"Κρείττων γὰρ ἐπαινετὸς πόλεμος εἰρήνης χωριζούσης Θεοῦ· καὶ διὰ τοῦτο τὸν πραῢν μαχητὴν ὁπλίζει τὸ Πνεῦμα, ὡς καλῶς πολεμεῖν δυνάμενον" Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος

Σάββατο, 3 Νοεμβρίου 2012

‎‎‎‎Greece ἢ Ἑλλάς;

(ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΟ ΑΡΘΡΟ ΑΠΟ ΤΗΝ "ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΑΝΑΤΟΛΗ")

Γιατί οἱ δυτικοὶ μᾶς λένε Γραικούς (Greeks) ἐνῶ ἐμεῖς καυχώμαστε ‎ὡς Ἕλληνες; Ἀπὸ ποῦ προέρχεται ὁ ὅρος; Γιατὶ παλαιότερα ‎αὐτοαποκαλούμασταν Ρωμιοί; Ποιά εἶναι ἡ Ρωμανία; Τί σημαίνει ‎ρωμιοσύνη; Ποιὰ εἶναι ἡ σχέση της μὲ τὴν ρωμαϊκὴ αὐτοκρατορία; Τὶ μᾶς ‎χωρίζει ἀπὸ τὴν δυτικὴ Εὐρώπη;‎‎‎
Τὰ ζητήματα πολλὰ καὶ τεράστια, μὲ ἀφετηρία στὰ βάθη τῆς ‎ἀρχαιότητας. Μὲ τὸ παρὸν ἄρθρο θὰ ἐπιχειρήσουμε νὰ παρουσιάσουμε ‎συνοπτικὰ ἀλλὰ καὶ παραστατικὰ τὴν οὐσία τοῦ προβλήματος τῆς ἐθνικῆς ‎μας ταυτότητος, ἐλπίζοντας σὲ ἕνα, κατὰ τὸ δυνατὸν, ξεκαθάρισμα. Ἂς τὰ ‎πάρουμε ὅμως μὲ τὴν σειρά.

 

‎Α. Ὁ Ἕλλην στὴν ἀρχαιότητα

‎Ἀπὸ τὰ τέλη τῆς 3ης π.Χ. χιλιετίας, διάφορα φῦλα μετοίκησαν στὸν ‎γεωγραφικὸ χῶρο τῆς Ἑλλάδος[1] καὶ συγχωνεύθηκαν μὲ τοὺς θεωρουμένους αὐτόχθονες ‎Πελασγούς. Ἀχαιοί, Δωριεῖς, Ἴωνες, Αἰολεῖς κ.ἄ. ἀπέκτησαν σὺν τῷ χρόνῳ ‎ἕναν κοινὸ παρονομαστή: Ἕλληνες. Ἀλλὰ τί ἦταν αὐτὸ ποὺ ἕνωνε τὰ ‎πρώιμα χρόνια (τουλάχιστον πρὸ τοῦ 7ου π.Χ. αἰῶνος), ὅταν δὲν εἶχαν οὔτε ‎κοινὴ καταγωγή, οὔτε κοινὴ ἱστορία; Θεωρεῖται ἀναμφισβήτητο ὅτι ὁ ‎συνεκτικὸς κρίκος τῶν λαῶν αὐτῶν ἦταν ἡ κοινὴ γλῶσσα, ἡ ἑλληνική, μὲ τὶς ‎διάφορες φυσικὰ διαλέκτους της.‎‎‎
‎Τὸ ζήτημα τῆς γλώσσας δὲν εἶναι βεβαίως τόσο ἁπλό. Ἡ ‎σύγχρονη ἐπιστήμη ἔχει καταδείξει τὴν ἀλληλεξάρτηση γλώσσας καὶ ‎σκέψεως: σκεπτόμαστε στὴν μητρική μας γλῶσσα καὶ μὲ αὐτὴν πάλι ‎ἐκφράζουμε τὶς σκέψεις μας. Ὑψηλὸ ἐπίπεδο γλώσσας ἐνδεικνύει ἢ εὐνοεῖ ‎ὑψηλὸ ἐπίπεδο σκέψεως, ἐνῶ ἡ ἀνάπτυξη τῆς σκέψεως συμπαρασύρει τὴν ‎ἀνάπτυξη τῆς γλώσσας. Ἡ πανθομολογουμένη ποιότητα τῆς ἑλληνικῆς ‎γλώσσας δὲν μποροῦσε παρὰ νὰ συμβαδίζει καὶ μὲ μοναδικὴ γιὰ τὴν ἐποχή ‎της ποιότητα πνεύματος. Ταυτόχρονα, ἡ γλῶσσα γινόταν καὶ φορέας τῆς ‎ἀνάλογης παιδείας καὶ τὴν χαρακτήριζε: ἑλληνικὴ παιδεία.‎‎
‎«Πολιτισμὸς εἶναι ἡ πραγμάτωση τοῦ περιεχομένου τῆς ψυχῆς ‎τοῦ ἀνθρώπου», καὶ κατὰ τὴν ταπεινή μας γνώμη, ἡ οὐσία τοῦ ἑλληνικοῦ ‎πολιτισμοῦ ἔγκειται στὸ πνεῦμα. «Ἑλληνικότητα εἶναι ἕνας τρόπος νὰ ‎βλέπεις καὶ νὰ αἰσθάνεσαι τὰ πράγματα», μᾶς λέει ὁ Ὁδυσσέας Ἐλύτης. ‎Ἀκόμα καὶ σήμερα θαυμάζουν οἱ δυτικοευρωπαίοι τὴν ἀρχαία ἑλληνικὴ ‎φιλοσοφία, μιὰ φιλοσοφία ποὺ μόνο ἡ ἴδια στὴν ἐξέλιξή της κατὰ τοὺς ‎ὕστερους ρωμαϊκοὺς («βυζαντινοὺς» σύμφωνα μὲ τοὺς ξένους ἱστορικούς) ‎χρόνους μπόρεσε νὰ ξεπεράσει. Θαυμάζουν ἀμήχανα καὶ τὶς ἀρχαῖες ‎ἑλληνικὲς τέχνες, ποὺ δὲν εἶναι τίποτα ἄλλο παρὰ τὸ ξεχείλισμα αὐτοῦ τοῦ ‎πνεύματος: τὸν Παρθενῶνα, τὴν αἴγλη τοῦ ὁποίου μόνον ἡ θυγατέρα του ‎ἁγια-Σοφιὰ κατόρθωσε νὰ ἐπισκιάσει, τὰ περικαλλῆ ἀγάλματα, ποὺ ἔδωσαν ‎φυσιολογικὰ τὴν θέση τους στὰ βυζαντινὰ ψηφιδωτὰ καὶ εἰκονογραφίες, καὶ ‎ὅλα τὰ ἀθάνατα ἐπιτεύγματα τοῦ ἑλληνικοῦ πολιτισμοῦ.‎‎
‎Πάνω ἀπ᾿ ὅλα ὅμως, ἑλληνικὸ πνεῦμα σημαίνει ἑλληνικὲς ἀξίες ‎καὶ ἀρετές. Ἂς μᾶς ἐπιτραπεῖ νὰ ἀναφέρουμε δύο μόνο ἀπ᾿ αὐτές, ἐκεῖνες ‎ποὺ ἰδιαίτερα μᾶς συγκινοῦν καὶ ποὺ τόσο εὔκολα λανθάνουν τῆς ‎προσοχῆς: τῶν μὲν ξένων, διότι δὲν κραυγάζουν καὶ δὲν ζυγίζονται, τῶν δὲ ‎φορέων τους, διότι τοὺς εἶναι αὐτονόητες, σχεδὸν αὐθύπαρκτες. Ὁμιλοῦμε ‎γιὰ τὸ φιλότιμο (ποὺ καὶ σὰν λέξη ἀκόμη βρίσκει τὴν τέλεια κάλυψή του στὰ ‎ἑλληνικά) καὶ τὴν φιλοξενία, ἀναπόσπαστα συστατικὰ τοῦ ἀδιάσπαστου ‎ἑλληνικοῦ πολιτισμοῦ ἀπὸ ἀρχαιοτάτων χρόνων ἕως σήμερα.
* * *‎
‎Φυλετικό (γενετικό) κριτήριο δὲν ὑπῆρχε (τουλάχιστον μὲ ‎σαφήνεια) στὴν πρώιμη ἀρχαιότητα. Κριτήριο ἑλληνικότητος ἦταν ἡ ‎ἑλληνικὴ γλῶσσα: φορέας καὶ ἀπαύγασμα, θυγατέρα καὶ μάνα, αἰτία καὶ ‎ἔκφραση συνάμα ἑνός σύνολου πολιτισμοῦ, τοῦ ἑλληνικοῦ. Ἑνὸς πολιτισμοῦ ‎ποὺ ἀποτέλεσε τὴν μίξη ἢ τὴν σύγκραση τῶν κατὰ τόπους πολιτισμῶν τῶν ‎διαφόρων πόλεων-κρατῶν καὶ ἐκφραζόταν σὲ ὅλα τὰ ἐπίπεδα τῆς ‎καθημερινῆς ζωῆς: ἤθη καὶ ἔθιμα, ἐνδυμασία, λατρεία, ἀγῶνες, μουσική κλπ. ‎Ἡ ἀποδοχὴ καὶ ἀφομοίωση τοῦ πολιτισμοῦ αὐτοῦ ἀπέδιδε φυσιολογικὰ καὶ ‎τὴν ἰδιότητα τοῦ «Ἕλληνα». Μὲ τὸ κλειδὶ αὐτὸ μπορεῖ νὰ γίνει κατανοητὸς ὁ ‎ἐξελληνισμὸς τῆς Ἀνατολῆς ἀπὸ τὸν Μέγα Ἀλέξανδρο καὶ τοὺς ἀπογόνους ‎του, καὶ τελικῶς ἡ ἑλληνοποίηση γεωγραφικῶν χώρων ποὺ δὲν εἶχαν σχέση ‎μὲ τὴν πρωτογενῆ κοιτίδα τῆς Ἑλλάδος. Ὁ ὅρος «Ἕλληνες» γίνεται στὸ ἑξῆς ‎δηλωτικὸς τῶν μετόχων τοῦ ἑλληνικοῦ πολιτισμοῦ, ὁ ὁποῖος, ‎συγκροτημένος καὶ μορφοποιημένος στὰ χρόνια αὐτά, ἔχει πλέον τὴν ‎ὡριμότητα νὰ «κυριεύει» τοὺς λαοὺς καὶ νὰ τοὺς καθιστᾶ κοινωνούς του ‎ἀνεξαρτήτως τῆς γλώσσας των. Ὡστόσο, δὲν ἐξέλιπε ποτέ μέχρι σήμερα μιὰ ‎‎«μυστικιστικὴ» ἀλληλεπίδρασή του μὲ τὴν ἑλληνικὴ γλῶσσα καὶ ἡ ἰδιαίτερη ‎ἔμπνευση -περισσότερο ἀπὸ τὶς ἄλλες γλῶσσες- ποὺ ἀποκομίζει ἀπὸ ‎αὐτήν.‎‎

‎Β. Ρώμη, πόλις ἑλληνική

‎Εἶναι πολὺ δύσκολο σήμερα γιὰ τοὺς εὐρωπαίους ἀπογόνους τῶν ‎Φράγκων νὰ ἀκούσουν ὅτι ἡ ἀρχαία Ρώμη ἐν πολλοῖς ἦταν πόλις ἑλληνική. ‎Κι αὐτὸ συνάγεται εὐκολότατα ἀπὸ ὁποιονδήποτε ἀντικειμενικὸ ἐρευνητή, ‎τόσο ἐξ ἀπόψεως καταγωγῆς τοῦ ἱδρυτοῦ καὶ τῶν οἰκιστῶν της, ὅσο καὶ ἐξ ‎ἀπόψεως καθαρῶς πολιτιστικῆς.‎‎‎
‎Κατὰ τὸν 1ο π.Χ. αἰῶνα, ὁ Ἀλικαρνασσεὺς Διονύσιος συνέγραψε ‎τὸ μνημειῶδες ἔργο του Ρωμαϊκὴ Ἀρχαιολογία, συνάγοντας καὶ ‎συνεκτιμώντας γιὰ πρώτη φορὰ ὅλες τὶς πρὸ αὐτοῦ ἱστορικὲς συγγραφές ‎‎(μερικὲς ἐκ τῶν ὁποίων μᾶς εἶναι σήμερα ἄγνωστες), παραθέτοντάς τις ‎αὐτούσιες ὅταν τὸ κρίνει σκόπιμο. Σύμφωνα μὲ τὸν Διονύσιο, τὸ γένος τῶν ‎Ρωμαίων δημιουργήθηκε ἀπὸ τοὺς ἑξῆς πληθυσμούς, ποὺ κατοικοῦσαν ‎στὴν εὐρύτερη περιοχή: τοὺς λεγομένους Ἀβοριγῖνες, προερχομένους ἀπὸ ‎τὴν Ἀρκαδία τῆς Πελοποννήσου• τοὺς ἐκ Θετταλίας Πελασγοὺς, Ἀργείους ‎στὴν καταγωγή, ποὺ συγχωνεύθηκαν μὲ τοὺς Ἀβοριγῖνες• τοὺς ἐπίσης ἐξ ‎Ἀρκαδίας καὶ συγκεκριμένα ἐκ πόλεως Παλλαντίου[2], ποὺ ‎μετοίκησαν ἀργότερα στὴν περιοχή (ἀλλὰ πάντως ἀρκετὰ πρὸ τοῦ Τρωικοῦ ‎πολέμου[3]) καὶ ‎συγχωνεύθηκαν ἐπίσης• τοὺς περὶ τὸν Αἰνεία Τρῶες[4] ποὺ ‎ἔφθασαν ἀμέσως μετὰ τὴν καταστροφὴ τῆς Τροίας. Οἱ Τρῶες, ἀφοῦ ἔγιναν ‎τελικῶς ἀποδεκτοὶ ἀπὸ τοὺς ἐντοπίους, ἵδρυσαν τὴν πόλη Λαβίνιον. ‎Σύντομα, ὁ βασιλιὰς τοῦ τοπικοῦ λαοῦ Λατῖνος (ἀπὸ τὸν ὁποῖον στὴν ‎συνέχεια ἔλαβε ὅλο τὸ ἔθνος ἐκεῖνο τὴν προσηγορία «Λατίνοι» καὶ ὁ τόπος ‎ποὺ ζοῦσαν ὀνομάστηκε Λάτιο) συμπεθέριασε μὲ τὸν Αἰνεία, ὁ ὁποῖος καὶ ‎τὸν διαδέχτηκε στὴν ἡγεμονία. Τότε κτίστηκε ἡ πόλη Ἄλβα (Alba) καὶ ‎κατοικήθηκε ἀπὸ Λατίνους καὶ ὅλους τοὺς Τρῶες τοῦ Λαβινίου. Ἡ Ἄλβα ‎καθιερώθηκε τρόπον τινα ὡς ἡ πρωτεύουσα τῶν 30 περίπου λατινικῶν ‎πόλεων καὶ οἱ Ἀλβανοί (οἱ κάτοικοί της) καυχῶνταν ἔκτοτε γιὰ τὶς ἐκ Τροίας ‎αὐθεντικὲς ἑλληνικὲς ρίζες των. Στὰ 753 π.Χ. μερικοὶ Ἀλβανοὶ μὲ ἀρχηγὸ τὸν ‎Ρωμύλο (ἀπόγονο τοῦ ἴδιου τοῦ Αἰνεία κατὰ ἱσχυρὴ παράδοση τῶν ‎Ρωμαίων) ἱδρύουν τὴν Ρώμη ὡς ἀποικία τῆς Ἄλβας.‎
‎Πέρα ἀπὸ τὴν ἀπόλυτα ἑλληνικὴ καταγωγὴ τοῦ λατινικοῦ ἔθνους ‎καὶ τῶν ἱδρυτῶν τῆς Ρώμης, σημαντικότερο στοιχεῖο εἶναι αὐτὸ τῆς ‎γλώσσας τῶν Ρωμαίων καὶ τῶν Λατίνων γενικότερα. Τὸ ἴδιο τὸ ὄνομα τῆς ‎πόλεως εἶναι λέξη ἑλληνική, οἱ ἀρχαιότερες γραπτὲς ρωμαϊκὲς πηγὲς εἶναι ‎ἑλληνικὲς, τὰ ἀρχαιολογικὰ εὐρήματα καὶ μνημεῖα φέρουν ἐπὶ τὸ πλεῖστον ‎ἑλληνικὲς ἐπιγραφὲς, ἡ ἑλληνικὴ παιδεία ἐθεωρεῖτο αὐτονόητη καὶ καθ᾿ ‎ὅλην τὴν διάρκεια τῆς ἱστορίας της ἡ ἀρχαία Ρώμη κατεῖχε τὰ ἑλληνικὰ ‎παράλληλα μὲ τὰ λατινικά. Κατὰ μία θεωρία μάλιστα, ἡ ἑλληνικὴ ἦταν ἡ ‎ἐπίσημη γλῶσσα τῶν πατρικίων καὶ τῶν λογίων, ἐνῶ ἡ λατινικὴ ἡ ‎καθομιλουμένη τοῦ λαοῦ. Τὰ ἑλληνικὰ γράμματα γνώρισαν μεγάλη διάδοση ‎στὴν ἀρχαία Ρώμη καὶ γιὰ μερικοὺς αἰῶνες ἀποτέλεσαν τὴν ἀποκλειστικὴ ‎πηγὴ καὶ πρότυπο τῶν λατινικῶν γραμμάτων. Κατὰ τὴν σταδιακὴ ἐπέκτασή ‎τους οἱ Ρωμαῖοι ἐκλατίνισαν γλωσσικῶς τὶς βάρβαρες περιοχὲς τῆς Δύσεως, ‎ἀλλὰ οἱ ἤδη ἐξελληνισμένες περιοχὲς τῆς Ἀνατολῆς παρέμειναν ἐντελῶς ‎φυσιολογικὰ ἑλληνόφωνες, προφανῶς διότι οἱ λεγεωνάριοι καὶ ἔποικοι ‎Ρωμαῖοι κατεῖχαν ἐπαρκῶς τὴν κοινὴ ἑλληνική. Ἡ πιὸ γνωστὴ καὶ ‎χαρακτηριστικὴ ἀπόδειξη τῆς χρήσεως τῆς ἑλληνικῆς γλώσσας μέσα στὴν ‎Ρώμη εἶναι ἡ ἑλληνιστὶ γραμμένη πρὸς Ρωμαίους ἐπιστολὴ τοῦ ἀποστόλου ‎Παύλου (1ος αἰ. μ.Χ.). Μέχρι τὰ τέλη τοῦ 2ου μ.Χ. αἰῶνος ὅλοι οἱ Ρωμαῖοι ‎Ἐπίσκοποι καὶ ἐκκλησιαστικοὶ συγγραφεῖς γράφουν ἀποκλειστικὰ στὰ ‎ἑλληνικὰ, ἐνῶ ἡ ἐπίσημη χριστιανικὴ λατρεία ἐπιτελεῖται στὰ ἑλληνικὰ μέχρι ‎τὸν 4ο αἰῶνα. Ἀπὸ τὴν μελέτη τῆς ἱστορίας γίνεται προφανὲς ὅτι στὴν μὲν ‎καθομιλουμένη οἱ κάτοικοι τῆς Ρώμης χρησιμοποιοῦσαν τὴν τοπικὴ ‎ρωμαϊκὴ (λατινικὴ) διάλεκτο, ἐνῶ γραπτῶς προτιμοῦσαν τὴν ἑλληνικὴ ὡς ‎ἀνώτερη ἢ ἐπισημότερη. Κάτι ἀντίστοιχο συμβαίνει σήμερα στὴν Κύπρο, μὲ ‎τὴν τοπικὴ διάλεκτο νὰ διαφέρει ἀπὸ τὴν ἑλλαδικὴ τόσο στὸ λεξιλόγιο ὅσο ‎καὶ στὴν σύνταξη, γραμματικὴ καὶ προφορά, σὲ βαθμὸ ποὺ ὅταν δυὸ ‎Κύπριοι συνομιλοῦν μεταξύ των, ὁ ἑλλαδίτης νὰ μὴν καταλαβαίνει ‎ἀπολύτως τίποτα. Οἱ Κύπριοι ὁμιλοῦν τὴν κυπριακὴ διάλεκτο, ἐνῶ ‎γνωρίζουν φυσιολογικὰ καὶ χρησιμοποιοῦν ἐπίσημα τὴν ‎ἑλλαδική.‎
‎Κάτι ποὺ δὲν ἔχει τύχει τῆς δεούσης προσοχῆς, εἶναι ἡ ἴδια ἡ ‎καταγωγὴ τῆς λατινικῆς γλώσσας. Πέραν τῆς θεωρουμένης ὡς δεδομένης ‎προελεύσεως τοῦ λατινικοῦ ἀλφαβήτου ἀπὸ τὴν Εὔβοια, ἀξίζει νὰ σημειωθεῖ ‎ὅτι ἀρχικῶς ἡ ρωμαϊκή ἐθεωρεῖτο μιὰ ἑλληνικὴ διάλεκτος, ὁμοιάζουσα ‎περισσότερο πρὸς τὴν αἰολικὴ διάλεκτο[5]. Ὁ ‎ρήτορας Μάρκος Φάβιος Κουϊντιλιανὸς (1ος αἰ. μ.Χ.) συνιστᾶ νὰ ξεκινοῦν τὰ ‎παιδιὰ μὲ τὴν ἑλληνικὴ γλῶσσα «ἀπὸ τὴν ὁποία προέρχεται καὶ ἡ δική ‎μας»[6], ἐνῶ ‎σημειώνει τὴν ἀξία τῆς ἑτυμολογίας «στὶς λέξεις ποὺ προέρχονται ἀπὸ τὰ ‎Ἑλληνικά, καὶ ποὺ εἶναι πολυάριθμες, καὶ ἰδίως σ᾿ ἐκεῖνες ποὺ κλίνονται ‎σύμφωνα μὲ τὴν αἰολικὴ διάλεκτο, μὲ τὴν ὁποία ἡ γλῶσσα μας παρουσιάζει ‎τὴν μεγαλύτερη ὁμοιότητα»[7]. ‎Προφανῶς, ἡ ὑπερχιλιετὴς ἐξελικτική πορεία τῆς λατινικῆς ἀπὸ τὸ 1200 π.Χ. ‎‎(τουλάχιστον) καὶ δῶθε ὑπῆρξε ἀρκετὰ διαφορετικὴ ἀπὸ ἐκείνην τῆς ‎διαλέκτου ποὺ τελικῶς ἐπικράτησε στοὺς μεταλεξανδρινοὺς χρόνους ὡς ‎κοινὴ ἑλληνική. Ἡ ἐξέλιξη αὐτὴ δὲν εἶναι καθόλου ἀπίθανη ἐὰν ‎συνυπολογίσει κανεὶς τὴν ἀπροσδιόριστη χρονολογικῶς πρώτη μετοίκηση ‎τῶν (Ἑλλήνων) Ἀβοριγίνων στὴν εὐρύτερη περιοχὴ τοῦ Λατίου καὶ τὴν ‎μεγάλη γεωγραφικῶς ἀπόσταση ποὺ τοὺς χώριζε ἀπὸ τὴν κυρίως Ἑλλάδα, ‎ὅπου κατ᾿ ἐξοχὴν διενεργοῦντο οἱ γλωσσολογικὲς ζυμώσεις τῶν ἑλληνικῶν. ‎Ἐὰν ὑποθέσουμε δὲ ὅτι ἀποκλειστεῖ κάποτε ἀπὸ τὴν ἐπιστήμη τῆς ‎γλωσσολογίας ἡ ἑλληνικὴ καταγωγὴ τῆς λατινικῆς, τότε δὲν θὰ μένει παρὰ ‎νὰ συμπεράνουμε ὅτι ἁπλῶς οἱ Ρωμαῖοι θεωροῦνταν κοινῶς Ἕλληνες καὶ ἐξ ‎αὐτοῦ τοῦ γεγονότος ἡ γλῶσσα τους κατατασσόταν στὶς ἑλληνικὲς ‎διαλέκτους.‎‎
‎Ὁ ἑλληνικὸς χαρακτήρας τῆς Ρώμης ἦταν ἐμφανὴς ἀπὸ πολὺ ‎παλαιά, οὐσιαστικὰ ἀπὸ τῆς ἱδρύσεώς της, καὶ ἐν πάσῃ περιπτώσει πολὺ ‎πρὶν οἱ Ρωμαῖοι ἔλθουν σὲ στενὸ συγχρωτισμὸ μὲ τὴν κυρίως Ἑλλάδα. Ὁ ‎διαχωρισμὸς τῆς κοινωνίας σὲ πατρικίους καὶ πληβείους ἀπὸ τὸν ἱδρυτή ‎της Ρωμύλο φαίνεται πὼς ἦταν πιστὴ ἀντιγραφὴ τοῦ ἀντίστοιχου ‎ἀθηναϊκοῦ ὑποδείγματος, ἐνῶ σὲ ἄλλες λεπτομέρειες μιμήθηκε τὸ πολίτευμα ‎τῆς Σπάρτης. Καθ᾿ ὅλην τὴν διάρκεια τοῦ βίου της, ἡ Ρώμη εἶχε στραμμένο ‎τὸ βλέμμα της στὴν Ἑλλάδα καὶ κυρίως στὴν Ἀθῆνα. Στὰ τέλη τοῦ 6ου π.Χ. ‎αἰῶνος, καθὼς προβληματίζονταν γιὰ τὸ μελλοντικό τους πολίτευμα, οἱ ‎Ρωμαῖοι δὲν εἶχαν παρὰ νὰ μιμηθοῦν τὰ ὑποδείγματα τῶν ἑλληνικῶν ‎πόλεων καὶ νὰ ἐξετάσουν τὰ θετικὰ καὶ ἀρνητικὰ τῆς καθεμιᾶς. Ἡ Ὑπάτων ‎δυαρχία ποὺ τελικῶς ἐφαρμόστηκε ἦταν ἕνα κράμα ἀθηναϊκῆς ‎δημοκρατίας καὶ σπαρτιατικῆς ὀλιγαρχίας. Ἀργότερα, ἐν ὄψει τῆς ‎δημιουργίας γραπτῆς νομοθεσίας, ἀποστέλλουν πρέσβεις σὲ διάφορες ‎ἑλληνικὲς πόλεις καί, ὅλως ἰδιαιτέρως, στὴν Ἀθῆνα. Στὸ ρωμαϊκὸ πάνθεον οἱ ‎ὀλύμπιοι θεοὶ κατεῖχαν δικαιωματικὰ τὴν κεντρικὴ θέση καὶ ὅλη τους ἡ ‎λατρευτικὴ ζωὴ ἦταν καθαρῶς ἑλληνική. Οἱ Ρωμαῖοι ζοῦσαν καθ᾿ ὅλα «βίον ‎Ἕλληνα»[8] καί, τὸ ‎κυριότερο, εἶχαν οἱ ἴδιοι ἑλληνικὴ συνείδηση καὶ σεμνύνονταν γιὰ τὴν ‎καταγωγή τους.‎
‎Κατὰ τὸν 7ο π.Χ. αἰῶνα, ὁ βασιλιὰς τῆς Ἄλβας (πατρίδας τοῦ ‎Ρωμύλου καὶ τῶν πρώτων οἰκιστῶν τῆς Ρώμης) Μέτιος Φουφέτιος, ‎ἀπευθυνόμενος στοὺς Ρωμαίους θυμίζει ὅτι μόνον οἱ «Ἀλβανοί» (οἱ κάτοικοι ‎δηλ. τῆς Ἄλβας) εἶχαν διατηρήσει ἀνόθευτο τὸ ἑλληνικό τους αἶμα, ‎κατηγορώντας τους ὅτι δέχονται στὴν πόλη τους ξένους ἀδιακρίτως[9]. Ὁ ‎βασιλιάς τῆς Ρώμης Τύλλος Ὀστίλλιος (3ος κατὰ σειρὰν μετὰ τοὺς Ρωμύλο ‎καὶ Νομᾶ) ἀπαντᾶ ὅτι ἡ τακτικὴ αὐτὴ ἦταν κατ᾿ ἐξοχὴν ἑλληνική, φέρνει ὡς ‎παράδειγμα καὶ πάλι τὴν Ἀθῆνα καὶ τονίζει ὅτι μοναδικὸ κριτήριο ‎καταξιώσεως καὶ ἀνελίξεως στὴν Ρώμη εἶναι ἡ ἀρετή[10]. Στὸν ‎διάλογό τους (καὶ σὲ πάμπολλες ἄλλες περιπτώσεις τῆς ρωμαϊκῆς ἱστορίας) ‎ἐπαναλαμβάνεται ἐντελῶς φυσιολογικὰ ὁ κοινότυπος διαχωρισμὸς τῶν ‎λαῶν σὲ Ἕλληνες καὶ βαρβάρους, κατατάσσοντας δίχως ἄλλο τοὺς ἑαυτούς ‎των στοὺς Ἕλληνες. Ἡ παράδοση τῆς συγγενείας τους μὲ τοὺς Τρῶες τοῦ ‎Αἰνεία ἔμεινε ἱσχυρότατη στὸ διάβα τῶν αἰώνων, ἐνῶ καὶ ἡ συνείδηση τῆς ‎προελεύσεως μέρους τῶν Λατίνων ἀπὸ τὸ Παλλάντιον τῆς Ἀρκαδίας ‎ὁδήγησε τὸν αὐτοκράτορα Ἀντωνῖνο (2ος αἰ. μ.Χ.) σὲ ἀπόδοση τιμῶν καὶ ‎προνομίων πρὸς τὴν πόλη αὐτή[11]. Κατὰ ‎τὸν 6ο π.Χ. αἰῶνα, ὁ βασιλιὰς τῆς Ρώμης Τύλλιος, ὁμιλώντας πρὸς τοὺς ‎ἄρχοντες τῶν 30 περίπου λατινικῶν πόλεων τονίζει πὼς ἁρμόζει μὲν στοὺς ‎Λατίνους νὰ ἐξουσιάζουν τοὺς γείτονες λαούς, ὡς Ἕλληνες πρὸς βαρβάρους, ‎στοὺς Ρωμαίους δὲ νὰ προεξάρχουν μεταξὺ τῶν λοιπῶν Λατίνων[12].‎
‎Οἱ ἀρχαῖοι Ρωμαῖοι ἦταν Ἕλληνες (στὴν καταγωγή, στὴν παιδεία, ‎στὴν θρησκεία, στὴν ἐνδυμασία, στὴν καθημερινὴ ζωή, στὸν πολιτισμὸ ἐν ‎γένει, στὴν αὐτοσυνειδησία), ὅσο Ἕλληνες ἦσαν οἱ Μακεδόνες, οἱ Ἀθηναῖοι, ‎οἱ Ρόδιοι, οἱ Σπαρτιάτες. Ἀπόλυτη ταύτιση ἔστω καὶ δύο μόνον πόλεων-‎κρατῶν δὲν ὑπῆρχε φυσικὰ ποτέ (οὔτε σήμερα ὑπάρχει!), οὔτε θὰ ἦταν ‎λογικὸ νὰ μὴν ἀναμένεται κάποια ἰδιαίτερη ἔκφραση τοῦ ἑλληνικοῦ ‎πολιτισμοῦ ἐκ μέρους τῆς Ρώμης, καθὼς μάλιστα εὑρισκόταν γεωγραφικῶς ‎τόσο μακρυὰ ἀπὸ τὴν κυρίως Ἑλλάδα. Ἡ Ρώμη μπορεῖ νὰ μὴν ἐξισώθηκε μὲ ‎τὸ πνευματικὸ μεγαλεῖο τῶν Ἀθηνῶν, ἀλλὰ δὲν ἦταν ὁπωσδήποτε ἡ μόνη ‎μεταξὺ τῶν ἑλληνικῶν πόλεων. Πόσο μεγαλύτερες διαφορὲς μποροῦν ἐπὶ ‎παραδείγματι νὰ σημειωθοῦν ἀνάμεσα στὴν δημοκρατικὴ Ἀθῆνα τοῦ ‎Περικλῆ καὶ τοῦ Πλάτωνα, καὶ τὴν σκληρὴ ὀλιγαρχικὴ Σπάρτη τῶν εἰλώτων ‎καὶ τοῦ Καιάδα, χωρὶς ποτὲ νὰ τεθεῖ ἐρωτηματικὸ γιὰ τὴν ἑλληνικότητα καὶ ‎τῶν δύο! Ἡ Ρώμη εἶχε μὲ τὴν σειρά της νὰ ἐπιδείξει πλεονέκτημα στὴν τέχνη ‎τῆς διοικήσεως καὶ διακυβερνήσεως, χαρακτηριστικὸ πού, μαζὶ μὲ τὴν ‎πάγκοινη ἑλληνικὴ ἀνδρεία στοὺς πολέμους, τῆς ἔδωσαν τὴν δυνατότητα ‎νὰ κυριαρχήσει σταθερὰ στὸν κόσμο. Ἡ δὲ πολιτιστικὴ ἐπίδραση τῶν ‎Ρωμαίων στὴν κατακτηθεῖσα δυτικὴ Εὐρώπη ἦταν τόσο σαφής, ποὺ ὁ ‎F.E.Peters στὴν σύγχρονη ἐποχὴ τόλμησε νὰ ὁμιλήσει γιὰ «λατινικὸ ‎ἑλληνισμό» (καὶ ἀντίστοιχα γιὰ «ἑλληνικὸ ἑλληνισμὸ» στὴν Ἀνατολή)[13].‎‎
‎Ἀλλὰ καὶ ὅλος ὁ ὑπόλοιπος ἑλληνικὸς κόσμος θεωροῦσε τοὺς ‎Ρωμαίους ἔθνος ἑλληνικό, παρὰ τὴν ἀπόστασή τους ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα (ὅπως ‎ἐπίσης, ἐπὶ παραδείγματι, ἑλληνικὴ ἦταν καὶ ὅλη ἡ κάτω Ἰταλία, ἡ λεγόμενη ‎‎«Μεγάλη Ἑλλάδα»). Ἡ πιὸ κατηγορρηματικὴ μαρτυρία μᾶς ἔρχεται ἀπὸ τὸν ‎μαθητὴ τοῦ Πλάτωνος Ἠρακλείδη τὸν Ποντικό (4ος αἰ. π.Χ.), ὁ ὁποῖος ‎ἀποκαλεῖ ἀπερίφραστα τὴν Ρώμη «πόλιν ἑλληνίδα»[14]. Ὡς ‎ἀφορμὴ γιὰ τὴν ἐπέλασή των στὴν Ἑλλάδα (2ος αἰ. π.Χ.), οἱ Ρωμαῖοι ‎προέβαλαν τὴν ἀπελευθέρωση τῶν ἑλληνικῶν πόλεων ἀπὸ τὸν Φίλιππο Β’ ‎‎[15] καὶ ‎πολλὲς πόλεις τοὺς δέχονταν ὡς συμμάχους[16]. Ὁ ‎ἀπόστολος Παῦλος ἀπευθυνόμενος στοὺς Ρωμαίους γράφει: «Ἓλλησί τε καὶ ‎βαρβάροις, σοφοῖς τε καὶ ἀνοήτοις ὀφειλέτης εἰμί»[17], ‎κατατάσσοντας προφανῶς καὶ αὐτὸς τοὺς ἀποδέκτες τῆς ἐπιστολῆς του ‎στοὺς Ἕλληνες. Ὁ Αἴλιος Ἀριστείδης (2ος αἰ. μ.Χ.) ἐπαινεῖ τοὺς Ρωμαίους γιὰ ‎τὴν ἀναγνώριση τῶν Ἑλλήνων ὡς (πνευματικῶν) «τροφέων» τους[18]. Ὁ ‎ἑλληνιστὴς Ἰουδαῖος φιλόσοφος Φίλων ὁ Ἀλεξανδρεύς (1ος αἰ μ.Χ.), σὲ ἕνα ‎ἐγκωμιαστικὸ παραλήρημα πρὸς τὸν Καίσαρα, ἐξαίρει γλαφυρότατα τὸν ‎ἐξελληνισμὸ τῶν βαρβάρων ἐκ μέρους τῶν Ρωμαίων[19]. Ὁ ‎Λιβάνιος (4ος αἰ. μ.Χ.), ὀνομάζοντας σαφῶς τοὺς Ρωμαίους ἀπογόνους τοῦ ‎Αἰνεία, τοὺς ἀποδίδει ἀβίαστα καὶ μὲ ἰδιαίτερα κομψὸ ρητορικὸ σχῆμα τὴν ‎ἑλληνικότητα[20]. Ὁ δὲ ‎φανατικὸς «Ἕλληνας» Ἰουλιανὸς, ὄχι μόνον ὡς αὐτοκράτωρ κατατάσσει ‎τὸν ἑαυτό του στοὺς Ρωμαίους[21], ἀλλὰ ‎καὶ περιγράφει ἀλλοῦ τὴν αὐθεντικὴ ἑλληνικότητα τῆς Ρώμης κατὰ «γένος ‎τε καὶ πολιτείαν», κατὰ τοὺς θεσμοὺς καὶ κατὰ τὴν θρησκεία[22]. Εἶναι ‎χαρακτηριστικὸ ὅτι οἱ Ἕλληνες, σὲ ἀντίθεση μὲ ἄλλους λαοὺς ὅπως τοὺς ‎Ἑβραίους καὶ τοὺς Αἰγυπτίους, οὐδέποτε βίωσαν τὴν ρωμαϊκὴ κυριαρχία ὡς ‎ὑποδούλωση. Μποροῦμε χωρὶς μεγάλη δυσκολία νὰ τὴν θεωρήσουμε ὡς ‎συνέχεια τῶν ἀλλεπάλληλων στὴν ἀρχαία ἑλληνικὴ ἱστορία πολέμων μεταξὺ ‎τῶν πόλεων-κρατῶν καὶ τῆς ἀενάως ἐναλλασσομένης ἡγεμονίας μεταξύ ‎των. Ὅπως ὅλες οἱ προηγούμενες (ἀθηναϊκή, σπαρτιατική, μακεδονική), ἔτσι ‎καὶ ἡ ρωμαϊκὴ ἡγεμονία ἦταν λογικὸ νὰ μὴν γίνει δεκτὴ ἀπὸ ὅλους μὲ χαρά, ‎ἐνῶ κανεὶς δὲν θὰ θεωροῦσε λογικὰ τιμή του νὰ λέγεται Ρωμαῖος, ἀκριβῶς ‎ὅπως ἕνας Ἀθηναῖος δὲν θὰ δεχόταν ποτὲ νὰ ὀνομαστεῖ Σπαρτιάτης μετὰ ‎τὸν πελοποννησιακὸ πόλεμο.
 
Γ. Ρωμαῖοι καὶ Ρωμαῖοι
‎Γιὰ μερικοὺς αἰῶνες, ἡ Ρώμη ζοῦσε στὰ στενὰ ὅρια τῆς πόλεώς ‎της. Οἱ κάτοικοί της ὀνομάζονταν Ρωμαῖοι (ὅπως ἀντίστοιχα οἱ κάτοικοι ‎τῆς Ἀθήνας Ἀθηναῖοι καὶ τῆς Θήβας Θηβαῖοι) καὶ ἀνῆκαν στὸ εὐρύτερο ‎γένος τῶν Λατίνων (ὅπως ἀντίστοιχα οἱ Σπαρτιάτες στὸ γένος τῶν ‎Δωριέων). Μετὰ τὴν ἐπέκτασή των καὶ τὴν δημιουργία τῆς ρωμαϊκῆς ‎αὐτοκρατορίας, ἄρχισαν σταδιακὰ νὰ δίνουν τὴν ἰδιότητα τοῦ Ρωμαίου ‎πολίτη καὶ σὲ ὑποτελεῖς, ἐξισώνοντάς τους ἔτσι μὲ τοὺς ἴδιους. Ἦταν μιὰ ‎πτυχὴ τῆς πάγιας καὶ ἐμπνευσμένης τακτικῆς τῶν Ρωμαίων νὰ δίνουν ‎διάφορα δικαιώματα καὶ αὐτονομίες στοὺς λαοὺς ποὺ κατακτοῦσαν, ὥστε ‎νὰ ἐξασφαλίζουν τὴν πειθαρχία τους καὶ τὴν στρατιωτική τους ‎συμπαράσταση πρὸς τοὺς ἐξωτερικοὺς ἐχθρούς. Βαθμηδὸν λοιπόν, ὁ ὅρος ‎Ρωμαῖος ἄρχισε νὰ σημαίνει καὶ τὸν πολίτη τῆς ρωμαϊκῆς αὐτοκρατορίας. ‎Ὁ ἀπόστολος Παῦλος μᾶς μεταδίδει τῆν ἐξοικείωση τῶν κατοίκων τῆς ‎ρωμαϊκῆς ἐπικρατείας μὲ τὴν ἔννοια αὐτή, διαμαρτυρόμενος γιὰ τὸν ἄνευ ‎δίκης δημόσιο ξυλοδαρμὸ «ἀνθρώπων Ρωμαίων»‎[23], ἐνῶ ὁ χιλίαρχος τὸν ‎ρωτοῦσε, «πές μου, εἶσαι Ρωμαῖος;»‎[24]. Χρονολογία ὁρόσημο θεωρεῖται τὸ ‎‎212 μ.Χ., ὁπότε ὁ αὐτοκράτωρ Καρακάλας ἀπέδωσε τὴν ἰδιότητα τοῦ ‎Ρωμαίου σὲ ὅλους τοὺς ἐλεύθερους (μὴ δούλους) κατοίκους τῆς ρωμαϊκῆς ‎ἐπικρατείας, ἀποσυνδέοντάς της σχεδὸν ὁριστικὰ ἀπὸ τὴν πόλη τῆς ‎Ρώμης. Ὅταν δὲ τὸ 330 μ.Χ., ἡ πρωτεύουσα τῆς αὐτοκρατορίας μετεφέρθη ‎στὴν Νέα Ρώμη (ἔτσι ὀνόμασε τὴν Κωνσταντινούπολη ὁ ἴδιος ὁ ἱδρυτής ‎της) καὶ τὸ κύρος τῆς παλαιᾶς Ρώμης ἐξέλιπε -μὲ ἐξαίρεση τὴν διατήρηση ‎τῆς πατροπαραδότου Παπικῆς ἕδρας-, ἡ δεύτερη ἔννοια τοῦ ὅρου Ρωμαῖος ‎κυριάρχησε ὁλοκληρωτικά. Κατὰ μία ἄποψη, μὲ τὴν ἐπισημοποίηση τοῦ ‎χριστιανισμοῦ ἀπὸ τὸν Μ. Κωνσταντῖνο, οἱ ἑλληνόφωνοι πληθυσμοί, ‎κατεχόμενοι ἀπὸ ὑπερβάλλοντα ζῆλο γιὰ τὴν νέα θρησκεία, ἀπέρριψαν ‎ὁριστικὰ τὸν χαρακτηρισμὸ «Ἕλληνες» ὡς δηλωτικὸ τοῦ πολυθεϊσμοῦ καὶ ‎ἔγιναν οἱ πιὸ ἔνθερμοι «Ρωμαῖοι».‎
‎Τὸ ρωμαϊκὸ κράτος κατελύθη τὸ 1453 μὲ τὴν ἄλωση τῆς ‎πρωτεύουσάς του. Μέχρι τότε οὐδέποτε ἄλλαξε ὀνομασία, οὔτε μετὰ τὴν ‎μεταφορὰ τῆς παλαιᾶς Ρώμης στὴν Νέα. Ἀκόμη καὶ μετὰ τὴν ὁριστικὴ ‎ἀπώλεια τοῦ δυτικοῦ τμήματος, ἀκόμη καὶ μετὰ τὴν κατάκτηση τῆς ‎‎(παλαιᾶς) Ρώμης ἀπὸ τοὺς Φράγκους, τὸ ἐλεύθερο τμῆμα (ἀνατολικό) τοῦ ‎κράτους ἐξακολούθησε νὰ λέγεται ρωμαϊκό (καὶ Ρωμανία), ὁ αὐτοκράτωρ ‎νὰ λέγεται βασιλεὺς τῶν Ρωμαίων καὶ οἱ κάτοικοί του Ρωμαῖοι καὶ μόνον.‎

‎Δ. Οἱ βλέψεις τῶν Φράγκων

‎Ἡ αἴγλη καὶ ἡ δόξα τῆς ρωμαϊκῆς αὐτοκρατορίας ἦταν παγκόσμια ‎καὶ ζηλευτὴ ἀπὸ ὅλους τοὺς «βαρβάρους» λαούς. Ἀπὸ ὅλα της τὰ σύνορα ‎ἡ αὐτοκρατορία βαλλόταν καὶ ὅλοι οἱ γείτονες κάτι ἤθελαν νὰ ‎ἀπομυζήσουν. Ἡ ἴδια ἡ Πόλη κινδύνευσε οὐκ ὀλίγες φορές. Αὐτοὶ ὅμως ‎ποὺ μὲ τὸν πλέον συστηματικὸ τρόπο ἐπεχείρησαν πρῶτοι νὰ ‎κληρονομήσουν τὴν ἀκτινοβολία της ἦταν οἱ Φράγκοι.‎
‎Οἱ Φράγκοι ἀνῆκαν στὰ λεγόμενα γερμανικὰ φῦλα – ὅπως ἐπίσης ‎καὶ οἱ Βάνδαλοι, οἱ Λομβαρδοὶ ἢ Λογγοβάρδοι, οἱ Γότθοι, οἱ Βουργουνδοί, ‎οἱ Ἀλαμανοί, οἱ Τεύτονες, oἱ Βαυαροί, οἱ Σάξωνες κ.ἄ. Ἀπὸ τὸν 5ο μ.Χ. ‎αἰῶνα, ὁρμώμενοι κυρίως ἀπὸ τὸν γεωγραφικὸ χῶρο τῆς σημερινῆς ‎Γερμανίας, οἱ Φράγκοι κατάφεραν νὰ ἀποσπάσουν τμήματα τῆς ‎ρωμαϊκῆς αὐτοκρατορίας, μὲ πρώτη τους μεγάλη ἐπιτυχία τὴν Γαλατία ‎‎(σημερινὴ Γαλλία). Ἔφθασαν στὸ ἀπόγειο τῆς ἐδαφικῆς τους κυριαρχίας ‎κατὰ τὸ β’ ἥμισυ τοῦ 8ου αἰῶνος, ὅταν ὁ Καρλομάγνος συμπεριέλαβε σὲ ‎μιὰ ἑνωμένη Φραγκία τὸν ἀχανῆ γεωγραφικὸ χῶρο μεταξὺ τῆς σημερινῆς ‎Γερμανίας, Γαλλίας καὶ βορείου Ἰταλίας. Ὅλο σχεδὸν τὸ λατινόφωνο ‎τμῆμα τῆς ρωμαϊκῆς αὐτοκρατορίας περιῆλθε στὴν κυριαρχία του.‎
‎Παρ᾿ ὅλο ποὺ οἱ Φράγκοι εἶχαν πρὸ πολλοῦ ἐκχριστιανισθεῖ, ‎παρέμεναν ἐν πολλοῖς ἀπολίτιστοι καὶ ἀμόρφωτοι. Θὰ τολμοῦσε νὰ ‎ἰσχυριστεῖ κανεὶς ὅτι ἀδυνατοῦσαν νὰ συλλάβουν καὶ νὰ ἀφομοιώσουν τὸ ‎βαθύτερο χριστιανικὸ πνεῦμα ποὺ ὑφίστατο στὴν ρωμαϊκὴ αὐτοκρατορία ‎καὶ αἰσθάνονταν πάντοτε μειονεκτικὰ ἔναντι τῶν ρωμαϊκῶν ἐπαρχιῶν ‎ποὺ κυβερνοῦσαν. Οἱ πρώην ρωμαῖοι ὑποτελεῖς των τοὺς ἀντιμετώπιζαν ‎ὡς ξένα σώματα. Ὁ Καρλομάγνος ἐπιδόθηκε σὲ μιὰ ὀργανωμένη ‎ἐπιχείρηση ἀλλοιώσεως τῶν πολιτικῶν καὶ ἱστορικῶν δεδομένων καὶ ‎ὁρολογιῶν, μὲ σκοπὸ νὰ ἀποκόψει ἀπὸ τοὺς δυτικοὺς Ρωμαίους κάθε ‎σύνδεσμο καὶ ἀνάμνηση τῆς ἐλεύθερης Ρωμανίας.‎
‎Ἡ γλωσσικὴ διαφοροποίηση τοῦ κατακτηθέντος τμήματος τῆς ‎αὐτοκρατορίας ἀπὸ τὸ ἐλεύθερο ἐξελίχθηκε σὲ Δούρειο ἴππο στὰ χέρια ‎τοῦ Καρλομάγνου. Οἱ ἑλληνόφωνοι Ρωμαῖοι ἔπαυσαν κατ᾿ αὐτὸν νὰ εἶναι ‎Ρωμαῖοι καὶ ὀνομάστηκαν Γραικοί, ἐνῶ ἡ ρωμαϊκὴ αὐτοκρατορία ‎βαπτίστηκε γραικική. Ἐφ᾿ ὅσον ἡ (παλαιὰ) Ρώμη δὲν ἀνῆκε στὴν ‎αὐτοκρατορία, αὐτὴ δὲν δικαιοῦτο νὰ ἀποκαλεῖται ρωμαϊκή. Καὶ ἐφ᾿ ὅσον ‎ἡ γλῶσσα της ἦταν πλέον ἀποκλειστικὰ ἡ ἑλληνικὴ καὶ ὄχι ἡ γλῶσσα τῆς ‎Ρώμης, ἦταν πλέον πρέπον νὰ λέγεται γραικικὴ (ἢ Γραικία).‎
‎Ἡ νέα ὁρολογία, ἂν καὶ οὐδέποτε ἔγινε παραδεκτὴ ἀπὸ τοὺς ‎ἑλληνόφωνους Ρωμαίους, χρησιμοποιήθηκε ἔκτοτε ἀποκλειστικὰ σὲ ὅλα ‎τὰ φραγκικὰ ἔγγραφα καὶ καθιερώθηκε στὶς φραγκικὲς ἱστορικὲς ‎συγγραφές. Μολονότι δὲν εἶχε κανένα ἔρεισμα, ὑποστηρίχθηκε τόσο ‎πολύ, ποὺ ἐπικράτησε ὁλοκληρωτικὰ στὸν δυτικὸ κόσμο. Στοὺς χρόνους ‎τοῦ Καρλομάγνου ἡ παλαιὰ Ρώμη ἦταν ὄντως λατινόφωνη. Ὅταν ὁ ‎Μέγας Κωνσταντῖνος μετέφερε κατὰ τὸ 330 μ.Χ. τὴν πρωτεύουσα τῆς ‎αὐτοκρατορίας, μετοίκησε στὴν Νέα Ρώμη ὅλη τὴν ἀριστοκρατία καὶ τὴν ‎πνευματικὴ ἐλὶτ τῆς παλαιᾶς. Ἀκόμη καὶ κατὰ τὸν 12ο αἰῶνα, ἀναφέρεται ‎ἀπὸ τὴν Ἄννα Κομνηνὴ ἡ ζωντανὴ ἀνάμνηση αὐτῆς τῆς ‎μεταναστεύσεως[25]. Ἔκτοτε, φαίνεται πὼς ἡ παλαιὰ Ρώμη κατοικήθηκε ‎ἀπὸ τοὺς περιοίκους Λατίνους μένοντας πράγματι λατινόφωνη, ἐνῶ ‎ἔπαυσε πλέον νὰ ἔχει σημαίνοντα ρόλο στὰ «ρωμαϊκὰ πράγματα».‎‎
‎Τὸ ἑπόμενο βῆμα τοῦ Καρλομάγνου ἦταν καὶ ἡ θρησκευτικὴ ‎ἀπεξαρτητοποίηση τῆς ἐπικρατείας του. Εἶναι τραγικὸ νὰ συνειδητοποιεῖ ‎κανεὶς ὅτι οἱ μεγαλύτερες θρησκευτικὲς ἔριδες εἶχαν πολιτικὰ αἴτια. Οἱ ‎Φράγκοι ἔπρεπε νὰ βροῦν ἕνα θεολογικὸ πρόσχημα γιὰ νὰ ‎δικαιολογήσουν τὴν σχεδιαζόμενη ἐκκλησιαστικὴ αὐτονόμησή τους. Αὐτὸ ‎ἦταν τὸ θρυλικὸ φιλιόκβε – ποὺ δὲν ὑπόκειται στὴν ἁρμοδιότητά μας νὰ ‎ἀναλύσουμε. Τὸ σχέδιο ἀπεδείχθη ἄριστα μελετημένο: εἴτε οἱ Ρωμαῖοι ‎‎(λέγε Πατριαρχεῖο Κωνσταντινουπόλεως) θὰ τὸ ἀποδέχονταν καὶ μαζὶ μὲ ‎αὐτὸ τὴν θεολογικὴ ἀνωτερότητα τῶν Φράγκων, εἴτε -τὸ πιθανότερο- θὰ ‎τὸ ἀπέρριπταν καὶ θὰ καταδικάζονταν ὡς αἰρετικοί. Βεβαίως συνέβη τὸ ‎δεύτερο, ἀλλὰ τὸ θέμα δὲν ἔληξε τόσο ἁπλᾶ. Χρειάστηκε νὰ φθάσουμε ‎στὸν 11ο αἰῶνα γιὰ νὰ μπορέσουν οἱ Φράγκοι νὰ ἐπιβάλουν τὸ φιλιόκβε ‎καὶ στὸ ἴδιο τὸ Πατριαρχεῖο τῆς Ρώμης. Αὐτὸ ἐπετεύχθη ὅταν κατάφεραν ‎νὰ διορίσουν Φράγκο Πάπα, ἐνῶ οἱ μέχρι τότε Λατίνοι (λατινόφωνοι ‎Ρωμαῖοι) Πάπες ἀντιστέκονταν λιγότερο ἢ περισσότερο καὶ εἶχαν ‎ἀποσοβήσει τὴν εἰσαγωγὴ τοῦ φιλιόκβε στὴν ἴδια τὴν Ρώμη, παρὰ τὴν ‎ἐπικράτησή του στὴν πρὸ πολλοῦ φραγκοκρατούμενη βόρειο Ἰταλία[26]. Τῆς ‎ὁριστικῆς ἐπιβολῆς τοῦ φιλιόκβε, προηγήθηκε ἡ κατάληψη τῆς Ρώμης τὸ ‎‎962 ἀπὸ τὸν Ὄθωνα Α’, ἔπειτα ἀπὸ δύο περίπου αἰῶνες τεραστίων ‎ἐσωτερικῶν προβλημάτων τῶν Φράγκων, ποὺ προκάλεσαν τὴν διαίρεση ‎τῆν μεγάλης Φραγκίας τοῦ Καρλομάγνου[27]. Ὁ Ὄθων συνέχισε καί, κατὰ ‎μία ἔννοια, ὁλοκλήρωσε τὸ ὅραμα τοῦ Καρλομάγνου: Μετονόμασε τὴν ‎ἀνατολικὴ Φραγκία (ἀπὸ τὴν σημερινὴ Ἰταλία μέχρι τὴν σημερινὴ ‎Γερμανία πρὸς βορρᾶν) σὲ «ἁγία Ρωμαϊκὴ αὐτοκρατορία» (!) καὶ ὁ ἴδιος ‎ἐστέφθη αὐτοκράτοράς της. Καὶ φυσικὰ αὐτὴν τὴν ἱστορία διδάσκονται οἱ ‎ἀπόγονοί τους.
Ε. Γραικοί
‎Ἀλλὰ πῶς ἐφηῦρε ὁ Καρλομάγνος τὸν ὅρο «Γραικός»; Στὸ Ἑτυμολογικὸν Μέγα λεξικὸ διαβάζουμε στὸ λῆμμα Γραικός: «Παρὰ τὸ ῥαῖσαι, ῥαικὸς καὶ γραικός· διὰ γὰρ τὴν κατὰ πόλεμον ἀνδρείαν οὕτως οἱ Ἕλληνες ἐκαλοῦντο. Ἢ ἀπό τινος Ἕλληνος Γραικοῦ, ὡς ἀπὸ τοῦ Ἕλλην Ἕλληνες. Καὶ γραικιστὶ, ἑλληνιστί». Στὴν δὲ γραμματικὴ τοῦ Στεφάνου ὁ Γραικὸς ἀναφέρεται συγκεκριμένα ὡς πρόσωπο ἐξ οὗ ἔλαβαν οἱ Γραικοὶ τὴν προσηγορία[28]. Ἡ παλαιότερη ἀναφορὰ τοῦ ὅρου ποὺ ἐντοπίσαμε ἀνάγεται στὸν Ἠσίοδο (8ος αἰ. π.Χ.)[29]. Ἀργότερα, συναντᾶται καὶ σὲ ἄλλους συγγραφεῖς ὅπως τὸν Καλλίμαχο (3ος αἰ. π.Χ.)[30], τὸν Λυκόφρονα (3ος αἰ. π.Χ)[31] κ. ἄ., καὶ εἶναι φανερὸ ὅτι πρόκειται γιὰ προγενέστερη καὶ ἀρχαιότατη κλήση τῶν Ἑλλήνων.
‎Ἡ ὀνομασία αὐτή ἦταν γνωστὴ στοὺς Λατίνους. Ἀργότερα, ὅταν ἤθελαν νὰ διαχωρίσουν τοὺς Ἕλληνες τῆς Ἑλλάδος ἀπὸ τὸ ἐπίσης ἑλληνικὸ δικό τους ἔθνος, τοὺς ἀποκαλοῦσαν Γραικούς[32]. Τὸ ἐνδιαφέρον εἶναι ὅτι ὁ ὅρος ἀπέκτησε σὺν τῷ χρόνῳ χροιὰ ὑποτιμητική, προφανῶς μετὰ τὴν κατάκτηση τῆς Ἑλλάδος. Τὸ φαινόμενο αὐτὸ παρατηρεῖται ὅταν ὁ ἰσχυρὸς αἰσθάνεται μειονεκτικά, κάτι ποὺ ὡς ἕνα βαθμὸ ὑπέστησαν οἱ Ρωμαῖοι ἔναντι τῶν κατακτηθέντων Ἑλλήνων. Ὁ Κάσσιος Δίων σαφῶς ἀνάγει τὴν χρήση τοῦ ὅρου «εἰς ὄνειδος δυσγενείας»[33], ἐνῶ ὁ Πλούταρχος (1ος αἰ. μ.Χ.) μᾶς περιγράφει τὸν ὀνειδισμὸ τοῦ Κικέρωνος (1ος αἰ π.Χ.) ὡς Γραικοῦ ἀπὸ τοὺς ἀντικειμένους του[34]. Ὁ ἴδιος ὁ Κικέρων εἰρωνεύεται ὡς Γραικὸ τὸν ἔπαρχο Θεοφάνη τὸν Λέσβιο[35], ἀκολουθώντας τὸ παράδειγμα τοῦ Μάρκου Κάτωνος (3ος-2ος αἰ. π.Χ.)[36].
‎Φαίνεται πὼς ἡ συμπλεγματικὴ αὐτὴ συνήθεια διατηρήθηκε γιὰ ἀρκετοὺς αἰῶνες μεταξὺ τῶν λατινοφώνων καὶ ἔφθασε μέχρι τὸν Καρλομάγνο. Καθὼς μάλιστα ὁ ὅρος «Ἕλλην» εἶχε μεταξὺ τῶν χριστιανῶν ἀποκτήσει ἀποκλειστικὰ θρησκευτικὴ χροιὰ σημαίνοντας τὸν πολυθεϊστὴ καὶ μὴ ἐξυπηρετώντας τὰ σχέδιά του, ὁ Καρλομάγνος ἄδραξε τὴν εὐκαιρία καὶ ἐπισημοποίησε τὸν ὅρο «Γραικός», ἀπὸ τὸν ὁποῖο προέκυψε ἡ γραικικὴ αὐτοκρατορία καὶ ἡ Γραικία. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, σκοπὸς ἦταν ὁ προσπορισμὸς μὲ ὁποιοδήποτε μέσο γιὰ λογαριασμὸ τῶν Φράγκων, τῆς ζωντανῆς τὴν ἐποχὴ ἐκείνη δόξας καὶ οἰκουμενικότητας τῆς ρωμαϊκῆς αὐτοκρατορίας. Ἐθνικὴ συνείδηση, ὅπως τὴν συναντοῦμε σήμερα, δὲν ὑπῆρχε καὶ ἴσως γι᾿ αὐτό, ἡ ἔνδοξη ἱστορία τῆς ἀρχαίας Ἑλλάδος τὴν ὁποία μὲ τὴν αὐθαιρεσία του χάριζε στοὺς ἑλληνόφωνους Ρωμαίους δὲν σήμαινε κάτι. Ἡ αὐθεντικὴ ρωμαϊκὴ αὐτοκρατορία ἔμεινε στὶς δυτικὲς γλῶσσες Γραικία (Graecia/Greece) καὶ οἱ κάτοικοί της Γραικοί (Graeci/Greeks).
‎Εἶναι κωμικοτραγικὴ ἡ συνέχεια αὐτῆς τῆς παραχαράξεως ἐκ μέρους τῶν Φράγκων. Κατὰ τοὺς ὀθωμανικοὺς χρόνους, ξεκίνησε μιὰ νέα ἀλλοίωση: ἐνῶ ὁ σκλαβωμένος Ρωμαῖος/Ρωμιός παρέμενε γιὰ ἐκείνους Γραικός, τὸ ρωμαίικο παρελθόν του μέχρι τῆς ἀλώσεως (1453) βαπτίστηκε ὅλως παραδόξως «βυζαντινό»! Μεταξὺ τῶν Ρωμαίων, τὸ Βυζάντιο (ἢ ἡ Βυζαντίς) ἦταν μιὰ στενὴ γεωγραφικὴ περιοχὴ ποὺ σὺν τῷ χρόνῳ ταυτίστηκε μὲ τὴν Κωνσταντινούπολη καί, ἀραιὰ καὶ ποῦ, ἐχρησιμοποιεῖτο ἀντ᾿ αὐτῆς, ποτὲ ὅμως γιὰ τὴν σύνολη αὐτοκρατορία καὶ τὰ σὺν αὐτῇ[37]. Γιὰ ἐκείνους, ἡ χώρα τους δὲν ἔπαψε μέχρι τὸ 1453 νὰ ὀνομάζεται ρωμαϊκὴ, Ρωμαίων βασιλεία, Ρωμανία. Καὶ οἱ ἴδιοι οὐδέποτε αἰσθάνθηκαν ἀμφιβολία ὅτι ἦταν Ρωμαῖοι καὶ μόνον, ἀποκαλώντας τοὺς δυτικοὺς ὡς Λατίνους ἢ Φράγκους, ἑνίοτε συγχέοντας τοὺς δύο ὅρους. Ἔτσι, ἐντελῶς ἐνδεικτικά, ἡ Ἄννα Κομνηνὴ (α’ ἥμισυ 12ου αἰῶνος) περιγράφει μιά δίωξη τοῦ ρωμαϊκοῦ στρατεύματος ἀπὸ τοὺς Λατίνους[38], μιλάει γιὰ τὴν ρωμαϊκὴ φάλαγγα[39], ἀλλοῦ ἀντιπαραθέτει τοὺς Ρωμαίους καὶ μὲ τοὺς Φράγκους[40]. Ὁ δὲ Φράγκος Βαϊμοῦντος ὄχι μόνο ἀναγνωρίζει ὅλα τὰ ἀνωτέρω σὲ γραπτὴ ὁμολογία του πρὸς τὸν «αὐτοκράτορα τῶν Ρωμαίων» Ἀλέξιο Κομνηνό[41], ἀλλὰ καὶ στὸν προγενέστερο σωζόμενο ὑβριστικότατο προφορικὸ λόγο του πρὸς αὐτόν ἀποκαλεῖ τὴν αὐτοκρατορία «Ρωμανία»[42]. Ἀργότερα, κατὰ τὸ β’ ἥμισυ τοῦ 14ου αἰῶνος, ὁ Νικηφόρος Γρηγορᾶς συγγράφει τὴν «Ρωμαϊκὴ Ἱστορία»[43] ἀπὸ τῆς φραγκικῆς ἀλώσεως (1204) ἕως τὴν ἐποχή του καὶ συνεχίζει αὐτονόητα τὴν ἴδια τακτική, ὁμιλώντας γιὰ «ρωμαϊκὲς δυνάμεις»[44] ἐναντίον Λατίνων. Ἡ συνείδηση τοῦ ρωμαϊκοῦ κράτους ὑφίστατο ἀναλλοίωτη μέχρι τὸ 1453, ὅπως φαίνεται καὶ ἀπὸ τὸ χρονικὸ τοῦ Γεωργίου Φραντζῆ[45]. «Ὥς τὸ τέλος ὁ πολίτης τῆς αὐτοκρατορίας ἔμεινε συνειδητὰ ὁ πιὸ πολιτισμένος ἐκπρόσωπος τοῦ ἀνθρωπίνου γένους, συνειδητὰ Ρωμαῖος, συνειδητὰ ὀρθόδοξος, συνειδητὰ κληρονόμος τῆς ἑλληνικὴς ἐκλεπτύνσεως»[46].
‎Δυστυχῶς, ἡ «βυζαντινὴ» ἐφεύρεση μεταφέρθηκε ἀφελῶς καὶ στὴν νεοελληνικὴ παιδεία προκαλώντας μέγιστη σύγχυση ταυτότητος στὸν ἁπλὸ λαό, δίδοντας τὴν τραγελαφικὴ ἐντύπωση ὅτι ὁ βυζαντινὸς πολιτισμὸς εἶναι δῆθεν κάτι διαφορετικὸ ἀπὸ τὸν ἀδιάσπαστο ἑλληνικὸ πολιτισμό. Καὶ ἐνῶ μὲ τοὺς «γραικισμοὺς» προσπάθησαν (καὶ ἴσως ἐν μέρει κατάφεραν) νὰ μᾶς ἀποσυνδέσουν ἀπὸ τὴν ρωμαϊκὴ ὁρολογία, μὲ τοὺς «βυζαντινισμοὺς» ἐπιδιώκουν νὰ μᾶς ἀποστερήσουν τὴν οὐσία τῆς ἱστορίας μας καὶ τοῦ πολιτισμοῦ μας.
 

‎ΣΤ. Τί εἴμαστε σήμερα;

‎Ἀβίαστα ἀναφύεται τοῦτο τὸ ἐρώτημα. Εἴμαστε Ἕλληνες, Γραικοί, Ρωμιοί ἢ κάτι ἄλλο;
‎Στὰ χρόνια τῆς ρωμαϊκῆς αὐτοκρατορίας καὶ τῆς ὀθωμανικῆς σκλαβιᾶς, ὁ ὅρος «Ἕλλην» δὲν χρησιμοποιήθηκε μὲ ἐθνοφυλετικὴ χροιά. Οἱ ἀρχαῖοι Ἕλληνες ἔγιναν Ρωμαῖοι καὶ κατὰ παραφθορὰν Ρωμιοί. Ρωμιοὶ ἔμειναν μέχρι τὸ 1821, παρὰ τὴν χιλιετῆ «βάπτισή» των σὲ Γραικοὺς ἀπὸ τοὺς Φράγκους. Ἡ γλῶσσα ὅμως καὶ ὁ πολιτισμός τους γενικότερα διατήρησε τὴν ἑλληνικότητά του, ἂν καὶ ἀπεκαλεῖτο ταυτόχρονα ρωμαίικος. «Ρωμαίικα» λέγονταν καὶ τὰ δημώδη ἑλληνικὰ τῆς ἀγορᾶς καὶ τοῦ λιμανιοῦ στοὺς χρόνους τῆς νέας Ρώμης[47]. Ρωμιοσύνη ἔμεινε νὰ λέγεται γενικὰ ὁ ἑλληνικὸς πολιτισμὸς καὶ ὁ λαὸς ποὺ τὸν ἐκφράζει.
‎Οἱ σημερινοὶ Ἕλληνες εἶναι φυσικὰ ὅ,τι ἀπέμεινε ἀπὸ τὴν ἑλληνόφωνη Ρωμανία. Πολὺς λόγος γίνεται γιὰ τὴν ἄμεση ἢ μὴ καταγωγή μας ἀπὸ τοὺς ἀρχαίους Ἕλληνες. Χωρὶς νὰ θέλουμε νὰ μειώσουμε τὴν ἀξία τῶν ἐπιστημονικῶν ἐρευνῶν ποὺ διεξάγονται σὲ γενετικὸ ἐπίπεδο, θὰ θέλαμε νὰ ὑπερτονίσουμε τὴν καταπληκτικὴ «πολιτιστική» μας συγγένεια μὲ τοὺς ἀρχαίους Ἕλληνες καὶ μάλιστα τὶς ὁμοιότητές μας σὲ ἀρετὲς καὶ ἐλαττώματα. Πρόσφατο ἱστορικὸ παράδειγμα ποὺ ἀρκεῖ μόνο του γιὰ νὰ πείσει εἶναι τὸ Ὅχι καὶ τὸ ἔπος τῆς Πίνδου κατὰ τὸ 1940, καὶ ὁ ἐπακολουθήσας ἐμφύλιος τοῦ 1945-49. Ἐν πάσῃ περιπτώσει διερωτᾶται κανείς: Μπορεῖ νὰ περιοριστεῖ ὁ Ἑλληνισμὸς σὲ ἐθνοφυλετικὰ γνωρίσματα;
‎«Ρωμιὸς εἶναι ὅποιος σκέπτεται ἑλληνικά», εἶπε κάποιος σοφός. Ἡ ρηξικέλευθη αὐτὴ ρήση εἶναι μιὰ ἐξέλιξη τοῦ πρωτογενοῦς ἀρχαίου κριτηρίου ἑλληνικότητας, ποὺ θὰ μποροῦσε ἀντίστοιχα νὰ εἶχε διατυπωθεῖ ὡς «Ἕλληνας εἶναι ὅποιος μιλᾶ ἑλληνικά». Ὅπως ξαναείπαμε, ἡ γλῶσσα ἦταν τότε τὸ ἐμφανὲς καὶ μετρήσιμο μέγεθος, τὸ ὁποῖο οὐσιαστικὰ ἐξέφραζε ἕνα πνεῦμα, ἀλλὰ ποὺ στὴν συνέχεια δὲν ἀποτελοῦσε πάντοτε ἀπόλυτο περιοριστικὸ παράγοντα. Σύγχρονο παράδειγμα ὑπέρβασης τῆς γλώσσας ὡς κριτηρίου ἑλληνικότητος ἔχουμε τοὺς Βλάχους. Ρωμιός, τελικῶς, εἶναι ὁ φορέας τοῦ ἑλληνικοῦ πνεύματος, τῆς Ρωμιοσύνης.
‎Ἡ ἀνάγκη ἑνὸς εὐρύτερου κριτηρίου πνευματικῆς φύσεως θὰ φανεῖ ἀπὸ τὸ παράδειγμα τῆς θρυλικῆς μας Καππαδοκίας. Οἱ «βάρβαροι» λαοὶ ποὺ τὴν κατοικοῦσαν ἐξελληνίστηκαν μόλις στὰ μεταλεξανδρινὰ χρόνια. Φαινομενικά, τίποτε δὲν τοὺς ἑνώνει μὲ τοὺς ἀρχαίους Ἕλληνες τῶν Ἀθηνῶν, τῆς Σπάρτης, τῆς Ὀλυμπίας. Καὶ φυσικά, ὁ ἐν λόγῳ ἐξελληνισμὸς ἔλαβε χώρα σὲ ἀμιγῶς πολιτιστικὸ καὶ ὄχι γενετικὸ ἐπίπεδο. Σχετικὰ σύντομα, ἡ Καππαδοκία ἔμελλε νὰ μᾶς χαρίσει τὶς λαμπρότερες ἴσως προσωπικότητες ὁλόκληρου τοῦ πολιτιστικοῦ μας γίγνεσθαι. Σήμερα δέ, μετὰ τὴν ἀνταλλαγὴ πληθυσμῶν τοῦ 1923-1924, ἕνα μὴ ἀμελητέο ποσοστὸ τοῦ ἑλληνικοῦ πληθυσμοῦ προέρχεται ἀπὸ αὐτήν, χωρὶς ποτὲ βεβαίως νὰ ἀμφισβητήθηκε (ἀντιθέτως μάλιστα) ἡ ἑλληνικότητά του. Ἀντίστοιχα θὰ ἔπρεπε νὰ ἀποκλειστεῖ ἀπὸ τὴν ἑλληνικὴ ἱστορία ἡ πανένδοξη Ὕδρα (ἂν θὰ ἦταν ποτὲ δυνατόν!), τῆς ὁποίας ἡ ἱστορία ξεκινᾶ μόλις τὸν 16ο αἰῶνα. Κάθε τόπος ὅμως ἔχει τὴν δική του τοπικὴ ἱστορία, ἐνῶ ἡ σύνθεσις ὅλων ἀπαρτίζει τὴν ἑλληνικὴ ἱστορία.
‎Ἐν ὀλίγοις, ἡ Ρωμιοσύνη εἶναι ἡ φυσικὴ ἐξέλιξη τοῦ ἀρχαίου ἑλληνικοῦ πνεύματος καὶ ταυτόχρονα μπορεῖ νὰ λέγεται καὶ ἑλληνισμός. Ρωμιὸς εἶναι ὁποιοσδήποτε θελήσει νὰ ἐνστερνισθεῖ τὸ πνεῦμα αὐτό. Καὶ ἐδῶ προκύπτει τὸ πρόβλημα: ποιὸς εἶναι Ἕλληνας;
‎Δυστυχῶς, σήμερα, ὁ ὅρος «Ἕλληνας» ἔχει συνδεθεῖ στὴν συνείδηση τῶν περισσοτέρων ἀπὸ μᾶς μὲ ἐθνοφυλετικὰ-γενετικὰ χαρακτηριστικά. Αὐτὸ προκλήθηκε ἀπὸ τὴν ὀνομασία τοῦ κράτους μας ὡς Ἑλλάδος καὶ τῶν πολιτῶν της ὡς Ἑλλήνων κατὰ τὴν α’ ἐθνοσυνέλευση τοῦ 1822. Σχεδὸν αὐτοματικά, θὰ λέγαμε, ὁτιδήποτε τὸ ἑλληνικό (πολιτισμός, γλῶσσα κλπ) ταυτίστηκε μὲ τὸ νεοσύστατο κράτος καὶ τὸν συγκεκριμένο γεωγραφικὸ χῶρο. Ὁ ἑλληνισμός, ὡς ἔννοια καὶ πολιτισμός, κινδυνεύει νὰ χάσει τὴν οἰκουμενικότητά του, νὰ μετατραπεῖ σὲ χαρακτηριστικὸ ἑνὸς μικροῦ ἔθνους, καὶ νὰ γίνει ἔτσι ἀποκρουστικὸς στοὺς ἐνδεχόμενους θαυμαστές του. Ἀκόμη, κινδυνεύουμε ἑνίοτε νὰ λησμονήσουμε τοὺς δεσμοὺς ἑλληνικότητος ποὺ μᾶς ἑνώνουν ἄρρηκτα -παρὰ τὴν γεωγραφικὴ ἀπομόνωση- μὲ τοὺς Κυπρίους, τοὺς Ἀλεξανδρινούς, καὶ ὅλους τοὺς ἐξωελλαδικοὺς Ρωμιούς. Ὁ ἑλληνισμὸς (καὶ ὅλα τὰ παράγωγά του) ὄφειλε νὰ μείνει ἐκτὸς γεωπολιτικῶν πλαισίων καί, ὡς παγκόσμιος θησαυρός, νὰ διατηρεῖται ἀκηλίδωτος καὶ στιλπνός.
‎Μιὰ ἀξιοσημείωτη πολιτιστικῆς φύσεως ζυγοστάθμιση ὅρων καὶ ἐννοιῶν ἐλάμβανε χώρα στοὺς χρόνους τῆς ὄψιμης Ρωμανίας. Γιὰ νὰ θεωρηθεῖ κάποιος Ρωμαῖος, ἔπρεπε νὰ μιλᾶ ἑλληνικὰ καὶ νὰ εἶναι χριστιανὸς ὀρθόδοξος[48]. Τὰ μεγέθη ποὺ σκανδάλισαν τοὺς δυτικοὺς συνυπῆρχαν μὲ ἐντυπωσιακὴ ἁρμονία. Ἡ «Ρωμανία» ὅμως δὲν μποροῦσε νὰ μᾶς δοθεῖ ἀπὸ τοὺς μεγάλους προστάτες μας τὸ 1822, γιὰ ὅλους τοὺς λόγους ποὺ ἔχουν προαναφερθεῖ. Ἴσως μάλιστα γιὰ νὰ σιγουρευτοῦν ἐντελῶς δέχθηκαν νὰ ὀνομαστοῦν Romania οἱ ἑνωθεῖσες ἡγεμονίες τῆς Βλαχίας, Μολδαβίας καὶ Τρανσυλβανίας. Μήπως, τελικά, θὰ ἦταν προτιμότερο νὰ εἴχαμε (ἐπαν)ονομαστεῖ Γραικοί, συνδεόμενοι μάλιστα ἔτσι καὶ μὲ τὴν ἀποκληθεῖσα ἀπὸ τοὺς Φράγκους γραικικὴ (ἀλλὰ στὴν πραγματικότητα ρωμαϊκὴ) αὐτοκρατορία; Μήπως, τουλάχιστον, πρέπει νὰ προβληματιστοῦμε γιὰ τὸν ὄψιμο ζῆλο ποὺ παρατηρεῖται νὰ μεταγράφονται τὰ σχετικὰ μᾶς ὡς Hellas καὶ hellenic στὸ λατινικὸ ἀλφάβητο (ἀντὶ τῶν γενικῶς γνωστῶν καὶ μέχρι πρότινος χρησιμοποιουμένων Graecia/Greece καὶ Graeci/Greek); Καὶ μήπως ὀφείλουμε στὴν καθημερινή μας ζωὴ νὰ ξαναζωντανέψουμε τὴν «ρωμιοσύνη» καὶ τοὺς «Ρωμιούς», ὅπως γινόταν φυσιολογικὰ ὣς τὸ 1821 καὶ ἐν πολλοῖς ὅλον τὸν 19ο αἰῶνα; Καί, ἐπιτέλους, μήπως νὰ ἀπαλείψουμε τὰ «Βυζάντια» καὶ τοὺς «βυζαντινισμούς», ὡς τὴν μεγαλύτερη νοθεία ποὺ θὰ μποροῦσε νὰ ὑποστεῖ ἡ ἱστορία μας;
‎Ἕνας μαντατοφόρος φτάνει ἀπ᾿ τὴ Mεγάλη Λαγκαδιά κάθε πρωινό
στὸ πρόσωπό του λάμπει ὁ ἱδρωμένος ἥλιος
κάτου ἀπό τὴ μασκάλη του κρατεῖ σφιχτά τὴ ρωμιοσύνη
ὅπως κρατάει ὁ ἐργάτης τὴν τραγιάσκα του μέσα στὴν ἐκκλησία.
Ἦρθε ἠ ὥρα, λέει. Nἄμαστε ἕτοιμοι.
Κάθε ὥρα εἶναι ἡ δικιά μας ὥρα.
‎‎Γιάννης Ρίτσος
 





[1] Ἡ ‎ὁριοθέτηση τῆς «Ἑλλάδος» καὶ τῶν ἀνηκόντων σὲ αὐτὴν ‎ἔχει περάσει ἀπὸ ‎διάφορα κύματα. Κατὰ τὸν Ὅμηρο, φαίνεται πὼς ἡ πρώτη ‎περιοχὴ ποὺ ‎πῆρε αὐτὸ τὸ ὄνομα ἦταν ἡ Φθιώτιδα, ἡ πατρίδα τοῦ Ἀχιλλέα, ‎ὅπως ‎βεβαιώνει ὁ Θουκυδίδης: «Τεκμηριοῖ δὲ μάλιστα Ὅμηρος• πολλῷ γὰρ ‎‎ὕστερον ἔτι καὶ τῶν Τρωικῶν γενόμενος οὐδαμοῦ τοὺς ξύμπαντας ‎‎ὠνόμασεν, οὐδ᾿ ἄλλους ἢ τοὺς μετ᾿ Ἀχιλλέως ἐκ τῆς Φθιώτιδος, οἵπερ καὶ ‎‎πρῶτοι Ἕλληνες ἦσαν, Δαναοὺς δὲ ἐν τοῖς ἔπεσι καὶ Ἀργείους καὶ Ἀχαιοὺς ‎‎ἀνακαλεῖ» (Ἱστοριῶν Α΄). Στοὺς χρόνους τοῦ Βυζαντίου, ἡ Ἑλλὰς ἦταν ἕνα ‎‎διοικητικὸ «θέμα», ποὺ περιελάμβανε τὴν σημερινὴ Στερεὰ Ἑλλάδα καὶ τὶς ‎‎Κυκλάδες. Κατὰ καιροὺς καὶ κατὰ συγγραφέα ἢ ἄλλους σχετιζομένους, μὲ ‎‎τὸν ὅρο αὐτὸ ἐννοοῦνταν διαφορετικὲς περιοχὲς: ἄλλοτε ἡ Ἑλλαδικὴ ‎‎χερσόνησος νοτίως τῆς Μακεδονίας, ἄλλοτε ὁλόκληρη ἡ σημερινὴ περίπου ‎‎Ἑλλάδα, ἄλλοτε ἡ σημερινὴ Ἑλλάδα μαζὶ μὲ τὰ δυτικά παράλια τῆς Μικρᾶς ‎‎Ἀσίας. Τὴν τελευταία ἐπιλογὴ ἀκολουθοῦμε συμβατικῶς στὴν ‎παροῦσα.‎‎
‎‎[2] Αὐτοὶ ‎κατοίκησαν ἀρχικῶς στὸν λόφο ποὺ ἔμεινε γνωστὸς ‎ὡς Παλατῖνος, ὅρος ‎ποὺ πιθανολογεῖται ὡς παραφθορὰ τῆς ὀνομασίας τῆς ‎πατρίδας τους ‎‎(Παλλάντιον).‎‎‎
[3] Ὁ ‎Τρωικὸς πόλεμος, ἀναμφισβήτητο ἱστορικὸ γεγονός, ‎τοποθετεῖται γύρω στὰ ‎‎1200 π.Χ.‎‎‎
[4] Σημειώνει γιὰ τοὺς Τρῶες ὁ Διονύσιος: «τούτων γὰρ ἂν ‎‎οὐδὲν εὕροι τῶν ἐθνῶν οὔτε ἀρχαιότερον οὔτε Ἑλληνικώτερον» (Ῥωμαϊκὴ ‎‎Ἀρχαιολογία, ἔκδ. LUTETIÆ M.D. XLVI, σελ. 57, Βιβλίον 1ον, Κεφάλαιον 89ον), ‎‎ἐνῶ ἀλλοῦ κάνει καὶ σύντομη ἱστορικὴ ἀναδρομὴ τῆς προελεύσεώς των ‎‎‎(ὅ.π. Βιβλίον 1ον, Κεφ. 61ον).‎
[5] ‎‎«Ῥωμαῖοι δὲ φωνὴν μὲν οὔτ᾿ ἄκρως βάρβαρον οὔτ᾿ ‎ἀπηρτισμένως ‎῾Ελλάδα φθέγγονται, μικτὴν δέ τινα ἐξ ἀμφοῖν, ἧς ἐστιν ἡ ‎πλείων Αἰολίς, ‎τοῦτο μόνον ἀπολαύσαντες ἐκ τῶν πολλῶν ἐπιμιξιῶν, τὸ μὴ ‎πᾶσι τοῖς ‎φθόγγοις ὀρθοεπεῖν», (Διονυσίου, ὅ.π., σελ. 57, Βιβλίον 1ον, Κεφ. ‎‎90όν)‎
[6] Marcus ‎Fabius Quintilianus, Institutio Oratoria, Βιβλίον 1ον, ‎κεφ. 1, παρ. 12. Τὸ ‎κείμενο στὴν ἀγγλικὴ μετάφραση ἔχει ὡς ἑξῆς: «I prefer ‎that a boy should ‎begin with the Greek language, because he will acquire the ‎Latin in general ‎use, even though we tried to prevent him, and because, at the ‎same time, he ‎ought first to be instructed in Greek learning, from which ours ‎is derived».‎
[7] ‎Quintilianus, ὅ.π., 1, 6, 31. Τὸ κείμενο στὴν ἀγγλικὴ ‎μετάφραση ἔχει ὡς ἑξῆς: ‎‎«But it [Etymology] carries ‎with it much learning, whether we ‎employ it in treating of words sprung from ‎the Greek, which are very ‎numerous, especially those inflected according to ‎the Aeolic dialect to which ‎our language has most similitude, or in inquiring, ‎from our knowledge of ‎ancient history, into the names of men, places, nations, ‎and cities».‎
[8] «… τὰ δὲ ‎ἄλλα, ὁπόσα γένους Ἑλληνικοῦ μηνύματ᾿ ἐστὶν ὡς οὐχ ‎ἕτεροί τινες τῶν ‎ἀποικησάντων διασώζοντες, οὐ νῦν πρῶτον ἀρξάμενοι ‎πρὸς φιλίαν ζῆν, ‎ἡνίκα τὴν τύχην πολλὴν καὶ ἀγαθὴν ῥέουσαν διδάσκαλον ‎ἔχουσι τῶν ‎καλῶν οὐδ᾿ ἀφ᾿ οὗ πρῶτον ὠρέχθησαν τῆς διαποντίου τὴν ‎Καρχηδονίων ‎καὶ Μακεδόνων ἀρχὴν καταλύσαντες, ἀλλ᾿ ἐκ παντὸς οὗ ‎συνῳκίσθησαν ‎χρόνου βίον ‎Ἕλληνα ‎ζῶντες καὶ οὐδὲν ἐκπρεπέστερον ἐπιτηδεύοντες πρὸς ‎ἀρετὴν νῦν ἢ ‎πρότερον». (Διονυσίου, ὅ.π., σελ. 58, Βιβλίον 1ον, Κεφ. 90όν)‎
‎‎[9] «Ἡμεῖς, ‎ὦ Τύλλε, καὶ τῆς μὲν ἄλλης ἄρχειν ἄξιοί ἐσμεν ‎Ἰταλίας, ὅτι ἔθνος ‎‎Ἑλληνικὸν καὶ μέγιστον τῶν κατοικούντων τήνδε τὴν γῆν ἐθνῶν ‎παρεχόμεθα, ‎τοῦ δὲ Λατίνων ἔθνους, εἰ καὶ μηδενὸς τῶν ἄλλων [ἐθνῶν], ‎ἡγεῖσθαι ‎δικαιοῦμεν οὐκ ἄτερ αἰτίας, ἀλλὰ κατὰ τὸν κοινὸν ἀνθρώπων ‎νόμον, ὃν ἡ ‎φύσις ἔδωκεν ἅπασι, τῶν ἐκγόνων ἄρχειν τοὺς προγόνους. ‎Ὑπὲρ ἁπάσας δὲ ‎τὰς ἄλλας ἀποικίας, αἷς μέχρι τοῦ παρόντος οὐδὲν ‎ἐγκαλοῦμεν, τῆς ‎ὑμετέρας οἰόμεθα δεῖν πόλεως ἄρχειν οὐ πρὸ πολλοῦ τὴν ‎ἀποικίαν εἰς ‎αὐτὴν ἀπεσταλκότες, ὥστε ἐξίτηλον εἶναι ἤδη τὸ ἀφ᾿ ἡμῶν ‎γένος ὑπὸ ‎χρόνου παλαιωθέν, ἀλλὰ τῇ τρίτῃ πρὸ ταύτης γενεᾷ. Ἐὰν δὲ ‎ἀναστρέψασα ‎τὰς ἀνθρωπίνας δικαιώσεις ἡ φύσις τὰ νέα τάξῃ τῶν ‎πρεσβυτέρων ἄρχειν ‎καὶ τὰ ἔκγονα τῶν προγόνων, τότε καὶ ἡμεῖς ‎ἀνεξόμεθα τὴν μητρόπολιν ‎ὑπὸ τῆς ἀποικίας ἀρχομένην, πρότερον δὲ οὔ. ‎Ἓν μὲν δὴ τοῦτο τὸ δικαίωμα ‎παρεχόμενοι τῆς ἀρχῆς οὐκ ἂν ἀποσταίημεν ‎ὑμῖν ἑκόντες ἕτερον δὲ ‎τοιόνδε• δέξασθε δὲ αὐτὸ μὴ ὡς ἐπὶ διαβολῇ καὶ ‎ὀνειδισμῷ τῷ ὑμετέρῳ ‎λεγόμενον, ἀλλὰ τοῦ ἀναγκαίου ἕνεκα• ὅτι τὸ μὲν ‎Ἀλβανῶν γένος οἷον ἦν ‎ἐπὶ τῶν κτισάντων τὴν πόλιν, τοιοῦτον ἕως τῶν ‎καθ’ ἡμᾶς χρόνων διαμένει, ‎καὶ οὐκ ἂν ἔχοι τις ἐπιδεῖξαι φῦλον ἀνθρώπων ‎οὐδὲν ἔξω τοῦ Ἑλληνικοῦ τε ‎καὶ ‎τοῦ Λατίνων, ᾧ τῆς πολιτείας μεταδεδώκαμεν• ὑμεῖς δὲ τὴν ‎ἀκρίβειαν τοῦ ‎παρ᾿ ἑαυτοῖς πολιτεύματος διεφθάρκατε Τυρρηνούς τε ‎ὑποδεξάμενοι καὶ ‎Σαβίνους καὶ ἄλλους τινὰς ἀνεστίους καὶ πλάνητας καὶ ‎βαρβάρους πάνυ ‎πολλούς, ὥστε ὀλίγον τὸ γνήσιον ὑμῶν ἐστιν ὅσον ἀφ᾿ ‎ἡμῶν ὡρμήθη, ‎μᾶλλον δὲ πολλοστὸν τοῦ ἐπεισάκτου τε καὶ ἀλλοφύλου. Εἰ ‎δὲ ἡμεῖς ‎παραχωρήσαιμεν ὑμῖν τῆς ἀρχῆς, τὸ νόθον ἄρξει τοῦ γνησίου καὶ ‎‎τὸ ‎βάρβαρον τοῦ ‎Ἑλληνικοῦ καὶ τὸ ἐπείσακτον τοῦ αὐθιγενοῦς». ‎‎(Διονυσίου, ὅ.π., σελ. ‎‎108-109, Βιβλίον 3ον, Κεφ. 10ον).‎
‎‎[10] ‎‎«Ἡμεῖς γὰρ τοσούτου δέομεν αἰσχύνεσθαι κοινὴν ‎ἀναδείξαντες τὴν πόλιν ‎τοῖς βουλομένοις, ὥστε καὶ σεμνυνόμεθα ἐπὶ τούτῳ ‎μάλιστα τῷ ἔργῳ, οὐκ ‎αὐτοὶ τοῦ ζήλου τοῦδε ἄρξαντες, παρὰ δὲ τῆς Ἀθηναίων πόλεως τὸ ‎‎παράδειγμα λαβόντες, ἧς μέγιστον ‎κλέος ἐν Ἕλλησίν ἐστι, καὶ διὰ τοῦτο ‎οὐχ ἥκιστα εἰ μὴ καὶ μάλιστα ‎τὸ πολίτευμα. Καὶ τὸ πρᾶγμα ἡμῖν πολλῶν ‎γενόμενον ἀγαθῶν αἴτιον οὔτ᾿ ‎ἐπίμεμψιν οὔτε μεταμέλειαν ὡς ἡμαρτηκόσι ‎φέρει, ἄρχει τε καὶ βουλεύει καὶ ‎τὰς ἄλλας τιμὰς καρποῦται παρ᾿ ἡμῖν οὐχ ὁ ‎πολλὰ χρήματα κεκτημένος ‎οὐδὲ ὁ πολλοὺς πατέρας ἐπιχωρίους ἐπιδεῖξαι ‎δυνάμενος, ἀλλ’ ὅστις ἂν ᾖ ‎τούτων τῶν τιμῶν ἄξιος. Οὐ γὰρ ἐν ἄλλῳ τινὶ ‎τὴν ἀνθρωπίνην εὐγένειαν ‎ὑπάρχειν νομίζομεν, ἀλλ᾿ ἐν ‎ἀρετῇ ». ‎‎(Διονυσίου, ὅ.π., σελ. 110, Βιβλίον 3ον, Κεφ. 11ον).‎
‎‎[11] ‎‎«Ἀπαιτεῖ δὲ ἡμᾶς τὸ μετὰ τοῦτο ὁ λόγος τό τε Παλλάντιον, ‎εἰ δή τι αὐτόθι ‎ἐστὶν ἐς μνήμην, καὶ καθ᾿ ἥντινα βασιλεὺς αἰτίαν Ἀντωνῖνος ‎ὁ πρότερος ‎πόλιν τε ἀντὶ κώμης ἐποίησε Παλλάντιον καί σφισιν ἐλευθερίαν ‎καὶ ἀτέλειαν ‎ἔδωκεν εἶναι φόρων». (Παυσανίου, Ἀρκαδικά, κεφ. ‎XLIII)‎
‎‎[12] «Χρὴ ‎Λατίνους μὲν τῶν προσοίκων ἄρχειν καὶ τὰ δίκαια ‎τάττειν Ἕλληνας ὄντας ‎‎βαρβάροις• Ῥωμαίους δὲ τὴν ἁπάντων Λατίνων ἔχειν προστασίαν ‎μεγέθει τε ‎πόλεως προὔχοντας καὶ πραγμάτων ὄγκῳ καὶ τῇ προνοίᾳ τοῦ ‎δαιμονίου ‎κρείττονι κεχρημένους ἐκείνων, δι’ ἣν εἰς τοσαύτην ἐπιφάνειαν ‎προῆλθον». ‎‎(Διονυσίου, ὅ.π., σελ. 171, Βιβλίον 4ον, Κεφ. 26ον)‎
‎‎[13] F. E. ‎Peters, The harvest of Hellenism – A history of the New ‎East from Alexander ‎the Great to the triumph of christianity, Λονδίνο, 1972, ‎σελ. 22.‎
‎(Πηγή: ‎‎http://www.hellinon.net/NeesSelides/NEOTERES/EllinesRomaioi1.htm)‎
[14] ‎‎«Τρίτῃ δ᾿ ἀπὸ τῆς μάχης ἡμέρᾳ παρῆν ὁ Βρέννος ἐπὶ τὴν ‎πόλιν ἄγων τὸ ‎στράτευμα, καὶ τάς τε πύλας εὑρὼν ἀνεῳγμένας καὶ τὰ τείχη ‎φυλάκων ‎ἔρημα, πρῶτον μὲν ἔδεισεν ἐνέδραν καὶ λόχον, ἀπιστῶν οὕτω ‎παντάπασιν ‎ἀπειρηκέναι τοὺς Ῥωμαίους. Ἐπεὶ δ᾿ ἔγνω τὸ ἀληθές, εἰσελάσας ‎διὰ τῆς ‎Κολλίνης πύλης ἔσχε τὴν πόλιν, ἑξήκοντα καὶ τριακοσίων ἐτῶν ‎πλείονα ‎βραχεῖ χρόνον ἀπὸ τῆς κτίσεως ἔχουσαν, εἴ τῳ πιστὸν ‎ἀποσῴζεσθαί τινα ‎τῶν χρόνων ἀκρίβειαν, οἷς καὶ περὶ νεωτέρων ἄλλων ‎ἀμφισβήτησιν ἡ ‎σύγχυσις ἐκείνη παρέσχε. Τοῦ μέντοι πάθους αὐτοῦ καὶ τῆς ‎ἁλώσεως ἔοικεν ‎ἀμυδρά τις εὐθὺς εἰς τὴν Ἑλλάδα φήμη διελθεῖν. ‎Ἡρακλείδης γὰρ ὁ Ποντικὸς ‎οὐ πολὺ τῶν χρόνων ἐκείνων ἀπολειπόμενος ‎ἐν τῷ Περὶ ψυχῆς συντάγματί ‎φησιν ἀπὸ τῆς ἑσπέρας λόγον κατασχεῖν, ὡς ‎στρατὸς ἐξ Ὑπερβορέων ἐλθὼν ‎ἔξωθεν ᾑρήκοι πόλιν Ἑλληνίδα Ῥώμην, ἐκεῖ που συνῳκημένην περὶ τὴν ‎‎μεγάλην θάλασσαν». (Πλουτάρχου, Βίος Καμίλλου, κεφ. 22)‎
‎‎[15] ‎‎«Μέχρι γὰρ ἡ πρὸς Καρχηδονίους ἤκμαζε μάχη, κἂν μὴ ‎φίλια σφίσι τὰ περὶ ‎τὸν Φίλιππον ἦν, ἐθεράπευον αὐτόν, ἵνα μὴ τοῖς ‎Καρχηδονίοις συναροῖτο ἢ ‎ἐς τὴν Ἰταλίαν στρατεύσοιτο• ἐπεὶ δὲ τὰ κατ᾿ ‎ἐκείνους ἠρέμησαν, ‎οὐκέτ᾿ἐμέλλησαν, ἀλλ᾿ ἐς πόλεμον αὐτῷ κατέστησαν ‎φανερόν, πολλὰ ‎ἐγκαλοῦντες αὐτῷ. Πρέσβεις οὖν οἱ Ῥωμαῖοι πρὸς αὐτὸν ‎πέμψαντες, ἐπεὶ ‎μηδὲν ὧν ἐπετάττετο ἔπραττε, τὸν πόλεμον ἐψηφίσαντο, ‎‎χρώμενοι μὲν τῇ ‎τῶν Ἑλλήνων ‎ἐπιβασίᾳ λαβῇ, τὸ δ᾿ ἀληθὲς ἀγανακτοῦντες ἐφ᾿ οἷς ‎‎ἐδεδράκει, καὶ προκαταλαμβάνοντες αὐτόν, ἵνα μὴ καταδουλωσάμενος ‎‎ἐκείνους ἐπὶ τὴν Ἰταλίαν στρατεύσῃ…» (Κάσσιος Δίων – Ἱστορία Ρωμαϊκή, τ. ‎‎Α΄, σελ. 274)‎
‎Ἐπίσης: «Ἑπεὶ δὲ καὶ Φιλίππῳ δοκοῦντι συμβατικῶς ἔχειν εἰς ταὐτὸν ‎‎ἐλθὼν προὔτεινεν εἰρήνην καὶ φιλίαν ἐπὶ τῷ τοὺς Ἕλληνας αὐτονόμους ἐᾶν ‎‎καὶ τὰς φρουρὰς ἀπαλλάττειν, ὁ δ᾿ οὐκ ἐδέξατο, παντάπασιν ἤδη τότε καὶ ‎‎τοῖς θεραπεύουσι τὰ τοῦ Φιλίππου παρέστη, Ῥωμαίους πολεμήσοντας ἥκειν ‎οὐχ Ἕλλησιν, ἀλλ᾿ ὑπὲρ ‎Ἑλλήνων ‎Μακεδόσι». (Πλουτάρχου, Βίος Τίτου ‎Φλαμινίνου, κεφ. 8 ‎‎)‎
‎‎[16] ‎‎«Παραλαβόντες οὖν τὴν δύναμιν πᾶσαν ὅ τε ῥηθεὶς ‎στρατηγὸς καὶ ‎Κλαύδιος Κέντων ὁ ὑποστράτηγος, αὐτὸς μὲν τῷ ναυτικῷ ‎τὰς Ἀθήνας ὑπὸ ‎τῶν Μακεδόνων πολιορκουμένας ἐρρύσατο καὶ Χαλκίδα ‎κατεχομένην ὑπ᾿ ‎αὐτῶν ἐπόρθησε…» (Κάσσιος Δίων, ὅ.π., σελ. 274)‎
‎Ἐπίσης: «Καὶ τέλος Κέγχρειαν ἑλόντες, καὶ πυθόμενοι πρέσβεις πρὸς ‎‎τοὺς Ἀχαιοὺς ἐπὶ συμμαχίᾳ πεπέμφθαι, ἀπέστειλαν καὶ αὐτοί• καὶ Ἀθηναῖοι ‎‎συνεπρεσβεύσαντο. Καὶ πρότερον μὲν ἐμερίσθησαν αἱ γνῶμαι τῶν Ἀχαιῶν, ‎‎τῶν μὲν τῷ Φιλίππῳ τὴν συμμαχίαν ψηφιζομένων, τῶν δὲ τοῖς Ῥωμαίοις, ‎‎ὀψὲ δ᾿ οὖν ποτε τὴν βοήθειαν αὐτοῖς ἐψηφίσαντο». (Κάσσιος Δίων, ὅ.π., ‎‎σελ. 278)‎
‎‎[17] Πρὸς ‎Ῥωμαίους 1, 14‎
[18] «Ἡ δὲ ‎σεμνὴ καὶ μεγάλη κατ᾿ Αἴγυπτον Ἀλεξάνδρου πόλις ‎ἐγκαλλώπισμα τῆς ‎ὑμετέρας γέγονεν ἡγεμονίας, ὥσπερ γυναικὸς πλουσίας ‎ὅρμος ἢ ψέλιον ἐν ‎πολλοῖς τοῖς ἄλλοις κτήμασι. Διατελεῖτε δὲ τῶν μὲν Ἑλλήνων ὥσπερ ‎τροφέων ‎ἐπιμελόμενοι, χεῖρά τε ὑπερέχοντες καὶ οἷον κειμένους ‎ἀνιστάντες, ‎τοὺς μὲν ἀρίστους καὶ πάλαι ἡγεμόνας ἐλευθέρους καὶ ‎αὐτονόμους ‎ἀφεικότες αὐτῶν, τῶν δ’ ἄλλων μετρίως καὶ κατὰ πολλὴν ‎φειδώ τε καὶ ‎πρόνοιαν ἐξηγούμενοι, τοὺς δὲ ‎βαρβάρους πρὸς τὴν ἑκάστοις ‎αὐτῶν οὖσαν φύσιν παιδεύοντες ‎πραότερόν τε καὶ σφοδρότερον, ὥσπερ ‎εἰκὸς ἵππων ἐπιστατῶν μὴ εἶναι ‎χείρους, ἀνδρῶν ὄντας ἄρχοντας, ἀλλ᾿ ‎ἐξητακέναι τὰς φύσεις, καὶ πρὸς ‎ταύτας ἄγειν. Καὶ γὰρ ὥσπερ ‎πανηγυρίζουσα πᾶσα ἡ οἰκουμένη τὸ μὲν ‎παλαιὸν φόρημα τὸν σίδηρον ‎κατέθετο, εἰς δὲ κόσμον καὶ πάσας ‎εὐφροσύνας τέτραπται σὺν ἐξουσίᾳ. Καὶ ‎αἱ μὲν ἄλλαι πᾶσαι φιλονεικίαι τὰς ‎πράξεις ἐπιλελοίπασι, μία δὲ αὕτη κατέχει ‎πάσας ἔρις, ὅπως ὅτι καλλίστη καὶ ‎ἡδίστη αὐτὴ ἑκάστη φανεῖται. Πάντα δὲ ‎μεστὰ γυμνασίων, κρηνῶν, ‎προπυλαίων, νεῶν, δημιουργιῶν, διδασκάλων, ‎ἐπιστημόνως τε ἔξεστιν ‎εἰπεῖν οἷον πεπονηκυῖαν ἐξ ἀρχῆς ἀνακεκομίσθαι ‎τὴν οἰκουμένην». (Αἰλίου ‎Ἀριστείδου, Ρώμης Ἐγκώμιον, σελ. 224)‎
‎‎[19] ‎‎«Οὗτός ἐστιν ὁ Καῖσαρ, ὁ τοὺς καταρράξαντας πανταχόθι ‎χειμῶνας ‎εὐδιάσας, ὁ τὰς κοινὰς νόσους Ἑλλήνων καὶ βαρβάρων ἰασάμενος, ‎αἳ ‎κατέβησαν μὲν ἀπὸ τῶν μεσημβρινῶν καὶ ἑῴων, ἔδραμον δὲ καὶ μέχρι ‎‎δύσεως καὶ πρὸς ἄρκτον, τὰ μεθόρια χωρία καὶ πελάγη κατασπείρασαι τῶν ‎‎ἀβουλήτων• οὗτός ἐστιν ὁ τὰ δεσμά, οἷς κατέζευκτο καὶ ἐπεπίεστο ἡ ‎‎οἰκουμένη, παραλύσας, οὐ μόνον ἀνείς• οὗτος ὁ καὶ τοὺς φανεροὺς καὶ ‎‎ἀφανεῖς πολέμους διὰ τὰς ἐκ λῃστῶν ἐπιθέσεις ἀνελών• οὗτος ὁ τὴν ‎‎θάλατταν πειρατικῶν μὲν σκαφῶν κενὴν ἐργασάμενος, φορτίδων δὲ ‎‎πληρώσας• οὗτος ὁ τὰς πόλεις ἁπάσας εἰς ἐλευθερίαν ἐξελόμενος, ὁ τὴν ‎‎ἀταξίαν εἰς τάξιν ἀγαγών, ὁ τὰ ἄμικτα ἔθνη καὶ θηριώδη πάντα ἡμερώσας ‎‎καὶ ἁρμοσάμενος, ὁ τὴν μὲν ‎Ἑλλάδα Ἑλλάσι πολλαῖς παραυξήσας, τὴν δὲ ‎βάρβαρον ἐν τοῖς ‎ἀναγκαιοτάτοις τμήμασιν ἀφελληνίσας, ὁ εἰρηνοφύλαξ, ὁ ‎‎διανομεὺς τῶν ἐπιβαλλόντων ἑκάστοις, ὁ τὰς χάριτας ἀταμιεύτους εἰς ‎‎μέσον προθείς, ὁ μηδὲν ἀποκρυψάμενος ἀγαθὸν ἢ καλὸν ἐν ἅπαντι τῷ ‎‎ἑαυτοῦ βίῳ». (Φίλωνος Ἰουδαίου, Ἀρετῶν Πρῶτον – ὃ ἐστι τῆς αὐτοῦ ‎‎πρεσβείας πρὸς Γάιον, παρ. 145)‎
‎‎[20] ‎‎«Ἐνθυμοῦμαι δέ, ὅσα σε ποιεῖ φιλάνθρωπον• πρῶτον μὲν ‎‎Ἕλλην τις εἶ καὶ ‎κρατεῖς ‎Ἑλλήνων• οὕτω γὰρ ἥδιόν μοι καλεῖν τὸ τοῖς βαρβάροις ἀντίπαλον, ‎καὶ ‎οὐδέν μοι μέμψεται τὸ γένος ‎Αἰνείου». (Λιβανίου, Πρεσβευτικὸς πρὸς ‎Ἰουλιανόν, παρ. ‎‎15)‎
‎‎[21] ‎‎«Τρίτον, ἐπειδὴ Ῥωμαῖοι κύριοι γεγόναμεν αὐτῆς [τῆς Ἀλεξανδρείας] ‎‎ἀφελόμενοι τοὺς Πτολεμαίους οὐ καλῶς ἄρχοντας, ὁ Σεβαστὸς δὴ ‎‎ἐπιδημήσας ὑμῶν τῇ πόλει καὶ πρὸς τοὺς ὑμετέρους πολίτας διαλεχθείς• ‎‎Ἄνδρες, εἶπεν, Ἀλεξανδρεῖς, ἀφίημι τὴν πόλιν αἰτίας πάσης…» (Ἰουλιανοῦ, ‎‎Ἀλεξανδρεῦσιν [ἐπιστολή])‎
‎‎[22] «Ὁ δὲ ‎αὐτῷ συμβασιλεύων Ἀπόλλων οὐ πανταχοῦ μὲν ‎ἀνῆκε τῆς γῆς χρηστήρια, ‎σοφίαν δὲ ἔδωκεν ἀνθρώποις ἔνθεον, ἐκόσμησε ‎δὲ ἱεροῖς καὶ πολιτικοῖς τὰς ‎πόλεις θεσμοῖς; οὗτος ἡμέρωσε μὲν διὰ τῶν ‎Ἑλληνικῶν ἀποικιῶν τὰ πλεῖστα ‎τῆς οἰκουμένης, παρεσκεύασε δὲ ῥᾷον ‎ὑπακοῦσαι Ῥωμαίοις ἔχουσι καὶ ‎αὐτοῖς οὐ γένος μόνον Ἑλληνικόν, ἀλλὰ καὶ θεσμοὺς ἱερούς, καὶ τὴν ‎περὶ ‎τοὺς θεοὺς εὐπιστίαν ἐξ ἀρχῆς εἰς τέλος Ἑλληνικὴν ‎καταστησαμένοις τε καὶ ‎φυλάξασι, πρὸς δὲ τούτοις καὶ τὸν περὶ τὴν πόλιν ‎κόσμον οὐδεμιᾶς τῶν ‎ἄριστα πολιτευσαμένων πόλεων καταστησαμένοις ‎φαυλότερον, εἰ μὴ καὶ ‎τῶν ἄλλων ἁπασῶν, ὅσαι γε ἐν χρήσει γεγόνασι ‎πολιτεῖαι, κρείσσονα• ἀνθ᾿ ‎ὧν οἶμαι καὶ αὐτὸς ἔγνω τὴν πόλιν Ἑλληνίδα γένος τε καὶ ‎πολιτείαν». (Ἰουλιανοῦ, Εἰς τόν Βασιλέα, παρ. 39)
[23] «Ὁ δὲ Παῦλος ἔφη πρὸς αὐτούς· δείραντες ἡμᾶς δημοσίᾳ ἀκατακρίτους, ἀνθρώπους Ρωμαίους ὑπάρχοντας, ἔβαλον εἰς φυλακήν· καὶ νῦν λάθρᾳ ἡμᾶς ἐκβάλλουσιν; οὐ γάρ, ἀλλὰ ἐλθόντες αὐτοὶ ἡμᾶς ἐξαγαγέτωσαν. Ἀνήγγειλαν δὲ τοῖς στρατηγοῖς οἱ ραβδοῦχοι τὰ ρήματα ταῦτα· καὶ ἐφοβήθησαν ἀκούσαντες ὅτι Ρωμαῖοί εἰσι, καὶ ἐλθόντες παρεκάλεσαν αὐτούς, καὶ ἐξαγαγόντες ἠρώτων ἐξελθεῖν τῆς πόλεως». (Πράξεις 16, 37-39)
‎[24] «Ὡς δὲ προέτειναν αὐτὸν τοῖς ἱμᾶσιν, εἶπε πρὸς τὸν ἑστῶτα ἑκατόνταρχον ὁ Παῦλος· εἰ ἄνθρωπον Ρωμαῖον καὶ ἀκατάκριτον ἔξεστιν ὑμῖν μαστίζειν; ἀκούσας δὲ ὁ ἑκατόνταρχος, προσελθὼν ἀπήγγειλε τῷ χιλιάρχῳ λέγων· ὅρα τί μέλλεις ποιεῖν· ὁ γὰρ ἄνθρωπος οὗτος Ρωμαῖός ἐστι. Προσελθὼν δὲ ὁ χιλίαρχος εἶπεν αὐτῷ· λέγε μοι εἰ σὺ Ρωμαῖος εἶ. Ὁ δὲ ἔφη· ναί. Ἀπεκρίθη τε ὁ χιλίαρχος· ἐγὼ πολλοῦ κεφαλαίου τὴν πολιτείαν ταύτην ἐκτησάμην. Ὁ δὲ Παῦλος ἔφη· ἐγὼ δὲ καὶ γεγέννημαι. Εὐθέως οὖν ἀπέστησαν ἀπ᾿ αὐτοῦ οἱ μέλλοντες αὐτὸν ἀνετάζειν· καὶ ὁ χιλίαρχος δὲ ἐφοβήθη ἐπιγνοὺς ὅτι Ρωμαῖός ἐστι, καὶ ὅτι ἦν αὐτὸν δεδεκώς». (Πράξεις 22, 25-29)
‎[25] «Μεταπεπτωκότων γὰρ τῶν σκήπτρων ἐκεῖθεν ἐνθάδε εἰς τὴν ἡμεδαπήν τε καὶ ἡμετέραν βασιλίδα πόλιν καὶ δὴ καὶ τῆς συγκλήτου καὶ ἅμα πάσης τῆς τάξεως μεταπέπτωκε καὶ ἡ τῶν θρόνων ἀρχιερατικὴ τάξις». (Ἄννης Κομνηνῆς, Ἀλεξιάς, Βιβλίον 1ον, κεφ. 13)
‎[26] Περισσότερα ἐπὶ τοῦ θέματος, βλέπε ἐν Ἰωάννου Σ. Ρωμανίδου, Ρωμηοσύνη, Θεσ/νίκη 2002, σελ. 108-110 & 124-127. Στὶς μέρες μας, ὁ Ρωμανίδης ἦταν αὐτὸς ποὺ κυρίως ἀναμόχλευσε τὴν ξεχασμένη ρωμιοσύνη καὶ τὸ ἔργο του ὑπῆρξε ἡ πηγὴ ἐμπνεύσεως τῆς παρούσης.
‎[27] Ἡ δυτικὴ Φραγκία περιελάμβανε κυρίως τὴν Γαλατία, καὶ ἀπὸ τὴν ἀφομοίωση Ρωμαιογαλατῶν ὑποτελῶν καὶ Φράγκων κατακτητῶν προῆλθε τὸ σημερινὸ γαλλικὸ ἔθνος. Ἐκ τούτου καὶ ἡ ὀνομασία Φραγκία (France) στὶς περισσότερες γλῶσσες.
[28] «Γραικός, ὁ Ἕλλην, ὀξυτόνως, ὁ Θεσσαλοῦ υἱός, ἀφ᾿ οὗ Γραικοί οἱ Ἕλληνες». (Ἐκ τῶν Ἐθνικῶν Στεφάνου κατ᾿ ἐπιτομήν)
[29] «Ἄγριον ἠδὲ Λατῖνον. »Κούρη δ’ ἐν μεγάροισιν ἀγαυοῦ Δευκαλίωνος »Πανδώρη Διὶ πατρί, θεῶν σημάντορι πάντων »μιχθεῖσ’ ἐν φιλότητι τέκε Γραικὸν μενεχάρμην». (Ἠσιόδου, Κατάλογοι, ἐν Ἰωάννου Λαυρεντίου τοῦ Λυδοῦ, De mensibus κεφ. 1, παρ. 13)
[30] «Γραικοὶ καὶ γαίης ἡμετέρης ἀδαεῖς» (fragment 514) «Γραικός, ἀτὰρ κείνων γλῶσσ’ ὀνόμηνε ‘Πόλας’» (Αἴτια ,fragment 11)
[31] «Γραικοὺς δὲ χώρας τουτάκις λαβεῖν κράτη» (Λυκόφρονος, Ἀλεξάνδρα, γρ. 891) «Γραικῶν ἄριστος, ᾧ πάλαι τεύχει τάφους» (ὅ.π. γρ. 532)
[32] «… Λατίνους μὲν τοὺς ἐπιχωριάζοντας, Γραικοὺς δὲ τοὺς ἑλληνίζοντας ἐκάλουν, ἀπὸ Λατίνου τοῦ ἄρτι ἡμῖν ῥηθέντος καὶ Γραικοῦ, τῶν ἀδελφῶν …» (Ἰωάννου Λαυρεντίου, ὅ.π.)
[33] «Καὶ τὸν μὲν ἄλλον χρόνον ἡσύχαζε, τηρήσας δέ ποτε τοὺς Ῥωμαίους καταφρονητικῶς αὐλιζομένους, (μέγα τε γὰρ τῇ νίκῃ φρονοῦντες καὶ τὸν Ξάνθιππον ὡς Γραικὸν ὑπερορῶντες— οὕτω γὰρ καλοῦσι τοὺς Ἕλληνας, καὶ εἰς ὄνειδος δυσγενείας τῷ προσρήματι κατ’ αὐτῶν χρῶνται— τὰς στρατοπεδείας ἀπερισκέπτως πεποίηντο), οὕτως οὖν τοῖς Ῥωμαίοις διακειμένοις ὁ Ξάνθιππος ἐπελθών, καὶ τὸ ἱππικὸν αὐτῶν διὰ τῶν ἐλεφάντων τρεψάμενος, πολλοὺς μὲν κατέκοψε, πολλοὺς δὲ καὶ ἐζώγρησε καὶ αὐτὸν τὸν Ῥηγοῦλον». (Κάσσιος Δίων, ὅ.π. σελ. 161)
[34] «Ὁ δ᾿ οὖν Κικέρων ἐλπίδων μεστὸς ἐπὶ τὴν πολιτείαν φερόμενος, ὑπὸ χρησμοῦ τινος ἀπημβλύνθη τὴν ὁρμήν. Ἐρομένῳ γὰρ αὐτῷ τὸν ἐν Δελφοῖς θεὸν ὅπως ἂν ἐνδοξότατος γένοιτο, προσέταξεν ἡ Πυθία τὴν ἑαυτοῦ φύσιν, ἀλλὰ μὴ τὴν τῶν πολλῶν δόξαν ἡγεμόνα ποιεῖσθαι τοῦ βίου. Καὶ τόν γε πρῶτον ἐν Ῥώμῃ χρόνον εὐλαβῶς διῆγε καὶ ταῖς ἀρχαῖς ὀκνηρῶς προσῄει καὶ παρημελεῖτο, ταῦτα δὴ τὰ Ῥωμαίων τοῖς βαναυσοτάτοις πρόχειρα καὶ συνήθη ρήματα Γραικὸς καὶ σχολαστικὸς ἀκούων». (Πλουτάρχου, Βίος Κικέρωνος, κεφ. 5)
[35] «Ἐπαινούντων δέ τινων Θεοφάνην τὸν Λέσβιον, ὃς ἦν ἐν τῷ στρατοπέδῳ τεκτόνων ἔπαρχος, ὡς εὖ παραμυθήσαιτο Ῥοδίους τὸν στόλον ἀποβαλόντας, „ἡλίκον” εἶπεν „ἀγαθόν ἐστι Γραικὸν ἔχειν ἔπαρχον”». (ὅ.π., κεφ. 38)
[36] «Ὑπὲρ δὲ τῶν ἐξ Ἀχαΐας φυγάδων ἐντευχθεὶς διὰ Πολύβιον ὑπὸ Σκιπίωνος, ὡς πολὺς ἐν τῇ συγκλήτῳ λόγος ἐγίνετο, τῶν μὲν διδόντων κάθοδον αὐτοῖς, τῶν δ᾿ ἐνισταμένων, ἀναστὰς ὁ Κάτων “ὥσπερ οὐκ ἔχοντες” εἶπεν “ὃ πράττωμεν, καθήμεθα τὴν ἡμέραν ὅλην περὶ γεροντίων Γραικῶν ζητοῦντες, πότερον ὑπὸ τῶν παρ᾿ ἡμῖν ἢ τῶν ἐν Ἀχαΐᾳ νεκροφόρων ἐκκομισθῶσι”». (Πλουτάρχου, Βίος Μάρκου Κάτωνος, κεφ. 9, παρ. 2)
[37] Περιπτώσεις ἐνδεικτικές καὶ μόνον: «Ἀρχὴν οὖν τῆς Εὐρώπης τὴν βασιλίδα τῶν πόλεων καὶ τοῦ κόσμου παντὸς τὴν νέαν Ῥώμην ἐγὼ τίθημι· διὰ τοῦτο καὶ τὸ περὶ αὐτὴν θέμα τὸ καλούμενον Θρᾴκη, τῶν ἐν τοῖς Εὐρώπης μέρεσι θεμάτων πρῶτον τεθείκαμεν, ὡς καὶ αὐτῆς τῆς πόλεως τῆς πάλαι Βυζαντίδος καλουμένης ἐν τῇ τῶν Θρᾳκῶν ἱδρυνθείσης χώρᾳ. Αὐτὸ δὲ τὸ Βυζάντιον Μεγαρέων καὶ Λακεδαιμονίων καὶ Βοιωτῶν ἐστιν ἀποικία, τῶν ἀρχαιοτάτων Ἑλλήνων· διὸ καὶ τῆς τῶν Δωριέων γλώττης ἐν ἐπιστήμῃ τυγχάνουσιν». (Φιλοπόνημα Κωνσταντίνου βασιλέως [10ος αἰ.] υἱοῦ Λέοντος περὶ τῶν θεμάτων τῶν ἀνηκόντων τῇ βασιλείᾳ τῶν Ῥωμαίων)
‎Ἐπίσης: «Ὅθεν ὀχυρώσας [ὁ Μιχαήλ Παλαιολόγος, κατὰ τὴν διάρκεια τῆς Φραγκοκρατίας τῆς Πόλεως] τὰ πρὸ τῆς Βυζαντίδος φρούρια καὶ ὁπλίτας ἀφεὶς ἐν αὐτοῖς προσετετάχει συνεχεῖς ἐπιδρομὰς καὶ ἐνέδρας ποιεῖσθαι κατὰ τῶν Βυζαντίων Λατίνων, ὡς μηδὲ προκύπτειν ἐᾷν εἰ δυνατὸν αὐτοὺς τῶν τειχῶν. Ὃ δὴ πρὸς τοσαύτην ἤλασε τοὺς Λατίνους πενίαν, ὡς τῇ τῶν ξύλων σπάνει καὶ τὰς τοῦ Βυζαντίου πλείστας καὶ περιφανεῖς οἰκίας καθελεῖν εἰς δαπάνην χρειώδη τοῦ πυρός. Ἐντεῦθεν ἐς Νίκαιαν αὖθις ὑποστρέφει· αὕτη γὰρ ἐγεγόνει Ῥωμαίων βασίλειον μετὰ τὴν τῆς Βυζαντίδος πόρθησιν, καὶ ἦν ἐκεῖ διατρίβων ἐφ᾿ ἱκανόν». (Νικηφόρου Γρηγορᾶ, Ρωμαϊκὴ Ἱστορία, τ. 1ος, σελ. 80-81)
[38] «Καὶ οὕτως ἐδίωκον οἱ Λατῖνοι τὸ Ῥωμαϊκὸν στράτευμα». (Ἄννης Κομνηνῆς, Ἀλεξιάς, Βιβλίον 4ον, κεφ. 6ον)
[39] «Οὕτω γοῦν τὰ στρατεύματα κατ᾿ ἀλλήλων ἐσφάδᾳζεν· ὁ δὲ βασιλεὺς τὴν ἀνύποιστον τῶν Λατίνων δεδιὼς πρώτην προσβολὴν καινόν τι ποιεῖ. Ἁμάξας κουφοτέρας κατασκευάσας καὶ τῶν συνηθῶν ἥττους ἐφ᾿ ἑκάστῃ τούτων κοντοὺς ἐνέπηξε τέσσαρας καὶ πεζοὺς ὁπλοφόρους ἐπέστησεν, ὥστε ὁπηνίκα οἱ Λατῖνοι ὅλους ῥυτῆρας χαλάσαντες κατὰ τῆς Ῥωμαϊκῆς ὁρμήσουσι φάλαγγος, τὰς ἁμάξας ὠθεῖσθαι πρόσω διὰ τῶν ὑφισταμένων ὁπλοφόρων πεζῶν, ἵν᾿ οὕτω τὸ συνεχὲς διακόπτηται τοῦ συνασπισμοῦ τῶν Λατίνων». (Κομνηνῆς, ὅ.π., 5, 4)
[40] «Ἀλλὰ ταῦτα μὲν τὰ κατὰ τὸ Κούρικον· μετὰ δὲ παραδρομὴν ἐνιαυτοῦ, ἀναμαθὼν ὁ βασιλεὺς ὅτι καὶ γενούσιος στόλος εἰς συμμαχίαν τῶν Φράγγων ἐξελθεῖν ἑτοιμάζεται, στοχασάμενος ὅτι οὐ μικρᾶς βλάβης παραίτιοι καὶ αὐτοὶ τῇ τῶν Ῥωμαίων ἀρχῇ ἔσονται…» (Κομνηνῆς, ὅ.π., 11, 11)
‎Ἐπίσης: «Οἱ δὲ τοῦ φραγγικοῦ στόλου ἡγεμόνες διὰ τῶν περισωθέντων ἀπὸ τῶν πέντε δρομάδων νηῶν τὰ περὶ τοῦ ῥωμαϊκοῦ στόλου, ὡς εἴρηται, βεβαιωθέντες, καὶ ὅτι ὁ βασιλεὺς τὸν στόλον εὐτρεπίσας τὴν αὐτῶν ἔφοδον περὶ τὴν Χερρόνησον περιμένων ἐνδιατρίβει, τοῦ προτέρου σκοποῦ ἀπέστησαν μηδ᾿ ὅλως τοῖς μέρεσι τῆς Ῥωμανίας πλησιάσαι θελήσαντες. Παραχειμάσας οὖν ὁ βασιλεὺς εἰς Καλλιούπολιν μετὰ τῆς βασιλίδος (συνείπετο γὰρ αὐτῷ διὰ τὴν τῶν ποδῶν ὀδύνην, ὡς πολλάκις ἱστόρηται) καὶ τὸν καιρὸν καθ᾿ ὃν ὁ τῶν Λατίνων εἴωθεν ἀποπλεῖν στόλος παραφυλαξάμενος εἰς τὴν βασιλεύουσαν ὑπέστρεψεν». (Κομνηνῆς, ὅ.π., 14, 14)
[41] «Καὶ ἵνα ἐπαναλάβω τὸν λόγον σαφέστερον καὶ τὴν ἰδιότητα φυλάξαιμι τῶν ἐγγράφως συμφωνούντων, ἰδοὺ ἐγὼ Βαϊμοῦντος υἱὸς Ῥομπέρτου Γισκάρδου συμφωνῶ μετὰ τοῦ κράτους ὑμῶν, καὶ τὴν συμφωνίαν ἀρραγῆ τίθημι φυλάττειν πρὸς τὴν βασιλείαν ὑμῶν, τοῦτ᾿ ἔστι σέ τε, τὸν αὐτοκράτορα Ῥωμαίων κύριον Ἀλέξιον, καὶ τὸν βασιλέα καὶ υἱόν σου τὸν πορφυρογέννητον, καὶ τὸ λίζιον ἄνθρωπον ἀνόθευτόν τε καὶ ἀπαραποίητον, ἕως ἂν ἐμπνέω καὶ μετὰ τῶν ζώντων συναριθμῶμαι. Καὶ ἐξοπλισαίμην τὴν χεῖρα κατὰ τῶν ἐντεῦθεν ἀναφανησομένων ἐχθρῶν ὑμῶν καὶ τῆς βασιλείας τῆς ὑμετέρας τῶν ἀεισεβάστων σεβαστῶν βασιλέων τῆς τῶν Ῥωμαίων ἡγεμονίας». (Κομνηνῆς, ὅ.π., 13, 12)
[42] «… ” Ἐφ᾿ ᾧ γὰρ τὴν ὑπὸ σὲ Ῥωμανίαν κλονήσειν, καὶ ζῶν ἀποτέθνηκα καὶ ἀποθανὼν ἔζησα. Εἰ γὰρ τὴν ἀντιπέραν ἤπειρον καταλάβοιμι καὶ Λογγιβάρδους καὶ πάντας Λατίνους καὶ Γερμανοὺς καὶ τοὺς καθ᾿ ἡμᾶς Φράγγους ὀψαίμην, ἄνδρας Ἄρεως μνήμονας, πολλῶν φόνων καὶ πολλῶν αἱμάτων τὰς σὰς ἐμπλήσω πόλεις καὶ χώρας, ἕως ἂν ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ Βυζαντίου τὸ δόρυ πηξαίμην”. Εἰς τοσοῦτον ἄρα ὁ βάρβαρος ἀλαζονείας ἐπῆρτο». (Κομνηνῆς, ὅ.π., 11, 11)
[43] Στὴν μεταφρασμένη ἔκδοση ὑπὸ τῶν δυτικῶν, τὸ ἔργο τιτλοφορεῖται «Βυζαντινὴ Ἱστορία».
[44] «Καὶ διαβάντες ἐς τὴν ᾿Ασίαν, τὰς μὲν ναῦς ἀφῆκαν περὶ τὴν Λάμψακον, αὐτοὶ δ᾿ ἀναβάντες εἰς μεσόγειον ἡμέρας ὁδὸν, ὁπόσην Λατίνοις ὑπήκοον πρὸ βραχέος πεποίηκεν ὁ Ἐῤῥῆς, ἀπαντῶσι τῷ βασιλεῖ τὰς Ῥωμαϊκὰς δυνάμεις ὁπλίζοντι κατ᾿ αὐτῶν· καὶ λαμπροῦ συῤῥαγέντος πολέμου, νικῶνται κατακράτος Λατῖνοι, καὶ ἅμα ζημιοῦνται καὶ ὁπόσαι πόλεις περὶ τὴν Ἀσίαν αὐτοῖς ὑπῆρχον τέως ὑπήκοοι. Αὐτίκα γὰρ τὸν τῆς Λατινικῆς δουλείας ζυγὸν ἀποῤῥίψασαι, ἑκοντὶ τῷ βασιλεῖ προσεῤῥύησαν». (Γρηγορᾶ, ὅ.π., 1, 25)
‎Ἐπίσης: «Ἀπημαύρωσε δ᾿ αὐτὴν οὐ μετρίως καὶ τὸ τελευταῖον τοῦτο τὸ πῦρ, ὃ Ῥωμαῖοι δι᾿ ἔκπληξιν τῶν Λατίνων ταῖς οἰκίαις ἐνέβαλον πρότριτα». (Γρηγορᾶ, ὅ.π., 1, 88)
[45] Ἐπὶ παραδείγματι: «Τοῦ Καρούλου καὶ Βαλδουίνου μετὰ στρατοῦ πολλοῦ κατὰ τῆς Ῥωμαίων ἀρχῆς ἐλθόντων καὶ πολέμου γεγονότος, ἡ ἄμαχος δύναμις τὰς βουλὰς καὶ δυνάμεις τῶν Ἰταλῶν ἀπράκτους καὶ ζημιωμένας μετὰ αἰσχύνης ἀπέπεμψε καὶ τὸ τοῦ Δαβὶδ θεῖον ῥητὸν ἐπληρώθη τὸ „ἐπικατάρατος πᾶς ὁ ἐλπίζων ἐπ᾿ ἄνθρωπον”. Καὶ ἐκ τῆς θαλάσσης πάλιν ὁ στόλος τῶν Ῥωμαίων τὸν τοῦ Καρούλου στόλον ἐτρόπωσεν. Εἶτα ἐξελθὼν προσελήφει καὶ τὰς ἐν Αἰγαίῳ πελάγει νήσους μικρὸν πάσας· Ῥόδον τε καὶ Κῶον, Χίον καὶ Λῆμνον καὶ ὅσας ἑτέρας, αἳ τοῖς Λατίνοις ἐδούλευον!» (σελ. 166)
[46] Στῆβεν Ράνσιμαν, Ὁ βυζαντινὸς πολιτισμός, ἐκδ. Ἑρμείας 1969, σελ. 201
[47] Βλ. Ράνσιμαν, ὅ.π., σελ. 270
[48] Βλ. Ράνσιμαν, ὅ.π., σελ. 201, 204

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου