαστονˑ καθάπερ οὐδὲ αἱ ἐκκλησίαι αἱ μερικαὶ τῆς μιᾶς ἐκκλησίας τὸν λόγον παραλυποῦσι τῆς καθολικῆς»[17].
β) Και οι δύο κύριοι μαθητές του Αγίου Μελετίου του Πηγά, συνέχισαν την ανάπτυξη της ορθοδόξου διδασκαλία περί του θέματος ως εξής. Ο μεν μάρτυρας Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Κύριλλος Λούκαρις εκφώνησε το «ανάθεμα» σε όποιον «λέγει πῶς ὁ πάπας τῆς Ῥώμης εἶναι κεφαλὴ τῆς Ἐκκλησίας καὶ ὄχι ὁ Χριστός»[18], ο δε Μάξιμος ο Πελοποννήσιος έγραψε το περισπούδαστο «Ἐγχειρίδιον κατὰ τοῦ σχίσματος τῶν παπιστῶν», στο οποίο διαβάζουμε τα εξής σημαντικά για τους Αποστόλους: «Καὶ εἶναι ὅλοι κεφαλαὶ, ὅλοι διδάσκαλοι, ὅλοι ποιμένες οἰκουμενικοὶ τῆς ἐκκλησίας, καὶ αὐτοὶ ἔχουν καθολικὴν κεφαλὴν τὸν Χριστόν, εἰς τὸν Ὁποῖον εἶναι θεμελιωμένοι καὶ αὐτοί, μὲ ὅλην τὴν ἐκκλησίαν, ὅλοι εἶναι διάκονοι καὶ κήρυκες τοῦ εὐαγγελίου τοῦ Χριστοῦ, εἰς τὸ ὁποῖον φέρνουν καὶ τοὺς ἄλλους πιστούς»[19]. Στο έργο αυτό μάλιστα αφιέρωσε ολόκληρο κεφάλαιο (το κβ΄) για το θέμα, με τίτλο «Ὅτι καὶ τὰ ὁρατὰ μέλη τῆς Ἐκκλησίας, δὲν ἔχουν ὁρατὴν κεφαλήν, παρὰ μόνον τὸν Χριστόν, καὶ κατὰ ποῖον τρόπον λέγονται κεφαλαὶ τῆς Ἐκκλησίας οἱ Ἀπόστολοι, καὶ οἱ Ἐπίσκοποι». Σε αυτό γράφει τα εξής σημαντικότατα: «Ἀν καὶ κεφαλαῖς εἶναι, ἀλλὰ δὲν εἶναι τοιαύτες κεφαλαῖς, ὁποῦ νὰ δίδουν ἀπὸ λόγου τους εἰς τὰ μέλη ζωήν. Διότι τοῦτο μόνον ὁ Χριστὸς τὸ κάμνει, ὡς ἂν ὅπου εἶναι αὐτοζωή, καὶ δωτὴρ τῆς ζωῆς. Δι᾿ ἄλλο δὲν λέγονται αὐτοὶ κεφαλαῖς, παρὰ μόνον διατὶ διδάσκουν τὸν λοιπὸν λαόν, τὰ μέλη τοῦ Χριστοῦ, τὸ εὐαγγέλιον ὁποῦ ἐπαράλαβαν ἀπὸ τὸν καλὸν ποιμένα τὸν Χριστόν, καὶ διατὶ εἶναι ὡς ἑξουσιασταὶ ἀπάνω εἰς τὰ μέλη, τὸν λοιπὸν λαόν, νὰ τὰ ὀδηγοῦν εἰς τὴν διδαχὴν τοῦ Χριστοῦ. Καὶ οὐδὲ ἔχουν ἐξουσίαν νὰ διδάσκουν ἄλλην διδαχὴν, ἢ νόμον, παρὰ μόνον τὴν διδαχὴν καὶ τοὺς νόμους τοὺς εὐαγγελικούς. Καὶ διὰ νὰ κάμνουν αὐτὸ τὸ ἔργον, λέγονται κεφαλαῖς. Καὶ ἕως τότε τὸ ἔχουν καὶ αὐτὸ τὸ ἀξίωμα, ἕως ὁποῦ νὰ κάμνουν καὶ τὸ ἔργον αὐτὸ τῆς διδαχῆς τοῦ εὐαγγελίου, ἀνοθεύτως, χωρὶς προσθήκην, ἢ ἀφαίρεσιν, καὶ ἕως ὁποῦ εἶναι καὶ αὐτοὶ ὑποκάτω εἰς τὴν καθολικὴν, τὸν Χριστόν, κεφαλήν, καὶ διδάσκουνται ἀπ᾿ Αὐτόν, ὡς πρόβατα λογικά, καὶ πείθουνται εἰς τοὺς νόμους Του, καὶ τὴν διδαχήν Του, ὁποῦ εἶναι τὸ ἱερὸν εὐαγγέλιον. Ἕως νὰ οἰκονομοῦν τοὺς ὑποκάτω τους, καὶ νὰ ποιμαίνουν τὰ πρόβατα ὁποῦ ἐπροστάχθηκαν νὰ ποιμαίνουν καὶ νὰ βόσκουν εἰς τόπον χλόης, ἤγουν εἰς τοὺς χλοεροὺς καὶ ζώντας λόγους τῆς θείας γραφῆς, καὶ ἐπὶ ὕδατος ἀναπαύσεως, ἤγουν εἰς τὴν πνευματικὴν ὁδηγίαν, καὶ νὰ τοὺς ἀναφέρνουν πρὸς τὴν καθολικὴν τῆς καθολικῆς ἐκκλησίας κεφαλὴν τὸν Χριστόν, εἰς τὸν Ὁποῖον εἶναι καὶ αὐτοί, ἂν ὀρθοδοξοῦν, θεμελιωμένοι. Καὶ ὅποιος εἶναι χωρισμένος ἀπ᾿ Αὐτόν, καὶ αὐτοὶ οἱ ποιμένες, καὶ οἱ Ἀπόστολοι ἀκόμι (sic), δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ζῇ. Λέγουνται λοιπὸν καὶ αὐτοὶ κεφαλαῖς, ἀλλὰ μερικαῖς, καὶ ὄχι καθόλου»[20].
γ) Το ίδιο αναλυτικά παρουσιάζεται το σημαντικό αυτό εκκλησιολογικό θέμα και στο συγκλονιστικό, και λίαν επίκαιρο, αντιρρητικό φυλλάδιο «Ἡ Ὀρθοδοξία ἐλέγχουσα τὸν παπικὸν κατολικισμὸν καὶ τοὺς Ἰησουΐτας», που συντάχθηκε την Κυριακή της Ορθοδοξίας του 1862 (7 Μαρτίου κατά το Ιουλιανό ημερολόγιο) - και εκδόθηκε ταυτόχρονα σε Κωνσταντινούπολη, Αθήνα και Κεφαλονιά – από τον πολύσοφο Μητροπολίτη Σταυρουπόλεως Κωνσταντίνο Τυπάλδο-Ιακωβάτο, μέγα θεολόγο της εποχής, ο οποίος διετέλεσε και πρώτος Σχολάρχης της Θεολογικής Σχολής της Χάλκης. Ας διδαχθούν από αυτόν οι επίγονοί του που πρωτοστατούν σήμερα στην θεμελίωση της «Νέας Εκκλησιολογίας»: «Ἡ Ὀρθοδοξία εἶναι ἔκφρασις ὑψηλοτέρου καὶ πνευματικοῦ πρωτοτύπου δημοκρατίας, τῆς ὁποίας νόμοι εἶναι τὸ Εὐαγγέλιον, ἐκπληρωτικὴ έξουσία ὁ κλῆρος, κεφαλὴ δὲ καὶ κυβερνῶσα ἐξουσία αὐτὸς ὁ Χριστός… Μέλη τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ εἴμεθα ὅλοι ἡμεῖςˑὁ κλῆρος ἡμῶν φέρει τὸν Σταυρὸν καὶ τὸ φορτίον του μετὰ πρᾴου καὶ ἡσύχου πνεύματοςˑ καὶ Πατριάρχαι, καὶ Μητροπολῖται, καὶ Ἀρχιεπίσκοποι, καὶ Ἐπίσκοποι, καὶ πρεσβυτέριον ἱερὸν, καὶ αὐτοὶ οἱ διάκονοι, καὶ ὁ λαός, ἐνώπιον τοῦ νόμου τοῦ Χριστοῦ εἰσὶν ἴσοι. Μία μόνον ἀνισότης πραγματικῶς ὑπάρχει μεταξὺ κλῆρου καὶ λαοῦˑ ὅσῳ ἀνώτερον εἶναι τὸ ἱεραρχικὸν ἀξίωμα, τόσῳ μεγαλητέρα εἶναι καὶ ἡ εὐθύνηˑ καὶ ὅλη αὕτη ἡ ταξιαρχία εἶναι ἐκπληρωτική, διδακτικὴ καὶ κυβερνητικήˑ ὅλων δὲ κεφαλή, κλῆρου καὶ λαοῦ, εἶναι ὁ Χριστός, καὶ οὐδεὶς ἐξ αὐτῶν, οὔτε κατ᾿ ἰδίαν, οὔτε ἐν Συνόδῳ, τολμᾷ νὰ ἐγγίσῃ τὰ δόγματα, τὰ ὁποῖα ἐσύστησεν αὐτὸς ὁ Χριστὸς ἐν τῷ Εὐαγγελίῳ, οὔτε ἐφευρίσκει δόγματα οὐδέποτε ὑπάρξαντα ἐν τῷ Εὐαγγελίῳ… Ἐκκλησία δὲν εἶναι προσέτι μήτε ὁ κλῆρος, μήτε ὁ Πάπας, μήτε τάξις τις, μήτε βασιλεία»[21].
δ) Να μη λησμονήσουμε και την απόφαση της εν Κωνσταντινουπόλει Συνόδου του 1727: «Οὐδεμίαν ἄλλην ἥντιναοῦν κεφαλὴν ἀποδέχεσθαι ἐν αὐτῇ τῇ ἀποστολικῇ Ἐκκλησίᾳ, εἰμὴ τὸν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστὸν μόνον»[22].
ε) Ο δε Άγιος Νεκτάριος στο έργο του επισημαίνει: «Ἡ ἑνότης τῆς Ἐκκλησίας οὐχὶ ἐν τῷ ἑνιαίῳ προσώπῳ ἑνὸς τῶνποστόλων θεμελιοῦται καὶδράζεται, ἀλλ᾿ ἐν τῷ προσώπῳ τοῦ Σωτῆροςμῶνησοῦ Χριστοῦ, ὅςστιν κεφαλὴ τῆς ’Ἐκκλησίας, ἐν ἑνὶ πνεύματι, ἐν τῇ μιᾷ, πίστει, ἐλπίδι, ἀγάπῃ καὶ λατρείᾳ»[23].
Εξ όσων αναφέρθηκαν καθίσταται φανερό ότι, οι επιμέρους κεφαλές, οι Επίσκοποι, δεν μπορούν να υπάρχουν άνευ του Χριστού, δηλαδή άνευ της Ορθοδόξου Ομολογίας. Γι’ αυτό και ο Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής αποκαλεί «Καθολικὴν Ἐκκλησίαν τὴν ὀρθὴν καὶ σωτήριον τῆς εἰς Aὐτὸν (σ. ημ. τον Χριστόν) πίστεως ὁμολογίαν»[24]. Όποιοι δεν έχουν την Ορθόδοξη Ομολογία, «κἄν τε Πάπαι, κἄν τε Πατριάρχαι, κἄν τε Κληρικοί, κἄν τε Λαϊκοὶ ἔτυχον εἶναι, κἂν ἄγγελος ἐξ οὐρανοῦ»[25] δεν είναι συνδεδεμένοι με τον Χριστό και επομένως όχι μόνο κεφαλές (μερικές), αλλά ούτε καν μέλη υγιή του Σώματος δεν μπορούν να λέγονται, αλλά αντιθέτως οι Άγιοι προτρέπουν «ὡς μέλη σεσηπότα καὶ ἄχρηστα τῆς ποίμνης Χριστοῦ ἀποτεμνέσθωσαν μή ποτε καὶ τὰ ὑγιαίνοντα, καὶ περὶ τὴν καλὴν ὁμολογίαν ἐῤῥωμένως ἱστάμενα, τῇ ψυχοφθόρῳ νόσῳ διαλυμήναιντο»[26].
Πως λοιπόν ο Σ. διδάσκει ότι αποτειχιζόμενος κανείς από τους Επισκόπους τίθεται τάχα «εκτός Εκκλησία», χωρίς καν να εξεταστεί το αν οι Επίσκοποι αυτοί είναι Ορθόδοξοι ή όχι; Ο Ιωσήφ Καλόθετος, συναγωνιστής του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, αναφερόμενος στον Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Ιωάννη Καλέκα, ο οποίος τους είχε αφορίσει, γράφει: «Λέγει γοῦν ὁ χρηστὸς ποιμὴν οὗτος, ὅτι ἀποβλήτους ἡμᾶς πεποίηκεν ἑαυτῆς ἡ ἐκκλησία, ὡς μὴ θελήσαντας δοῦναι ὁμολογίαν ἔγγραφον. Ποίαν ἐκκλησίαν φάσκει ἀποβλήτους ἡμᾶς πεποιηκέναι; Τὴν τῶν ἀποστόλων; Καὶ μὴν παντάπασιν ἡμεῖς ἐκείνη σύμφωνοι καὶ σπουδασταὶ καὶ ὑπὲρ ἐκείνης πάντα παθεῖν εἱλόμεθα…  Ὥστ’ οὐχὶ ἐκείνην φάσκει ἀποβεβληκέναι ἡμᾶς – πῶς γάρ;–  ἀλλ’ ἣν αὐτὸς ὑπεστήσατο νεοφανῆ ἐκκλησίαν καὶ νεοφανῆ δόγματα …Πόθεν σὺ ἐκκλησία εὐσεβῶν;  Ἀπὸ τοῦ λόγου; Ἀπὸ τοῦ τρόπου; Ἀπὸ τῶν πράξεων; Ἀπὸ τῶν ὑγιῶν δογμάτων; Ἐργαστήριο τοίνυν γενόμενος παντὸς ψεύδους, πάσης διαβολῆς, παντὸς οὑτινοσοῦν φαύλου, παντὸς στασιαστικοῦ φρονήματος, πάσης ἀδικίας, πλεονεξίας, ἱεροσυλίας, ἁρπαγῆς, καπηλείας, εἶτα καὶ ἐκκλησίαν σεαυτόν - ὢ τοῦ θράσους! - χειροτονεῖς, οὐκ εἰδὼς ὅτι καὶ Νεστόριος καὶ Μακεδόνιος τάχ’ ἂν τοῦτ’ ἰσχυρίσαιντο, ὃ καὶ αὐτὸς ἰσχυρίζεσαι. Ἔσχον γὰρ καὶ αὐτοὶ τὴν αὐτὴν αὐτῷ σοι καθέδραν.  Πόθεν σὺ ἐκκλησία; Ἀπὸ τοῦ δωροδοκεῖν; Ἀπὸ τοῦ ἐξαργυρίζειν τὰς δίκας; Ἀπὸ τοῦ μὴ διαστέλλειν ἀναμέσον βεβήλων καὶ ἁγίων; Ἀπὸ τοὺς ἀνεῖσθαι τὸ ἱερὸν πᾶσιν ἀνάγνοις καὶ βεβήλοις; Ἀπὸ τοῦ ἀναπεῖσαι τοὺς ἀνθρώπους ὁμογνίου αἱματος ἐμπίπλασθαι; Ἀπὸ τοῦ πιπράσκειν τὴν χάριν τοῦ πνεύματος; Ἀπὸ τοῦ πληρῶσαι τὴν ἐκκλησίαν πάσης αἱρέσεως – εἴμι δ᾿ ἐπ᾿ αὐτὸν τὸν κολοφῶνα τῶν κακῶν - ἢ ἀπὸ τοῦ ἐξαργυρίσαι τὴν σὴν εὐσέβειαν καὶ τῶν ἐπισκόπων σου καὶ τῶν συνεπομένων σοι, οὕς ἐκκλησίαν αὐχεῖς; Τοιαύτη μὲν ἡ κατὰ σὲ ἐκκλησία, ἣν πρῴην ὀλίγου ἀποστατήσας τῆς ἡμετέρας, ὑπεστήσω.  Ἡ δ’ ἡμετέρα ἐκκλησία, ἄνωθεν, ἁγνή, καθαρά, εἰρηνική, ἀπεχομένη  παντός οὑτινοσοῦν φαύλου καὶ πονηροῦ καὶ πάσης ἡστινοσοῦν κακίας ἐλευθέρα καὶ ἀνεπίμικτος παντὸς ρύπου καὶ σπίλου, πρεσβεύουσα τὰ ὑγιᾶ καὶ καθαρὰ καὶ ἀπειλικρινημένα δόγματα τῶν θεοφόρων ἀνδρῶν. Κεφαλὴ δὲ τῆς ἐκκλησίας ὁ Κύριος ἡμῶν, μέλη δὲ καὶ μέρη τοῖς τοιαύτης ἐκκλησίας τὸ σύστημα καὶ σύνταγμα τῶν εὐσεβῶν, οἵ καὶ ἀναλόγως ἔχουσι καθάρσεως πρὸς τὴν ἑαυτῶν κεφαλήν, οὐχ ὁ δεῖναι οὕτως ἀνάγνως ἔχων καὶ μεμιασμένος»[27]. Ο ίδιος ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, το Καύχημα της Εκκλησίας των Ορθοδόξων, διδάσκει πως «οἱ τῆς τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας τῆς ἀληθείας εἰσί· καὶ οἱ μὴ τῆς ἀληθείας ὄντες οὐδὲ τῆς τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας εἰσί, καὶ τοσοῦτο μᾶλλον, ὅσον ἂν καὶ σφῶν αὐτῶν καταψεύδοιντο, ποιμένας καὶ ἀρχιποιμένας ἱεροὺς ἑαυτοὺς καλούντες καὶ ὑπ' ἀλλήλων καλούμενοι· μηδὲ γὰρ προσώποις τὸν χριστιανισμόν, ἀλλ᾿ ἀληθεία καὶ ἀκριβείᾳ πίστεως χαρακτηρίζεσθαι μεμυήμεθα»[28]. Οι Νεοεκκλησιολόγοι όμως διδάσκουν τα αντίθετα και είναι σαν να μας λένε: «οἱ τῆς τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας τῶν Ἐπισκόπων εἰσί· καὶ οἱ μὴ τῶν Ἐπισκόπων ὄντες οὐδὲ τῆς τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας εἰσί, καὶ τοσοῦτο μᾶλλον, ὅσον ἂν καὶ σφῶν αὐτῶν καταψεύδοιντο, ὀρθοδόξους καὶ ὁμολογητὰς ἱεροὺς ἑαυτοὺς καλούντες καὶ ὑπ' ἀλλήλων καλούμενοι· μηδὲ γὰρ ἀληθεία καὶ ἀκριβείᾳ πίστεως τὸν χριστιανισμόν, ἀλλὰ προσώποις χαρακτηρίζεσθαι μεμυήμεθα»!
 Απορεί λοιπόν ο Σ. με το να θεωρούνται «οἱ συγκροτήσαντες τὴν Ἁγία καὶ Μεγάλη Σύνοδο τῆς Κρήτης ἐπίσκοποι αἱρετικοί». Είναι δηλαδή τόσο περίεργο να υπάρχουν Πατριάρχες και Αρχιεπίσκοποι και Μητροπολίτες αιρετικοί; Ή μήπως είναι πρωτοφανές μία «Αγία και Μεγάλη Σύνοδος» να είναι τωόντι Ψευδοσύνοδος. Ας ανοίξουμε ένα οποιοδήποτε εγχειρίδιο εκκλησιαστικής ιστορίας και θα δούμε πως έχουν τα πράγματα. Ενδεικτικά, ας δει κανείς τους Πατριάρχες Κωνσταντινουπόλεως, από το έτος 306  (Μητροφάνης ο Α΄) έως το 806 (Ταράσιος). Στην διάρκεια αυτών των πεντακοσίων χρόνων υπήρξαν 53 πατριάρχες, εκ των οποίων Ορθόδοξοι ήταν οι 37 (ποσοστό 69%) και αιρετικοί οι 16 (ποσοστό 31%). Δηλαδή, σχεδόν το ένα τρίτο των πατριαρχών που ανέβηκαν στον θρόνο της Κωνσταντινουπόλεως, εκείνα τα χρόνια, υπήρξαν αιρετικοί! Ας δει κανείς και «Αγίες» και «Μεγάλες» και «Οικουμενικές» Συνόδους (όπως θεωρήθηκαν στην εποχή τους), σαν την Σύνοδο της Εφέσου (449) και την «Ζ΄ Οικουμενική» Σύνοδο της Ιέρειας (754) - στην οποία παρακάθισαν 348 επίσκοποι! -, οι οποίες απορρίφτηκαν, ήδη από την εποχή τους, ως Ψευδοσύνοδοι.
(ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ)

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΤΕΛΟΥΣ

[2] Δημητρίου Τσελεγγίδου (Καθηγητού Πανεπιστημίου), Η Συνοδικότητα, ως αγιοπνευματικός τρόπος οριοθετήσεως της Πίστεως και της Ζωής της Εκκλησίας και οι Θεολογικές προϋποθέσεις της (http://www.impantokratoros.gr/B621D61D.el.aspx).
[3] Παρόμοιες απόψεις έχουν εκφράσει κατά καιρούς πάρα πολλοί Επίσκοποι, όπως ο Κυδωνίας και Αποκορώνου Δαμασκηνός, ο οποίος δήλωσε πως: «όποιος απομακρυνθεί από τον επίσκοπο, θέτει αυτομάτως τον εαυτό του και εκτός Εκκλησίας» (https://www.pemptousia.gr/2015/07/o-rolos-tou-pimenarchi-stin-ekklisia/). Να σημειωθεί δε πως το, αγαπημένο των σημερινών Επισκόπων και κατά κόρον χρησιμοποιούμενο, ρητό "όπου επίσκοπος εκεί και η εκκλησία" δεν έχει έτσι ακριβώς. Το αυθεντικό κείμενο του Αγίου Ιγνατίου (ο οποίος μας λέει πρώτα πως ακριβώς πρέπει να είναι ο επίσκοπος ώστε να μιλήσει έπειτα για την υπακοή και την τιμή σε αυτόν) έχει ως εξής: "Οπου ἄν φανῆ ὁ ἐπίσκοπος, ἐκεῖ τό πλῆθος ἔστω· ὥσπερ ὅπου ἄν ἦ Χριστός ᾿Ιησοῦς, ἐκεῖ ἡ καθολική ἐκκλησία". Το ρητό αυτό το χρησιμοποιεί (P.G. 96, 521) και ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός στα Ιερά Παράλληλα σε κεφάλαιο με τίτλο "Περί επισκόπων χρηστών και φυλασσόντων εντολάς του Θεού" (δεν αφορά δηλαδή απροϋπόθετα κάθε επίσκοπο).
[4] «Ἐκκλησίας ἀπάσης, οἱ Ἰταλοὶ ἔστησαν, μίαν κεφαλὴν τερατώδη, τὸν σφῶν ἐπίσκοπων» κατά τον Ματθαίο Μυρέων (στο Μανουήλ Γεδεών, Μνημεία μεσαιωνικής ελληνικής ποιήσεως, Αθήνα, 1878, σελ. 26).
[5] Τις θέσεις του έχει αναιρέσει ο αείμνηστος Καθηγητής Ιωάννης Κορναράκης με το περισπούδαστο άρθρο του «Ο επίσκοπος ως προεστώς της Θείας Ευχαριστίας» (http://krufo-sxoleio.blogspot.gr/2013/07/blog-post_7608.html).
[6] Ι. Χρυσοστόμου, P.G. 61, 527.
[7] Κωνσταντίνου Οικονόμου του εξ Οικονόμων, Περί των τριών ιερατικών της Εκκλησίας βαθμών, Ναύπλιο, 1835, σελ. 303.
[8] Αγίου Νεκταρίου Πενταπόλεως, Μάθημα Ποιμαντικής, Αθήνα, 1898, σελ. 69.
[9] Γεωργίου Καψάνη (+Αρχιμανδρίτου), Η Ποιμαντική Διακονία κατά τους Ιερούς Κανόνας (http://users.uoa.gr/~nektar/orthodoxy/tributes/gewrgios_grhgoriaths/pneymatikh_diakonia_kanones.htm).
[10] P.G. 52, 784.
[11] Πρβλ. Ματθ. κα΄, 21-33.
[12] P.G. 3, 564.
[13] Δοσιθέου Ιεροσολύμων, Τόμος Χαράς, Ριμνίκ, 1705, σελ. 569.
[14] Αυτόθι, σελ. 577.
[15] Μεθοδίου Φούγια, Επιστολαί Μελετίου Πηγά, Εκκλησιαστικός Φάρος ΝΖ΄ (1975), σελ. 638.
[16] Κωνσταντίνου Σάθα, Νεοελληνικής φιλολογίας παράρτημα, Αθήνα, 1870, σελ. 38-39.
[17] Μελετίου Πηγά, Διάλογος ορθόδοξος χριστιανός (Harley MS 5643, f.309v).
[18] Δοσιθέου Ιεροσολύμων, Τόμος Αγάπης, Ιάσιο, 1698, σελ. 553.
[19] Μαξίμου Πελοποννησίου, Εγχειρίδιον κατά του σχίσματος των παπιστών, Βουκουρέστι, 1690, σελ. 36-37.
[20] Αυτόθι, σελ. 79.
[21] Η Ορθοδοξία ελέγχουσα τον παπικόν κατολικισμόν και τους Ιησουΐτας, Κωνσταντινούπολη, 1862, σελ. 12-14.
[22] Ιωάννου Καρμίρη, Τα Δογματικά και Συμβολικά Μνημεία, τόμ. ΙΙ, έκδ. β΄, Graz -  Austria, 1968, σελ. 867.
[23] Αγίου Νεκταρίου Πενταπόλεως, Μελέτη ιστορική περί των αιτιών του Σχίσματος, Αθήνα, 1911, σελ. 69.
[24] P.G. 90, 132.
[25] Συνοδική Επιστολή των Ορθοδόξων Πατριαρχών (1848) στο Mansi [Sacrorum conciliorum] 40, 411.
[26] Αγίου Νικηφόρου του Ομολογητού, P.G. 100, 612.
[27] Δημητρίου Τσάμη, Ιωσὴφ Καλοθέτου συγγράμματα, Θεσσαλονίκη, 1980, σελ. 294 -296.
[28] Ε.Π.Ε., τόμ. γ΄, σελ. 608.

Πέμπτη, 14 Σεπτεμβρίου 2017

ΔΕΛΤΙΟΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗΣ ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑΣ

ΜΗΝΙΑΙΑ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ
Όσοι επιθυμείτε να λαμβάνετε τα τεύχη δωρεάν στο email σας, ενημερώστε μας με μήνυμα στο: krufosxoleio@yahoo.gr

Ζωοφιλία, μία ασθένεια της εποχής μας

Μανώλης Γ. Βαρδής

Γιατί είναι η ζωοφιλία ασθένεια της εποχής μας; Καλά, μη σοκάρεστε! Μία βόλτα να κάνει κανείς τα πρωινά και τα απογεύματα στις γειτονιές της πόλης θα συναντήσει πιο πολλούς σκύλους παρά ανθρώπους. Και σκύλους όχι αδέσποτους, αλλά με τα αφεντικά τους. Και αφεντικά όχι τίποτα γριούλες ή "γεροντοκόρες", αλλά φοιτητές, φοιτήτριες, Under 40.
Εάν δε ακούσει τις σκυλο-κουβέντες των αφεντικών, πήζει από "αγάπη μου", "κοπέλα μου", "χρυσάφι μου", και άλλες ανατριχιαστικές λεπτομέρειες της καθημερινότητας των "παιδιών- σκυλιών" τους. Σε μία κοινωνία σε κρίση και παρακμή το οξύμωρο του να αυγατίζουν τα διάφορα pet shops, δεν είναι καθόλου οξύμωρο. Και δείχνει αυτό το ταπεινό, καθημερινό γεγονός μία απάντηση για το πρόβλημά μας σήμερα, ως κοινωνία. Γιατί εκεί είναι η ασθένεια, και όχι στα συμπαθητικά τετράποδα. Μάλιστα, η ασθένεια έχει και επιθετική διάσταση, καθώς όλοι γνωρίζουν ότι και σε επίπεδο δημόσιου λόγου (αλλά πλέον και νομικό) οι προσβολές και οι κακομεταχειρίσεις των ζώων αποκτούν βαρύτητα και σημασία πολλές φορές μεγαλύτερη της αντίστοιχης των ανθρώπων.
 
Διάφορες φιλοζωικές ομάδες- εν είδει λαϊκών πολιτοφυλακών- καραδοκούν παντού για να ελέγξουν, καταγγείλουν, καταδικάσουν, μηνύσουν. Πολλές φορές με θύματα αθώους ανθρώπους. Φυσικά, είναι δείγμα αξιακής αλλοίωσης. Από τα ζώα σαν περιουσιακό στοιχείο, βοηθούς- εργάτες, των παραδοσιακών αγροτικών-ποιμενικών κοινωνιών, περνούμε στη φάση της αστικοποίησης όπου τα ζώα είναι οικιακοί φίλοι και συνεργάτες της πυρηνικής οικογένειας. Δεν είμαστε καν εκεί. Στην τωρινή μας κατάσταση τα οικιακά ζώα έχουν γίνει αντικείμενα πόθου και συναισθηματικής εξάρτησης. Παρέχουν λόγο ύπαρξης σε ανθρώπινες ψυχές που δεν έχουν και πολλούς λόγους για να ζουν. Είναι "πεδία" εύκολου και ανώδυνου συναισθηματισμού- σε αντίθεση με τα παιδιά- καθώς ούτε τα έξοδα των παιδιών έχουν, ούτε προκαλούν τα συναισθηματικά ρίσκα και τις ταλαιπωρίες της ανατροφής παιδιών. Η κοινωνία μας είναι κοινωνία του εύκολου συναισθηματισμού. Βλέπουμε την αντίστιξη στους διαφόρων λογιών ανώμαλους και κακόψυχους, που διαβλέποντας την τάση, προβαίνουν σε πράξεις βασανιστηρίων ή σεξουαλικών συνευρέσεων με τα ζώα, διότι η κάθε εποχή έχει τα εγκλήματα που της αναλογούν.
Κάναμε λόγο για αστικοποίηση, συναισθηματικές επενδύσεις, εύκολο και ανώδυνο συναισθηματισμό. Υπάρχει όμως και μία ακόμη αντεστραμμένη όψη που συνηγορεί, κατά παράδοξο τρόπο, στα παραπάνω. Στις παλαιότερες κοινωνίες ήταν πάντα ανεκτή μία ανθρώπινη απειλή προς τα ζώα όταν διακυβεύονταν ζητήματα πείνας και μετεγκατάστασης της οικογένειας, στην εποχή μας που οι «δυτικές» κοινωνίες δεν κατατρύχονται από αυτά τα θέματα, οι απειλές προς τα ζώα εμφανίζονται ως «χωρίς λόγο», αναίτιες και απροϋπόθετες, κατά συνέπεια απόλυτα κατακριτέες.
Με άλλα λόγια, εφόσον δεν πεινάμε πια (για να έχουμε το άλλοθι του κυνηγιού και της σφαγής του ζώου) και εφόσον δεν αγγίζει την ηθική μας συνείδηση η (πραγματική) κακομεταχείριση των σταβλισμένων, ακίνητων ζώων σε φάρμες- εργοστάσια που συναντούν τον θάνατο με βιομηχανικό τρόπο, οξύνονται τα καθημερινά ηθικά μας ανακλαστικά απέναντι στο προφανές ότι το ζώο δεν είναι άνθρωπος. Διότι ο πολιτισμός της μεταμοντερνικότητας είναι ο πολιτισμός της απόλυτα προσωπικής ηθικής, που εφαρμόζεται επιλεκτικά.
Αυτό το ηθικό - αξιολογικό υπόβαθρο είναι ο δημιουργός του προβλήματος της σχέσης ανθρώπου-ζώου, και είναι αυτό που διαιωνίζει μία απέραντη υποκρισία.

Παναιρετική ἡ «Σύνοδος τῆς Κρήτης».’Αρχ. Σάββας Ἁγιορείτης

Τετάρτη, 13 Σεπτεμβρίου 2017

ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ ΒΑΡΘΟΛΟΜΑΙΟΣ: ΤΩΡΑ ΚΑΙ ΣΕ ΚΡΑΣΙ!


Μετά το ''Οικουμενικό νερό'' των Οικουμενιστών που παρουσιάστηκε στις 24 Απριλίου 2017 στην έδρα του Π.Σ.Ε. στην Γενεύη, τώρα προσφέρεται στην Μπολόνια, με την άφιξη του Οικουμενιστή Πατριάρχη Βαρθολομαίου και εκλεκτός οίνος ποικιλιών Merlot και Καμπερνέ σοβινιόν με το όνομα ''Βαρθολομαίος!'' Η ιδέα της παραγωγής και εμφιάλωσης αυτού του πρωτότυπου, εκλεκτού και ερυθρόπυκνου κρασιού ανήκει στον παπικό ''ιερέα'' Stefano Ottani ΕΔΩ! της ''ενορίας των αγίων Βαρθολομαίου και Γκαετάνο'' στην ομώνυμη πόλη της Ιταλίας. Το γεγονός αυτό αποτελεί είδηση; Βεβαίως. Δείχνει οφθαλμοφάνερα τα κοσμικογενή και ποταπά ελατήρια αυτής της οικουμενιστικής, Χριστοαναιρετικής φατρίας, που εκτός του ότι ''αποκαθήλωσαν'' τον Χριστό από τον θρόνο του, τον μετέτρεψαν σε ένα μειγματογενές, θεολογίστικο ''αμάγαλμα'', με πεφυσιωμένες, υπερφίαλες και αλαζονικές θεωρίες. Δείχνει ακόμα την αειφανή αιρετικοφροσύνη των λατίνων και την εδραιωμένη αυτή προτεσταντική νοοτροπία τους να προσφέρουν δώρα κοσμικά προκειμένου να υποδεχθούν έναν εφάμιλλο κοσμικό ηγέτη ωσάν τον ποντίφηκά τους. Είναι οι ίδιοι διαχρονικοί και απαράλαχτοι δεσμώτες στο άρμα των αιρέσεων, για τους οποίους ο ίδιος ο Χριστός μας μίλησε: ''πᾶσα φυτεία ἣν οὐκ ἐφύτευσεν ὁ πατήρ μου ὁ οὐράνιος ἐκριζωθήσεται. (Ματθ. 15,13). Και ''ἄφετε αὐτούς· ὁδηγοί εἰσι τυφλοὶ τυφλῶν· τυφλὸς δὲ τυφλὸν ἐὰν ὁδηγῇ, ἀμφότεροι εἰς βόθυνον πεσοῦνται. (Ματθ. 15,14). Η ανακοίνωση της εμφιάλωσης και της προσφοράς του κρασιού ''Βαρθολομαίος'' από τον ρωμαιοκαθολικό ''ιερέα'' είναι το ακόλουθο σε μετάφραση ημετέρα: ''Το νέο (εκκλησιαστικό) έτος της ενορίας μας που πρόκειται να ξεκινήσει σε λίγο είναι πολύ πλούσιο σε γεγονότα, που ανοίγουν καινούριες προοπτικές ελπίδας. Σε περισσότερο από δύο εβδομάδες θα παρευρεθούν στην Μπολόνια, ο Πατριάρχης Βαρθολομαίος και ο Πάπας Φραγκίσκος. Είναι οι δύο μεγάλες αναφορές στην Ορθόδοξη και την Καθολική Εκκλησία και οι δύο ακούραστοι υποστηρικτές της ενότητας και της ειρήνης. Ο Βαρθολομαίος είναι Αρχιεπίσκοπος της Κωνσταντινούπολης, που ονομάζεται "Νέα Ρώμη," επειδή ήταν η πρωτεύουσα της αυτοκρατορίας μετά την πτώση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας της Δύσης. Υπάρχουν τα πρώτα οικουμενικά συμβούλια, μια έκφραση κοινής πίστης της ενοποιημένης Εκκλησίας. Σύμφωνα με την παράδοση, η Κωνσταντινούπολη είχε ευαγγελιστεί από τον Απόστολο Αντρέα, αδερφό του Σίμωνα Πέτρου. Ο Φραγκίσκος είναι ο διάδοχος του Αποστόλου Πέτρου, Επίσκοπος της Ρώμης, ο οποίος προεδρεύει με φιλανθρωπία όλες τις Εκκλησίες. Οι δύο Εκκλησίες, ευαγγελισμένες από τους δύο αποστολικούς αδελφούς είναι επίσης αδελφές. Για να εκφράσουμε τη χαρά αυτών των συναντήσεων έχουμε ετοιμάσει ένα ειδικό κρασί, το οποίο βλέπετε εδώ. Ο Βαρθολομαίος και ο Φραγκίσκος μας υπενθυμίζουν, ότι οι Καθολικοί και οι Ορθόδοξοι είναι όλοι Χριστιανοί, πιστοί στον έναν Θεό Πατέρα και τον Υιό και το Άγιο Πνεύμα, που καλούνται να διακηρύξουν το ίδιο Ευαγγέλιο, ως υπέρβαση αυτής της νέας ανθρωπότητας''. Don Stefano Ottani Η ιδέα της εμφιάλωσης και προσφοράς του προσφερομένου αυτού οίνου προέκυψε από το εμφιαλωμένο ''οικουμενικό νερό'' ΕΔΩ! μια τόσο... προχωρημένη, καινοφανή και ''εκπληκτική'' πατέντα, που εντέλει απέκτησε και δεινούς καθόλα μιμητές. Και αυτό είναι πάντα το προφίλ των αιρετικών από καταβολής κόσμου, για τους οποίους ο Άγιος Ιγνάντιος ο Θεοφόρος, ο μεγάλος αυτός αποστολικός διδάσκαλος και ιερομάρτυρας έλεγε: ''Πας ο λέγων παρά τα διατεταγμένα, καν τε αξιόπιστος ή, καν νηστεύει, καν παρθενεύει, καν σημεία ποιεί, καν προφητεύει, λύκος σοι φαινέσθω εν προβάτω δορά, προβάτων φθορά κατεργαζόμενος''. Και ο Χριστός μας για να συμπληρώσει: ''Υποκριταί! καλώς προεφήτευσε περί υμών Ησαίας λέγων: μάτην δε σέβονταί με, διδάσκοντες διδασκαλίας εντάλματα ανθρώπων''. Εύχεσθε!


Γιώργος  Δ. Δημακόπουλος

Δημοσιογράφος

Τρίτη, 12 Σεπτεμβρίου 2017

ΕΠΑΝΕΚΔΟΣΗ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟΥ ''ΕΝ ΤΟΥΤΩ ΝΙΚΑ''

ΛΑΒΑΜΕ ΑΠΟ ΤΟ ΑΔΕΛΦΟ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ "ΕΝ ΤΟΥΤΩ ΝΙΚΑ" ΤΗΝ ΠΑΡΑΚΑΤΩ ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΟΥΜΕ.

Μετά από πολυχρόνια διακοπή της έντυπης εκδόσεως του περιοδικού, είμαστε σε θέση να σας ανακοινώσουμε την επανέκδοση αυτού σε νέα μορφή και επαυξημένη. 

Θα κυκλοφορεί και σε έντυπη αλλά και σε ηλεκτρονική έκδοση. Είμαστε πρόθυμοι να φιλοξενούμε στο περιοδικό μας αρθρογράφους oι οποίοι μπορούν να μας αποστέλλουν τα κείμενά τους προς δημοσίευση στο ηλεκτρονικό μας ταχυδρομείο το οποίο είναι: johncriket@gmail.com

Αυτονόητον είναι ότι το περιοδικό θα έχει ως πρωτεύων θεματολογία τα όσα αφορούν την αντίδραση - αντίσταση κατά της Παναιρέσεως του αιώνα μας η οποία ονομάζεται ''Οικουμενισμός'', αλλά και τις σχετικές πληροφορίες (ενημέρωση) για την ορθή αντιμετώπισή του, διότι κατά τον πολύ και σοφότατο Ιωσήφ Βρυέννιο:

«Οὐκ ἀρνησόμεθά Σε φίλη Ὀρθοδοξίαοὐ ψευσόμεθά Σεπατροπαράδοτον σέβαςοὐκ ἀφιστάμεθά Σου Μῆτερ εὐσέβεια
Ἐν Σοί ἐγεννήθημενἐν Σοί ζῶμενκαί ἐν Σοί  κοιμηθησόμεθα.  
Εἰδέ καλέση καιρός, μυριάκις ὑπέρ Σοῦ τεθνηξόμεθα». 




Πέμπτη, 7 Σεπτεμβρίου 2017

Ἡ στάση τῶν λαϊκῶν ἔναντι αἱρετιζόντων Ἐπισκόπων, κατά τήν ἀκαδημαϊκή θεολογία


Οἱ πρόσφατες ἐξελίξεις στήν κατά τήν οἰκουμένη Ἐκκλησίαἐξ αἰτίας τῆς κακοδόξουΣυνόδου τοῦ Κολυμπαρίου ὁποία ἐμπέδωσε τά δόγματα τῆς παναιρέσεως τοῦΟἰκουμενισμοῦἀναδεικνύουν καί πάλι τό θέμα τῆς συμμετοχῆς τῶν λαϊκῶν Χριστιανῶνστήν προάσπιση τῶν ὑγιῶν ἐκκλησιαστικῶν δογμάτωνΤό θέμα εἶναι βεβαίως εὐρύτατο, καί ἡ πλήρης ἀνάπτυξή του ἀπαιτεῖ λιπαρή γνώση τῆς Ἐκκλησιολογίας, τῆς Ἱστορίας τῶν Δογμάτων, τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Ἱστορίας ἐν γένει, καθώς καί τῆς Πατερικῆς Θεολογίας. Ἐδῶ ἐπιχειροῦμε μιά πρώτη ἁπλῆ προσέγγιση.

Πολλοί ἐκ τῶν ἁμαρτησάντων Ἐπισκόπων, ἀλλά καί ὅσοι «οὐ μόνον αὐτά ποιοῦσιν, ἀλλά καί συνευδοκοῦσι τοῖς πράσσουσιν»[1]ἀναγκαστικῶς προσφεύγουν στό (ἀναμφισβήτητα μοναδικῆς σημασίας) κῦρος τοῦ ἐπισκοπικοῦ ἀξιώματος, γιά νά δικαιολογήσουν τά ἀδικαιολόγητα· ὑπαινίσσονται μάλιστα καί κάποιου εἴδους «ἀλάθητον» γιά τόν ἑαυτό τους καί τίς Συνόδους πού συγκροτοῦν. Ἐδῶ θά μποροῦσε κάποιος νά ὑπενθυμίσει, ὅτι καί στόν Παπισμό γενεσιουργός αἰτία πολλῶν ἐπί μέρους αἱρέσεων καί ἄλλων συμφορῶν ὑπῆρξε τό δόγμα τοῦ ἀλαθήτου τοῦ Πάπα: ποιός μπορεῖ νά ἀντισταθῆ ἐπαρκῶς στά αἱρετικά φρονήματα ἑνός θρησκευτικοῦ πλανητάρχη, ἐπί αἰῶνες ἐπενδεδυμένου μέ κοσμική ἐξουσία ἀλλά καί μία ... «θεϊκή» αἴγλη «ἀλαθήτων» ἐμπνεύσεων (ὁ ὁποῖος κάποτε, πρίν ξεπέσει, ὑπῆρχε Ὀρθόδοξος Πατριάρχης τῆς Ἰταλικῆς Ρώμης);
Στήν ἴδια τήν Σύνοδο τοῦ Κολυμπαρίου αὐτός ὁ μή ὑγιής «ἐπισκοπο-κεντρισμός», ὁ ὁποῖος στοχεύει στό νά στερήσει ἀπό τούς ἁπλούς πιστούς, ἀπό τούς λαϊκούς Χριστιανούς, τό δικαίωμα νά κρίνουν τά σχετικά μέ τήν Ὀρθοδοξία, βρῆκε τήν ἔκφρασή του στήν παράγραφο §22 τοῦ 6ου Κειμένου, τοῦ τιτλοφορουμένου «Σχέσεις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πρός τόν λοιπόν Χριστιανικόν κόσμον» · ἐκεῖ γράφεται ὅτι «...ἡ διατήρησις τῆς γνησίας ὀρθοδόξου πίστεως διασφαλίζεται μόνον διά τοῦ συνοδικοῦ συστήματος, τό ὁποῖον ἀνέκαθεν ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ ἀπετέλει τήν ἀνωτάτην αὐθεντίαν ἐπί θεμάτων πίστεως καί κανονικῶν διατάξεων (κανών 6 τῆς Β’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου)» [2]. Ὅπως συνάγεται ἀπό τήν μαρτυρία τοῦ Σεβ. Μητροπολίτου Ναυπάκτου κ. Ἱεροθέου, ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος προσπάθησε νά μετριάσει αὐτόν τόν «ἐπισκοπο-μονισμό» (τήν ἀπόδοση ἐκκλησιολογικοῦ βάρους ἀποκλειστικῶς στούς Ἐπισκόπους), μέ τήν ἀπάλειψη ἀπό τήν ὡς ἄνω φράση τῆς λέξεως «μόνον», καθώς καί μέ τήν προσθήκη τῶν Κανόνων 14ου καί 15ου τῆς Πρωτοδευτέρας Συνόδου (861), ὁ ὁποῖοι προσδιορίζουν τίς προϋποθέσεις τῆς ἀντιδράσεως τῶν πιστῶν στούς Ἐπισκόπους· ὅμως ἡ πρότασή της δυστυχῶς ἀπορρίφθηκε[3].
Γιά νά φανεῖ πώς καί στό σημεῖο αὐτό ἡ Σύνοδος τοῦ Κολυμπαρίου ἐξέπεσε ὄχι μόνον ἀπό τήν ἁγιοπατερική διαχρονική ὁμοφωνία, ἀλλά καί ἀπό τήν πρόσφατη ὀρθόδοξη ἐκκλησιολογική γραμμή, τήν ἐντός τῆς Οἰκουμενικῆς Κινήσεως, ὑπενθυμίζουμε ὅτι πρό τριάκοντα ἕξι ἐτῶν (1981) στόν διάλογο μέ τούς Παλαιοκαθολικούς (οἱ ὁποῖοι ἀποσκίρτησαν ἀπό τήν Ρώμη στίς δεκαετίες 1870-1880, ἐπειδή δέν δέχονταν τό ἀλάθητο καί τήν  λοιπή μοναρχία τοῦ Πάπα), εἶχαν προκριθῆ ἄλλες ἐκκλησιολογικές σταθερές. Στό κοινό κείμενο Ὀρθοδόξων καί Παλαιοκαθολικῶν τοῦ 1981 δηλωνόταν ὅτι ἀνωτάτη αὐθεντία στήν Ἐκκλησία εἶναι ἡ Οἰκουμενική Σύνοδος (καί ὄχι γενικῶς «τό Συνοδικόν Σύστημα»), καί μέ τήν δικλίδα, ὅτι πρέπει ἡ ἀπόφαση μιᾶς Γενικῆς Συνόδου νά συμφωνεῖ μέ τό φρόνημα τῆς ὅλης Ἐκκλησίας, ὥστε νά χαρακτηρίζεται Οἰκουμενική[4]. Τώρα, στό Κολυμπάρι, οἱ προϋποθέσεις αὐτές ἐπίτηδες ἐξαλείφθηκαν, πρός δόξαν τῶν δικῶν μας, τῶν ἀνατολικῶν, «μοναρχῶν» καί προεστώτων τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, ὥστε νά φιμωθῆ ἡ ἀντίδραση τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ πληρώματος καί νά ἐπαρκέσουν οἱ ἀποφάσεις τῶν «ὑψηλά ἱσταμένων (καί δῆθεν ἀλαθήτων)».
Ὁ γράφων δέν προσδοκᾶ ὅτι τό ἄρθρο θά πείσει κάποιον ἀπό τούς συγκεκριμένους αἱρετίζοντες Ἐπισκόπους νά ἐνωτίζονται τήν φωνή τοῦ δικαίως ἀντιδρῶντος Ποιμνίου τους· διότι δυστυχῶς «εἰ Μωϋσέως καί τῶν Προφητῶν οὐκ ἀκούουσι» (καί τῶν θεοπνεύστων Κανόνων καί Ἁγίων Πατέρων ... ), «οὐδ’ ἐάν τις ἐκ νεκρῶν ἀναστῇ πεισθήσονται» [5].Παραθέτουμε λοιπόν, χάριν τῶν πιστῶν, τίς διαπιστώσεις παλαιοτέρων ἀκαδημαϊκῶν ἐπιστημόνων γιά τό δικαίωμα καί τήν ὑποχρέωση τῶν ἁπλῶν πιστῶν νά ἀγωνίζονται ὑπέρ τῆς διαφυλάξεως τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως, ἀκόμη καί ἐναντίον Πατριαρχῶν καί Συνόδων. Δέν ἀσχολούμεθα μέ τό θέμα σφαιρικῶς, ὅπως ἔχει γίνει μέ ἐπάρκεια σέ ἄλλες μελέτες[6], ἀλλά μόνον μέ τήν πανεπιστημιακή θεολογία καί ἱστοριογραφία, ὥστε νά ἀπογυμνωθῆ - καί μόνον μέ βάση τά νεώτερα κείμενα - ἡ ἀδιαφορία ἤ ἡ ἀμάθεια ἤ ἡ πονηρία τῶν αἱρετιζόντων στήν ἐπιχειρούμενη ἀλλοίωση τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ μας φρονήματος καί τῆς συμπαγοῦς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησιολογίας.
Εὐχόμεθα σέ ὅσους Ἐπισκόπους συναίνεσαν διά τῆς ψήφου ἤ ἔστω τοῦ λόγου τους στίς αἱρέσεις τοῦ Κολυμπαρίου μέ διαφόρους τρόπους, νά μετανοήσουν εἰλικρινῶς. Καί ὁ ἅγιος Ἰουβενάλιος, Ἀρχιεπίσκοπος Ἱεροσολύμων, στή λῃστρική Σύνοδο τῆς Ἐφέσου (τήν «ἐν Ἐφέσῳ Δευτέραν») τοῦ ἔτους 449 συντάχθηκε μέ τούς εὐτυχιανούς Μονοφυσῖτες ἐναντίον τῆς Ὀρθοδοξίας καί τοῦ ἁγίου Φλαβιανοῦ Κωνσταντινουπόλεως, μετέπειτα φονευθέντος, ἀλλά στήν ἀκολουθήσασα Οἰκουμενική Σύνοδο τῆς Χαλκηδόνος τοῦ 451, δύο ἔτη ἀργότερα, ἔλαβε τό μέρος τῶν Ὀρθοδόξων (καί τελικῶς ἁγίασε).
Ὁ Πρωτοπρεσβύτερος Καθηγητής π. Γεώργιος Φλωρόφσκυ (1893-1979)
 ρωσικῆς καταγωγῆς Πρωτοπρεσβύτερος καί Καθηγητής (στίς Θεολογικές ΣχολέςἉγίου Σεργίου Παρισίων, St. Vladimir’s, Holy Cross καί τά Πανεπιστήμια Harvard καί Princetonτῶν ΗΠΑ) [7] πΓεώργιος Φλωρόφκσυὑπῆρξε ἀπό τούς θεολόγους πού σφράγισαν μέ τήνδιδασκαλία τους τόν 20ό αἰῶνα καί τό μέλλον τῆς Ὀρθοδόξου Θεολογίαςἰδίως τήνἐπάνοδό της στό φρόνημα τῶν Ἁγίων Πατέρων[8]Διδάσκαλος τοῦ Πρωτοπρεσβυτέρου, μετέπειτα ἐπίσης Καθηγητοῦ, π. Ἰωάννου Ρωμανίδη, ὁ π. Γεώργιος Φλωρόφσκυ ὑπῆρξε παρά ταῦτα κάποτε, παρασυρθείς κατά τήν πρώιμη θεολογική πορεία του, καί σοβαρός ὑποστηρικτής μιᾶς «εὐρείας» («περιεκτικῆς») ἐκκλησιολογίας[9]. Κάποια ἐκκλησιολογικά ἀποσπάσματα ἀπό τό βιβλίο του «Ἁγία Γραφή, Ἐκκλησία, Παράδοση» εἶναι ἰδιαιτέρως σημαντικά γιά τό θέμα μας καί τά παραθέτουμε ἐν ἐκτάσει:
«Ὁλόκληρον τό σῶμα τῆς Ἐκκλησίας ἔχει τό δικαίωμα νά ἐπαληθεύῃ, καί μάλιστα τό δικαίωμα ἤ μᾶλλον τό καθῆκον νά ἐπιβεβαιώνῃ. Κατ’ αὐτήν ἀκριβῶς τήν ἔννοιαν οἱ Πατριάρχαι τῆς Ἀνατολῆς ἔγραψαν εἰς τήν γνωστήν Ἐγκύκλιον ἐπιστολήν τοῦ 1848 ὅτι «ὁ λαός ὁ ἴδιος ὑπῆρξεν ὁ ὑπερασπιστής τῆς Θρησκείας». Ἀκόμη δέ ἐνωρίτερον ὁ μητροπολίτης Φιλάρετος εἶπε τό ἴδιον πρᾶγμα εἰς τήν «Κατηχητικήν» του [...]»[10].
«Ἡ πεποίθησις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ὅτι «φύλαξ» τῆς Παραδόσεως καί τῆς εὐλαβείας εἶναι «ὅλος ὁ λαός», δηλαδή, τό Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, οὐδόλως μειώνει ἤ περιορίζει τό δικαίωμα τῆς διδασκαλίας πού ἐχορηγήθη εἰς τήν Ἱεραρχίαν [...] Οἱ ἱεράρχαι ἔλαβον τό δικαίωμα νά διδάσκουν ὄχι ἀπό τόν πιστόν λαόν, ἀλλ’ ἀπό τόν Μέγα Ἱερέα, τόν Ἰησοῦν Χριστόν μέ τό μυστήριον τῆς χειροτονίας. Ἀλλ’ ἡ διδασκαλία αὐτή εὑρίσκει τά ὅριά της εἰς τήν ἔκφρασιν τῆς ὅλης Ἐκκλησίας. Ἡ Ἐκκλησία καλεῖται νά μαρτυρήση εἰς αὐτήν τήν ἐμπειρίαν, πού ἀποτελεῖ ἀνεξάντλητον ἐμπειρίαν καί πνευματικόν ὅραμα. Ὁ ἐπίσκοπος τῆς Ἐκκλησίας (episcopus in ecclesia) πρέπει νά εἶναι διδάσκαλος. Μόνον ὁ ἐπίσκοπος ἔχει λάβει πλήρη ἐξουσίαν καί ἐξουσιοδότησιν  διά νά ὁμιλῆ ἐν ὀνόματι τοῦ ποιμνίου του. Τό ποίμνιον λαμβάνει τό δικαίωμα νά ὁμιλῆ διά τοῦ ἐπισκόπου. Διά νά κάμη ὅμως αὐτό ὁ ἐπίσκοπος πρέπει νά κλείση μέσα του τήν Ἐκκλησίαν, πρέπει νά φανερώση τήν ἐμπειρίαν καί τήν πίστιν του. Πρέπει νά ὁμιλῆ ὄχι ἀφ’ ἑαυτοῦ, ἀλλ’ ἐν ὀνόματι τῆς Ἐκκλησίας, ex consensu ecclesiae. Τοῦτο εὑρίσκεται εἰς πλήρη ἀντίθεσιν μέ τήν φόρμουλαν τοῦ Βατικανοῦ: ex sese, non autem ex consensus ecclesiae» [11].
«Τό πλῆρες δικαίωμα νά διδάσκη δέν τό ἀντλεῖ ὁ ἐπίσκοπος ἀπό τό ποίμνιόν του, ἀλλ’ ἀπό τόν Χριστόν, διά τῆς ἀποστολικῆς διαδοχῆς. Τοῦ ἔχει ὅμως δοθῆ πλήρης ἐξουσία νά μαρτυρῆ περί τῆς καθολικῆς ἐμπειρίας τοῦ σώματος τῆς Ἐκκλησίας. Ὁ ἐπίσκοπος περιορίζεται ἀπό αὐτήν τήν ἐμπειρίαν καί ἑπομένως εἰς θέματα πίστεως ὁ λαός πρέπει νά κρίνη σχετικῶς μέ τήν διδασκαλίαν του. Τό καθῆκον τῆς ὑπακοῆς παύει ὅταν ὁ ἐπίσκοπος παρεκκλίνη ἀπό τόν καθολικόν κανόνα καί ὁ λαός ἔχει τό δικαίωμα νά τόν κατηγορήση ἀκόμη δέ καί νά τόν καθαιρέση» [12].
Ἀπό τήν σπουδαία τοποθέτηση τοῦ μακαριστοῦ Καθηγητοῦ π. Γεωργίου Φλωρόφσκυ, μολονότι τήν παραθέσαμε ἀποσπασματικῶς, σημειώνουμε τά ἑξῆς στοιχεῖα: (1) ὁ Ἐπίσκοπος μόνος ἔχει πλῆρες τό δικαίωμα τῆς διδαχῆς στήν Ἐκκλησία· (2) τό δικαίωμα αὐτό τό λαμβάνει ὄχι ἀπό τόν λαό, ἀλλά ἀπό τόν Χριστό μέσῳ τῆς ἱερᾶς Χειροτονίας καί τῆς ἀποστολικῆς διαδοχῆς (ἀποφυγή λαϊκισμοῦ, «σοσιαλιστικοποιήσεως» τῆς Ἐκκλησίας)· (3) ὁ Ἐπίσκοπος δέν ὁμιλεῖ αφ’ ἑαυτοῦ, ἀλλ’ ἐκ μέρους τῆς Ἐκκλησίας του, διδάσκει ὡς στόμα τῆς διαχρονικῆς ἐμπειρίας καί τῆς Πίστεως τοῦ ποιμνίου του· (4) συνεπῶς περιορίζεται ἡ διδαχή τοῦ ἐπισκόπου στά ὅρια τῆς ἐμπειρίας τῆς Ἐκκλησίας, στόν «καθολικό κανόνα», διότι καί ὁ λαός ἔχει τό δικαίωμα νά ἐκφράζει τήν Πίστη καί ἐμπειρία του ἀναλλοίωτα, μέσῳ τοῦ στόματος τοῦ Ἐπισκόπου· (5) ὁ λαός ἔχοντας τό δικαίωμα νά ἐφράζεται μέσῳ τοῦ Ἐπισκόπου, ἔχει καί τό συνοδικῶς δεδομένο καθῆκον νά ἐπιβεβαιώνει ἤ ἀπορρίπτει, ὡς φύλαξ τῆς Πίστεως, ὅσα ὁ Ἐπίσκοπος διδάσκει· τέλος (6) ὅταν ὁ ἐπίσκοπος ἀποκλίνει ἀπό τήν ἐκκλησιαστική ἀλήθεια, ὁ λαός ἔχει τό δικαίωμα τῆς ἀνυπακοῆς στόν Ἐπίσκοπό του, καθώς καί τῆς ἐπικρίσεως καί καθαιρέσεώς του («ἀκουέτω ταῦτα καί ... βασιλεύς», θά μπορούσαμε νά προσθέσουμε[13]) !
Ὁ Βυζαντινολόγος Σέρ Στίβεν Ράνσιμαν (1903 - 2000)
            Ὁ σπουδαῖος ἱστορικός καί Καθηγητής (καί στεφθείς Ἱππότης, “Sir”, τό 1958) Steven Runciman, εἶναι ἕνας ἀπό τούς πλέον ἐπιφανεῖς ἱστορικούς τῆς «Βυζαντινῆς» Ἱστορίας, τῆς Ρωμηοσύνης μας. Στήν Ἑλλάδα μᾶς ἔγινε ἰδιαιτέρως ἀγαπητός χάρις στήν πασίγνωστη πρόβλεψή του, ὅτι ὁ 21ος αἰώνας θά εἶναι ὁ αἰώνας τῆς Ὀρθοδοξίας[14]. Ἄλλωστε ἡ ἀγάπη του γιά τήν Πατρίδα μας ἔχει ἐκδηλωθῆ πολλάκις μέ πολλούς τρόπους· ὁ Σέρ Στίβεν Ράνσιμαν ἦταν οὐσιαστικῶς «ὁ ἄνθρωπος πού κατάφερε σέ μεγάλο βαθμό νά ἀπαλλάξει τήν εἰκόνα τοῦ Βυζαντίου ἀπό τό στίγμα, πού τήν ἐννοοῦσε ὡς περίοδο παρακμῆς, διαφθορᾶς καί δολοπλοκίας [...] ἐνῶ καί ἡ Ἑλλάδα τοῦ ἀναγνωρίζει τή συμβολή του στή μετάδοση μιᾶς εἰκόνας θετικής γιά τήν, ἀπό πολλούς παραγνωρισμένη, περίοδο τῆς ἑλληνικῆς ἱστορίας» [15].Στό ἔργο του «Ἡ Βυζαντινή Θεοκρατία» ὁ Ράνσιμαν σημειώνει τά ἑξῆς ἐνδιαφέροντα:
«Ὁ Αὐτοκράτορας, ἀπό τήν ἴδια τή φύση τῆς θέσεώς του, ἦταν ὑποχρεωμένος νά εἶναι κατά κάποιο τρόπο ἕνα ἀπομακρυσμένο πρόσωπο. Ὁ Ἀντιπρόσωπος τοῦ Θεοῦ ἔπρεπε νά γνωρίζει τή θέση του, μιά θέση πολύ τιμημένη [...] Τό ἴδιο κι ὁ Πατριάρχης, ἄν καί δέν ἀπολάμβανε τό ἴδιο ἀκριβῶς μυστικό γόητρο, ἔπρεπε νά συμπεριφέρεται ὡς ἕνα ἀξιοσέβαστο πρόσωπο. Ὁ σεβασμός γιά τή θεϊκή ἐξουσία τοῦ Αὐτοκράτορα ἤ τοῦ Πατριάρχη δέν ἐμπόδιζε τούς Βυζαντινούς νά ξεσηκώνονται σέ ἐπανάσταση ἐναντίον ἑνός ἀνθρώπου πού τόν θεωροῦσαν ἀνάξιο γιά μιά τέτοια θέση. Ἡ ἐπανάστασή τους ὅμως στρεφόταν ἐναντίον μιᾶς ἀνθρώπινης ὕπαρξης κι ὄχι ἐναντίον τοῦ ἱεροῦ της ρόλου. Στήν πραγματικότητα ἐπαναστατοῦσαν γιά νά φυλάξουν τήν αὐθεντικότητα τοῦ ρόλου της» [16].
Ἡ μαρτυρία αὐτή τοῦ Σέρ Στίβεν Ράνσιμαν ἐπιβεβαιώνει, ὅτι «οἱ Βυζαντινοί» (καλύτερα, ὅμως, «οἱ Ρωμηοί»): (1) ἀπέδιδαν σεβασμό στόν ἐπισκοπικό (ὅπως καί τόν αὐτοκρατορικό) θεσμό, ἐπειδή εἶχε ἱερό κῦρος, ἀποτελοῦσε θεϊκή ἐξουσία· (2) τό ἱερό αὐτό κῦρος τῶν δύο θεσμῶν τῆς Βασιλείας καί τῆς Ἱερωσύνης ὑποχρέωνε τά πρόσωπα-φορεῖς τους νά συμπεριφέρονται ἀναλόγως· (3) ὁ ἴδιος ὁ σεβασμός αὐτός τοῦ λαοῦ πρός τούς δύο ἱερούς θεσμούς ὁδηγοῦσε καί στήν ἐκ μέρους τοῦ λαοῦ ἐπανάσταση καί ἀνατροπή ἐναντίον προσώπων (Βασιλέως καί Πατριάρχου) πού ἦταν ἀνάξια γιά τήν ἱερότητα τῶν θεσμῶν τούς ὁποίους ὑπηρετοῦσαν.
Ὁ Καθηγητής Παναγιώτης Τρεμπέλας (1886 - 1977)
Ὁ Καθηγητής Παναγιώτης Τρεμπέλας, ἀπό τά ἱδρυτικά καί ἡγετικά στελέχη τῶν Ἀδελφοτήτων Θεολόγων «Ζωή» (1907) καί «Ὁ Σωτήρ» (1960), ὑπῆρξε σαφέστατα ἀσυνήθης μορφή στήν νεωτέρα Ἑλληνική Θεολογία, διακεκριμένος καί ἀκαταπόνητος ἑρμηνευτής, δογματολόγος, λειτουργιολόγος, ἀπολογητής καί ἱεροκῆρυξ. Εὐρέως γνωστός ἐπίσης στό πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας ἀπό τήν πληθύ καί τήν ὑψηλή ποιότητα τῶν συγγραμμάτων του, τά ὁποῖα καλύπτουν μέγα εὖρος πρακτικῶν ἀναγκῶν τοῦ ποιμνίου καί τῶν ἀπαιτήσεων τῶν κατηχητῶν καί τῶν θεολόγων, συνεισέφερε ἐξ ἴσου καί στήν ἀκαδημαϊκή θεολογία στά πεδία τά ὁποῖα ὑπηρέτησε[17].
Ἡ διδασκαλία τοῦ Καθηγητοῦ Τρεμπέλα σήμερα ὑποτιμᾶται ἀπό τό μετα-πατερικό θεολογικό κατεστημένο, ὄχι κατ΄ οὐσίαν λόγῳ τῆς ἐμμέσου διαμφισβητήσεως ἀπό τόν Τρεμπέλα στοιχείων τῆς πατερικῆς ἡσυχαστικῆς καί παλαμικῆς θεολογίας (ἕνα σημαντικό[18], ὄχι πάντως καθοριστικό, λάθος του) [19], ἀλλά διότι ἡ συστηματική ἔκθεση ἀπό τόν μακαριστό Τρεμπέλα τῶν δογμάτων τῆς Πίστεως, ὡς ἐπίσης καί οἱ ἀπολογητικές του συγγραφές κατά τῶν ποικίλων αἱρετικῶν ρευμάτων καί ἀνατρεπτικῶν τάσεων τοῦ μοντερνισμοῦ, ἀποτελοῦν σιωπηλή τροχοπέδη στήν προσπάθεια τῶν καινοτόμων αἱρετικῶν οἰκουμενιστῶν καί νεο-αριστερῶν θεολόγων, νά προωθήσουν τήν δική τους «σύνθεση», μιά «σούπα» δογματικοῦ σχετικισμοῦ καί γενικῆς θεολογικῆς ρευστότητος. Ἔτσι ὁ Τρεμπέλας κατηγορεῖται ὡς «σχολαστικιστής», διότι ἁπλῶς καί μόνον δέν «φιλοσοφοῦσε» μέ ἐλευθεριάζουσα τήν διάνοια, ἀδέσμευτη ἀπό τά δόγματα καί τίς ἱερές παραδόσεις, κατά τό παράδειγμα λίγων συγχρόνων του καί πολλῶν μεταγενεστέρων (ὅπως ἦταν, θά λέγαμε, ὁ τρομερός ἀλλά καί «αἱρετικός» νοῦς, ὁ Καθηγητής κυρός Νίκος Ματσούκας).
Ὁ ἴδιος ὁ π. Ἰωάννης ὁ Ρωμανίδης, ἡ θεολογία τοῦ ὁποίου  ὑπῆρξε πολεμούμενο σημεῖο ἀναφορᾶς, ἀλλά καί κομβικό σημεῖο (ἐπι)στροφῆς στήν μόνη ἀληθῶς ἐκκλησιαστική, τήν νηπτική καί ἡσυχαστική, θεολογία, γράφει περί τοῦ Π. Τρεμπέλα, καί παρά τούς θεολογικούς διαξιφισμούς του μέ τόν ἴδιο τόν πολιό Καθηγητή: «Ἐξ ἴσου ἀπαραίτητος εἶναι ἡ μελέτη τῆς Δογματικῆς τοῦ κορυφαίου Δογματικοῦ καί καθηγητοῦ τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν ἀειμνήστου Παναγιώτου Τρεμπέλα, ὅστις ἐπίσης ἠκολούθησε γραμμήν ἐπανόδου τῆς νεωτέρας Ὀρθοδόξου Θεολογίας εἰς τήν Πατερικήν Παράδοσιν»· γιά τόν λόγο αὐτό καί τά ἑρμηνευτικά κείμενα τοῦ Π. Τρεμπέλα μποροῦν νά χρησιμοποιηθοῦν «ὡς γέφυρα πρός τά ἑρμηνευτικά μνημεῖα τῶν Πατέρων» [20]Εἶναι σαφές, ὅτι ὁ μακαριστός Καθηγητής καί ἡγέτης τῆς Ἀδελφότητος τοῦ «Σωτῆρος» κατατάσσεται στό μέτωπο τῶν ἀγωνιζομένων ὑπέρ τῆς πατερικῆς Παραδόσεως[21].
Παραθέτουμε (σέ μεταφορά στή νεοελληνική) σχετικό μέ τό θέμα μας ἐκκλησιολογικό ἀπόσπασμα ἀπό τήν Δογματική του: «Ἐξηγεῖται λοιπόν πλήρως ἡ τέτοιου εἴδους ἰσχύς τῆς λαϊκῆς ἀναγνωρίσεως, ὅταν ληφθῆ ὑπ΄ ὄψιν, ὅτι οἱ ἀποφάνσεις καί διατυπώσεις τῶν ἱερῶν Συνόδων ὡς πρός τήν χριστιανική ἀλήθεια, γίνονται, ὅπως εἴπαμε, σύμφωνα μέ τήν ἔγγραφη καί ἄγραφη ἀποστολική παράδοση, ἡ ὁποία δέν ἀποτελεῖ κάποια νεκρή καί θεωρητική γνώση, ἀλλά ζωντανό φρόνημα παντός τοῦ σώματος τῆς Ἐκκλησίας, τό ὁποῖο μαρτυρεῖται καί ἀποτελεῖται ἀπό τήν ζωντανή πίστη ὅλων τῶν μελῶν Της. Ὁ θησαυρός τῆς πίστεως, δηλαδή, πού περιέχεται στήν Ἁγία Γραφή καί τήν ἀποστολική παράδοση γενικῶς, πρέπει νά εἶναι κτῆμα κάθε Χριστιανοῦ καί νά βιώνεται στή ζωή του. Συνεπῶς καί οἱ ἀποφάνσεις τῶν ἱερῶν Συνόδων πού σχετίζονται μέ τόν θησαυρό αὐτό, καί πού λαμβάνονται λόγῳ τῶν ἀμφισβητήσεων τῆς ζωοπαρόχου ἀληθείας ἐκ μέρους τῶν αἱρετικῶν, καί οἱ ὁποῖες [ἀμφισβητήσεις] παρακολουθοῦνται μέ ἀδιάπτωτο ἐνδιαφέρον ἀπό τά ζῶντα μέλη τῆς Ἐκκλησίας, εἶναι ἀδύνατον νά συναντοῦν ἀδιαφορία  στούς πιστούς, ἐφ΄ ὅσον αὐτοί δέν εἶναι νεκροί [πνευματικῶς, ἐν.].  Ἔτσι ἡ κρίση τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ πληρώματος ἐπί τῶν συνοδικῶν ἀποφάνσεων ἐμφανίζεται αὐθόρμητη, κάποιες φορές δέ καί ἀσυγκράτητη, ἀλλά ἐκδηλώνει συγχρόνως καί τό καθολικό φρόνημα τῆς Ἐκκλησίας, τό ὁποῖο βέβαια οὐδέποτε ἔπαυσε νά μαρτυρεῖται καί νά κηρύττεται ἀπό Αὐτήν» [22].
Τά συμπεράσματα τοῦ καθηγητοῦ συμπυκνώνονται στά ἑξῆς: (1) ὁ θησαυρός τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Πίστεως δέν εἶναι νεκρό γράμμα διανοητικῆς θεωρίας καί γνώσεως, ἀλλά βίωμα καί φρόνημα ὅλων τῶν μελῶν τῆς Ἐκκλησίας· (2) ὡς ἐκ τούτου ἡ ἀμφισβήτηση τῆς ἀληθείας ἀπό τούς αἱρετικούς προξενεῖ τίς ἱερές Συνόδους καί παρακολουθεῖται καθηκόντως μέ ἐνδιαφέρον ἀπό τά πνευματικῶς ζωντανά (καί ὄχι τά νεκρά) μέλη τῆς Ἐκκλησίας· (3) ἡ αὐθόρμητη (καί ἐνδεχομένως δυναμική) ἀντίσταση τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ πληρώματος σέ συνοδικές ἀποφάσεις, ἀποτελεῖ καί ἐκδήλωση τοῦ (προσβαλλομένου ἀπό τήν αἵρεση) διαχρονικοῦ φρονήματος τῆς Ἐκκλησίας.
Ὁ Καθηγητής Κωνσταντῖνος Μουρατίδης (1918 – 2001)
Ὁ Καθηγητής τοῦ Κανονικοῦ Δικαίου καί τῆς Ποιμαντικῆς στή Θεολογική Σχολή τῶν Ἀθηνῶν (ἀπό τό 1962) Κωνσταντῖνος Μουρατίδης, Πρόεδρος δέ ἐπί 25 ἔτη τῆς Πανελληνίου Ἑνώσεως Θεολόγων (ΠΕΘ) καί ἱδρυτής τοῦ περιοδικοῦ της «Κοινωνία», ὑπῆρξε κατά τίς μαρτυρίες τῶν συγχρόνων του «θεολόγος μέ πατερικό καί ἐκκλησιαστικό φρόνημα καί ἦθος [...] Εἰρηνικός καί εἰρηνοποιός ἀλλά καί ὁμολογητής, ἀγωνιστής καί μαχητικός ὅταν ἡ πίστις ἦταν τό κινδυνευόμενον» [23]. Ὤν ἐπιστήμων σοφός καί εὐρυμαθής, «ὑποστηρικτής τοῦ δικαίου, νομίμου καί πρέποντος, δέν ἐφοβεῖτο νά ἔλθη εἰς ρῆξιν πρός φίλους καί συνεργάτας, ὡς καί πρός τούς ὑψηλά κατέχοντας ἀξιώματα. Δι’ αὐτόν ἡ ἀλήθεια καί ἡ δικαιοσύνη ἦτο ὑπεράνω πάσης ἀνθρωπίνης φιλίας καί σχέσεως» [24]Ὁ μακαριστός Καθηγητής ἐκοιμήθη τήν ἀποφράδα ἡμέρα τῆς ἐλεύσεως καί ἐπισήμου θεσμικῆς (ὡς Ἐπισκόπου) ἀποδοχῆς τοῦ Πάπα στήν Ἀθήνα (4 Μαΐου 2001). Τά παρακάτω ἀποσπάσματα (σέ νεοελληνική ἀπόδοση) ἀπό τό σπουδαῖο ἔργο του σχετικῶς μέ τήν οὐσία καί τό πολίτευμα τῆς Ἐκκλησίας σύμφωνα μέ τόν ἅγιο Ἰωάννη τόν Χρυσόστομο, εἶναι πολύ ἐνδεικτικά:
«Ὁ ἱερός Χρυσόστομος θεωρεῖ τούς λαϊκούς πολύτιμους καί ἀπαραίτητους συνεργάτες τοῦ Κλήρου γιά τήν διάδοση τῆς εὐαγγελικῆς ἀληθείας [...] Ἡ παραμέληση αὐτοῦ τοῦ καθήκοντος ἀποτελεῖ βαρύτατο ἁμάρτημα, γι΄ αὐτό καί Χρυσόστομος θεωρεῖ ἐχθρό τῆς Ἐκκλησίας αὐτόν πού παραμελεῖ τό καθῆκον τῆς διαφωτίσεως τῶν ἄλλων ἀδελφῶν καί μάλιστα ὅσων παραπλανήθηκαν ἀπό αἱρετικούς» [25].
«Ὁ ἱερός Χρυσόστομος δέν δίδαξε μόνον ὅτι εἶναι ἀναγκαία καί ἐπιβεβλημένη ἡ ἐνεργή συμμετοχή ὅλων τῶν πιστῶν στή διαμόρφωση τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ βίου, ἀλλά ὑπῆρξε καί ὁ ὑπέροχος ἡγέτης ὁ ὁποῖος ἐνέπνευσε τά πλήθη τῶν πιστῶν καί τά μετέβαλε σέ πολύτιμους συμπαραστάτες καί ἀγωνιστές τῆς καλῆς στρατεύσεως. Ὁ Χρυσόστομος στούς λαϊκούς δέν διέβλεπε τούς ἀντιπάλους πού ἔπρεπε νά κρατηθοῦν μακριά ἀπό τόν ὀργανωτικό μηχανισμό τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλά ἀποζητοῦσε μέ ὑπεράνθρωπες προσπάθειες νά ἐπιτύχει τήν ἐνεργή συμμετοχή τους σέ αὐτόν» [26].
Ἀφοῦ δέ ἀναφερθῆ στήν ὑποστήριξη τῶν εὐσεβῶν Κωνσταντινουπολιτῶν πρός τόν Ἅγιο Χρυσόστομο κατά τίς ἐναντίον του διώξεις τῶν ἰσχυρῶν, ὁ Καθ. Μουρατίδης προσθέτει τό ἐπαγωγικό συμπέρασμα:
«Ἀπό τήν σπουδαιότητα τῆς παραπάνω περικοπῆς φανερώνεται σαφέστατα, ὅτι οἱ λαϊκοί ἔχουν κληθῆ ὄχι μόνον νά μεριμνοῦν γιά τά πράγματα τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλά καί νά συμβάλλουν στό νά διοικεῖται ἡ Ἐκκλησία συμφώνως πρός τούς Κανόνες. Εἶναι μάλιστα χαρακτηριστικό, ὅτι σέ κρίσιμες στιγμές γιά τή ζωή τῆς Ἐκκλησίας, ὅταν ἀνάξιοι κληρικοί ἀνέτρεπαν τούς Νόμους τῆς Ἐκκλησίας, τούς ὁποίους ἀκριβῶς κλήθηκαν νά προστατεύσουν καί ἐφαρμόσουν, οἱ λαϊκοί ὑπῆρξαν πάντοτε ἐκεῖνοι πού διέσωσαν τό σκάφος τῆς Ἐκκλησίας πού κινδύνευε. Τό λαμπρό παράδειγμα τῆς Ἐκκλησίας τῆς Κωνσταντινουπόλεως ἐπί Χρυσοστόμου ἀποτελεῖ ἀσφαλῶς μία ἀπό τίς πλέον χαρακτηριστικές περιπτώσεις τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἱστορίας. Δέν εἶναι συνεπῶς παράδοξο τό γεγονός, κατά τό ὁποῖο ὁ Μέγας Χρυσόστομος ἀπευθυνόμενος στό ὑπέροχο ποίμνιό του διακήρυσσε: “τίποτε δέν θά βάλω σέ ἐφαρμογή χωρίς ἐσᾶς”»[27].
Ἡ ἀνάλυση τοῦ Καθηγητῆ εἶναι εὐκρινέστατη· δέν χρειάζεται, νομίζω, νά σχηματοποιήσουμε τίς θέσεις του.
Ὁ Καθηγητής Βλάσιος Φειδᾶς (1936 -  )
 Καθηγητής τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ Ἐθνικοῦ Καποδιστριακοῦ Πανεπιστημίου κ.Βλάσιος ΦειδᾶςὉμότιμος ἀπό τό 2003, εἶναι ἀναμφιβόλως ἕνας ἀπό τούς πλέον ἐξέχοντεςἐπιστήμονες τῆς Ἑλληνικῆς Θεολογίαςἰδίως τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Ἱστορίαςκαί ἀπό τούςπαλαιούς προμάχους τῶν ἐκκλησιαστικῶν δικαίων τῆς ἑλληνοφώνου Ὀρθοδοξίας καί τῶνθεσμῶν της[28]Δυστυχῶς, ὅσοι τόν γνωρίσαμε καί ἐκτιμήσαμε μέσῳ τῶν - ἐν τοῖς πλείστοις - ἀξιολογωτάτων καί πλουσιωτάτων γραπτῶν του (ἤ καί προσωπικῶς, ὅπως ὁ γράφων), δέν μποροῦμε νά ἀποφύγουμε τήν θλιβερή σύγκριση μέ τίς νεώτερες ἐκκλησιολογικές τοποθετήσεις του, ὅπως λ.χ. τήν θετική του ἀποτίμηση τῆς Συνόδου τοῦ Κολυμπαρίου[29], ἀλλά καί μέ τήν γενική συμβολή του στόν παναιρετικό οἰκουμενισμό. Ἐξ αἰτίας αὐτῶν ὁ«ἐκκλησιαστικός τεχνοκράτης» ἔχει ἔλθει σέ εὐθεία σύγκρουση πρός ὅσα ὁ ἴδιος ἔχει γράψει ὡς ἐκκλησιαστικός ἐπιστήμων. Ἀπό τό εὐσύνοπτο σύγγραμμά του «Βυζάντιον», ἀρυόμαστε ὅσα ἐνδιαφέρουν τό θέμα μας.
Γράφοντας ὁ Καθηγητής Φειδᾶς γιά τήν σχέση μεταξύ τῶν δύο κυριαρχικῶν«θεοδωρήτων ἐξουσιῶν» τῆς Ρωμηοσύνης, δηλαδή τῆς Ἱερωσύνης καί τῆς Βασιλείας, καθώς καί τήν σχέση τοῦ λαοῦ μέ αὐτές, παρατηρεῖ ὅτι, ἐνῷ ὁ λαός δέν ἀναμειγνυόταν στήν ἀνάδειξη (τήν ἐκλογή) τῶν φορέων τῆς Βασιλείας καί τῆς Ἱερωσύνης, δηλαδή τῶν Αὐτοκρατόρων καί τῶν Πατριαρχῶν, ὡστόσο διατηροῦσε τό δικαίωμα τῆς ἐκ τῶν ὑστέρων κρίσεως τῶν ἐν λόγῳ προσώπων: «Ὁπωσδήποτε ὅμως ἀμέσως μετά τήν ἐνθρόνιση τοῦ «ἐκλεκτοῦ τοῦ Θεοῦ» γιά ὁποιαδήποτε ἀπό τίς δύο θεοδώρητες στήν αὐτοκρατορία ἐξουσίες ὁ λαός μεταβαλλόταν αὐτόματα σέ αὐτοδύναμο κριτή τῶν φορέων τῶν δύο ἐξουσιῶν, γιατί ἡ ἄσκησή τους εἶχε ἀνατεθῇ σ΄ αὐτούς ἀπό τό Θεό γιά τή διακονία τοῦ λαοῦ, γι΄ αὐτό καί ὁ λαός ἐνεργοποιοῦσε τά κυριαρχικά του δικαιώματα κυρίως στήν κρίση τῶν φορέων τῶν δύο ἐξουσιῶν καί ὄχι στήν ἀνάδειξή τους, ἡ ὁποία τόσο στήν πολιτική θεωρία, ὅσο καί στήν πολιτική θεολογία τῆς Ἐκκλησίας εἶχε συνδεθῇ μέ τήν ἐνεργοποίηση τῆς θείας βουλήσεως στή ζωή τῆς αὐτοκρατορίας» [30]. Καί ἀλλοῦ γράφει, ὅτι ὁ λαός «...ἔδειχνε συνήθως μεγαλύτερη εὐαισθησία στήν αὐθόρμητη ἀγωνία τῶν μοναχῶν, παρά στούς ἐπιτηδευμένους συλλογισμούς τῶν λογίων ἱεραρχῶν ἤ ἀξιωματούχων τῆς αὐτοκρατορίας» [31].
Ἀπό τήν θέση αὐτή τοῦ Καθηγητοῦ Φειδᾶ, διατηροῦμε τέσσερις διαπιστώσεις ἐπί τῆς ἱστορίας: (1) ἡ πρακτική τῆς μή συμμετοχῆς τοῦ λαοῦ στήν ἀνάδειξη Πατριαρχῶν καί Βασιλέων, δέν συνεπαγόταν ὅτι ὁ λαός δέν μποροῦσε οὔτε καί νά τούς κρίνει, ὡς θεοδωρήτων ἐξουσιῶν ἀναξίους, ἐνδεχομένως, φορεῖς · (2) τό κυριαρχικό αὐτό δικαίωμα τοῦ λαοῦ πήγαζε ἀπό τό γεγονός ὅτι τόσο ἡ Ἱερωσύνη ὅσο καί ἡ Βασιλεία ὑπάρχουν γιά νά ὑπηρετοῦν τόν λαό· (3) συνεπῶς ὁ λαός αὐτομάτως καί αὐτοδυνάμως ἔκρινε τούς φορεῖς τῶν δύο ἐξουσιῶν, Βασιλεῖς καί Ἀρχιερεῖς· καί (4) ὁ πιστός λαός ἐμπιστευόταν τήν ἀνιδιοτέλεια τῶν Μοναχῶν καί ὄχι τήν διπλωματική λογική τῶν «μορφωμένων» Ἱεραρχῶν ἤ τῶν κοσμικῶν ἀξιωματούχων[32].
Ἐπίλογος
Μέ τήν παραπάνω κατάθεση τῶν γνωμῶν διακεκριμένων ἐπιστημόνων τοῦ παρελθόντος ὡς πρός τήν ἀντίδραση τοῦ εὐσεβοῦς ὀρθοδόξου λαοῦ σέ ἐνδεχόμενα θεολογικά ἀτοπήματα τῶν Ποιμένων του, νομίζουμε ὅτι καθίσταται σαφής ἡ ἱστορικῶς τεκμηριωμένη πρακτική τῆς λαϊκῆς ὁμολογιακῆς ἀντιδράσεως κατά πρόσωπον μιᾶς ἀναφυομένης αἱρέσεως. Ἡ ὀρθότητά της μαρτυρεῖται ἄλλωστε καί στά πατερικά συγγράμματα (ἰδίως τά ἱστορικοῦ περιεχομένου), ἀλλά καί στούς ἱερούς Κανόνες τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ σαφέστατη αὐτή πρακτική, ὅπως συνοψίζεται στίς παραπάνω γνῶμες τῶν πανεπιστημιακῶν καθηγητῶν, θά μποροῦσε νά συμπυκνωθῆ στά ἑξῆς:
(α) Κατ΄ ἐξοχήν διδάσκαλοι τῆς Ἐκκλησίας εἶναι οἱ Ἐπίσκοποι, οἱ ὁποῖοι ἔλαβαν τό δικαίωμα αὐτό τῆς διδασκαλίας ἀπό τόν Χριστό.
(β) Ἡ διδασκαλία τῶν Ἐπισκόπων περιορίζεται στό νά ἐκφράζει τήν ἐμπειρία τῆς ὅλης Ἐκκλησίας, δηλαδή τήν ἔγγραφη καί ἄγραφη Ἀποστολική Παράδοση, ἡ ὁποία εἶναι βιωματικό φρόνημα καί ὄχι νεκρό διανοητικό γράμμα· ἡ ἐπισκοπική διδασκαλία ἀποτελεῖ διακονία τοῦ λαοῦ.
(γ) Οἱ σωστοί Ἐπίσκοποι δέν εὑρίσκονται σέ ἀντιπαράθεση, ἀλλά σέ συνεργασία μέ τούς λαϊκούς, τούς ὁποίους προσπαθοῦν νά δραστηριοποιοῦν ἱεραποστολικῶς.
(δ) Ὁ πιστός λαός, ὁ ὁποῖος δικαιωματικῶς ἐκφράζεται μέσῳ τοῦ Ἐπισκόπου του, ἔχει τό δικαίωμα, ἤ μᾶλλον τό καθῆκον νά παρακολουθεῖ καί κρίνει τήν ἐπισκοπική διδασκαλία. Πολλές φορές ὁ ἁπλός λαός διαγινώσκει σέ ἀναξίους Κληρικούς ἐσφαλμένες προτεραιότητες, συμβιβασμούς, καιρικές σκοπιμότητες καί ἐπιτηδευμένους συλλογισμούς.
(ε) Ἡ ἐκ μέρους τῶν λαϊκῶν παρακολούθηση τῆς πορείας τῶν αἱρέσεων καί ἡ αὐτοδύναμη ἐπιβεβαίωση ἤ ἀπόρριψη τῆς ἐπισκοπικῆς διδασκαλίας εἶναι σημεῖο ζωῆς τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ πληρώματος καί ἐξάσκηση κυριαρχικῶν του δικαιωμάτων· τό ἀντίθετο εἶναι σημεῖο νεκρώσεως.
(στ) Ὁ λαός ἔχει τό δικαίωμα τῆς ἀνυπακοῆς στόν παρεκκλίνοντα Ἐπίσκοπο, ἀκόμη καί τῆς καθαιρέσεώς του.
 (ζ) Ἡ ἐπανάσταση αὐτή κατά τοῦ παρεκκλίνοντος Ἐπισκόπου πηγάζει ἀπό τό σεβασμό καί ὄχι ἀπό ἀσέβεια πρός τήν ἱερότητα τῆς θεοδώρητης ἐπισκοπικῆς ἐξουσίας, τήν ὁποίαν ὁ αἱρετίζων Ἐπίσκοπος ἀναξίως ἐκπροσωπεῖ· ἀποτελεῖ δέ ἡ ἐπανάσταση αὐτή ἐκδήλωση τοῦ θιγομένου διαχρονικοῦ ἐκκλησιαστικοῦ φρονήματος.
(η) Ἡ ἐκ μέρους τῶν λαϊκῶν παραμέληση τῆς προφυλάξεως τῶν ἀδελφῶν-πιστῶν τῆς Ἐκκλησίας  ἀπό τίς ἱεροκανονικές παραβάσεις καί ἰδίως τίς αἱρέσεις καθιστᾷ τούς ἀμελεῖς αὐτούς λαϊκούς ἐχθρούς τῆς Ἐκκλησίας.
(θ) Ἡ ἐκκλησιαστική ἱστορία μαρτυρεῖ γιά τό ὅτι πολλές φορές τήν προσβαλλόμενη ἐκκλησιαστική Πίστη καί ἱεροκανονική τάξη διέσωσαν λαϊκοί ἀντιτιθέμενοι σέ ἀναξίους Κληρικούς.
Οἱ γνῶμες πού παραθέσαμε δέν ἐξαντλοῦν ὅλο τό εὖρος τῶν θεολογικῶν καίἐκκλησιαστικῶν τάσεων ἐντός τῆς πρόσφατης ἀκαδημαϊκῆς Θεολογίας· ὡστόσοεἶναιθαυμαστή  σύμπνοια πού τίς διακρίνει· ἰσχυροποιοῦνται λοιπόν σέ μέγιστο βαθμό μέσῳ τῆςἀντιπαραβολῆς καί τοῦ συνδυασμοῦ τους ἀποδεικνύοντας καί τό ἑξῆς:   ἀντίδραση τοῦὀρθοδόξου λαοῦ στήν ἐκκλησιαστική ἡγεσίαὅταν θίγεται  Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας καίἰδίως τά δόγματαδέν ἀποτελεῖ ἔκφανση εὐσεβιστικοῦ λαϊκισμοῦ  περιθωριακοῦζηλωτισμοῦἀλλά ἀκραιφνοῦς καί θεοφιλοῦς ἐκκλησιολογικῆς ὀρθοφροσύνης καίἐκκλησιαστικῆς ὑγείας.
Δέν θά μποροῦσε νά βρεθῆ καταλληλότερη ἀπό ἐδῶ θέση γιά μιά σχετική ρήση τοῦ μακαριστοῦ Κυπρίου ἐκκλησιαστικοῦ ἱστορικοῦ π. Παύλου Ἐγγλεζάκη, ἀναφερομένου στήν Ἐκκλησία τῆς Κύπρου στό μεθόριο 19ου καί 20οῦ αἰῶνος : «Τό ὅτι ἡ Ἐκκλησία δέν ὑπῆρξε λοιπόν αὐτή πού θά τήν ἤθελαν οἱ κομψοί σοφιστές τοῦ τότε ἤ τοῦ σήμερα, δέν εἶναι ἀναγκαστικά ἤ πάντα ἐναντίον της. Ἡ Ἐκκλησία, στήν ἐσωτερική της πολιτεία, ἦταν συντηρητική, δότι ἦταν ἡ Ἐκκλησία τοῦ λαοῦ, ἄρα τῶν χωρικῶν [...] Στό μέτρο πού ὁ Ἰησοῦς ταύτισε τόν ἑαυτό του μέ τούς ἐλάχιστους τοῦ κόσμου τούτου, ἡ πραγματική ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας δέν εἶναι ἡ ἱστορία τῶν μεγάλων καί τῶν ἰσχυρῶν, ἀλλά τῶν ἀδύνατων καί τῶν μικρῶν. Ὁ θεολογικός ἱστορικός στοχασμός [...] δέν ἐνδιαφέρεται γιά τό τί ἔκαμαν οἱ κατά κόσμον μεγάλοι, ἔστω καί ἄν αὐτοί λέγονται ἀρχιεπίσκοποι, οὔτε γιά τό τί ἔκαμαν οἱ καθώς πρέπει μεσαῖοι, ἀλλά ἐξετάζει ποιοί, σάν τόν Θεό, ἦταν φτωχοί γιά ἕνα σύστημα, δηλαδή ἔξω ἀπό αὐτό, χωρίς ἀξία, ἄχρηστοι, καί ἄρα διαθέσιμοι, καί τί ἔκαναν γι΄ αὐτούς οἱ μαθητές τοῦ Ἰησοῦ. Διότι ἐκεῖνος σώζεται πού στά πρόσωπα αὐτῶν τῶν φτωχῶν βλέπει τόν Ἰησοῦ καί τόν ὑπηρετεῖ. Αὐτό εἶναι, σύμφωνα με τό εἰκοστό πέμπτο κεφάλαιο τοῦ Εὐαγγελίου κατά τόν Ματθαῖο, τό οὐσιαστικό κριτήριο τῆς ἀληθινῆς ἱστορίας τῆς Ἐκκλησίας» [33].
Εἴθε νά ἀναλογισθοῦν οἱ ἐκκλησιαστικοί μας ταγοί τό βάρος τοῦ σκανδαλισμοῦ τῶν Πιστῶν ἀπό τήν ἀλλοίωση τοῦ ἐκκλησιολογικοῦ δόγματος στό Κολυμπάρι καί νά πράξουν ἐν μεταμελείᾳ τά δέοντα!
Σημειωσεισ τελουσ
[1]Ρωμ. 1, 3
[3]Μητρ. Ναυπακτου και Αγ. Βλασιου Ιεροθεοσ, «Οἱ ἀποφάσεις τῆς Ἱεραρχίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος γιά τήν Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδο καί ἡ κατάληξή τους», Θεοδρομία18 (2016) 426-428.433. Βλ. τό ἴδιο κείμενο καί ἐδῶ:https://www.scribd.com/document/325254627/ΝΑΥΠΑΚΤΟΥ-ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ-Ι-Σ-Ι-ΓΙΑ-ΑΜΣΟΕ-ΚΑΙ-ΚΑΤΑΛΗΞΗ-ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ-ΑΚΤΙΝΕΣ#from_embed , ὅπως ἐπίσης καί ἐδῶhttp://www.parembasis.gr/index.php/el/mitropolitis-3/ni-various-articles/4618-2016-09-25
[4]. Πρόκειται γιά τό β΄ κείμενο τῆς 4ης Συνδιασκέψεως τῆς Μικτῆς Θεολογικῆς Ἐπιτροπῆς στό Ζαγκόρσκ τῆς Μόσχας (15-22 Σεπτεμβρίου 1981), ὑπό τόν τίτλο «Τό ἀλάθητον τῆς Ἐκκλησίας». Βλ. Ἐπίσκεψις 259 (1981) 12: «Ἀνώτατον ὄργανον τῆς Ἐκκλησίας διά τήν ἀλάθητον διακήρυξιν τῆς πίστεώς της εἶναι μόνον ἡ Οἰκουμενική Σύνοδος [...] Αὐτή ἀποφαινομένη ὑπό τήν ἐπιστασίαν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἔχει τό ἀλάθητον αὐτῆς ὡς ἐκ τῆς συμφωνίας αὐτῆς μεθ’ ὁλοκλήρου τῆς Καθολικῆς Ἐκκλησίας. Ἄνευ τῆς συμφωνίας ταύτης οὐδεμία σύναξις εἶναι Οἰκουμενική Σύνοδος» (ἐλήφθη ἀπό τό Γρ. Λιαντας, Διορθόδοξος Διακονία τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου καί τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος καί ἡ συμβολή τῶν δύο Ἐκκλησιῶν στούς διμερεῖς θεολογικούς διαλόγους μέ τή Ρωμαιοκαθολιή Ἐκκλησία καί τήν Ἐκκλησία τῶν Παλαιοκαθολικῶν, ἐκδ. Κορνηλία Σφακιανάκη, Θεσσαλονίκη 2005, σ. 106ἑ.).
[5]Λουκ. 16, 31
[6]Ι. Μ. Παντοκρατοροσ Μελισσοχωριου«Ἐπιτρέπεται οἱ λαϊκοί νά ἀναμειγνύονται σέ θέματα πίστεως;», Θεοδρομία ΙΒ΄ 3 (Ἰούλιος-Σεπτέμβριος 2010) 368-380. Βλ. καίhttp://www.impantokratoros.gr/769A2154.el.aspx  
[7]. Βλ. MBaker – Ν. Ασπρουλησ, «π. Γεώργιος Φλωρόφσκυ (1893-1979). Ἕνα σύντομο βιο-εργογραφικό σημείωμα», Θεολογία 81, τ. 4 (2010) 7-19.
[8]Γ. Μπεμπησ, «Φλορόφσκυ Γεώργιος», Θρησκευτική καί Ἠθική Ἐγκυκλοπαιδεία 11 (1967) στ. 1184· «Ἐνταῦθα κατέστη ὁ διαπρύσιος κῆρυξ τῆς ἐπιστροφῆς πρός τούς Πατέρας καί τόν “ἱερόν Ἑλληνισμόν” καί ἐχόμενος στερρῶς τῆς ἑλληνικῆς πατερικῆς Παραδόσεως συνεκρούσθη ἀναποφεύκτως μετά τοῦ διασήμου ἐπίσης Ρώσου στοχαστοῦ καί σοφιολόγου Σεργίου Μπουλγκάκωφ».
[9]. Κριτική ἐπί μερικῶν πρώιμων ἐκκλησιολογικῶν οἰκουμενιστικῶν ἀντιλήψεων τοῦ π. Φλωρόφσκυ ἄσκησε καί ὁ Θεοφ. Ἐπίσκοπος πρώην Ζαχουμίου καί Ἐρζεγοβίνης κ. Ἀθανάσιος (Γιέβτιτς), ὁ ἴδιος τώρα ἐπίσης μεταξύ τῶν προμάχων τοῦ σερβικοῦ οἰκουμενισμοῦ, σέ ἄρθρο του περί τῆς ἐκκλησιολογίας τοῦ π. Φλωρόφσκυ. Βλ. Επισκοποσ πρ. Ζαχουμιου και Ερζεγοβινησ Αθανασιος Γιεβτιτσ, «Ὁ π. Γεώργιος Φλωρόφσκυ περὶ τῶν ὁρίων τῆς Ἐκκλησίας», Θεολογία 81, τ. 4 (2010) 137-158.
[10]Πρωτοπρ. Καθηγητησ Γ. Φλωροφσκυ, Ἁγία Γραφή, Ἐκκλησία, Παράδοσις, μτφρ. Δημ. Τσάμη, Γεωργίου Φλωρόφσκυ Ἔργα 1, ἐκδ. Π. Πουρναρᾶ , Θεσσαλονίκη 1976, σ. 73ἑ.
[11]Πρωτοπρ. Καθηγητησ Γ. Φλωροφσκυ, αὐτόθι, σ. 74ἑ.
[12]Πρωτοπρ. Καθηγητησ Γ. Φλωροφσκυ, αὐτόθι, σ. 75.
[13]Αγιοσ Γρηγοριοσ ο ΘεολογοσΛόγος ἐπιτάφιος (ΜΓ΄) εἰς τόν Μέγαν Βασίλειον 50, PG36, 561A: «Πρός ταῦτα ὕβριζε͵ ἀπείλει͵ ποίει πᾶν ὁτιοῦν ἄν ᾖ βουλομένῳ σοι͵ τῆς ἐξουσίας ἀπόλαυε. Ἀκουέτω ταῦτα καί βασιλεύς͵ ὡς ἡμᾶς γε οὐχ αἱρήσεις οὐδέ πείσεις συνθέσθαι τῇ ἀσεβείᾳ͵ κἄν ἀπειλῇς χαλεπώτερα».
[14]. «Ἡ τελευταία συνέντευξη τοῦ μεγάλου βυζαντινολόγου Σέρ Στῆβεν Ράνσιμαν»http://i-m-patron.gr/i-m-patron-old.gr/keimena/runciman.html (ἀπό τό περιοδικό Πεμπτουσία4 (Δεκ. 2000-Μαρ. 2001) ): «Μερικές φορές – τί νά πῶ - αἰσθάνομαι πολύ ἀπογοητευμένος ἀπό τίς ἄλλες Ἐκκλησίες τῆς Δύσεως. Ὅμως, χαίρομαι μέ τήν σκέψη ὅτι στά ἑπόμενα 100 χρόνια ἡ Ὀρθοδοξία θά εἶναι ἡ μόνη ἱστορική Ἐκκλησία πού θά ὑφίσταται. Ἡ Ἀγγλικανική ἐκκλησία εἶναι σέ πολύ κακά χάλια. Ἡ Ρωμαιοκαθολική Ἐκκλησία χάνει συνεχῶς ἔδαφος. Ἀλλά, εὐτυχῶς, ὑπάρχει ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία. Μοῦ κάνει μεγάλη ἐντύπωση ὁ αὐξανόμενος ἀριθμός αὐτῶν πού ἀσπάζονται τήν Ὀρθοδοξία καί μάλιστα στήν Βρετανία. Πιστεύω ὅτι προσφέρει τήν πραγματική πνευματικότητα πού οἱ ἄλλες ἐκκλησίες δέν μποροῦν πλέον νά μεταδώσουν. Ὅλα αὐτά μέ ὁδηγοῦν στό συμπέρασμα ὅτι ἡ Ὀρθοδοξία θά διατηρηθῆ σέ ἀντίθεση μέ τίς ἄλλες».
[15]. «Στίβεν Ράνσιμαν, Ἱστορικός (1903-2000). Ὁ ἄνθρωπος πού ἄλλαξε τήν ἀντίληψιν τοῦ δυτικοῦ κόσμου διά τό Βυζάντιον», Ὀρθόδοξος Τύπος 1472 (20 Σεπ 2002) 2 (ἀναδημοσίευση ἀπό τό «Βῆμα» τῆς 8.9.2002).
[16]Steven Runciman, Ἡ Βυζαντινή Θεοκρατία, μτφρ. Ἰωσήφ Ροηλίδης, ἐκδ. Δόμος, Ἀθήνα 2005, σ. 111ἑ.
[17]. Σύντομο ἐπιμνημόσυνο βιογραφικό καί σκιαγραφικό σημείωμα περί τοῦ σπουδαίου αὐτοῦ θεολόγου, βλ. ὡς Π. Ν. Τρεμπέλας (1886-1977). Ἀμυδρά Σκιαγραφία(ἀνάτυπον ἐκ τοῦ βιβλίου «Ἐκλογή Ἑλληνικῆς Ὀρθοδόξου Ὑμνογραφίας»), ἐκδ. «Ὁ Σωτήρ», Ἀθῆναι 19882.
[18]. Βλ. «Ἡ καταδίκη τοῦ μακαριστοῦ Παναγιώτη Τρεμπέλα ἀπό τό Ἅγιον Ὄρος»,Ὀρθόδοξη Μαρτυρία 42 (Χειμώνας 1994) 78-87. Ἡ ἐν λόγῳ ἁγιορειτική κριτική δημοσιεύθηκε περί τά μέσα τῆς δεκαετίας τοῦ 1970. Οἱ προβληματικές θέσεις τοῦ Καθηγητοῦ κυροῦ Π. Τρεμπέλα εἶχαν περιληφθῆ στό βιβλίο του Μυστικισμός-Ἀποφατισμός-Καταφατική Θεολογία.Εἴκοσι ἔτη ἀργότερα καταδικάσθηκαν ἀπό τό Ἅγιον Ὄρος καί οἱ ἀπαράδεκτες πατρομαχικές ἀπόψεις τοῦ θεωρουμένου ὡς ἀντι-δυτικοῦ καί ὡς πατερικῶς θεολογοῦντος Καθηγητοῦ τῆς Παντείου κ. Χρήστου Γιανναρᾶ· βλ. «Ἀναίρεσις τῶν πεπλανημένων θέσεων τοῦ κ. Χρήστου Γιανναρᾶ περί τοῦ ἐν ἁγίοις Πατρός ἡμῶν Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου», Ὀρθόδοξη Μαρτυρία40 ( Ἄνοιξη-Καλοκαίρι 1993) 1-10.
[19]. Περί τοῦ θέματος τούτου ἰδέ χαρακτηριστικῶς Ἐγχειρίδιον· ἀλληλογραφία π. Ἰ.Σ. Ρωμανίδου καί καθ. Π.Ν. Τρεμπέλα, ἐπιμ. π. Γ. Μεταλληνοῦ, ἐκδ. Ἁρμός, Ἀθῆναι 2009. Βλ. συγκεκριμένα καί τήν ἄποψη τοῦ Σεβ. Μητροπολίτου Ναυπάκτου κ. Ἱεροθέου (Εἰσαγωγή,αὐτόθι, σ. 16), ὅτι: «Ὁ Παναγιώτης Τρεμπέλας μεγάλωσε σέ ὅλο αὐτό τό σχολαστικό κλῖμα καί ἔκανε μεγάλο ἀγῶνα καί ἀξιόλογη προσπάθεια, γιά νά μετακινηθῆ πρός τήν πατερική θεολογία. Αὐτό ἦταν ἕνα δύσκολο ἔργο στήν ἐποχή του [...] ἀπετέλεσε μιά δυναμική προσωπικότητα, πού ἔκανε τήν μεγάλη στροφή στήν Ἑλλάδα πρός τούς Πατέρας τῆς Ἐκκλησίας».
[20]Πρωτοπρ. Καθηγητησ Ιω. Ρωμανιδησ, Δογματική καί Συμβολική Θεολογία τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας, τόμ. Α΄, ἐκδ. Π. Πουρναρᾶ, Θεσσαλονίκη 19994, σ. 6ἑ.
[21]Πρωτοπρ. Καθηγητησ Θ. Ζησησ, «Γένεση καί ἐξέλιξη τῆς πατρομαχικῆς μεταπατερικότητας», Πατερική Θεολογία καί μεταπατερική αἵρεση, ἐκδ. Ἱ.Μ. Πειραιῶς, Πειραιεύς 2012, σ. 266.
[22]Π.Ν.Τρεμπελασ, Δογματική τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας, τόμ. Β΄, ἔκδ. «Ὁ Σωτήρ», Ἀθῆναι 19792,  σ. 408: «Ἐξηγεῖται δέ πλήρως ἡ τοιαύτη ἰσχύς τῆς λαϊκῆς ἀναγνωρίσεως, ὅταν ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν, ὅτι αἱ ἐπί τῆς χριστιανικῆς ἀληθείας ἀποφάνσεις καί διατυπώσεις τῶν ἱερῶν Συνόδων γίνονται, ὡς εἴπομεν, κατά τήν ἔγγραφον καί ἄγραφον ἀποστολικήν παράδοσιν, ἥτις δέν ἀποτελεῖ νεκράν τινα θεωρίαν καί γνῶσιν, ἀλλά ζῶν φρόνημα παντός τοῦ σώματος τῆς Ἐκκλησίας, μαρτυρούμενον καί ἀποτελούμενον ἐκ τῆς ζώσης πίστεως πάντων τῶν ζώντων μελῶν αὐτῆς. Ὁ ἐν τῇ Ἁγίᾳ Γραφῇ δηλαδή καί γενικῶς τῇ ἀποστολικῇ παραδόσει περιεχόμενος θησαυρός τῆς πίστεως δέον νά εἶναι κτῆμα παντός Χριστιανοῦ καί νά βιῶται ἐν τῇ ζωῇ αὐτοῦ. Ἐντεῦθεν καί αἱ σχετιζόμεναι πρός τόν θησαυρόν τοῦτον ἀποφάνσεις τῶν ἱερῶν συνόδων, γινόμεναι ἐκ διαμφισβητήσεων ὑπό αἱρετικῶν τῆς ζωοπαρόχου ἀληθείας, παρακολουθουμένων μετ’ ἀδιαπτώτου ἐνδιαφέροντος ὑπό τῶν ζώντων μελῶν τῆς Ἐκκλησίας, εἶναι ἀδύνατον νά συναντῶσιν ἀδιαφορίαν εἰς τούς πιστούς, ἐφ’ ὅσον οὗτοι δέν εἶναι νεκροί. Οὕτω παρουσιάζεται ἡ ὑπό τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ πληρώματος κρίσις τῶν συνοδικῶν ἀποφάνσεων αὐθόρμητος, ἔστι δ΄ ὅτε καί ἀσυγκράτητος, ἀλλ’ ἐκδηλοῖ συγχρόνως καί τό καθολικόν τῆς Ἐκκλησίας φρόνημα, ὅπερ οὐδέποτε ἔπαυσε νά μαρτυρῆται καί νά κηρύττεται ὑπ’ αὐτῆς».
[23]Αρχιμ. Γ. Καψανης, «Ἐπιμνημόσυνος στόν μακαριστό Καθηγητή», Κοινωνία 44, 2 (Ἀπρ.- Ἰουν. 2001) 121.
[24]Μ. Ορφανοσ«Ἐπικήδειος στόν Καθηγητή Κωνσταντῖνο Δωρ. Μουρατίδη»,Κοινωνία, αὐτόθι, 118ἑ. 
[25]Κ. Μουρατιδησ, Ἡ οὐσία καί τό πολίτευμα τῆς Ἐκκλησίας κατά τήν διδασκαλίαν Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου (διατριβή), ἐν Ἀθήναις 1958, σ. 212· « ... ἡ συμμετοχή τῶν λαϊκῶν εἰς τήν διαμόρφωσιν τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ βίου, ὑπό τάς ἐξυπακουομένας προϋποθέσεις, τοῦτο μέν τοῦ σεβασμοῦ τῆς ἁρμοδιότητος καί τῶν δικαιωμάτων τῆς ἱεραρχίας, ἥτις εἶναι ὁ κύριος φορεύς τῶν ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ λειτουργημάτων, τοῦτο δέ τοῦ βοηθητικοῦ χαρακτῆρος τῆς συμμετοχῆς τῶν λαϊκῶν [...] Ὁ ἱερός Χρυσόστομος θεωρεῖ τούς λαϊκούς πολυτίμους καί ἀπαραιτήτους συνεργάτας τοῦ κλήρου πρός διάδοσιν τῆς εὐαγγελικῆς ἀληθείας [...] Ἡ παραμέλησις τοῦ καθήκοντος τούτου ἀποτελεῖ βαρύτατον ἁμάρτημα, διό καί ὁ Χρυσόστομος θεωρεῖ τόν παραμελοῦντα τό καθῆκον τῆς διαφωτίσεως τῶν ἄλλων ἀδελφῶν καί δή τῶν ὑπό αἱρετικῶν παραπλανηθέντων, ὡς ἐχθρόν τῆς Ἐκκλησίας».
[26]Κ. Μουρατιδησ, αὐτόθι, σ. 216·  «Ὁ ἱερός Χρυσόστομος δέν ἐδίδαξε μόνον, ὡς ἀναγκαίαν καί ἐπιβεβλημένην τήν ἐνεργόν συμμετοχήν πάντων τῶν πιστῶν εἰς τήν διαμόρφωσιν τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ βίου, ἀλλ’ ὑπῆρξε καί ὁ ὑπέροχος ἡγέτης, ὅστις ἐνέπνευσε τά πλήθη τῶν πιστῶν καί μετέβαλεν αὐτά εἰς πολυτίμους συμπαραστάτας καί ἀγωνιστάς τῆς καλῆς στρατείας. Ὁ Χρυσόστομος δέν διέβλεπεν εἰς τούς λαϊκούς τούς ἀντιπάλους, οἵτινες ἔπρεπε νά κρατηθοῦν μακράν τοῦ ὀργανωτικοῦ μηχανισμοῦ τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλ’ ἀπεζήτει δι΄ ὑπερανθρώπων προσπαθειῶν νά ἐπιτύχῃ τήν ἐνεργόν εἰς αὐτόν συμμετοχήν των».
[27]Κ. Μουρατιδησ, αὐτόθι, σ. 219· «Ἐκ τῆς σπουδαιότητος τῆς ὡς ἄνω περικοπῆς ἐμφαίνεται σαφέστατα, ὅτι οἱ λαϊκοί κέκληνται οὐ μόνον νά μεριμνῶσι περί τῶν τῆς Ἐκκλησίας πραγμάτων, ἀλλά καί νά συμβάλλωσιν εἰς τήν συμφώνως τοῖς κανόσι διοίκησιν τῆς Ἐκκλησίας. Εἶναι δέ χαρακτηριστικόν, ὅτι εἰς κρισίμους διά τόν βίον τῆς Ἐκκλησίας στιγμάς, ὅτε ἀνάξιοι κληρικοί ἀνέτρεπον τούς νόμους τῆς Ἐκκλησίας, οὕς ἀκριβῶς ἐκλήθησαν νά προστατεύσουν καί ἐφαρμόσουν, οἱ λαϊκοί ὑπῆρξαν ἐκεῖνοι, οἵτινες διέσωσαν τό κινδυνεῦον σκάφος τῆς Ἐκκλησίας. Τό λαμπρόν παράδειγμα τῆς Ἐκκλησίας τῆς Κωνσταντινουπόλεως ἐπί Χρυσοστόμου ἀποτελεῖ ἀσφαλῶς μίαν τῶν πλέον χαρακτηριστικῶν σχετικῶν περιπτώσεων τῆς Ἐκκλησιαστικῆς ἱστορίας. Δέν εἶναι δέ συνεπῶς παράδοξον τό γεγονός, καθ΄ ὅ ὁ μέγας Χρυσόστομος ἀπευθυνόμενος εἰς τό ὑπέροχον ποίμνιόν του διεκήρυσσεν, ὅτι “χωρίς ὑμῶν οὐδέν ἐργάσομαι”»
[28]. Βλ. σχετικῶς τό ἄρθρο: «Βλάσιος Φειδάς» https://www.wikipedia.gr/wiki/Βλάσιος_Φειδάς
[29]. Βλ. τό ἄρθρο Δ. Αναγνωστησ, «Ὁ κ. Βλ. Φειδᾶς ὁμολογεῖ καί ἀποκαλύπτει περί τῆς συνάξεως τοῦ Κολυμπαρίου (Κρήτης)», http://aktines.blogspot.gr/2016/12/blog-post_999.html(ἀπό τόν Ὀρθόδοξο Τύπο 2146 (30 Δεκ 2016) 1.4.
[30]Βλ. Φειδασ, Βυζάντιο (Βίος-Θεσμοί-Κοινωνία-Ἐκκλησία-Παιδεία-Τέχνη), Ἀθῆναι 1990, σ. 154. 
[31]. Αὐτόθι, σ. 317.
[32]. Τήν ὁποία ὁ Καθηγητής Φειδᾶς ὀνομάζει «λογική τῶν συμβιβασμῶν ἤ τῶν καιρικῶν σκοπιμοτήτων τῆς πολιτικῆς ἡγεσίας ἤ τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἱεραρχίας» (αὐτόθι, σ. 317).

[33]Βενεδικτοσ Εγγλεζακησ (Ἀρχιμανδρίτης Παῦλος), «Ἡ Ἐκκλησία τῆς Κύπρου ἀπό τό 1878 μέχρι τό 1955», στό Εἴκοσι μελέται διά τήν Ἐκκλησίαν Κύπρου (4ος ἕως 20ός αἰών), ἐκδ. Ἵδρυμα Α.Γ. Λεβέντη – ΜΙΕΤ, Ἀθῆναι 1996, σσ. 616.617.