"Κρείττων γὰρ ἐπαινετὸς πόλεμος εἰρήνης χωριζούσης Θεοῦ· καὶ διὰ τοῦτο τὸν πραῢν μαχητὴν ὁπλίζει τὸ Πνεῦμα, ὡς καλῶς πολεμεῖν δυνάμενον" Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος

Τρίτη, 18 Ιουλίου 2017

Για την υποκρισία της Συνόδου της επίσημης Εκκλησίας


Διαβάσαμε στην "Ρομφαία" ( http://www.romfea.gr/epikairotita-xronika/15947-i-iera-sunodos-gia-ton-autoapokaloumeno-patir-kleomeni ) ανακοίνωση της Συνόδου της κρατούσης Εκκλησίας της Ελλάδος κατά του, γνωστού τοις πάσι πλέον, πατρός Κλεομένη. Χωρίς να συμφωνούμε με τις απόψεις και με την δράση του εν λόγω κληρικού ΚΑΤΑΓΓΕΛΟΥΜΕ την υποκρισία της Συνόδου, για δύο λόγους:
α. Διότι η Ορθοδοξία δεν κινδυνεύει από ανθρώπους σαν τον π. Κλεομένη, όσο και ακραίοι και αν είναι, αλλά από ανθρώπους σαν τον Βαρθολομαίο, τον Ζηζιούλα και τους υπολοίπους  αιρετικούς Οικουμενιστές, τους οποίους η Σύνοδος δεν τολμά να ελέγξει διότι μετέχει των ιδίων παναιρετικών φρονημάτων.  
β. Διότι δεν πρέπει να μιλούν περί "αγάπης και πραότητας" οι διάδοχοι εκείνων που ξυλοκόπησαν, φυλάκισαν, εξόρισαν, διαπόμπευσαν, ακόμη και δολοφόνησαν εκείνους που αρνήθηκαν να υποταχθούν στις αποφάσεις τους (όπως έχει καταγράψει και καταγράφει ακόμη η Ιστορία - ένα μέρος εδώ: http://krufo-sxoleio.blogspot.gr/2016/01/1924-1928.html). Τί πιο ακραίο δηλαδή έπραξε ο π. Κλεομένης, από τον τότε Πρωτοσύγκελο της Αρχιεπισκοπής Αθηνών Διονύσιο Ψαριανό (μετέπειτα δεσπότη Κοζάνης), ο οποίος αρχές της δεκαετίας του 1950 στα υπόγεια της Αρχιεπισκοπής ξύριζε βιαίως μαζί με χωροφύλακες Παλαιοημερολογίτες ιερείς και μάζευε τα γένια τους σε ένα τσουβάλι το οποίο επεδείκνυε καγχάζοντας: "εδώ μέσα έχω την ιερωσύνη των Παλαιοημερολογιτών";
Άραγε οι Συνοδικοί θα δηλώσουν, έστω και μετά από 70 χρόνια, την συμπαράστασή της προς όσους είχαν πληγεί τότε από τις αντιχριστιανικές και απάνθρωπες ενέργειες των προκατόχων τους; Πολύ αμφιβάλλουμε...


Π. ΧΡΥΣΑΝΘΟΣ-ΑΓΙΟΙ ΤΟΠΟΙ: ΓΙΑ ΠΑΛΑΙΟ-ΝΕΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΚΑΙ Η ΠΡΟΔΟΣΙΑ ΣΤΑ ΙΕΡΟΣΟΛΥΜΑ



ΣΗΜΕΙΩΣΙΣ ''ΕΝ ΤΟΥΤΩ ΝΙΚΑ: ΦΟΒΕΡΕΣ ΟΙ ΜΑΡΤΥΡΙΕΣ ΤΟΥ Π. ΧΡΥΣΑΝΘΟΥ! ΑΣ ΒΛΕΠΟΥΝ ΚΑΙ ΑΣ ΑΚΟΥΝ ΟΙ ΚΑΘΕ ΛΟΓΗΣ ''ΟΡΘΟΔΟΞΟΙ'' ΤΟΝ ΤΡΟΠΟ ΜΕ ΤΟΝ ΟΠΟΙΟ ΟΙ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΤΕΣ ΦΙΜΩΝΟΥΝ ΤΙΣ ΟΡΘΟΔΟΞΕΣ ΦΩΝΕΣ ΚΑΙ ΟΧΙ ΜΟΝΟ..... ΑΚΟΥΣΤΕ ΟΛΟΚΛΗΡΑ ΤΑ ΒΙΝΤΕΟ!

Κυριακή, 16 Ιουλίου 2017

Ο ΠΕΡΙΦΗΜΟΣ ΔΙΔΑΣΚΑΛΟΣ ΚΑΙ ΘΕΟΛΟΓΟΣ ΣΕΒΑΣΤΟΣ Ο ΚΥΜΙΝΗΤΗΣ


Τὸ ἐξακουστὸν «Φροντιστήριον» τῆς Τραπεζοῦντος (1682)

Νικολάου Μάννη,
ἐκπαιδευτικοῦ

Ὁ Τραπεζούντιος Διδάσκαλος τοῦ Γένους Σεβαστὸς ὁ Κυμινήτης γεννήθηκε  περὶ τὸ 1630 στὰ Κύμινα τῆς Τραπεζοῦντος. Σπούδασε στὴν Μεγάλη τοῦ Γένους Σχολὴ στὴν Κωνσταντινούπολη, κοντὰ στοὺς περίφημους διδασκάλους Ἰωάννη Καρυοφύλλη καὶ Ἀλέξανδρο Μαυροκορδάτο τὸν «ἐξ ἀπορρήτων», τὸν ὁποῖο διαδέχθηκε στὴν σχολαρχία τὸ 1671. Μετὰ ἀπὸ μιὰ δεκαετία ἀναγκάστηκε νὰ ἐγκαταλείψει τὴν Σχολὴ μετὰ ἀπὸ στάση τῶν μαθητῶν ποὺ ὑποκίνησε ὁ Γεράσιμος ὁ Ἀκαρνάν, ὁ ὁποῖος μάλιστα τὸν διαδέχθηκε στὴν σχολαρχία. Οἱ μαθητὲς συκοφάντησαν τὸν Σεβαστὸ στὸν Πατριάρχη Καλλίνικο τὸν Β΄ (Ἀκαρνάν καὶ ἐκεῖνος) ὡς δήθεν ὀπαδὸ τοῦ θνητοψυχισμοῦ καὶ καλβινιστή. Ἡ πρώτη κατηγορία βασίστηκε σὲ μιὰ σκόπιμη παρερμηνεία μιὰς ἀπόψεώς του στὰ σχόλια τοῦ Κορυδαλλέως στὸ Περὶ Ψυχῆς τοῦ Ἀριστοτέλους, ἐνῶ ἡ δεύτερη βασίστηκε στὸ ὅτι χρημάτισε μαθητὴς τοῦ ἐπίσης κατηγορηθέντος ὡς καλβινίζοντος Καρυοφύλλου. Καὶ οἱ δύο κατηγορίες ἀποδεικνύονται ἀνυπόστατες, ἀφοῦ δὲν ὑπάρχει καμία ἀπόδειξη ἀπὸ τὰ ἔργα του πὼς ὑπήρξε θνητοψυχιστής, ἐνῶ ἀντιτάχθηκε καὶ σὲ μερικὲς καλβινίζουσες θέσεις τοῦ δασκάλου του μὲ τὰ θεολογικά του κείμενα. Ξεκάθαρα λοιπὸν αἰτία τῆς ἀποπομπῆς του ἦταν ὁ διορισμὸς ὡς Σχολάρχου τοῦ Γερασίμου τοῦ Ἀκαρνάνος, συμπατριώτου τοῦ Πατριάχου, ὁ ὁποῖος - ὦ, τῆς θείας δίκης - ἀποπέμφθηκε καὶ αὐτὸς ἀργότερα μετὰ ἀπὸ στάση τῶν μαθητῶν του!
Στὸν Σεβαστὸ ἔγινε ἀμέσως πρόταση ἀπὸ τὸν ἐν Μόσχᾳ εὐρισκόμενο Ἕλληνα διάκονο Τιμόθεο νὰ ἀναλάβει τὴν διεύθυνση τῆς Σχολῆς τῆς Μόσχας, ἐκείνος ὅμως ἀρνήθηκε γιὰ τὸν ἑξὴς λόγο. Ἔμαθε ἀπὸ κάποιον συμπατριώτη του πὼς στὴν Τραπεζοῦντα κατέφθασαν παπικοὶ μοναχοὶ καὶ ἄρχισαν νὰ διδάσκουν δωρεὰν μαθήματα στοὺς κατοίκους. Κατανοήσας ὁ μακαριστὸς Διδάσκαλος τὸν σκοπὸ τῶν παπικῶν, ὁ ὁποῖος δὲν ἦταν ἄλλος ἀπὸ τὸν προσηλυτισμό, ἔσπευσε νὰ ἐπιστρέψει στὴν πατρίδα του, στὴν ὁποία ἵδρυσε τὸ περίφημο «Φροντιστήριον» τῆς Τραπεζοῦντος (1682). Μὲ τὴν διδασκαλία του δὲν μόρφωσε μόνο τοὺς μαθητὲς φιλολογικῶς καὶ φιλοσοφικῶς, ἀλλὰ καὶ θεολογικῶς, ὥστε νὰ ἀποτραπεῖ ἡ παπικὴ προπαγάνδα. Γράφει ὁ βιογράφος του: «Μὴ περιοριζόμενος δὲ μόνον εἰς τὴν ἐν τῷ Φροντιστηρίῳ διδασκαλίαν ἀνέπτυσσε συνεχῶς εἰς τοὺς συμπολίτας του τὰ πρὸς τὸν Θεὸν καὶ τὸν πλησίον καθήκοντα, στηρίζων αὐτοὺς εἰς τὴν πίστιν τῶν πατέρων καὶ πρότυπον ἀρετῆς καὶ θεοσεβείας ἑαυτὸν παρέχον» (Ἐπαμεινώνδα Κυριακίδου, Βιογραφίαι τῶν ἐκ Τραπεζοῦντος…, Ἀθήναι, 1897, σελ. 67). Τὸ ἔργο του στέφθηκε μὲ ἀπόλυτη ἐπιτυχία καὶ ὁ ἵδιος προκάλεσε τὴν μήνι τῶν παπικῶν, ποὺ ἀποπειράθηκαν νὰ τὸν τυφλώσουν, εὐτυχῶς ἀνεπιτυχῶς!
Τὸ 1689 ἀνέλαβε, κατόπιν προσκλήσεως τοῦ θεοσεβοῦς Ἑλληνομαθοῦς Ἡγεμόνος τῆς Οὐγγροβλαχίας Κωνσταντίνου Μπρινκοβεάνου (περὶ τούτου καὶ τοῦ μαρτυρίου του, προσεχῶς), τὴν διεύθυνση τῆς περίφημης νεοιδρυθείσης Αὐθεντικῆς Ἀκαδημίας τοῦ Βουκουρεστίου, τὴν ὁποία διηύθυνε ἐπιτυχῶς ὡς τὴν κοίμησή του στὶς 6 Σεπτεμβρίου 1702. Ἄφησε πολλοὺς μαθητὲς καὶ κατέλιπε πάμπολλα συγγράμματα (ἄνω τῶν 100), ἄπαντα ἀνέκδοτα πλὴν δύο.
Τὰ ἐκδεδομένα ἔργα του εἶναι τὰ ἑξῆς:
1.  Ἑορτολόγιον. Ἐκδόθηκε τὸ 1701 στὸ τυπογραφείο τῆς Μονῆς τοῦ Snagov στὴν νότια Ρουμανία. Ἀναφέρεται κυρίως σὲ ζητήματα χρονολογίας, ἑορτολογίου καὶ Πασχαλίου. Μὲ τὴν ἐπιχειρηματολογία του κατὰ τῆς καινοτομίας τοῦ Γρηγοριανοῦ ἡμερολογίου, ἐπηρέασε καὶ τοὺς συγχρόνους του, ἀλλὰ καὶ τοῦς μεταγενεστέρους Πατέρες καὶ Διδασκάλους, ὅπως τὸν Δοσίθεο Ἱεροσολύμων, τὸν Κωνσταντινουπόλεως Καλλίνικο ἐκ Ζαγορᾶς καὶ τὸν Ἅγιο Νικόδημο. Στὸ πόνημα αὐτὸ ἰσχυρίζεται πὼς οἱ Λατῖνοι εἶναι ἐκτὸς Ἐκκλησίας ἀφοῦ «διὰ μίαν χρονικὴν διόρθωσιν ἐξεχωρίσθησαν καὶ ἀπεκόπησαν κοντὰ εἰς τὰ ἄλλα, καὶ κατὰ τὸ καλενδάριον ἀπὸ τὸ καθόλου σῶμα τῆς Ἐκκλησίας, ὡς σχισματικοί, καὶ αὐτάρεσκοι, καὶ αὐτοκέφαλοι ὁποῦ εἶναι». Ἂς τὰ βλέπουν οἱ σημερινοὶ Οἰκουμενιστὲς ποὺ τοὺς ὁνομάζουν καὶ θεωροῦν «Ἐκκλησία».
2.  Δογματικὴ Θεολογία. Τὸ ἔργο αὐτὸ ἐκδόθηκε τὸ 1703 στὸ Βουκουρέστι μὲ ἔξοδα τοῦ ὁμογενοῦς ἄρχοντος Γεωργίου Ποστελνίκου, ὁ ὁποῖος τὸ διένειμε δωρεὰν στοὺς Ὀρθοδόξους. Περιλαμβάνει θεολογικὰ θέματα σχετικὰ μὲ τὴν Θεία Ευχαριστία καὶ τὴν ἀναμαρτισία τῆς Θεοτόκου, ποὺ πρέσβευαν οἱ παπικοί (ὁ Ευγένιος Βούλγαρις στὸ «Θεολογικόν» του παραπέμπει στὶς θέσεις αὐτὲς τοῦ Σεβαστοῦ). Μὲ τὸ ἔργο αὐτὸ καταρρίπτονται οἱ παπικὲς θέσεις, ἀλλὰ ταυτόχρονα (στὸ θέμα τῆς Θείας Εὐχαριστίας) καὶ οἱ προτεσταντικές, ἀποδεικνύοντας ὡς συκοφαντία, ἐκείνη τὴν παλαιὰ κατηγορία κατὰ τοῦ Σεβαστοῦ περὶ δήθεν καλβινισμοῦ. Ἡ διανομὴ τοῦ βιβλίου, σὲ μιὰ περίοδο ποὺ ἡ Ἐκκλησία βαλλόταν ἀπὸ τοὺς Οὐνίτες, εἴχε εὐεργετικὴ ἐπίδραση στοὺς Ὀρθοδόξους, τοὺς ὁποίους ὁ Διδάσκαλος Σεβαστὸς προέτρεπε «νὰ μὴν ἀπατηθοῦν ἀπὸ τὰς τοιαύτας συκοφαντίας καὶ ψευδολογίας τῶν τοιούτων ἀπατεώνων καὶ προβατοσχήμων λύκων».



Ἀπὸ τὰ ὑπόλοιπα κείμενά του, ἐπιστολὲς καὶ συγγράμματα (τὰ ὁποία εὐρίσκονται διασκορπισμένα σὲ βιβλιοθήκες διαφόρων χωρῶν) μνημονεύεται ἐνδεικτικὰ μόνο ἡ σύντομος πραγματεία «Περὶ διαφορᾶς θείας οὐσίας καὶ ἐνεργείας, κατὰ Λατίνων», ἡ ὁποῖα, σὺν Θεῷ, θὰ ἐκδοθεῖ σύντομα, μαζὶ μὲ ἄλλα ἄγνωστα ἀντιπαπικὰ κείμενα διαφόρων Διδασκάλων.

Ὁ Σεβαστὸς ἄφησε φήμη μεγάλου διδασκάλου καὶ θεολόγου καὶ πολλοὶ ἐκκλησιαστικοὶ ἄνδρες παραπέμπουν στὰ κείμενά του. Ὁ δὲ Καισάριος Δαπόντες χαρακτηρίζει «χρυσά» τὰ συγγράμματα τοῦ Σεβαστοῦ «καὶ τοῦ χρυσοῦ τιμιώτερα καὶ χρησιμώτερα» (Κ. Σάθα, Μεσαιωνικὴ Βιβλιοθήκη, τόμ. γ΄, Βενετία, 1872, σελ. 192). Ἡ συμβολή του στὸν ὑπὲρ τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως, Ἱερὸ Ἀγώνα, ὑπήρξε σημαντικὴ καὶ τὸ λιγότερο ποὺ μπορούσε νὰ γίνει γιὰ  αυτὸν ἦταν ἡ σύνταξη τοῦ παρὸντος ἄρθρου, ὥστε μέσα ἀπὸ αὐτὸ νὰ γίνει γνωστὸς καὶ σὲ ἄλλους ὁρθοδόξους συμπατριώτες μας. Ἂς εἶναι ἡ μνήμη του αἰωνία.  

Παρασκευή, 14 Ιουλίου 2017

Ὁλίγα τινὰ περὶ ἐκκοσμικεύσεως (μέρος γ΄)

(ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΑΠΟ ΕΔΩ

(Συνεχίζει ὁ ἁγιορείτης πατὴρ Σάββας) «Ἐν πολλοῖς παρατηρεῖται ὅτι τὸ κατηχητικὸ-κηρυγματικὸ ἔργο εἴτε ἀπουσιάζει τελείως, εἴτε γίνεται πλημμελῶς καὶ κάποτε ἀπὸ πρόσωπα ἀκατάλληλα. Νέοι ποὺ ἔχουν οἱ ἴδιοι ἀνάγκη ἀπὸ κατήχηση ἀναλαμβάνουν νὰ διδάξουν τὰ μικρὰ παιδιὰ στὰ κατηχητικὰ σχολεῖα ἢ στὶς ἐκκλησιαστικὲς Κατασκηνώσεις. Πρέπει νὰ τονιστεῖ ὅτι τὸ ἔργο αὐτὸ εἶναι κατ’ ἐξοχὴν τῶν ποιμένων καὶ φωτισμένων στελεχῶν μὲ ἀποδεδειγμένη συνεπῆ χριστιανικὴ ζωή.
   Ἐπίσης παρατηρεῖται ἐν πολλοῖς ὁ αὐτοπεριορισμὸς τῶν Ποιμένων σὲ καθαρὰ λειτουργικὰ καθήκοντα, κάτι ποὺ βεβαίως ἀναπαύει πολὺ τοὺς ἀθέους πολιτικοὺς, οἱ ὁποῖοι ἐπιθυμοῦν τὴν ἀποχριστιάνιση τοῦ λαοῦ.
   Σὲ ἄλλες περιπτώσεις οἱ ποιμένες ἀναλώνονται σὲ οἰκοδομικὲς-διακοσμητικὲς δραστηριότητες ἐντὸς ἢ πέριξ τοῦ ναοῦ.
   Ἄλλοτε πάλι ἐκδαπανῶνται σὲ ἄλλες δευτερεύουσες καὶ ἀμφιλεγόμενης πνευματικῆς ὠφελείας δραστηριότητες, ὅπως διοργάνωση φροντιστηριακῶν μαθημάτων, ζωγραφικῆς, μουσικῆς, παραδοσιακῶν χορῶν, ποδοσφαιρικῶν-ἀθλητικῶν ὁμάδων, ἐκδρομῶν μὲ τουριστικό-κοσμικὸ χαρακτῆρα, θεατρικῶν παραστάσεων μὲ κοσμικὸ περιεχόμενο, χοροεσπερίδων, ἑορτῶν καὶ συνεστιάσεων μὲ κοσμικὲς προδιαγραφὲς γιὰ τὴν οἰκονομικὴ ἐνισχυση τοῦ ναοῦ, λαχειοφόρων ἀγορῶν, ἐράνων καὶ δισκοφοριῶν ἀκόμα καὶ κατὰ τὴν ἱερώτερη ὥρα τῆς Θείας Λειτουργίας κ.λ.π.
   Αὐτὰ ἐν πολλοῖς σκανδαλίζουν τὸ πιστὸ ποίμνιο ἐνῶ ἀποπροσανατολίζουν τοὺς λιγότερο πιστοὺς καὶ τοὺς ἀπομακρύνουν ἀπὸ τὴν αὐθεντικὴ χριστιανικὴ ζωή.
   Δὲν πρέπει νὰ λησμονεῖται ὅτι τὰ «φάρμακα» τῆς Ἐκκλησίας ποὺ θεραπεύουν ἀληθινὰ τὴν ἀνθρώπινη ὑπόσταση, σύμφωνα μὲ τὴν διδασκαλία τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου καὶ ὅλων τῶν Ἁγίων Πατέρων, εἶναι ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ - Ἱερὸ Κήρυγμα καὶ τὰ Ἅγια Μυστήρια. Αὐτὰ πρέπει νὰ χρησιμοποιοῦν συνεχῶς οἱ Ἅγιοι ποιμένες καὶ Πνευματικοὶ ἰατροὶ γιὰ νὰ ἐκπληρώνουν τὴν σωτηριώδη ἀποστολή τους.
   Τὸ ποίμνιο, ἀπὸ τὴν μεριά του, θὰ πρέπει νὰ ἐνθαρρύνει τοὺς ποιμένες του σ’ αὐτὴν τὴν κατεύθυνση τῆς ἐπιστροφῆς στὴν πρακτικὴ τῶν Ἁγίων Πατέρων. Αὐτοὶ ἀναλώνονταν στὴν κατήχηση, τὸ κήρυγμα, τὴν τέλεση τῆς Θείας Λειτουργίας καὶ δευτερευόντως κάλυπταν τὶς βασικὲς βιοτικὲς ἀνάγκες τοῦ ποιμνίου των (τροφή, φροντίδα τῶν πτωχών)».

   Ἂς προχωρήσουμε στὴν σύντομη αὐτὴ προσέγγισι στὴν δεινοτάτη ἐκκοσμίκευσι παραθέτοντας μία σκέψι:
   Τὸ 1920 ἐξεδόθη ἐκείνη ἡ αἱρετικὴ ἐγκύκλιος ἀπὸ τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο, ποὺ προωθοῦσε τὴν προσέγγισι τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μὲ τὶς αἱρέσεις τῆς Δύσεως. Τὸ 1923 συνεκλήθη τὸ παράνομο ἐκεῖνο Συνέδριο στὴν Κωνσταντινούπολη, ποὺ προωθοῦσε νεωτερισμοὺς, ὅπως τὴν ἀλλαγὴ ἡμερολογίου καὶ Πασχαλίου, τὴν κουρὰ τῆς κόμης καὶ τῶν γενείων καὶ τὴν ἀποβολὴ τῶν ράσων τῶν κληρικῶν, τὸν δεύτερο γάμο τῶν κληρικῶν, καὶ ἄλλα ποὺ οὐσιαστικῶς προωθούσαν μαζὶ μὲ τὸν οἰκουμενισμὸ καὶ αὐτὴν τὴν ἐκκοσμίκευσι.
   Εἶναι βεβαιωμένο ὅτι ἐκεῖνοι οἱ τραγικοὶ Κληρικοὶ ποὺ προωθούσαν αὐτοὺς τοὺς νεωτερισμοὺς εἶχαν πολλὲς ἐπαφὲς μὲ τὴν Δύσι, καὶ δὴ μὲ τὸν Νέο Κόσμο, τὴν Ἀμερικὴ, ὅπου τὸν πνεῦμα τῆς ἐκκοσμικεύσεως καὶ τῆς «Νέας Ἐποχῆς» ἤταν ἤδη ἐμφανὲς περὶ τὸ 1900. Βλέποντες αὐτὴν τὴν νέα κατάστασι καὶ προβλέποντες τὴν ἐξάπλωσί της παγκοσμίως (ἀφοῦ κάθε τὶ ποὺ προάγει τὴν ἄνεσι-καλοπέρασι καὶ τὴν ἄνευ ἀληθείας ψευδοαγάπη εἶναι καλοδεχούμενο ἀπὸ τοὺς ὀλιγοπίστους καὶ τοὺς ἀπίστους), ὑποκινούμενοι ἀπὸ τὸν διάβολο, ἐπεχείρησαν (καὶ τελικῶς ἐπέτυχαν σὲ μεγάλο βαθμὸ) νὰ εἰσάγουν σταδιακῶς τὸ νέο πνεῦμα καὶ στὴν Ἀνατολὴ, μὲ σκοπὸ νὰ «συγχρονισθῇ» ἡ Ἐκκλησία μὲ τὰ νέα δεδομένα. Καὶ φρονοῦμε ὅτι εἶχαν κατὰ νοῦ τους καὶ τὸ ἑξῆς: Ἐφρόντιζαν νὰ μὴ χάσουν ἀπὸ τὸ «ποίμνιό» τους τοὺς ἐκκοσμικευμένους-χλιαροὺς χριστιανοὺς (ποὺ ὅλο καὶ θὰ πλήθαιναν, κατὰ τὰ φαινόμενα), αὐτοὺς ποὺ θέλουν τὴν Ἐκκλησία «προοδευτικὴ» καὶ «σύγχρονη», δηλαδὴ στὰ μέτρα τους. Ὅσοι εἶναι μέλη πονηρῶν «ὀργανώσεων» καὶ «ἐπιχειρηματίες» ἐντὸς τῆς Ἐκκλησίας (ὅπως κάποιοι ἐκ τῶν πρωτεργατῶν τῶν ὡς ἄνω καινοτομιῶν) βλέπουν αὐτοὺς τοὺς «πιστοὺς» ὡς μέσον συντηρήσεως τῆς ἐξουσίας τους καὶ γενικῶς τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ «ὀργανισμοῦ» τους (ὅπως αὐτοὶ θεωροῦν τὴν Ἐκκλησία). Βεβαίως, οὕτως ἡ ἄλλως, αὐτοὶ οἱ ἀνάξιοι καὶ ταλαίπωροι «Ποιμένες», ὅπως καὶ οἱ οἰκουμενιστὲς καὶ οἱ βολεμένοι γιὰ βιοποριστικοὺς λόγους στὴν Ἐκκλησία, ἐπεδίωκαν καὶ ἐπιδιώκουν τὴν ἐκκοσμίκευσι τοῦ ποιμνίου τους, ἀκριβῶς διότι αὐτὴ ἡ χαλαρὴ κατάστασι βολεύει καὶ τὴν δική τους ὀλιγοπιστία-χλιαρότητα, καθὼς εἶναι πολέμιοι τοῦ γνησίου ἡσυχαστικοῦ-ἀσκητικοῦ ὀρθοδόξου φρονήματος. Καὶ μάλιστα οἱ πλέον ἀντίχριστοι ἐξ αὐτῶν, ἐπιθυμοῦν νὰ ὁδηγήσουν τὸ ποίμνιό τους ἀπευθείας στὸ στόμα τοῦ λύκου-διαβόλου.
   Ἂς παραθέσωμε ἕνα σχετικὸ παράδειγμα: Εἶναι γεγονὸς ὅτι στὴν ἐποχή μας σχεδὸν ὁλοκληρώθηκε ἡ χειραφέτησι τῶν γυναικῶν καὶ ἡ ἐξίσωσι ἀνδρῶν-γυναικῶν στὶς δυτικὲς κοινωνίες (τοῦτο δὲ ἐπεκτείνεται ὅλο καὶ περισσότερο στὶς ἀνατολικὲς τοιαύτες). Ἡ Ἐκκλησία μας δὲν πρεσβεύει τοιούτου εἴδους ἐξίσωσι. Ὁ ἄνδρας εἶναι «κεφαλὴ» τῆς γυναικός, ἀφοῦ ἡ γυνὴ ὀφείλει ὑπακοὴ σὲ αὐτόν (κατὰ τὰ ἁγιογραφικὰ καὶ ἁγιοπατερικὰ ρητά[1]), δίχως αὐτὸ νὰ σημαίνῃ ὅτι αὐτὸς δύναται νὰ εἶναι αὐταρχικός ἢ, πόσῳ μᾶλλον, σκληρός ἀπέναντί της, ἀφοῦ ὀφείλει νὰ τὴν ἀγαπᾷ καὶ νὰ τὴν σέβεται ὡς ψυχικῶς ἰσότιμη, καὶ νὰ ὑπολογίζῃ τὴν γνώμη της ἐν ταπεινώσει[2]. Ἂν καὶ ὁ ἄνδρας διαφέρει καὶ ὑπερέχει τῆς γυναικὸς κατὰ διαφόρους τρόπους[3], ἐννοεῖται ὅτι δὲν ὑφίσταται ἐπ’ οὐδενὶ στὴν Ἐκκλησία μας μισογυνισμός. Μὴ λησμονοῦμε ὅτι μία γυναῖκα, ἡ Παναγία μας, εὑρίσκεται ἀμέσως μετὰ τὴν Παναγία Τριάδα στὴν Οὐράνιο Ἱεραρχία. Πολλὲς δὲ ἅγιες γυναῖκες (ὅπως ἡ μεγαλομάρτυς Αἰκατερίνη) ἔχουν, ὡς φαίνεται ἀπὸ τοὺς βίους τους καὶ ἀπὸ τὴν τιμὴ ποὺ τοὺς ἀποδίδει ἡ Ἐκκλησία (ἀργία, μεγάλη δοξολογία κ.τ.τ.), μεγαλύτερη παρρησία στὸν Θεὸ ἀπὸ κάποιους ἁγίους ἄνδρες. Καὶ αὐτὸ τὸ χαιρόμαστε οἱ Ὀρθόδοξοι.
   Ἂς ἐπανέλθουμε: Τί εἴδαμε τὶς τελευταῖες δεκαετίες καὶ ἐδῶ στὴν Ἑλλάδα; Ἐπετράπη στὶς γυναῖκες ἐντὸς τοῦ ἱεροῦ ναοῦ νὰ βγοῦν ἀπὸ τὸν γυναικωνίτη, νὰ ἀνακατευτοῦν μὲ τοὺς ἄνδρες, νὰ ψάλλουν, καὶ μελλοντικῶς θὰ τὶς δοῦμε νὰ κηρύττουν καὶ νὰ χειροτονοῦνται ἱέρειες (ὅπως συζητεῖται ἤδη – στὸ δὲ Πατριαρχεῖο Ἀλεξανδρείας ἐχειροθετήθησαν ἐσχάτως διακόνισσες, καίτοι δίχως, γιὰ τὴν ὥρα, τελετουργικὰ καθήκοντα), ἐὰν δὲν μᾶς ἐλεήσῃ ὁ Θεὸς καὶ παύσῃ αὐτὸς ὁ κατήφορος. Καὶ αὐτὰ γιὰ νὰ μὴ μειωθῇ τὸ «ποίμνιο» (!;).

Ν. Β.
Συνεχίζεται... 

                              




[1] «Αἱ γυναῖκες τοῖς ἰδίοις ἀνδράσιν ὑποτάσσεσθε ὡς τῷ Κυρίῳ· ὅτι ἀνήρ ἐστι κεφαλὴ τῆς γυναικός, ὡς καὶ ὁ Χριστὸς κεφαλὴ τῆς Ἐκκλησίας, καὶ αὐτός ἐστι σωτὴρ τοῦ σώματος. Ἀλλ’ ὥσπερ ἡ ἐκκλησία ὑποτάσσεται τῷ Χριστῷ, οὕτω καὶ αἱ γυναῖκες τοῖς ἀνδράσιν ἐν παντί. πλὴν καὶ ὑμεῖς οἱ καθ’ ἕνα ἕκαστος τὴν ἑαυτοῦ γυναῖκα οὕτως ἀγαπάτω ὡς ἑαυτόν, ἡ δὲ γυνὴ ἵνα φοβῆται τὸν ἄνδρα» (Ἐπιστολὴ πρὸς Ἐφεσίους, ε, 22-24, 33). «Αἱ γυναῖκες ὑμῶν ἐν ταῖς ἐκκλησίαις σιγάτωσαν· οὐ γὰρ ἐπιτέτραπται αὐταῖς λαλεῖν, ἀλλ’ ὑποτάσσεσθαι, καθὼς καὶ ὁ νόμος λέγει. Εἰ δέ τι μαθεῖν θέλουσιν, ἐν οἴκῳ τοὺς ἰδίους ἄνδρας ἐπερωτάτωσαν· αἰσχρὸν γάρ ἐστι γυναιξὶν ἐν ἐκκλησίᾳ λαλεῖν» (Ἐπιστολὴ Α΄ πρὸς Κορινθίους, ιδ΄, 34-35).
[2] «Νὰ σέβεσαι, σὺ γυναῖκα, πρτον τὸν Θεὸν κα μετ τν νδρα σου, ὁ ὁποῖος εναι ὀφθαλμὸς τς ζως σου κα υθμιστς τν σκέψεών σου [...] Νὰ κφράζῃς τὴν γνώμην σου, λλ νὰ ποφασίζη νδρας σου» (ἀπὸ ἐπιστολὴ τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου).
[3] (Ἀναφέρουμε ἐνδεικτικῶς) «Οὐ καλὸν εἶναι τὸν ἄνθρωπον μόνον· ποιήσωμεν αὐτῷ βοηθὸν κατ᾿ αὐτόν» (Γεν. β´, 18), «οὐ γάρ ἐστιν ἀνὴρ ἐκ γυναικός, ἀλλὰ γυνὴ ἐξ ἀνδρός· καὶ γὰρ οὐκ ἐκτίσθη ἀνὴρ διὰ τὴν γυναῖκα, ἀλλὰ γυνὴ διὰ τὸν ἄνδρα» (Α´ Κορ. ια´, 8-9).

Τετάρτη, 12 Ιουλίου 2017

Πήγε ο Απόστολος Πέτρος στη Ρώμη;


Του κ. Στεργίου Ν. Σάκκου, Ομ. Καθηγητού Πανεπιστημίου
Πηγή: Εφημερίδα «Ορθόδοξος Τύπος» Να 1678-1680. (23/2/2007, 2/3/2007 και 9/3/2007).

Α΄
Οι τελευταίες επικοινωνιακές προσεγγίσεις του Βατικανού τόσο προς το Ορθόδοξο Οικουμενικό Πατριαρχείο μας, όπου μετέβη ο πάπας κατά τη θρονική εορτή του αγίου Ανδρέα (30. 11. 2006), Όσο και προς την ελλαδική Εκκλησία, της οποίας ο αρχιεπίσκοπος επισκέφθηκε τον πάπα (13 έως 16. 12. 2006), έφεραν και πάλι στο προσκήνιο τη θεμελιακή αξίωση των παπικών, που τους οδήγησε στην απόσχιση από την Ορθόδοξη Εκκλησία, το παπικό δόγμα περί πρωτείου του πάπα. Τούτο στηρίζουν οι παπικοί στην απόφαση της Α΄ Βατικανείου Συνόδου (1870), κατά την οποία ο πάπας είναι τοποτηρητής του Χριστού και μοναδικός εκπρόσωπος του πάνω στη γη, ο αρχηγός και η ορατή κεφαλή της Εκκλησίας· στο πρόσωπο του συνοψίζεται όλη η Εκκλησία!
Με όσα είπε στην Κωνσταντινούπολη ο σημερινός πάπας Βενέδικτος έδειξε ότι καθόλου δεν αφίσταται από την απόφαση αυτή. Με τη συναίσθηση του διαδόχου του Αποστόλου Πέτρου και θέλοντας προφανώς να προβάλει το γόητρό του ως θρησκευτικού πλανητάρχη, ο πάπας Βενέδικτος είπε για τον πρωτοκορυφαίο απόστολο, τον θεωρούμενο από τους παπικούς ως ιδρυτή της Εκκλησίας της Ρώμης και θεμελιωτή του παπικού πρωτείου: «Ο Σίμων, πριν γίνει απόστολος, παρά την ανθρωπίνην αδυναμίαν του εκλήθη Πέτρος, ο βράχος επάνω στον οποίο εκτίσθη η Εκκλησία. Σ’ αυτόν εδόθησαν και αι κλείδες του Ουρανού».
Κατά πόσον έχουν αγιογραφική θεμελίωση τα παραπάνω, θα το δούμε, συν Θεώ, στη συνέχεια.
Επί του παρόντος θέλω να πληροφορήσω τους αγαπητούς αναγνώστες ότι η παπική άποψη για Ίδρυση της Εκκλησίας της Ρώμης από τον απόστολο Πέτρο είναι όχι απλώς αμφιλεγόμενη, αλλά εντελώς αστήρικτη ιστορικά. Με αξίωσε ο Θεός να ασχοληθώ με το θέμα αυτό εδώ και δεκαετίες. Με τη δέουσα προσοχή και επιμέλεια το ερεύνησα και το μελέτησα στις σχετικές πηγές καθώς και στη διεθνή βιβλιογραφία. Για τους θεολόγους και όσους ενδιαφέρονται ειδικά συνιστώ τις δύο μελέτες μου «Ο Πέτρος και η Ρώμη - Α΄ Η μαρτυρία της Καινής Διαθήκης», Θεσσαλονίκη 1989, και «Η Βαβυλών του Αποστόλου Πέτρου (Α Πέ 5,13) - Α΄ Η Βαβυλών της Αιγύπτου», Θεσσαλονίκη 1993. Νομίζω, όμως, ότι στους δύσκολους καιρούς που ζούμε οφείλουν όλοι οι Χριστιανοί να έχουν μία σχετική γνώση του θέματος, δεδομένου ότι το πλήρωμα της Εκκλησίας του Θεού του ζώντος είναι «στύλος και εδραίωμα της αληθείας» (Α΄ Τι 3,15). Για το σκοπό αυτό θα παρουσιάσω μία περίληψη των συμπερασμάτων στα οποία οι παραπάνω μελέτες καταλήγουν.
Για τη μετάβαση του Αποστόλου Πέτρου στη Ρώμη έχουν γραφεί, βέβαια, εκατοντάδες άρθρων και βιβλίων. Ωστόσο, η ασάλευτη βάση πάνω στην οποία πρέπει να εξετασθεί το θέμα είναι η μαρτυρία της Καινής Διαθήκης, αφού εκείνη την εποχή έζησε ο απόστολος. Ας επιχειρήσουμε, λοιπόν, μία φευγαλέα περιήγηση στις σχετικές μαρτυρίες.
Ξεκινώντας από τις Πράξεις των Αποστόλων βλέπουμε ότι εκτός από τη ρητή διαβεβαίωση του Κυρίου προς τον Παύλο ότι «ως γαρ διεμαρτύρω τα περί εμού εις Ιερουσαλήμ, ούτω σε δει και εις Ρώμην μαρτυρήσω» (Πρξ 23,11), υπάρχουν και άλλες μαρτυρίες για την έλευσή του Παύλου στη Ρώμη (Πρξ 19, 21· 28,13-16. 17-19. 30-31). Δεν βρίσκουμε, όμως, καμία άμεση και θετική μαρτυρία ότι πήγε στη Ρώμη ο Πέτρος. Υπάρχουν, μάλιστα, αρκετές ενδείξεις ότι τουλάχιστον μέχρι την εποχή, που γράφτηκε το βιβλίο των Πράξεων ήταν αδύνατον να είχε επισκεφθεί τη Ρώμη ο Πέτρος. Η μαρτυρία του βιβλίου είναι ότι από την αρχή η Ρώμη ήταν μάλλον στη δικαιοδοσία και στη μέριμνα του Αποστόλου Παύλου.
Ως προς την εκτός της Παλαιστίνης δράση του Αποστόλου Πέτρου οι Πράξεις μας πληροφορούν ότι μετά από τη θαυμαστή αποφυλάκισή του ο κορυφαίος απόστολος ήρθε στη σύναξη των αδελφών, «ανοίξαντες δε είδον αυτόν και εξέστησαν. Κατασείσας δε αυτοίς τη χειρί σιγάν διηγήσατο αυτοίς πώς ο Κύριος εξήγαγεν αυτόν εκ της φυλακής, είπε δε: απαγγείλατε Ιακώβω και τοις αδελφοίς ταύτα· και εξελθών επορεύθη εις έτερον τόπον» (Πρξ 12,17). Ο «έτερος τόπος» φαίνεται να είναι μάλλον η Αίγυπτος, στην οποία ανέκαθεν εύρισκαν καταφύγιο οι Ιουδαίοι (βλέπε Γε 12,10 ε. · 46,5-7· Γ΄ Βα 11,40· Ιε 33 (26), 21 Ιε κεφ. 48-50· Μθ 2,14).
Από τα γραφόμενα του Αποστόλου Παύλου στην προς Γαλάτας επιστολή (2, 7-9) φαίνεται ξεκάθαρα ότι υπήρχε καλή συνεργασία μεταξύ Πέτρου και Παύλου και κοινή συμφωνία ο πρώτος να εργάζεται κυρίως σε περιοχές όπου κυριαρχεί το ιουδαϊκό στοιχείο, ενώ ο Παύλος «εις τα έθνη» (2, 9). Λίγο παρακάτω (στ. 11 14) σαφώς λέγεται ότι μετά την αποστολική σύνοδο ο Πέτρος δρούσε στα κλίματα της Συρίας και της Παλαιστίνης, και επομένως δεν ήταν δυνατόν να πήγε τότε στη Ρώμη.
Τρεις φορές ο απόστολος Παύλος μνημονεύει το όνομα του Πέτρου στην Α΄ προς Κορινθίους επιστολή (1,12· 3, 22· 9, 5). Πρόκειται για τιμητικές και φιλικές αναφορές. Οι εσωτερικές μαρτυρίες της επιστολής αποκλείουν το ενδεχόμενο να έχει επισκεφθεί ο απόστολος Πέτρος την Κόρινθο, οπότε θα ευοδωνόταν η πορεία του προς τη Ρώμη. Εξάλλου, συνδυάζοντας την πληροφορία του 9, 5 ότι και ο Πέτρος, όπως και οι άλλοι απόστολοι, περιάγουν «αδελφήν γυναίκα», με τη μαρτυρία του Γα 2, 7, βλέπουμε ότι εκείνο τον καιρό ο Πέτρος περιόδευε τον χώρο της εγγύς Ανατολής, δηλαδή την Παλαιστίνη, Συρία και Αίγυπτο, άρα δεν βρισκόταν στη Ρώμη.
Η μελέτη της προς Ρωμαίους επιστολής απορρίπτει πλήρως την υπόθεση ότι η Εκκλησία της αυτοκρατορικής πρωτεύουσας συνδέεται με τον απόστολο Πέτρο. Η εξομολόγηση του Αποστόλου Παύλου ότι φιλοτιμείται «ευαγγελίζεσθαι ουχ όπου ωνομάσθη Χριστός» (Ρω 15, 20) είναι μία ισχυρή μαρτυρία ότι προ αυτού κανείς απόστολος δεν είχε κηρύξει στη Ρώμη.
Συνδυάζοντας το περιεχόμενο της επιστολής προς τις σχετικές μαρτυρίες των Πράξεων κατανοούμε ότι τα πρώτα σπέρματα της πίστεως έφεραν στη Ρώμη μαθητές του Αποστόλου Παύλου από την Ασία και την Ελλάδα. Αυτοί διέδωσαν την πίστη μεταξύ των εθνικών και κυρίως προσηλύτων της Ρώμης. Έτσι αναπτύχθηκε η τοπική Εκκλησία, η οποία όμως διοργανώθηκε από τους συνεργούς του Αποστόλου Παύλου, Ακύλα και Πρίσκιλλα, καθόσον οι Ιουδαίοι της Ρώμης, που άκουσαν το κήρυγμα του Πέτρου κατά την Πεντηκοστή, δεν φαίνεται να επέστρεψαν στην πατρίδα τους.
Στις λεγόμενες επιστολές της αιχμαλωσίας, πρώτης και δεύτερης (προς Εφεσίους, προς Φιλιππησίους, προς Κολοσσαείς, προς Εβραίους, προς Φιλήμονα και προς Τιμόθεον Β΄), που ως γνωστόν, γράφτηκαν από τη Ρώμη, δεν άπαντα καμία αναφορά για τον Πέτρο και τη σχέση του με την τοπική Εκκλησία. Αυτή η ανεξήγητη σιωπή γίνεται μία εύλογη μαρτυρία ότι δεν πήγε ποτέ στη Ρώμη ο απόστολος Πέτρος.
Αλλά δεν εξαντλήσαμε όλες τις μαρτυρίες της Καινής Διαθήκης. Θα συνεχίσουμε, αν ο Κύριος θέλει, στο δεύτερο μέρος.

Β΄
Η παπική άποψη ότι ο απόστολος Πέτρος είναι ο ιδρυτής της Εκκλησίας της Ρώμης στηρίζεται κυρίως σε πληροφορίες αποκρύφων κειμένων και μάλιστα στις λεγόμενες Ψευδοϊσιδώρειες διατάξεις. Πρόκειται για μία συλλογή κειμένων, που έγινε στη Γαλλία κατά τον 9ο αιώνα, και των οποίων ο συγγραφέας παραμένει άγνωστος. Οι διατάξεις αυτές αποβλέπουν στην ενίσχυση της παπικής εξουσίας, η οποία και τις χρησιμοποίησε έντονα προς όφελος της, παρ' όλο που αποδεδειγμένα είναι νόθα κείμενα.
Ανατρέχοντας στην αρχή των πραγμάτων, στην αποστολική εποχή, κατά την οποία, υποτίθεται, θα έπρεπε να είχε πάει στη Ρώμη ο απόστολος Πέτρος, ερευνούμε την Καινή Διαθήκη. Ήδη στο προηγούμενο μέρος είδαμε ότι στις Πράξεις των Αποστόλων, στις επιστολές προς Γαλάτας, προς Κορινθίους Α΄, προς Ρωμαίους, καθώς και στις λεγόμενες επιστολές της αιχμαλωσίας, πρώτης και δεύτερης, δεν βρίσκουμε ιστορικές μαρτυρίες για επίσκεψη του Πέτρου στη Ρώμη. Συνεχίζοντας αυτό το περιδιάβασμα στις σελίδες της Καινής Διαθήκης, ερχόμαστε στα κείμενα του μαθητή της αγάπης, του ευαγγελιστή Ιωάννη.
Ορισμένοι ερμηνευτές υπέθεσαν ότι στην Αποκάλυψη του Ιωάννη και συγκεκριμένα στην περικοπή Απ11,3-13 και στο 18, 20 γίνεται προφητικά λόγος για το μαρτύριο των Αποστόλων Πέτρου και Παύλου στη Ρώμη. Όπως έχω αποδείξει στην ειδική μελέτη μου «Ο Πέτρος και η Ρώμη, Α΄ Η μαρτυρία της Καινής Διαθήκης», Θεσσαλονίκη 1989, σελ. 75, 78, οι υποθέσεις αυτές είναι εντελώς αβέβαιες. Σε όλο το βιβλίο, όπως από την αρχή δηλώνεται, ο απόστολος εκφράζεται συμβολικά. Οι αναφερόμενοι τόποι, τόσο τα «Σόδομα και Αίγυπτος» (Απ. 11, 8) όσο και «η πόλις Βαβυλών η μεγάλη» (Απ. 18, 2) είναι σύμβολα που δεν ταυτίζονται αποκλειστικά και μόνο με τη Ρώμη. Ο Ιωάννης δεν μαρτυρεί το θάνατο του Πέτρου και του Παύλου στη Ρώμη, αλλά το συνεχές μαρτύριο της Εκκλησίας, η οποία συνεχίζει ανά τους αιώνες τη θυσία του Αρχηγού της επάνω στο σταυρό.
Στο κατά Ιωάννην Ευαγγέλιον διασώζεται η πρωταρχική μαρτυρία για το τέλος του Αποστόλου Πέτρου. Σε μία από τις πιο ειδυλλιακές εμφανίσεις του, στη λίμνη της Γαλιλαίας, ο αναστημένος Κύριος, μετά την αποκατάσταση της τριπλής αρνήσεως του Πέτρου, τον πληροφορεί: «Αμήν αμήν λέγω σοι, ότε ής νεώτερος εζώννυες σεαυτόν και περιεπάτεις όπου ήθελες· όταν δε γηράσης, εκτενείς τας χείρας σου, και άλλος σε ζώσει, και οίσει όπου ου θέλεις. Τούτο δε είπε —εξηγεί ο Ιωάννης— σημαίνων ποίω θανάτω δοξάσει τον Θεόν (Ιω. 21,18 -19). Παρόμοια προφητεία για το θάνατο του Αποστόλου Πέτρου υπάρχει και στο Ιω 13,36. Και τα δύο χωρία το μόνο που μαρτυρούν είναι ότι ο Πέτρος θα πεθάνει με βίαιο και μαρτυρικό θάνατο προς δόξα του Θεού. Για τον τόπο στον οποίο θα συντελεσθεί αυτό το μαρτύριο καμία νύξη δεν υπάρχει, συνεπώς δεν έχουμε λόγο να ισχυρισθούμε ότι ο Πέτρος μαρτύρησε στη Ρώμη.
Άφησα τελευταία μία μαρτυρία του ιδίου του Αποστόλου Πέτρου. Κλείνοντας την Α΄ Καθολική επιστολή του ο απόστολος χαιρετίζει τους παραλήπτες γράφοντας· «Ασπάζεται υμάς η εν Βαβυλώνι συνεκλεκτή» (Α΄ Πέ. 5,13). Πολλοί θεολόγοι, και μάλιστα παπικοί, επιμένουν ότι Βαβυλώνα ονομάζει συμβολικά ο απόστολος τη Ρώμη, από την οποία, λένε, έγραψε την επιστολή. Ο ισχυρισμός αυτός αποδεικνύεται ανίσχυρος για πολλούς λόγους, καθώς και διότι δεν αναφέρεται πουθενά το όνομα του Αποστόλου Παύλου, παρόλο που η επιστολή απευθύνεται προς τις Εκκλησίες της Μικρός Ασίας, τις οποίες εκείνος ίδρυσε ή είχε στην αρμοδιότητά του (βλ. μνημονευθέν βιβλίο σελ. 60-74). Αλλά και στη Β΄ επιστολή, την οποία έγραψε ο Πέτρος από τον ίδιο τόπο και μόλις λίγο αργότερα από την πρώτη, κάνει μεν λόγο για το όνομα του Παύλου και επικυρώνει το κήρυγμα του (Β΄ Πέ. 3,16), χωρίς όμως κάποια θερμή αναφορά. Δεδομένου μάλιστα ότι, όταν γράφονται οι επιστολές του Πέτρου, ο απόστολος Παύλος είχε ήδη μαρτυρήσει στη Ρώμη, ήταν δυνατόν να γράφει ο Πέτρος από τη Ρώμη και να μη απευθύνει ένα στοργικό λόγο παρηγοριάς για το δάσκαλο τους, που τόσο την χρειάζονταν οι Χριστιανοί της Μ. Ασίας; Η αδικαιολόγητη αυτή σιωπή αξιολογείται ως μαρτυρία κατά της απόψεως ότι η Α΄ Πέτρου γράφτηκε από τη Ρώμη.
Η αναφερόμενη Βαβυλών είναι η αρχαία Βαβυλών της Αιγύπτου, που βρισκόταν στην περιοχή του σημερινού Καϊρου. Η πόλη αυτή, όπως έχω αποδείξει (βλέπε τη μελέτη μου «Η Βαβυλών του Αποστόλου Πέτρου (Α΄ Πέ 5,13) Α΄ Η Βαβυλών της Αιγύπτου», Θεσσαλονίκη 1993), κατά την αποστολική εποχή αποτελούσε πράγματι κέντρο πολιτικό, στρατιωτικό, αλλά και Ιουδαϊκό. Διαθέτει, μάλιστα, επαρκή χριστιανική παράδοση, ώστε δίκαια να αναγνωρίζεται ότι η Βαβυλώνα του Αποστόλου Πέτρου ήταν η Βαβυλώνα της Αιγύπτου.
Από τη σύντομη αυτή περιήγηση στις σελίδες της Καινής Διαθήκης γίνεται φανερό ότι ο απόστολος Πέτρος δεν επισκέφθηκε τη Ρώμη ούτε πριν ούτε μετά από τη λεγόμενη αποστολική σύνοδο, ούτε κατά το χρόνο κατά τον οποίο ο Παύλος έγραψε την προς Ρωμαίους, ούτε όταν εκείνος ήλθε δέσμιος στη Ρώμη, ούτε κατά τη διάρκεια της φυλακίσεώς του στη Ρώμη, μέχρις ότου έγραψε από εκεί την τελευταία του επιστολή.

Γ.
Η υποτιθέμενη επίσκεψη του Αποστόλου Πέτρου στη Ρώμη, η ίδρυση και η διαποίμανση της εκεί Εκκλησίας, όπου, ως γνωστόν, «στηρίζουν» οι παπικοί το δόγμα τους για το πρωτείο του πάπα, δεν μπορεί να στηριχθεί σε μαρτυρίες της Καινής Διαθήκης. Άλλα και αν ακόμη δεχθούμε ως αληθινή τη λεγόμενη ρωμαϊκή —όχι εκκλησιαστική— παράδοση, η οποία θέλει τον κορυφαίο απόστολο ιδρυτή και πρώτο Επίσκοπο της Εκκλησίας της Ρώμης, δικαιούται ο πάπας να διεκδικεί κάποιο πρωτείο, ως υποτιθέμενος διάδοχος του Αποστόλου Πέτρου; Είχε άραγε ο ίδιος ο Πέτρος τέτοια ιδέα για το πρόσωπο του; Διέκρινε τον εαυτό του από τους άλλους Αποστόλους; Μία σύντομη περιήγηση στις άφθονες αγιογραφικές μαρτυρίες θα μας δείξει τη θέση του Αποστόλου Πέτρου μέσα στην ομάδα των δώδεκα Αποστόλων. Οι μαρτυρίες αυτές, όπως τις κατανόησε και τις ερμήνευσε η πατερική μας παράδοση, δεν δίνουν εξ αντικειμένου καμία προτεραιότητα στον απόστολο Πέτρο.
Ο συμπαθέστατος, ηρωικός και ενθουσιώδης γιος του Ιωνά, ο αδελφός του πρωτοκλήτου Ανδρέα, πρέπει να ήταν στην ηλικία ο μεγαλύτερος από τους μαθητές του Κυρίου. Τύπος εκφραστικός και δυναμικός, νιώθουμε να μας συγκινεί και να μας εκφράζει πολλές φορές με τις μεταπτώσεις, που τον χαρακτηρίζουν. Διακρίνεται ανάμεσα στους συμμαθητές του για τον αυθορμητισμό και τη θερμότητά του. Συχνά σπεύδει να εκφράσει αυτό, που όλοι σκέπτονται. Δεν φαίνεται, όμως, πουθενά να του ανέθεσε ο Κύριος κάποια ιδιαίτερη δικαιοδοσία, όπως δεν έκανε και για κανέναν άλλον από τους δώδεκα Αποστόλους. Όλοι είναι «άρχοντες πνευματικοί, υπό Θεού χειροτονηθέντες ουκ έθνη και πόλεις διαφόρους λαμβάνοντες, αλλά πάντες κοινή την οικουμένην εμπιστευθέντες», όπως γράφει ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος. Από κοινού τους ανέθεσε ο Κύριος τη διδαχή και διαποίμανση της οικουμένης όλης, όταν τους απέστειλε με την εντολή «πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τα έθνη… » (MB 28,19).
Όταν, κάποτε, σε σχετική ερώτηση του Κυρίου ο Πέτρος ομολογεί τη θεότητά του, εισπράττει τη μεγάλη υπόσχεση ότι «… καγώ δε σοι λέγω ότι συ ει Πέτρος, και επί ταύτη τη πέτρα οικοδομήσω μου την Εκκλησίαν… και δώσω σοι τας κλεις της βασιλείας των ουρανών και ό εάν δήσης επί της γης, έσται δεδεμένον εν τοις ουρανοίς, και ό εάν λύσης επί της γης έσται λελυμένον εν τοις ουρανοίς» (Μθ 16,18. 19). Αυτό το χωρίο, στο οποίο αναφέρθηκε και ο πάπας Βενέδικτος κατά την προσλαλιά του στην Κωνσταντινούπολη, το έχουν γράψει οι λατίνοι με χρυσά γράμματα στον τρούλλο της βασιλικής του Αγίου Πέτρου, στη Ρώμη· «Tu es Petrus, et super hanc petram aedificabo Ecclesiam meam… et tibi dabo claves regnis caelorum». Αλλά εδώ δεν επαινείται ο Πέτρος προσωπικά. Εξαίρεται η ομολογία, που ο ίδιος ο Θεός του αποκάλυψε ότι ο Ιησούς Χριστός είναι ο Θεός. Παρόμοια αποκάλυψη είχε δοθεί νωρίτερα στον Ναθαναήλ, ο οποίος επίσης ομολόγησε«συ ει ο υιός του Θεού» (Ιω. 1,50), την αδελφή του Λαζάρου (Ιω. 11,27).
Η πίστη στη θεότητα του Ιησού Χριστού είναι η πέτρα, δηλαδή ο βράχος πάνω στον οποίο οικοδομείται η Εκκλησία, της οποίας θεμέλιο μοναδικό και αναντικατάστατο είναι το πρόσωπο του Θεανθρώπου Κυρίου μας όχι ο Πέτρος ούτε κανείς άλλος άνθρωπος. «Θεμέλιον γαρ άλλον ουδείς δύναται θείναι παρά τον κείμενον, ος εστίν Ιησούς Χριστός» (Α΄ Κο 3,11. παράβαλλε Εφ 2, 20), θα γράψει ο απόστολος Παύλος. Αλλά και ο ίδιος ο Πέτρος με έμφαση θα διακηρύξει τον Ιησού Χριστό ως «λίθον ζώντα» (Α΄ Πέ 2, 4). Και θα τονίσει ότι επάνω σ' αυτό το αγκωνάρι οικοδομούνται οι πιστοί, για να αποτελέσουν τον πνευματικό οίκο της Εκκλησίας.
Προφανώς την πίστη του Πέτρου διαθέτουν και οι άλλοι μαθητές. Γι’ αυτό και σ' εκείνους ο Κύριος αναθέτει απαράλλακτα την ίδια εξουσία: «Αμήν λέγω υμίν, όσα εάν δήσητε επί της γης, έσται δεδεμένα εν τω ουρανώ, και όσα εάν λύσητε επί της γης, έσται λελυμένα εν τω ουρανώ» (Μθ 18,18). Θα επαναλάβει δε την ανάθεση και θα την κάνει ακόμη πιο συγκεκριμένη ο Κύριος μετά την ανάσταση. Θα δώσει σ' όλους τους μαθητές του το άγιο Πνεύμα, για να μπορούν να συγχωρούν τις αμαρτίες ως δικοί του εντεταλμένοι (Ιω. 20,22).
Στους δώδεκα επίσης αδιάκριτα υπόσχεται ο Κύριος ότι κατά τη δευτέρα παρουσία του, «όταν καθίση ο υιός του ανθρώπου επί θρόνου δόξης αυτού, καθίσεσθε και υμείς επί δώδεκα θρόνους, κρίνοντες τας δώδεκα φυλάς του Ισραήλ» (Μθ 19, 28). Δεν κάνει κάποια διάκριση στον Πέτρο, προς τον οποίο, μάλιστα, απευθύνεται ο λόγος. Η ίδια υπόσχεση επαναλαμβάνεται στην προφητεία για την ουράνια πόλη της Αποκαλύψεως, όπου φαίνεται «το τείχος της πόλεως έχον θεμέλιους δώδεκα, και επ’ αυτών δώδεκα ονόματα των δώδεκα Αποστόλων του Αρνίου» (Απ. 21,14).
Ο ίδιος ο απόστολος Πέτρος δεν είχε ποτέ τη συνείδηση ότι σε κάτι υπερτερεί των άλλων Αποστόλων. Γι’ αυτό, στη ζωή της πρώτης Εκκλησίας, τίποτε δεν αποφασίζει μόνος του. Εισηγείται τα θέματα στο σώμα των δώδεκα, όπως κάνουν και όλοι οι άλλοι, και από κοινού λαμβάνονται οι αποφάσεις. Αυτό βλέπουμε π.χ. κατά την εκλογή του Ματθία, ο οποίος αντικατέστησε τον Ιούδα (Πρξ 1,15 26), στη διευθέτηση του παραπόνου των ελληνιστών με την εκλογή των επτά διακόνων (Πρξ 6,1 7), στην αποστολική σύνοδο (Πρξ 15,6-29) και σε πάρα πολλά άλλα περιστατικά, που ιστορούνται στις Πράξεις των Αποστόλων.
Τη συνείδηση της ισότητας του Πέτρου προς τους άλλους μαθητές επιβεβαιώνει η ταπείνωση, με την οποία δέχεται αδιαμαρτύρητα τον έλεγχο από τον Παύλο στην Αντιόχεια. Επειδή η συμπεριφορά του Πέτρου έδινε αφορμή επάρσεως στους εξ Ιουδαίων Χριστιανούς «κατά πρόσωπον αυτώ αντέστην», ιστορεί ο Παύλος (Γα 2,11 -14). «Ο Παύλος επιπλήττει και ο Πέτρος ανέχεται και συμμορφώνεται προς την υπόδειξη», θαυμάζει ο άγιος Χρυσόστομος. Αυτό σημαίνει αγιότητα και συναίσθηση της ιερής αποστολής!
Την Ίδια άγια συναίσθηση βλέπουμε και στις επιστολές του Αποστόλου Πέτρου, όπου συστήνεται ως «δούλος και απόστολος Ιησού Χριστού» (Β΄ Πέ 1,1). Απευθύνεται προς τους υφισταμένους του πρεσβυτέρους ως «ο συμπρεσβύτερoc» (Α΄ Πέ 5,1). Αναγνωρίζει στο πλήρωμα της Εκκλησίας, στους απλούς Χριστιανούς, την «ισότιμον ημίν λαχούσι πίστιν» (Β΄ Πέ 1,1) και τους παροτρύνει- «την ταπεινοφροσύνην εγκομβώσασθε» (Α΄ Πέ 5,5).
Αυτή την παρακαταθήκη της ταπεινοφροσύνης κληροδοτεί σε όλη την Εκκλησία ο κορυφαίος απόστολος. Την κατανοεί πλήρως και την βιώνει ακριβώς η εκκλησιαστική μας παράδοση, όπως ωραιότατα την εκφράζει κατά τον 6ο αιώνα ένας άγιος και σοφός εκκλησιαστικός ηγέτης, ο άγιος Αναστάσιος Α΄ αρχιεπίσκοπος Αντιοχείας, ο οποίος έδειξε ότι ο κορυφαίος ποιμένας, που βόσκει τα πρόβατα του Χριστού δεν εδρεύει ούτε στη Ρώμη ούτε στην Κωνσταντινούπολη ούτε στα Ιεροσόλυμα ούτε οπουδήποτε αλλού, αλλά στη θυσία και στην αγάπη. Αυτό απαιτεί ο λόγος του Κυρίου «Φιλείς με; Ποίμαινε τα πρόβατα μου» (Ιω. 21,16). (Βλέπε Σ. Ν. Σάκκου, Περί αναστασίων Σιναϊτών, Θεσσαλονίκη 1964, σελ. 85-86).
Οποίος ενστερνίζεται την ταπεινοφροσύνη, κατά την παρακαταθήκη του Αποστόλου Πέτρου, αναγνωρίζεται ως «μέγας» από τον Κύριο: Ο ποιμένας και διδάσκαλος αναδεικνύεται άξιος διάδοχος και συνεχιστής της ιστορίας του Αποστόλου και γνήσιος μαθητής του Κυρίου Ιησού Χριστού. Ο πιστός ευλογείται και αγιάζεται και η Εκκλησία θριαμβεύει.
ΠΗΓΗ: http://www.oodegr.com/oode/papismos/dogma/petros_rwmi1.htm

Τρίτη, 11 Ιουλίου 2017

Πουλώντας κρυφά και για πρώτη φορά, περιουσία του Πατριαρχείου στην Ιερουσαλήμ

jerusalem
Γράφει ο Ιωάννης Αθ. Μπαλτζώης*

Πριν από 12 χρόνια, την άνοιξη του 2005, το Ελληνορθόδοξο Πατριαρχείο Ιεροσολύμων συγκλονιζόταν από ένα σκάνδαλο διαχείρισης της τεράστιας περιουσίας του, στους Αγίους Τόπους.

Ο κλυδωνισμός ήταν τέτοιος για το άλλοτε κραταιό «Τάγμα των Σπουδαίων», δηλαδή την Αγιοταφική Αδελφότητα, ώστε να συμβούν γεγονότα υψίστης σημασίας, πρωτοφανή και μοναδικά στην μακραίωνα ιστορία και παρουσία του.

Ο μέχρι τότε Πατριάρχης Ειρηναίος Ι, καθαιρέθηκε από Πατριάρχης και υποβιβάσθηκε σε απλό μοναχό. Κατόπιν εκλέχθηκε από την Ιερά Σύνοδο και ανήλθε στον θρόνο ο νυν Πατριάρχης Θεόφιλος.

Το «έγκλημα» του Ειρηναίου ήταν η κακή διαχείριση της περιουσίας και η πρόθεση για πώληση δύο ξενοδοχείων, του Imperial και του Petra, στον Χριστιανικό τομέα της παλαιάς πόλης της Ιερουσαλήμ.

Και να όμως, που σήμερα αποκαλύπτεται ότι και ο νυν Πατριάρχης Θεόφιλος πούλησε ήδη μεγάλη ακίνητη περιουσία του Πατριαρχείου, στην Ιερουσαλήμ και μάλιστα «εν κρυπτώ και παραβύστω», κάτι που δημιουργεί υπόνοιες και επιφυλάξεις, για την ορθότητα της απόφασης.

Έτσι στις 27/6/17 στον ιστότοπο της οικονομικής Ισραηλινής εφημερίδας Calcalist δημοσιεύτηκε άρθρο του Amitai Gazit με τίτλο «500 στρέμματα στην καρδιά της Ιερουσαλήμ περνάνε από την Εκκλησία σε ιδιώτες επιχειρηματίες» και υπότιτλο «Το Ελληνορθόδοξο Πατριαρχείο Ιεροσολύμων, πούλησε πέρυσι περισσότερα από 200 οικόπεδα στις συνοικίες Talbiya και Nayot σε μυστηριώδη επενδυτικό όμιλο. Οι κάτοικοι των παραπάνω συνοικιών, των οποίων τα ακίνητα υπάγονται σε καθεστώς υπεκμίσθωσης που λήγει σε 30 χρόνια, ανησυχούν ότι οι επιχειρηματίες θα ζητήσουν υψηλά ποσά για την ανανέωση της υπεκμίσθωσης».

Όπως αναφέρεται στο άρθρο, η αίτηση που κατατέθηκε από το Ελληνορθόδοξο Πατριαρχείο στο Περιφερειακό Δικαστήριο Ιεροσολύμων σχετικά με αίτημα χορήγησης πιστοποιητικού από τον Δήμο Ιεροσολύμων, αναμένεται να επιφέρει δραματικές και ιστορικές συνέπειες στον τομέα των ακινήτων.

Στη συγκεκριμένη αίτηση, το Πατριαρχείο Ιεροσολύμων ζητάει να του χορηγηθεί από τον Δήμο Ιεροσολύμων, πιστοποιητικό μη οφειλής στον Δήμο, για τα 500 στρέμματα που κατέχει, στις συνοικίες των Ιεροσολύμων Talbiya και Nayot.

Στην αίτηση, αποκαλύπτεται ότι το Πατριαρχείο Ιεροσολύμων, πούλησε τον Αύγουστο του 2016 έκταση 500 στρεμμάτων σε «μυστηριώδη επενδυτικό όμιλο» με την επωνυμία Nayot Komemiyut Investments, με επικεφαλής τον δικηγόρο Noam Ben David.

Στην αίτηση του Πατριαρχείου επισυνάπτεται έγγραφο που απαριθμεί τα 200 οικόπεδα των παραπάνω συνοικιών και το οποίο κατατέθηκε στο δικαστήριο, επειδή ο Δήμος καθυστέρησε να χορηγήσει τη βεβαίωση που απαιτείται για την ολοκλήρωση της διαδικασίας μεταβίβασης των ακινήτων.

Ο αρθρογράφος επισημαίνει ότι πρόκειται για την πρώτη φορά που το Πατριαρχείο Ιεροσολύμων πουλάει οικόπεδα στα Ιεροσόλυμα, καθόσον η μέχρι τώρα εφαρμοζόμενη πολιτική εκμετάλλευσης της τεράστιας περιουσίας του, ήταν η ενοικίαση για 49ή 99 χρόνια.

Ο πολεοδόμος Dr. Israel Kimchi, από το Ινστιτούτο των Ιεροσολύμων [The Jerusalem Institute for Israel Studies] αποκαλύπτει ότι: «Η Εκκλησία δεν συνήθιζε μέχρι σήμερα να πουλάει εδάφη της. Ειδικά η πώληση οικοπέδων της Εκκλησίας σε ομάδα εβραίων επιχειρηματιών, είναι κάτι που δεν είθισται και δεν συνέβαινε μέχρι τώρα».

Και τα περίεργα και πρωτόγνωρα για το Πατριαρχείο συνεχίζονται. Στην αίτηση που κατέθεσε το Πατριαρχείο δεν σημειώνεται το ποσό που έλαβε για την εν λόγω συναλλαγή και από ό,τι φαίνεται τόσο το Πατριαρχείο όσο και ο επενδυτικός όμιλος θέλουν να αποκρύψουν αυτό το στοιχείο.

Στο άρθρο αναφέρεται, ότι εκπρόσωποι του Πατριαρχείου, στην προσπάθειά τους να πείσουν τον Δήμο Ιεροσολύμων να τους χορηγήσει το έγγραφο έγραψαν ότι «Παράγοντες στο Ισραήλ και στο εξωτερικό, μερικοί εκ των οποίων είναι εχθρικοί, κατέβαλαν και συνεχίζουν να καταβάλλουν προσπάθειες για να αποτραπούν αυτού του είδους οι συναλλαγές (…) Βάσει αυτού, για το καλό των κατοίκων των Ιεροσολύμων και του Κράτους του Ισραήλ, είναι υψίστης σημασίας να τηρηθούν άκρως απόρρητα η σύναψη της συμφωνίας και τα στοιχεία αυτής»!! Δηλαδή για το καλό των κατοίκων της Ιερουσαλήμ και του κράτους του Ισραήλ, πρέπει τα πάντα να είναι απόρρητα!!Εδώ τι να πει κανείς.

Να αναφέρουμε δε, ότι το Πατριαρχείο Ιεροσολύμων έχει τον έλεγχο των προαναφερθέντων οικοπέδων από τις αρχές του 19ου αιώνα. Την περίοδο εκείνη χρησίμευαν για καλλιέργειες και αποτελούσαν πηγή εισοδήματος.

Όταν όμως η πόλη διευρύνθηκε, το Πατριαρχείο αντελήφθη ότι η αξία των οικοπέδων για οικιστική χρήση θα είναι υψηλότερη από ό,τι για γεωργική.

Έτσι, κατά το διάστημα 1950-1952 το Πατριαρχείο υπέγραψε με το JNF (Jewish National Fund) τρία συμβόλαια εκμίσθωσης για εκατό χρόνια. Στο Ισραήλ το JNF είναι κρατικός φορέας που ασχολείται με την διαχείριση της ακίνητης περιουσίας, καθόσον εκεί ισχύει το Αγγλοσαξονικό σύστημα και η ακίνητη περιουσία ενοικιάζεται και σπάνια πωλείται.

Οι συμφωνίες της εκμίσθωσης ήταν για τρία διαφορετικά συγκροτήματα πάνω στα οποία χτίστηκαν οι συνοικίες Talbiya και Nayot, καθώς επίσης και τμήμα του Μουσείου του Ισραήλ, περιοχές – φιλέτα σήμερα στην Ιερουσαλήμ.

To JNF εκμίσθωσε τα οικόπεδα από το Πατριαρχείο με συμβόλαιο για εκατό χρόνια, το οποίο αναμένεται να λήξει το 2050-2052, και στη συνέχεια τα υπεκμίσθωσε στις 1.500 οικογένειες που κατοικούν εκεί. Μάλιστα στο άρθρο αποκαλύπτονται και κάποια ποσά που δόθηκαν στο Πατριαρχείο.

Συγκεκριμένα, ένα από τα οικόπεδα που ήταν στην ιδιοκτησία του Πατριαρχείου πουλήθηκε έναντι 38 εκατομμυρίων σέκελ (περίπου 8 εκατομμύρια Ευρώ).

Σε αυτό το ποσό θα πρέπει να προστεθούν και άλλα 76 εκατομμύρια σέκελ (περίπου 16 εκατομμύρια Ευρώ) που πλήρωσε το 2011 άλλη εταιρεία με επικεφαλής ξανά τον Ben David – με την επωνυμία Nayot Komemiyut – για το δικαίωμα να συλλέξει το αντίτιμο της υπεκμίσθωσης στο τέλος της περιόδου υπεκμίσθωσης του Jewish National Fund (JNF).

Όπως επισημαίνει ο αρθρογράφος, εκτός από την ιστορική σημασία αυτής της συναλλαγής, η πώληση των οικοπέδων αναμένεται να επηρεάσει την ζωή εκατοντάδων οικογενειών που κατοικούν στις εν λόγω συνοικίες.

Σύμφωνα με το δημοσίευμα, οι κάτοικοι αυτών των συνοικιών εδώ και δεκαετίες πίστευαν ότι το JNF θα ανανέωνε τη συμφωνία εκμίσθωσης με το Πατριαρχείο, όπως ισχύει για τους περισσότερους ιδιοκτήτες ακινήτων στο Ισραήλ, που υπεκμισθώνουν κρατικά οικόπεδα με συμβόλαια που ανανεώνονται αυτόματα. 
Ωστόσο, όπως προκύπτει από τις δικαστικές αποφάσεις των τελευταίων ετών, με τη λήξη του συμβολαίου εκμίσθωσης, οι ιδιοκτήτες των οικοπέδων θα μπορούν να βγάλουν τους κατοίκους από τα σπίτια τους.

Όπως αναφέρει ο αρθρογράφος, υπάρχει το ενδεχόμενο, επειδή στη θέση του Πατριαρχείου θα είναι μια επιχείρηση, οι διαπραγματεύσεις για την ανανέωση της συμφωνίας εκμίσθωσης να γίνουν με πιο απλό τρόπο, αλλά με μεγαλύτερη αποφασιστικότητα, καθώς θα διεξαχθούν με επιχειρηματίες που αναζητούν το κέρδος, σε σύγκριση με έναν θρησκευτικό οργανισμό [το Πατριαρχείο] που η οικονομική θεώρηση δεν αποτελεί τον κύριο τρόπο θεώρησης των πραγμάτων. 
Από την άλλη, σύμφωνα με τις δηλώσεις του Dr. Israel Kimchi, από το Ινστιτούτο των Ιεροσολύμων, η αλλαγή του ιδιοκτήτη και η μετάβαση του ακινήτου σε ιδιώτη επιχειρηματία ενδέχεται να συνοδεύεται από πρόσθετη αβεβαιότητα. «Τα δικαιώματα ιδιοκτησίας δίνουν στην ομάδα των επιχειρηματιών απόλυτο δικαίωμα απόφασης.

Μπορούν να αλλάξουν τη χρήση του οικοπέδου και να ζητήσουν από τον Δήμο να χτίσουν οτιδήποτε θελήσουν στα οικόπεδα της ιδιοκτησίας τους (…) Επίσης, σε κάθε περίπτωση, οι επιχειρηματίες θα είναι σε θέση να εκμισθώσουν την περιοχή εκ νέου και να ζητήσουν για αυτό πολλά χρήματα».

Στο δημοσίευμα αναφέρεται ότι, σε ερώτηση για το συγκεκριμένο θέμα, το Πατριαρχείο Ιεροσολύμων απάντησε ότι επιβεβαιώνει την πραγματοποίηση της συναλλαγής, προσθέτοντας ότι «μια από τις αιτίες για τις οποίες πραγματοποιήθηκε η συναλλαγή με ιδιωτικούς παράγοντες είναι η αμελής συμπεριφορά του JNF και των δικηγόρων που το εκπροσωπούσαν. Μολονότι στο παρελθόν τούς προτάθηκε να ανανεώσουν την εκμίσθωση, δεν έκαναν τίποτα».

Από τον Δήμο Ιεροσολύμων δόθηκε η απάντηση ότι «ο Δήμος έλαβε την αίτηση και εξετάζει τη θέση του επί του θέματος».

Ομάδα κατοίκων των συνοικιών αυτών στα Ιεροσόλυμα ανέφερε, ότι οι περισσότεροι κάτοικοι ανησυχούν πολύ για το μέλλον τους και ότι βρίσκονται σε διαδικασία οργάνωσης για έναρξη δημόσιου αγώνα με σκοπό την εξασφάλιση του μέλλοντος των κατοίκων των περιοχών αυτών.

Και τονίζουν ότι «δεν επιτρέπεται η κοινωνία μας να εγκαταλείπει την γενιά που ίδρυσε το κράτος και τώρα έχει μείνει αβοήθητη».

Το θέμα έχει λάβει διαστάσεις, καθόσον και άλλα ΜΜΕ του Ισραήλ αναφέρθηκαν στην μυστική αυτή αγοροπωλησία.

Παρεμφερές άρθρο του Nir Hasson δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Haaretz (και μάλιστα πρωτοσέλιδο), όπου αναφέρει χαρακτηριστικά ότι «Η Εκκλησία πούλησε τα οικόπεδά τους στα Ιεροσόλυμα σε ιδιώτες επενδυτές: Χιλιάδες κινδυνεύουν να χάσουν τα σπίτια τους».

Αναφέρεται στο πρόβλημα που δημιουργείται καθόσον ενώ το Πατριαρχείο Ιεροσολύμων εκμίσθωνε μέχρι τώρα τα ακίνητα στο JNF, τώρα όμως για πρώτη φορά θα περάσουν όλα τα δικαιώματα στα χέρια αγνώστων ιδιωτών.

Έτσι σε 33 χρόνια, που θα λήξουν τα συμβόλαια των 1.500 οικογενειών στις περιοχές αυτές, θα μείνουν μόνες τους, αντιμέτωπες με τους επενδυτές, δημιουργώντας ένα οξύ κοινωνικό πρόβλημα, που το Ισραηλινό κράτος δεν μπορεί να επέμβει, ούτε να το επιλύσει.

Και αυτό, λόγω της κρυφής αυτής συναλλαγής του Πατριαρχείου, με άγνωστη εταιρεία επενδυτών και μάλιστα με την για πρώτη φορά αλλαγή τακτικής και πολιτικής, όπου αντί για ενοικίαση, τώρα έχουμε πώληση περιουσίας του Πατριαρχείου, άρα και οριστική απώλεια αυτής.

Και μπορεί κάποιος κυνικά να πει, καλά κάνει το Πατριαρχείο και διασφαλίζει τα συμφέροντά του.

Από την άλλη όμως χάνει οριστικά περιουσία που κατέχει και χρησιμοποιούσε για την οικονομική του επιβίωση.

Και φυσικά υπάρχει και το ηθικό θέμα των οικογενειών που θα χάσουν τα σπίτια τους, κάτι που για την θρησκεία μας, την θρησκεία της αγάπης προς τον συνάνθρωπό μας αποτελεί ουσιαστικό συστατικό της πίστης μας.

Πάντως το εν λόγω θέμα έχει πλήρως εξαφανισθεί από τα Ελληνικά ΜΜΕ, είτε λόγω άγνοιας, είτε λόγω αδιαφορίας, είτε για κάποιον άλλο λόγο. Καθόσον κυρίαρχο θέμα, είναι ο νικητής του Survivor και όχι τα όσια και ιερά μας.

Και μπορεί η συναλλαγή να είναι νόμιμη, είναι όμως ηθική για ένα Πατριαρχείο και δη το πιο ιστορικό όλων, στον τόπο που περπάτησε, δίδαξε και μαρτύρησε ο Θεάνθρωπος και Σωτήρας μας Ιησούς Χριστός;

*O Ιωάννης Αθ. Μπαλτζώης είναι Αντγος (ε.α.), πρώην ΑΚΑΜ Τελ Αβίβ, πρώην Αξκος επιχειρήσεων ECMM στον πόλεμο της Βοσνίας, Απόφοιτος Tactical Intelligence School (U.S.Army), Μεταπτυχιακό στην Γεωπολιτική Ανάλυση, Γεωστρατηγική Σύνθεση και Σπουδές Άμυνας και Διεθνούς Δικαίου του ΕΚΠΑ, μέλος ΔΣ του ΕΛΙΣΜΕ.