Τρίτη 4 Αυγούστου 2026
Αρχιεπίσκοπος Συρακουσών και Τριάδος Αβέρκιος (+1976): Απαντήσεις σε απορίες
Κυριακή 7 Ιουνίου 2026
Θεοεγκατάλειψη - Οσίου Σωφρονίου του Έσσεξ

Αρχιμανδρίτου Σωφρονίου (Σαχάρωφ)
Ο Άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης
ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΕΣ ΔΟΚΙΜΑΣΙΕΣ
ΘΕΟΕΓΚΑΤΑΛΕΙΨΗ
(σελ 259, αποσπάσματα)
Στην αρχή ο άνθρωπος προσελκύεται από το Θεό με τη δωρεά της χάρης, κι όταν έχει πια προσελκυσθεί, τότε αρχίζει μακρά περίοδος δοκιμασίας. Δοκιμάζεται η ελευθερία του ανθρώπου και η εμπιστοσύνη του στο Θεό, και δοκιμάζεται «σκληρά».
Στην αρχή οι αιτήσεις προς το Θεό, μικρές και μεγάλες, ακόμη και οι παρακλήσεις πού μόλις εκφράζονται, εκπληρώνονται συνήθως με γρήγορο και θαυμαστό τρόπο από το Θεό.
Όταν όμως έλθει η περίοδος της δοκιμασίας, τότε όλα αλλάζουν και σαν να κλείνεται ο ουρανός και να γίνεται κουφός σ' όλες τις δεήσεις.
Για το θερμό χριστιανό όλα στη ζωή του γίνονται δύσκολα. Η συμπεριφορά των ανθρώπων απέναντι του χειροτερεύει, παύουν να τον εκτιμούν αυτό πού ανέχονται σ' άλλους, σ' αυτόν δεν το συγχωρούν, η εργασία του πληρώνεται, σχεδόν πάντοτε, κάτω από το νόμιμο, το σώμα του εύκολα προσβάλλεται από ασθένειες. Η φύση, οι άνθρωποι, όλα στρέφονται εναντίον του.

Παρότι τα φυσικά του χαρίσματα δεν είναι κατώτερα από τα χαρίσματα των άλλων, δεν βρίσκει ευνοϊκές συνθήκες να τα χρησιμοποίηση. Επί πλέον υπομένει πολλές επιθέσεις από τις δαιμονικές δυνάμεις και το αποκορύφωμα είναι η ανυπόφορη θλίψη από τη θεία εγκατάλειψη.
Τότε κορυφώνεται το πάθος του, γιατί πλήττεται ο όλος άνθρωπος σ' όλα τα επίπεδα της υπάρξεως του.
Ο Θεός εγκαταλείπει τον άνθρωπο;... Είναι δυνατό αυτό;...
Κι εν τούτοις στη θέση του βιώματος της εγγύτητας του Θεού έρχεται στην ψυχή το αίσθημα πώς Εκείνος είναι απείρως, απροσίτως μακριά, πέρα από τους αστρικούς κόσμους κι όλες οι επικλήσεις προς Αυτόν χάνονται αβοήθητες στο αχανές του κοσμικού διαστήματος. H ψυχή εντείνει εσωτερικά την κραυγή της προς Αυτόν, αλλά δεν βλέπει ακόμα ούτε βοήθεια ΟΥΤΕ προσοχή. Όλα τότε γίνονται φορτικά.
Όλα κατορθώνονται με δυσανάλογα μεγάλο κόπο. H ζωή γεμίζει από μόχθους κι αναδεύει μέσα στον άνθρωπο το αίσθημα πώς βαραίνει πάνω του η κατάρα και η οργή του Θεού.
Όταν όμως περάσουν αυτές οι δοκιμασίες, τότε θα δει πώς η θαυμαστή πρόνοια του Θεού τον φύλαγε προσεκτικά σ' όλες τις πτυχές της ζωής του.
Χιλιόχρονη πείρα, πού παραδίνεται από γενιά σε γενιά, λέει πώς, όταν ο Θεός δει την πίστη της ψυχής του αγωνιστή γι' Αυτόν, όπως είδε την πίστη του Ιώβ, τότε τον οδηγεί σε αβύσσους και ύψη πού είναι απρόσιτα σ' άλλους.
Όσο πληρέστερη και ισχυρότερη είναι η πίστη και η εμπιστοσύνη του ανθρώπου στο Θεό, τόσο μεγαλύτερο θα είναι και το μέτρο της δοκιμασίας και η πληρότητα της πείρας, πού μπορεί να φτάσει σε μεγάλο βαθμό.
Τότε γίνεται ολοφάνερο πώς έφτασε στα όρια, πού δεν μπορεί να ξεπεράσει ο άνθρωπος.
Παρασκευή 1 Μαΐου 2026
Ο Άγιος Λουκάς Κριμαίας για τους υβριστές
Πέμπτη 16 Απριλίου 2026
Πασχαλινή Ομιλία - Αγίου Σεραφείμ Σομπόλεφ (+1950)
«῍Ω Πάσχα τὸ μέγα, καὶ ἱερώτατον Χριστέ... δίδου ἡμῖν ἐκτυπώτερον, σοῦ μετασχεῖν, ἐν τῇ ἀνεσπέρῳ, ἡμέρᾳ τῆς βασιλείας σου». Αυτά είναι τα λόγια του πασχαλινού ύμνου, τα οποία τόσο συχνά ακούμε μαζί, αγαπητοί μου εν Χριστώ αδελφοί και αδελφές, κατά τις ημέρες των πασχαλινών ακολουθιών.
Είναι σωτήριο για εμάς να γνωρίζουμε με ποια έννοια ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός ονομάζεται Πάσχα. Αυτή η ονομασία του Χριστού γίνεται πλήρως κατανοητή, αν θυμηθούμε την καθιέρωση του Πάσχα στην Παλαιά Διαθήκη, κατά την απελευθέρωση του λαού του Ισραήλ από τη δουλεία της Αιγύπτου. Πριν από τη δέκατη πληγή της Αιγύπτου, είπε ο Κύριος στον Μωυσή και στον Ααρών: «λάλησον πρὸς πᾶσαν συναγωγὴν υἱῶν Ἰσραὴλ... λαβέτωσαν ἕκαστος πρόβατον... καὶ ἔσται ὑμῖν διατετηρημένον ἕως τῆς τεσσαρεσκαιδεκάτης τοῦ μηνὸς τούτου, καὶ σφάξουσιν αὐτὸ πᾶν τὸ πλῆθος συναγωγῆς υἱῶν Ἰσραὴλ πρὸς ἑσπέραν. Καὶ λήψονται ἀπὸ τοῦ αἵματος καὶ θήσουσιν ἐπὶ τῶν δύο σταθμῶν καὶ ἐπὶ τὴν φλιὰν ἐν τοῖς οἴκοις, ἐν οἷς ἐὰν φάγωσιν αὐτὰ ἐν αὐτοῖς, καί διελεύσομαι ἐν γῇ Αἰγύπτῳ ἐν τῇ νυκτὶ ταύτῃ καὶ πατάξω πᾶν πρωτότοκον ἐν γῇ Αἰγύπτῳ ἀπὸ ἀνθρώπου ἕως κτήνους... Καὶ ἔσται τὸ αἷμα ὑμῖν ἐν σημείῳ ἐπὶ τῶν οἰκιῶν, ἐν αἷς ὑμεῖς ἐστε ἐκεῖ, καὶ ὄψομαι τὸ αἷμα καὶ σκεπάσω ὑμᾶς, καὶ οὐκ ἔσται ἐν ὑμῖν πληγὴ τοῦ ἐκτριβῆναι... Καὶ ἔσται ἡ ἡμέρα ὑμῖν αὕτη μνημόσυνον· καὶ ἑορτάσετε αὐτὴν ἑορτὴν Κυρίῳ εἰς πάσας τὰς γενεὰς ὑμῶν· νόμιμον αἰώνιον ἑορτάσετε αὐτήν» (Έξ. 12:1, 3, 6–7, 12–14).
Όπως βλέπουμε, η εορτή του Πάσχα καθιερώθηκε σε ανάμνηση της σωτηρίας του παλαιοδιαθηκικού Ισραήλ από τον Θεό, μέσω του αίματος του πασχαλινού αρνιού, από τη θανατηφόρα πληγή. Όμως το Πάσχα της Παλαιάς Διαθήκης ήταν προτύπωση του Πάσχα της Καινής Διαθήκης. Εδώ ο Θεός μάς ελευθερώνει από τον θάνατο όχι με το αίμα ενός αρνιού, αλλά με το Αίμα του Μονογενούς Υιού Του, του Κυρίου Ιησού Χριστού. Με τον θάνατο και την Ανάστασή Του ο Κύριος κατέλυσε τον θάνατο και μας χάρισε την αιώνια ζωή, γι’ αυτό και στο πασχαλινό τροπάριο λέγεται: «Χριστὸς ἀνέστη ἐκ νεκρῶν, θανάτῳ θάνατον πατήσας, καὶ τοῖς ἐν τοῖς μνήμασι, ζωὴν χαρισάμενος». Αν και ο θάνατος ακόμη ενεργεί στον κόσμο, η δύναμή του έχει ήδη καταπατηθεί, και κατά τη γενική ανάσταση θα καταργηθεί οριστικά και για πάντα. Τότε θα εκπληρωθούν πλήρως τα λόγια του Αποστόλου Παύλου: «Ποῦ σου, θάνατε, τὸ κέντρον; ποῦ σου, ᾅδη, τὸ νῖκος;» (Α΄ Κορ. 15:55· πρβλ. Ωσηέ 13:14).
Ωστόσο, το Πάσχα της Καινής Διαθήκης αποτελεί για εμάς λύτρωση όχι μόνο από τον σωματικό θάνατο, αλλά και από τον πνευματικό θάνατο, δηλαδή από την εξουσία της αμαρτίας. Αυτή η λύτρωση μάς δίνεται επίσης μέσω του Αίματος και του θανάτου του πασχαλινού Αμνού της Καινής Διαθήκης, και τη λαμβάνουμε στα μυστήρια της Εκκλησίας, όταν δεχόμαστε μέσα μας την αναγεννητική χάρη του Αγίου Πνεύματος. Με τη βοήθεια αυτής της Χάρης όχι μόνο ελευθερωνόμαστε από τη δουλεία της αμαρτίας, αλλά αποκτούμε και τη δυνατότητα να τηρούμε σταθερά τις σωτήριες εντολές, να φθάνουμε στην αγιότητα, να γινόμαστε τέκνα του Θεού κατά χάριν και κληρονόμοι της ουράνιας Βασιλείας. Αυτή είναι η έννοια κατά την οποία ο Κύριος και Σωτήρας μας ονομάζεται ιερώτατο Πάσχα.
Ας στρέψουμε τώρα την προσοχή μας, αγαπητά μου εν Χριστώ τέκνα, στα επόμενα λόγια του παρόντος πασχαλινού ύμνου: «δίδου ἡμῖν ἐκτυπώτερον, σοῦ μετασχεῖν, ἐν τῇ ἀνεσπέρῳ, ἡμέρᾳ τῆς βασιλείας σου».
Ας προσπαθήσουμε να κατανοήσουμε τι σημαίνει η κοινωνία μας με τον Χριστό. Για να κατανοήσουμε σωστά αυτά τα λόγια του πασχαλινού ύμνου, πρέπει να τα παραλληλίσουμε με τον εκκλησιαστικό ύμνο του Μεγάλου Σαββάτου: «Σιγησάτω πᾶσα σάρξ βροτεία... ὁ γὰρ Βασιλεὺς τῶν βασιλευόντων, καὶ Κύριος τῶν κυριευόντων, προσέρχεται σφαγιασθῆναι, καὶ δοθῆναι εἰς βρῶσιν τοῖς πιστοῖς». Όπως βλέπουμε, εδώ γίνεται λόγος για τη δική μας κοινωνία με τον ίδιο τον Χριστό: Εκείνος θυσιάζεται και χύνει το αίμα Του για να γίνει τροφή μας. Και πώς αλλιώς μπορεί να γίνει αυτό, παρά με τη μετάληψη του Σώματος και του Αίματός Του στο μέγιστο μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας;
Το ίδιο πρέπει να πούμε και για τα λόγια του πασχαλινού ύμνου: «δίδου ἡμῖν ἐκτυπώτερον, σοῦ μετασχεῖν, ἐν τῇ ἀνεσπέρῳ, ἡμέρᾳ τῆς βασιλείας σου». Μπορούμε να κοινωνούμε τον Χριστό μέσω της συμμετοχής στο Σώμα και το Αίμα Του στο ευχαριστιακό μυστήριο. Έτσι, στα λόγια αυτού του πασχαλινού ύμνου, η Αγία Εκκλησία προσεύχεται ώστε ο Κύριος να μας αξιώσει να κοινωνούμε το Σώμα και το Αίμα του Χριστού και στη μέλλουσα ζωή, στην ουράνια και ατελείωτη Βασιλεία.
Σε αυτή την κατανόηση μας οδηγεί και η προσευχή του Μεγάλου Βασιλείου, που διαβάζεται στο τέλος της Θείας Λειτουργίας του, πριν από τη μετάληψη των Αγίων Δώρων: «ἀπηλαύσαμεν τῆς ἀκενώτου σου τρυφῆς, ἧς καὶ ἐν τῷ μέλλοντι αἰῶνι πάντας ἡμᾶς καταξιωθῆναι εὐδόκησον».
Είναι αξιοσημείωτο ότι η λέξη «απολαύσαμε» δείχνει γιατί η Αγία Εκκλησία, τόσο στον πασχαλινό ύμνο όσο και σε αυτή την προσευχή του Μεγάλου Βασιλείου, ζητά από τον Θεό να μας αξιώσει να κοινωνούμε το Σώμα και το Αίμα του Χριστού και στη Βασιλεία των ουρανών. Η Θεία Κοινωνία είναι η αληθινή μας απόλαυση, την οποία βίωναν οι άγιοι του Θεού. Και αυτό είναι κατανοητό: τίποτε δεν μας ενώνει τόσο στενά και συγγενικά με τον Χριστό όσο αυτό το μέγα Μυστήριο. Και επειδή ο Χριστός είναι ο πανευτυχής Θεός, μέσω της εσωτερικής ευχαριστιακής κοινωνίας μαζί Του λαμβάνουμε μέσα μας τη μακαριότητά Του, όλη τη θεία και ουράνια χαρά Του, η οποία θα φανερωθεί πλήρως σε εμάς στη Βασιλεία των ουρανών.
Αυτή είναι η σημασία του πασχαλινού ύμνου: «῍Ω Πάσχα τὸ μέγα, καὶ ἱερώτατον Χριστέ... δίδου ἡμῖν ἐκτυπώτερον, σοῦ μετασχεῖν, ἐν τῇ ἀνεσπέρῳ, ἡμέρᾳ τῆς βασιλείας σου».
Ποιο, λοιπόν, είναι το σωτήριο συμπέρασμα για εμάς από όλα όσα ειπώθηκαν;
Αν ο Χριστός, το Πάσχα μας, με το Αίμα Του μάς λύτρωσε από τον θάνατο και μας χάρισε την αιώνια, αθάνατη ζωή, τότε ας φροντίσουμε αυτή να γίνει για εμάς μακαρία. Γι’ αυτό ας αγωνιζόμαστε, με την πιστή τήρηση των εντολών, να ποθούμε με όλη μας την καρδιά τη Βασιλεία των ουρανών, θέτοντας σε αυτήν τον ύψιστο και τελικό σκοπό όλων των κόπων μας, θυμούμενοι τα λόγια του Κυρίου: «ζητεῖτε δὲ πρῶτον τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν δικαιοσύνην αὐτοῦ, καὶ ταῦτα πάντα προστεθήσεται ὑμῖν» (Ματθ. 6:33), καθώς και τα λόγια του Αποστόλου Παύλου: «τὰ ἄνω φρονεῖτε, μὴ τὰ ἐπὶ τῆς γῆς» (Κολ. 3:2).
Αν ζούμε έτσι, ο Κύριος θα μας αξιώσει της ουράνιας Βασιλείας Του, όπου θα κοινωνούμε το Σώμα και το Αίμα του Χριστού για την αιώνια παραδείσια μακαριότητα. Αυτό είθε να μάς το χαρίσει ο Κύριος, για χάρη του σταυρικού Του θανάτου και της ένδοξης Αναστάσεώς Του. Αμήν.
Πέμπτη 5 Φεβρουαρίου 2026
Ομιλία στην Κυριακή του Ασώτου - Γέροντος Ιωάννου Κρεστιάνκιν (+2006)
Κήρυγμα την Κυριακή του Ασώτου Υιού
Εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος
Αδελφοί μου, υιοί και θυγατέρες του Πατέρα μας του Ουρανίου, η δεύτερη Κυριακή πριν από τη Μεγάλη Τεσσαρακοστή ονομάζεται Κυριακή του Ασώτου Υιού. Αυτήν την παραβολή την είπε ο ίδιος ο Σωτήρας στους συγκεντρωμένους, και προλογίζεται με τα λόγια: «έγω ὑμῖν, χαρὰ γίνεται ἐνώπιον τῶν ἀγγέλων τοῦ Θεοῦ ἐπὶ ἑνὶ ἁμαρτωλῷ μετανοοῦντι» (Λουκ. 15:10). Πλησιάζει ο καιρός της μετανοίας, και ο Ουράνιος Πατέρας μας διαβεβαιώνει ότι για τον αμαρτωλό που συνειδητοποιεί την άθλια κατάστασή του και ζητεί το έλεος του Θεού με μετάνοια, «εὐφρανθῶμεν, ὅτι οὗτος ὁ υἱός μου νεκρὸς ἦν καὶ ἀνέζησε, καὶ ἀπολωλὼς ἦν καὶ εὑρέθη» (Λουκ. 15:24, 32). Η αμαρτία είναι θάνατος. Η μετάνοια είναι επιστροφή στη ζωή. Ας εμποτιστούμε με αυτήν την αλήθεια, ώστε η νηστεία να γίνει για εμάς καιρός θεραπείας της ψυχής, και να χαρεί ο Κύριος για εμάς τους αμαρτωλούς που μετανοούμε.
Και εγώ θα σας έλεγα ότι η παραβολή του Ασώτου Υιού είναι παραβολή της Αγάπης, της ανερμήνευτης και απεριόριστης Αγάπης του Ουρανίου Πατέρα προς εμάς, τα αμαρτωλά και άσωτα παιδιά Του. Έχοντας λάβει με το βάπτισμα τον αρραβώνα της σωτηρίας και υιοθετηθεί από τον Θεό, δεν είμαστε πλέον δούλοι ούτε μισθωτοί, αλλά υιοί και θυγατέρες – κληρονόμοι της Βασιλείας του Ουρανίου Πατέρα μας. Η Αγάπη του Πατέρα μας περιβάλλει· είναι θεία και παντοδύναμη – ελεεί, μακροθυμεί και, το κυριότερο, ποτέ δεν εκλείπει. Έχει τη δύναμη να μας καλέσει ακόμη και από τα βάθη του άδη και να επιστρέψει την αξιοπρέπεια του υιού σε όλους όσοι προσπέφτουν με μετάνοια στον Πατέρα.
Ποιος δεν μπορεί να θυμηθεί στη ζωή του στιγμές κατά τις οποίες και εμείς, όπως ο άσωτος υιός, απορρίψαμε την Αγάπη του Θεού, ξεφεύγοντας προς την ελευθερία των παράλογων επιθυμιών και σχεδίων μας;
Ποιος, έχοντας λάβει την κληρονομιά των θείων χαρισμάτων – οξύ νου, ταλέντα – δεν τα ιδιοποιήθηκε, λησμονώντας τον Δωρητή και χρησιμοποιώντας τα δοσμένα όχι μόνο προς κακό του εαυτού του, αλλά συχνά και των άλλων;
Ποιος δέχθηκε τον Λόγο του Θεού ως πλήρη οδηγό της ζωής του, χωρίς να τον παραμορφώσει ή να τον απορρίψει εντελώς;
Και όμως ο Πατέρας περιμένει. Ο Πατέρας, στα χέρια του οποίου βρίσκεται η παντοδύναμη Πρόνοια για κάθε άνθρωπο, και ο οποίος με ένα μόνο νεύμα θα μπορούσε να επιστρέψει το πλανημένο παιδί στη λογική της Αλήθειας, υπομένει, δίνοντας την πολυπόθητη και απαιτημένη από τον υιό ελευθερία. Η Αγάπη του Πατέρα περιμένει μόνο την ανταπόκριση της αγάπης, χωρίς να μας στερεί την ελευθερία της επιλογής στη ζωή. Ο Πατέρας συνεχίζει να αγαπά και να περιμένει την επιστροφή μας.
Στην παραβολή υπάρχουν ο Πατέρας και οι δύο υιοί Του.
Ο πρεσβύτερος, που μεγάλωσε στον πατρικό οίκο, ακούει από τον Πατέρα: «Τέκνον, συ πάντοτε μετ’ ἐμοῦ εἶ, καὶ πάντα τὰ ἐμὰ σά ἐστιν» (Λουκ. 15:31).
Ο νεότερος, εκείνος που απαιτούσε ιδιαίτερη φροντίδα από τον Πατέρα, ο πιο αγαπητός. Και αυτός, ο νεότατος, μη κατανοώντας όλα τα αγαθά της ζωής υπό τη σκέπη της πατρικής αγάπης, μη γνωρίζοντας τις δυσκολίες και τα ρεύματα της θάλασσας του βίου, μη γνωρίζοντας τον εαυτό του, επιθύμησε την ελευθερία, για να ξεκινήσει το ταξίδι της ζωής χωρίς την αγαθή πατρική συμβουλή και επίβλεψη. Σκληρή είναι η αυθαίρετη καρδιά· δεν αισθάνεται τον πόνο που προκαλεί, λησμονεί κάθε αγαθό που δωρεάν της χαρίστηκε από την αγάπη. «Καὶ μετ’ οὐ πολλὰς ἡμέρας συναγαγὼν ἅπαντα ὁ νεώτερος υἱὸς ἀπεδήμησεν εἰς χώραν μακράν» (Λουκ. 15:13). Αλλά από το πρόσωπο του Θεού πού θα φύγουμε; (Ψαλμ. 138:7). Η Πρόνοια του Θεού βλέπει τον φυγά και, από οίκτο προς τον πλανημένο, επιτρέπει γι’ αυτόν σκληρά μαθήματα ζωής. Η κληρονομιά που έλαβε από τον Πατέρα γρήγορα χάνεται στη δίνη των πειρασμών· η μέθη της ελευθερίας και οι κολακείες των φίλων που αγαπούν το συμφέρον σκοτίζουν τον νου, και μια φανταστική ευτυχία ζαλίζει το κεφάλι. Και η αμαρτία, ανεπαίσθητα αλλά εξουσιαστικά, αρχίζει το φοβερό καταστροφικό της έργο. Και να, ο νεότερος γίνεται πλέον πλήρως δούλος της αμαρτίας: «διεσκόρπισε τὴν οὐσίαν αὐτοῦ ζῶν ἀσώτως». Με την αμαρτία εισέρχεται στη ζωή η ερήμωση· το σώμα υποφέρει, η ψυχή λιμοκτονεί. Το σκοτάδι της μοναξιάς και η καταθλιπτική σιωπή βασιλεύουν εκεί όπου πριν έσφυζε η διασκέδαση. Οι φίλοι τον εγκατέλειψαν· δεν υπάρχει ούτε βοηθός ούτε συμπονετικός. Η φτώχεια εγκαθίσταται στα θλιβερά της δικαιώματα, σβήνοντας και τη μνήμη της παλιάς αφθονίας. «Δαπανήσαντος δὲ αὐτοῦ πάντα, ἐγένετο λιμὸς ἰσχυρὸς ἐν τῇ χώρᾳ ἐκείνῃ… καὶ αὐτὸς ἤρξατο ὑστερεῖσθαι» (Λουκ. 15:14). Φρικτή κατάσταση για έναν καλομαθημένο ηδονιστή. Η κτηνώδης κατάσταση της ψυχής τον κατεβάζει στη συντροφιά των χοίρων, και «ἐπεθύμει χορτασθῆναι ἐκ τῶν κερατίων ὧν ἤσθιον οἱ χοῖροι» (Λουκ. 15:16), αλλά ούτε και αυτό του δίνεται. Η Πρόνοια του Θεού είναι αμείλικτη. Και οι γύρω του είναι μόνο όργανα της εξουσίας της.
Έτσι ο φιλάνθρωπος Κύριος, που δεν θέλει τον θάνατο του αμαρτωλού, με διάφορους δρόμους και πολυποίκιλους τρόπους κάνει αισθητή την παρουσία Του και καλεί σε μετάνοια.
Φοβερή στιγμή βιώνει η ψυχή του πεσμένου. Θα μπορέσει άραγε να θυμηθεί την πατρική αγάπη ή θα ακολουθήσει τον εχθρό μέχρι τέλους, πληρώνοντας με την αθάνατη ψυχή του για τις αμαρτίες του;
Σκέψεις – σκέψεις. Η κατανόηση όλων όσων συνέβησαν αποκαλύπτει όλη τη δυσωδία της αμαρτίας· η ανάμνηση των φωτεινών απαρχών της ζωής κάτω από την πατρική στέγη αναγεννά τους ελέγχους της συνείδησης και αλλάζει τον αμαρτωλό τρόπο σκέψης. Η ψυχή ζωντανεύει μέσα σε δυνατό αγώνα, σε θλίψη και πόνο πνεύματος. «Εἰς ἑαυτὸν δὲ ἐλθών» (Λουκ. 15:17) – σταδιακά κατάλαβε τα πάντα, και συντελέστηκε βαθιά μεταμόρφωση της ψυχής του αμαρτωλού, η αναγέννησή της για νέα ζωή. Η μετάνοια συνέτριψε μέσα του τη φιλαυτία, την υπερηφάνεια και την ψεύτικη ντροπή, και στην ταπεινή καρδιά γεννήθηκε η απόφαση να ζητήσει έλεος: «Καὶ ἀναστὰς ἦλθεν πρὸς τὸν πατέρα αὐτοῦ» (Λουκ. 15:20).
Πόσα παραδείγματα μας δίνει το Άγιο Ευαγγέλιο, όταν τη στιγμή της μετάνοιας και της ανοιχτής σύγκρουσης ανάμεσα στο καλό και το κακό, μόνο η θέληση του αμαρτωλού κάνει την τελική επιλογή. Ο Θεός με τον διάβολο αγωνίζεται, και το πεδίο της μάχης είναι η ανθρώπινη καρδιά. Μόνο ως απάντηση στην πίστη και την εμπιστοσύνη του ίδιου του αμαρτωλού ο Θεός θα επιτελέσει το θαύμα. Ο Κύριος περιμένει.
Ο Ιούδας, που πούλησε τον Κύριο και πρόδωσε αθώο αίμα, μετανόησε. Και αυτό ήταν το τελευταίο κάλεσμα της θείας αγάπης προς αυτόν. Αλλά ο εχθρός άρπαξε τη μετάνοιά του μέσω της απελπισίας, και εκείνος «ἀπελθὼν ἀπήγξατο» (Ματθ. 27:5).
Ο Απόστολος Πέτρος, που είχε ομολογήσει τον Χριστό Υιό του Θεού, αρνήθηκε τον Κύριο· όμως το πράο βλέμμα του θείου Πάσχοντος διαπέρασε την καρδιά του, και εκείνος «ἐξελθὼν ἔκλαυσε πικρῶς» (Λουκ. 22:62· Ματθ. 26:75). Η συντριβή για την αμαρτία, η πίστη, η ελπίδα και η αγάπη του επέστρεψαν την αξιοπρέπεια του Αποστόλου του Χριστού.
Και σε εμάς, όπως άλλοτε στον Πέτρο, στις στιγμές της μετανοίας μας για τις πτώσεις, ακούγεται η φωνή του Σωτήρα: «ἀγαπᾷς με;» (Ιω. 21:15). Σε αυτές τις καθοριστικές πνευματικές στιγμές ο Κύριος δεν περιμένει από εμάς εξωτερική τήρηση του Νόμου, αλλά καρδιά ικανή να ανταποκριθεί με αγάπη στην ανερμήνευτη και απεριόριστη αγάπη του Θεού. Ο Θεός είναι πάντοτε κοντά στον άνθρωπο· όμως ο άνθρωπος δεν είναι πάντοτε κοντά στον Θεό.
Ο αμαρτωλός είναι ακόμη μακριά, αλλά αργά, ήδη όμως με πρόθεση μετανοίας, πλησιάζει. «Καὶ εἶδεν αὐτὸν ὁ πατὴρ αὐτοῦ… καὶ ἐσπλαγχνίσθη, καὶ δραμὼν ἐπέπεσεν ἐπὶ τὸν τράχηλον αὐτοῦ καὶ κατεφίλησεν αὐτόν» (Λουκ. 15:20). Η καρδιά του Πατέρα δεν κρίνει αν ο επιστρέφων έχει δίκιο ή άδικο· είναι υιός, είναι αγαπητός. Ήταν νεκρός και ανασταίνεται, ήταν χαμένος και επιστρέφει. Η Αγάπη είναι ανώτερη από τον νόμο, ανώτερη από τη νομική δικαιοσύνη· η Αγάπη ελκύει, δεν απωθεί. Και η καρδιά και η ψυχή του ανθρώπου είναι ευαίσθητες· οι πληγές της ψυχής πονάνε όσο και οι πληγές του σώματος. Η υποδοχή του Πατέρα είναι έλαιο για την πονεμένη ψυχή· ενισχύει τις προθέσεις και την απόφαση του υιού για μετάνοια. Την βαθιά, μετανοημένη κραυγή της πεσμένης αλλά ελπίζουσας στη συγχώρηση ψυχής, την κραυγή της αληθινής ταπεινώσεως και της υιικής αφοσιώσεως, την ακούει ο Πατέρας: «Πάτερ, ἥμαρτον εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ ἐνώπιόν σου, καὶ οὐκέτι εἰμὶ ἄξιος κληθῆναι υἱός σου· ποίησόν με ὡς ἕνα τῶν μισθίων σου» (Λουκ. 15:18–19). Και το πατρικό φίλημα και η πανηγυρική χαρά ήταν η απάντησή Του. Και αμέσως ο Πατέρας αποκαθιστά τον αμαρτωλό σε όλα τα δικαιώματα του υιού – του κληρονόμου.
«Ἐξενέγκατε τὴν στολὴν τὴν πρώτην καὶ ἐνδύσατε αὐτόν, καὶ δότε δακτύλιον εἰς τὴν χεῖρα αὐτοῦ καὶ ὑποδήματα εἰς τοὺς πόδας· καὶ φέροντες τὸν μόσχον τὸν σιτευτόν, θύσατε· καὶ φαγόντες εὐφρανθῶμεν· ὅτι οὗτος ὁ υἱός μου νεκρὸς ἦν καὶ ἀνέζησε, καὶ ἀπολωλὼς ἦν καὶ εὑρέθη. Καὶ ἤρξαντο εὐφραίνεσθαι» (Λουκ. 15:22–24). Η νίκη της ζωής επί του θανάτου εισήλθε στον οίκο μέσω της μετανοίας.
«Οὕτως, λέγω ὑμῖν, χαρὰ γίνεται ἐνώπιον τῶν Ἀγγέλων τοῦ Θεοῦ ἐπὶ ἑνὶ ἁμαρτωλῷ μετανοοῦντι» (Λουκ. 15:10) – ας φυλάξουμε λοιπόν στην καρδιά μας, αγαπητοί μου, την αλήθεια του λόγου του Θεού, ώστε να χαιρόμαστε και εμείς μαζί με τους Αγγέλους για τον εαυτό μας.
Ας θυμόμαστε πάντοτε ότι δεν υπάρχει αμαρτία που να νικά το έλεος και τη φιλανθρωπία του Θεού. Γι’ αυτό, ό,τι κι αν μας συμβεί, όσο κι αν αμαρτήσουμε, όσο κι αν παρασυρθούμε από τις εχθρικές παγίδες της ζωής, ας μη απελπιστούμε ποτέ για το έλεος του Θεού, αλλά με πίστη, ελπίδα και μετάνοια ας επιστρέφουμε στον Ουράνιο Πατέρα μας, γνωρίζοντας ότι το έλεός Του μας περιμένει και η αγάπη Του δεν θα αργήσει να βγει σε συνάντησή μας, να μας δεχθεί στις Πατρικές Του αγκάλες, να πλύνει τις αμαρτωλές μας πληγές και να θεραπεύσει τις ασθένειες, ώστε η ζωή να κατοικεί μέσα μας αιώνια.
«Ἀγκάλας πατρικάς, διανοῖξαί μοι σπεῦσον, ἀσώτως τὸν ἐμόν, κατηνάλωσα βίον, εἰς πλοῦτον ἀδαπάνητον, ἀφορῶν τοῦ ἐλέους Σου. Νῦν πτωχεύουσαν, μὴ ὑπερίδῃς καρδίαν· σοὶ γὰρ Κύριε, ἐν κατανύξει κραυγάζω. Ἥμαρτον, σῶσόν με» (Κάθισμα). Αμήν.
ΠΗΓΗ: архимандрит Иоанн (Крестьянкин), Проповеди Великий пост и приготовление к нему
Παρασκευή 2 Ιανουαρίου 2026
Ο άγιος Ιωάννης της Κρονστάνδης και ο Ρωμαιοκαθολικός παπισμός - Αρχιεπισκόπου Αβερκίου (+1976)
Αρχιεπίσκοπος Αβέρκιος (Ταούσεφ)
Ο άγιος δίκαιος πατήρ Ιωάννης της Κρονστάνδης και ο Ρωμαιοκαθολικός παπισμός
Στους καιρούς που ζούμε, όταν ακούγονται τόσοι ψευδείς λόγοι για τη λεγόμενη «ένωση των Εκκλησιών», όταν εξαπλώνεται και ενισχύεται το «οικουμενικό κίνημα», που προκαλεί τον ενθουσιασμό πολλών, και όταν συνέρχεται κατά διαστήματα στη νέα του «σύνοδο» η βατικανή «Οικουμενική Σύνοδος», είναι καιρός όλοι οι αληθινά Ορθόδοξοι Χριστιανοί να θυμηθούν ποια ήταν η γνώμη του προσφάτως δοξασμένου μεγάλου δικαίου και θαυματουργού μας, του αγίου Ιωάννη της Κρονστάνδης, για τον ρωμαιοκαθολικό παπισμό.
Να τι γράφει, για παράδειγμα, στα «Στοχασμοί περί της Εκκλησίας» (σελ. 13):
«Καμία ομολογία της χριστιανικής πίστεως, εκτός από την Ορθόδοξη, δεν μπορεί να οδηγήσει τον Χριστιανό στην τελειότητα της χριστιανικής ζωής ή στην αγιότητα και στον πλήρη καθαρισμό από τις αμαρτίες και στην αφθαρσία, διότι οι άλλες ομολογίες, οι μη ορθόδοξες, κατέχουν την αλήθεια μέσα στην αδικία (Ρωμ. 1,18), έχουν αναμείξει τη ματαιοφροσύνη και το ψεύδος με την αλήθεια και δεν διαθέτουν τα θεοδώρητα μέσα καθαρισμού, αγιασμού, αναγέννησης και ανανέωσης, τα οποία κατέχει η Ορθόδοξη Εκκλησία».
Η πείρα των αιώνων, δηλαδή η ιστορία της Ορθόδοξης Εκκλησίας και των λοιπών εκκλησιών, το απέδειξε και το αποδεικνύει με εντυπωσιακή σαφήνεια. Θυμηθείτε το πλήθος των αγίων της Εκκλησίας μας, παλαιών και συγχρόνων – και την απουσία τους, μετά τον χωρισμό των εκκλησιών, στις άλλες, μη ορθόδοξες εκκλησίες: τη ρωμαιοκαθολική, τη λουθηρανική, την αγγλικανική.
Και ιδού οι συγκλονιστικές σκέψεις του αγίου δικαίου πατρός Ιωάννου, στραμμένες ακριβώς εναντίον των νεότερων «οικουμενικών» αποφάσεων της Βατικανής συνόδου:
«Υπάρχει πλήθος χωριστών χριστιανικών ομολογιών, με διαφορετική εξωτερική και εσωτερική διάρθρωση, με διαφορετικές γνώμες και διδασκαλίες, συχνά αντίθετες προς τη θεία αλήθεια του Ευαγγελίου και τη διδασκαλία των αγίων Αποστόλων, των Οικουμενικών και Τοπικών Συνόδων και των αγίων Πατέρων. Δεν μπορεί κανείς να τις θεωρεί όλες αληθινές και σωτήριες: η αδιαφορία στην πίστη ή η αναγνώριση κάθε πίστης ως εξίσου σωτήριας οδηγεί στην απιστία ή στην ψυχρότητα της πίστεως, στην αμέλεια για την τήρηση των κανόνων και των θεσμών της πίστεως, και στην ψυχρότητα των χριστιανών μεταξύ τους. “Σίμων, Σίμων, ιδού ο σατανάς ζήτησε να σας κοσκινίσει σαν το σιτάρι” (Λουκ. 22,31). Αυτός, ο σατανάς, το έκανε και το κάνει: δηλαδή προκάλεσε σχίσματα και αιρέσεις. Κράτα αυστηρά την Μία, Αληθινή Πίστη και την Εκκλησία: μία πίστις, έν βάπτισμα, είς Θεός και Πατήρ πάντων (Εφ. 4,5)» (σελ. 31).
Σε τι συνίσταται η απέραντη υπεροχή της αγίας Ορθόδοξης Εκκλησίας μας;
«Η Ορθόδοξη Εκκλησία υπερέχει όλων των μη ορθόδοξων εκκλησιών, πρώτον, στην αλήθεια της, στην Ορθοδοξία της, που διατηρήθηκε και κατακτήθηκε με το αίμα των Αποστόλων, των Ιεραρχών, των Μαρτύρων, των Οσίων και όλων των Αγίων· δεύτερον, στο ότι οδηγεί με τον πιστότερο τρόπο στη σωτηρία (με ίσιο, ευθύ και ασφαλή δρόμο)· καθαρίζει, αγιάζει και ανανεώνει με την Ιεραρχία, τη Λατρεία, τα Μυστήρια και τις νηστείες· τρίτον, στο ότι καθοδηγεί άριστα στη μετάνοια, τη διόρθωση, την προσευχή, την ευχαριστία και τη δοξολογία. Πού υπάρχουν τέτοιες προσευχές, τέτοιες δοξολογίες και ευχαριστίες, τέτοια θαυμαστή λατρεία όπως στην Ορθόδοξη Εκκλησία; Πουθενά» (σελ. 38).
Ο άγιος Ιωάννης μιλά με ιδιαίτερη δύναμη για το παράλογο του θεμελιώδους λίθου της δογματικής του Παπισμού – το ψευδοδόγμα περί πρωτείου και αλαθήτου του πάπα ως «Αντιπροσώπου του Χριστού»:
«“Ιδού εγώ μεθ’ υμών ειμί πάσας τας ημέρας έως της συντελείας του αιώνος” (Ματθ. 28,20). Ο ίδιος ο Κύριος είναι πάντοτε παρών στην Εκκλησία Του – γιατί λοιπόν χρειάζεται αντιπρόσωπος, ο Πάπας; Και μπορεί άραγε ένας αμαρτωλός άνθρωπος να είναι αντιπρόσωπος του Κυρίου; Δεν μπορεί. Αντιπρόσωπος βασιλέως ή πατριάρχη μπορεί να υπάρξει, αλλά αντιπρόσωπος του Κυρίου, του άναρχου Βασιλέως και Κεφαλής της Εκκλησίας, κανείς δεν μπορεί να είναι. Αληθώς. Οι καθολικοί πλανώνται. Φώτισέ τους, Κύριε, διότι παράλογα τα υποστηρίζουν αυτά και έχουν περιβληθεί με υπερηφάνεια σαν με περιδέραιο» (σελ. 43–44).
Από αυτό το ολέθριο ψευδοδόγμα, κατά τον άγιο Ιωάννη, πηγάζει όλο το κακό του Παπισμού:
«Το πιο βλαβερό πράγμα στον Χριστιανισμό, σε αυτή τη θεόπνευστη ουράνια θρησκεία, είναι η αρχηγία ανθρώπου μέσα στην Εκκλησία, όπως του Πάπα, και το υποτιθέμενο αλάθητό του. Ακριβώς στο δόγμα του αλάθητου βρίσκεται το μεγαλύτερο σφάλμα, διότι ο Πάπας είναι άνθρωπος αμαρτωλός, και αλίμονο αν φανταστεί για τον εαυτό του ότι είναι αλάθητος. Πόσα μέγιστα σφάλματα, καταστροφικά για τις ανθρώπινες ψυχές, επινόησε η καθολική, Παπική εκκλησία — στα δόγματα, στα έθιμα, στους ιερούς Κανόνες, στη λατρεία, στις θανατηφόρες και κακόβουλες σχέσεις των καθολικών προς τους Ορθοδόξους, στις βλασφημίες και τις συκοφαντίες κατά της Ορθόδοξης Εκκλησίας, στις ύβρεις που απευθύνονται προς την Ορθόδοξη Εκκλησία και τους Ορθόδοξους Χριστιανούς! Και για όλα αυτά φταίει ο δήθεν αλάθητος Πάπας, η διδασκαλία του και των Ιησουιτών, το πνεύμα τους της ψευτιάς, της διπροσωπίας και κάθε άδικου μέσου ad majorem Dei gloriam (προς μεγαλύτερη δόξα του Θεού)» (σελ. 44).
«Είναι αναγκαίο να ανήκει κανείς στην Εκκλησία του Χριστού, της οποίας Κεφαλή είναι ο Παντοδύναμος Βασιλεύς, ο Νικητής του Άδη, Ιησούς Χριστός. Το Βασίλειό Του είναι η Εκκλησία η στρατευομένη, που μάχεται “με τις αρχές και τις εξουσίες και τους κοσμοκράτορες του σκότους του αιώνος τούτου”, με τα πνεύματα της κακίας στα επουράνια, τα οποία με τέχνη συγκροτούν ένα οργανωμένο βασίλειο και πολεμούν με εξαιρετική πείρα, με νου, με ακρίβεια και με δύναμη εναντίον όλων των ανθρώπων, έχοντας μελετήσει καλά τα πάθη και τις κλίσεις τους. Ένας άνθρωπος μόνος του εδώ δεν είναι πολεμιστής στο πεδίο· αλλά ούτε και μια μεγάλη κοινότητα, αν είναι μη ορθόδοξη και χωρίς Κεφαλή — τον Χριστό — μπορεί να κάνει κάτι απέναντι σε τέτοιους εχθρούς: πονηρούς, λεπτούς, που αγρυπνούν διαρκώς, και έχουν μάθει άριστα την “επιστήμη” του πολέμου τους. Στον Ορθόδοξο Χριστιανό χρειάζεται ισχυρή βοήθεια άνωθεν από τον Θεό και από τους αγίους πολεμιστές του Χριστού, που νίκησαν τους εχθρούς της σωτηρίας με τη δύναμη της χάριτος του Χριστού, και από την επίγεια Ορθόδοξη Εκκλησία, από ποιμένες και διδασκάλους, και έπειτα από την κοινή προσευχή και τα Μυστήρια. Να λοιπόν τί είδους βοηθός του ανθρώπου-Χριστιανού στον αγώνα με τους αόρατους και ορατούς εχθρούς είναι ακριβώς η Εκκλησία του Χριστού, στην οποία, με το έλεος του Θεού, ανήκουμε κι εμείς. Οι καθολικοί επινόησαν νέα κεφαλή, ταπεινώνοντας τη Μία Αληθινή Κεφαλή της Εκκλησίας — τον Χριστό· οι λουθηρανοί αποσχίστηκαν και έμειναν χωρίς Κεφαλή· και οι Αγγλικανοί το ίδιο: Εκκλησία δεν έχουν, ο δεσμός με την Κεφαλή έχει σπάσει, πανίσχυρη βοήθεια δεν υπάρχει, και ο Βελίαρ πολεμά με όλη του τη δύναμη και την πανουργία του και κρατά τους πάντες μέσα στη γοητεία της πλάνης του και στην απώλεια. Πλήθος είναι οι χαμένοι στην αθεΐα και στη διαφθορά» (σελ. 52).
Και ιδού τί αποτελεί — όπως βαθιά και εύστοχα επισημαίνει ο άγιος δίκαιος Ιωάννης — την πρωταρχική αιτία του κακού στον ρωμαιοκαθολικό Παπισμό:
«Αιτία όλων των νοθειών της ρωμαιοκαθολικής εκκλησίας είναι η υπερηφάνεια και η αναγνώριση του Πάπα ως πραγματικής Κεφαλής της Εκκλησίας, και μάλιστα αλάθητης. Από εδώ προέρχεται όλη η καταπίεση της δυτικής εκκλησίας: καταπίεση της σκέψης και της πίστεως, στέρηση της αληθινής ελευθερίας στην πίστη και στη ζωή — σε όλα ο Πάπας έβαλε το βαρύ του χέρι· από εδώ προέρχονται τα ψεύτικα δόγματα· από εδώ η διπροσωπία και η πανουργία στη σκέψη, στον λόγο και στο έργο· από εδώ οι διάφοροι ψευδείς κανόνες και διατάξεις στην εξομολόγηση των αμαρτιών· από εδώ τα συγχωροχάρτια· από εδώ η παραχάραξη των δογμάτων· από εδώ η “κατασκευή” αγίων της δυτικής εκκλησίας και ανύπαρκτων λειψάνων, μη δοξασμένων από τον Θεό· από εδώ η αιχμαλωσία “εις υπακοήν” του νου στον Θεό (πρβλ. 2 Κορ. 10,5) και κάθε αντίσταση στον Θεό υπό το πρόσχημα της ευσεβείας και του ζήλου για τη μεγαλύτερη δόξα του Θεού» (σελ. 58).
«Ο Πάπας και οι Παπικοί έφτασαν σε τέτοιο βαθμό υπερηφάνειας και αυτοεξύψωσης, ώστε επινόησαν να κρίνουν τον ίδιο τον Χριστό, την ίδια την Ενυπόστατη Σοφία του Θεού, και άπλωσαν (με το πρόσχημα της “αναπτύξεως των δογμάτων”) την υπερηφάνειά τους ως το σημείο να διαστρέψουν μερικά από τα λόγια Του, τις εντολές και τις θεσπίσεις Του, που δεν πρέπει να αλλάζουν έως το τέλος του αιώνα· όπως, για παράδειγμα, τον λόγο περί του Αγίου Πνεύματος, την εντολή περί του Ποτηρίου του πανάχραντου Αίματός Του, από το οποίο στέρησαν τους λαϊκούς, και μηδένισαν τα λόγια του αποστόλου Παύλου: “Όσες φορές τρώτε τον άρτο αυτό και πίνετε το ποτήριο αυτό, τον θάνατο του Κυρίου καταγγέλλετε, έως ότου έλθει” (1 Κορ. 11,26)· και αντί για ένζυμο άρτο χρησιμοποιούν στη λειτουργία άζυμα» (σελ. 59).
Αυτή η υπερηφάνεια υπήρξε και η πηγή του απέραντου φανατισμού και του φονικού μίσους προς όλους τους ετερόδοξους, με τα οποία τόσο «δοξάστηκε» ο ρωμαιοκαθολικός Παπισμός κατά τη διάρκεια της ιστορίας:
«Το μίσος προς την Ορθοδοξία, ο φανατισμός και οι διωγμοί των Ορθοδόξων, οι φόνοι, διατρέχουν σαν κόκκινη κλωστή όλους τους αιώνες της ζωής του καθολικισμού. Από τους καρπούς τους θα τούς γνωρίσετε. Είναι άραγε αυτό το πνεύμα που μας εντέλλεται ο Χριστός; Σε ποιους, αν όχι στους καθολικούς, στους λουθηρανούς και στους μεταρρυθμιστές, μπορεί κανείς πάντοτε να πει: “Δεν γνωρίζετε ποίου πνεύματος είστε” (Λουκ. 9,55)» (σελ. 58).
Να πού οδήγησε τους ρωμαιοκαθολικούς η αντικατάσταση της Κεφαλής της Εκκλησίας, του Χριστού, από τον Πάπα!
«Στους καθολικούς, κεφαλή της Εκκλησίας δεν είναι στην πραγματικότητα ο Χριστός, αλλά ο Πάπας· και οι καθολικοί ζηλοτυπούν για τον Πάπα και όχι για τον Χριστό, πολεμούν για τον Πάπα και όχι για τον Χριστό· και ο ζήλος τους για την πίστη μετατρέπεται πάντοτε σε φανατισμό παθιασμένο, μισάνθρωπο, λυσσασμένο — σε φανατισμό αίματος και ξίφους (πυρές), αδιαλλαξίας, διπροσωπίας, ψεύδους και πανουργίας» (σελ. 87).
Στην Ορθόδοξη Εκκλησία μας, κατά τη σκέψη του αγίου δικαίου Ιωάννου, ακόμη και η ίδια η λατρεία υπενθυμίζει διαρκώς την πνευματική μας ενότητα κάτω από την κοινή για όλους εμάς τους χριστιανούς Κεφαλή — τον Χριστό· κάτι που έχει διαρραγεί πλήρως τόσο στους ρωμαιοκαθολικούς όσο και στους προτεστάντες, οι οποίοι παραμόρφωσαν την ίδια την έννοια της Εκκλησίας.
«Σε κάθε εκκλησιαστική ακολουθία», λέγει ο άγιος δίκαιος Ιωάννης, «είτε οικιακή, είτε ιδιωτική, είτε δημόσια, στον πνευματικό οφθαλμό του Ορθοδόξου Χριστιανού παρουσιάζεται η σκέψη, η ιδέα ενός ενιαίου πνευματικού σώματος, το οποίο είναι το Σώμα του Χριστού, ο στύλος και το θεμέλιο της αλήθειας, του οποίου Κεφαλή είναι ο ίδιος ο Χριστός ο Θεός. Αυτή η Εκκλησία του Χριστού, ή το πνευματικό Σώμα του Χριστού, αποτελείται από τρία μέρη: το ουράνιο, το επίγειο και το καταχθόνιο· γι’ αυτό η αγία επίγεια Εκκλησία (ή το επίγειο μέρος) μεσιτεύει καθημερινά ενώπιον της Κεφαλής της για τη συγχώρηση των αμαρτιών των κεκοιμημένων εν πίστει και μετανοία και για την εγκατάστασή τους στη Βασιλεία των Ουρανών, και καλεί ως μεσίτες της μεσιτείας της τα μέλη της Εκκλησίας των Ουρανών και την ίδια την αρχηγό της νοητής εκκλησιαστικής παιδαγωγίας — τη Μητέρα του Θεού, ώστε με τις προσευχές τους ο Κύριος να καλύψει τις αμαρτίες τους και να μη τους στερήσει τη Βασιλεία των Ουρανών. Σε εμάς, που ζούμε στη γη και είμαστε μέλη της Εκκλησίας του Θεού, είναι εξαιρετικά παρηγορητικό και ενισχυτικό να πιστεύουμε πάντοτε, να γνωρίζουμε και να ελπίζουμε ότι η πνευματική μας Μητέρα, η αγία Εκκλησία, αδιάκοπα, ημέρα και νύχτα, προσεύχεται και για εμάς· ότι πάντοτε βρισκόμαστε κάτω από τη σκέπη της χάριτος του ίδιου του Κυρίου, της Θεοτόκου, των Αγίων Αγγέλων, του Προδρόμου και όλων των Αγίων. Στους καθολικούς, κεφαλή της Εκκλησίας είναι ο Πάπας, άνθρωπος επιρρεπής σε σφάλματα (αν και εσφαλμένα ανακηρύχθηκε αλάθητος), και ως τέτοιος επέτρεψε πλήθος σφαλμάτων στην Εκκλησία του Χριστού, και το απέδειξε με τα ίδια του τα έργα· παραμόρφωσε και την ίδια την έννοια της Εκκλησίας του Θεού και έδεσε την πνευματική ελευθερία και τη συνείδηση των καθολικών χριστιανών, υποβάλλοντας ταυτόχρονα σε άδικη συκοφαντία και εχθρότητα εκ μέρους των καθολικών την αγία Ορθόδοξη Εκκλησία, τον στύλο και το θεμέλιο της αλήθειας. Στους προτεστάντες — τους Γερμανούς και τους Άγγλους — έχει εντελώς διαστραφεί η έννοια της Εκκλησίας, διότι δεν έχουν τη χάρη της κανονικής ιεροσύνης, δεν έχουν μυστήρια, εκτός από το Βάπτισμα και (το σπουδαιότερο) τη θεία κοινωνία του Σώματος και του Αίματος του Χριστού· δεν έχουν το ουράνιο μέρος — την Εκκλησία των Ουρανών: δεν αναγνωρίζουν τους αγίους· ούτε έχουν το καταχθόνιο μέρος — δεν αναγνωρίζουν τους κεκοιμημένους και δεν προσεύχονται γι’ αυτούς, θεωρώντας το περιττό. Δόξα στην Ορθόδοξη Εκκλησία! Δόξα στον Χριστό τον Θεό — την Αγιοτάτη Κεφαλή, τη μόνη Κεφαλή της Εκκλησίας του Θεού στη γη! Δόξα στον Θεό εν Τριάδι, διότι δεν πέσαμε στη βλασφημία κατά του Θεού, δεν αναγνωρίσαμε και δεν θα αναγνωρίσουμε ποτέ ως κεφαλή της αγίας Εκκλησίας έναν αμαρτωλό άνθρωπο!» (σελ. 65–66).
Να πώς έβλεπε ο άγιος δίκαιος Ιωάννης όλους όσοι δεν ανήκουν στη δική μας αγία Ορθόδοξη Εκκλησία:
«Ευχαριστώ τον Κύριο, ο Οποίος άκουσε και ακούει τις προσευχές μου, όταν αντικρίζω την πανσωτήρια και φοβερή Θυσία (το Σώμα και το Αίμα του Χριστού), για τα μεγάλα εκείνα σύνολα ανθρώπων που έχουν πλανηθεί στην πίστη, τα οποία ονομάζονται χριστιανικά, αλλά στην ουσία είναι αποστατικά: το καθολικό, το λουθηρανικό, το αγγλικανικό και άλλα» (σελ. 59).
«Τι δείχνει η ακολουθία της μεταστροφής από διάφορες πίστεις και ομολογίες και της προσχώρησης στην Ορθόδοξη Εκκλησία; Δείχνει την αναγκαιότητα της εγκατάλειψης των ψευδών πίστεων και ομολογιών, της άρνησης των πλανών, της ομολογίας της Αληθινής Πίστεως και της μετάνοιας για όλες τις προηγούμενες αμαρτίες, καθώς και της υπόσχεσης προς τον Θεό να φυλάσσει και να ομολογεί σταθερά την άμωμη πίστη, να αποφεύγει τις αμαρτίες και να ζει εν αρετή» (σελ. 57).
Να λοιπόν η σαφής και κατηγορηματική καταδίκη από τον άγιο Ιωάννη της Κρονστάνδης του τόσο «μοντέρνου» σήμερα Οικουμενισμού, που έχει ήδη καταλάβει όλες τις κατά τόπους Ορθόδοξες Εκκλησίες· να ο ισχυρός και αποφασιστικός λόγος προς όλους τους «οικουμενιστές», που προπαγανδίζουν, με το πρόσχημα μιας δήθεν «χριστιανικής αγάπης», την ισοτιμία και την ισοδυναμία όλων των πίστεων και ομολογιών!
Να πώς απαντά σε αυτή τη φανταστική ανυπόστατη ιστορία ο ίδιος ο άγιος δίκαιος Ιωάννης, στον λόγο που εκφώνησε στην πόλη Βιτέμπσκ, στον ναό των Αγίων Πέτρου και Παύλου, στις 7 Απριλίου 1906:
«Επιθύμησα πολύ, αγαπητοί πατέρες, αδελφοί και αδελφές, να συνομιλήσω μαζί σας εδώ, στην πόλη και στον ναό σας, προς δόξαν Θεού και της αγίας, αμώμου πίστεώς μας και της Εκκλησίας μας, και προς στερέωσή σας στον σωτήριο δρόμο. Γιατί ήθελα με ιδιαίτερη επιθυμία να συνομιλήσω μαζί σας; Να γιατί. Ζώντας και διακονώντας στην Κρονστάνδη ως ιερέας εδώ και πενήντα ένα ήδη χρόνια, τον τελευταίο καιρό λάμβανα πολλά γράμματα από τη δυτική πολωνική περιοχή, ιδιαίτερα από τις επαρχίες Γκρόντνο και Βίλνα, γραμμένα, θα έλεγε κανείς, με αιματηρά δάκρυα, με πικρές καταγγελίες κατά των καθολικών πατέρων και των συνεργών τους, των καθολικών λαϊκών, για τους διωγμούς που ασκούν στους Ορθόδοξους Χριστιανούς και για τον εξαναγκασμό τους, με κάθε είδους βίαια μέσα, να περάσουν στον καθολικισμό· και μάλιστα οι πατέρες, χωρίς καμία συστολή συνείδησης, με συκοφαντούσαν λέγοντας ότι δήθεν εγώ πέρασα στην καθολική πίστη, και ότι ακόμη και ο ίδιος ο τσάρος, τάχα, έγινε καθολικός και διατάζει όλους να δεχθούν την καθολική πίστη. Με τέτοια αναισχυντία συκοφαντώντας εμένα και τον τσάρο, οι καθολικοί ανάγκασαν πολλούς Ορθόδοξους χωρικούς να δεχθούν τον καθολικισμό και τους επέβαλαν μια ξένη πίστη. Είναι αυτό άραγε το πνεύμα του Χριστού; Δεν αποδεικνύουν μήπως οι πατέρες με τον τρόπο των πράξεών τους ότι η καθολική πίστη δεν έχει μέσα της ζωτική δύναμη, ικανή να υποτάξει τον νου, την καρδιά και τη θέληση του ανθρώπου σε ελεύθερη αποδοχή της, και ότι οι οπαδοί της δελεάζουν τους ορθοφρονούντες ανθρώπους μόνο με τη βία και την απάτη; Αγαπητοί πατέρες και αδελφοί! Γνωρίζετε τη σταθερή παραμονή και διακονία μου στην Ορθόδοξη Εκκλησία εδώ και πενήντα χρόνια· γνωρίζετε ίσως και τον διαρκή μου ζήλο για την ορθή πίστη· γνωρίζετε τα πολυάριθμα συγγράμματά μου προς δόξαν Θεού και της Ορθόδοξης Εκκλησίας και τα πολυάριθμα σημεία της δυνάμεως του Θεού, που φανερώθηκαν όχι μόνο σε Ορθόδοξους Χριστιανούς, αλλά και σε καθολικούς και λουθηρανούς, ακόμη και σε Ιουδαίους και Μωαμεθανούς, όταν αυτοί προσέφευγαν με πίστη στη μεσιτεία των προσευχών μου. Γι’ αυτά μαρτυρούν οι εφημερίδες και οι αληθείς, αξιόπιστες καταθέσεις αυτοπτών μαρτύρων. Και εγώ ο ίδιος μαρτυρώ σήμερα ενώπιον όλων σας και ενώπιον του Παντεπόπτη Θεού ότι και μέχρι σήμερα δεν έχουν εκλείψει ανάμεσά μας τα θαύματα των θεραπειών. Σημαίνει άραγε αυτό ότι η Ορθόδοξη Πίστη είναι νεκρή πίστη, όπως συκοφαντούν οι καθολικοί; Δεν μαρτυρεί άραγε αδιάκοπα τη ζωτικότητά της και τη σωτηριώδη δύναμή της, τη θεαρεστότητά της; Δεν θέλω να επικαλεστώ ως μάρτυρα κάθε καθολικής αδικίας την αμερόληπτη χιλιετή ιστορία· είναι αρκετά γνωστή σε ολόκληρο τον μορφωμένο κόσμο. Ακόμη είναι νωπή η μνήμη της άτυχης ένωσης του 17ου αιώνα στη Ρωσία μας· νωπή είναι η μνήμη του φανατικού μίσους με το οποίο οι καθολικοί κατέστρεφαν τους ορθόδοξους ναούς στις δυτικές περιοχές· είναι γνωστές όλες οι φρικτές ύβρεις και προσβολές με τις οποίες δυσφημιζόταν η Ορθόδοξη Πίστη, η Ορθόδοξη Εκκλησία και οι δυστυχισμένοι Ορθόδοξοι Χριστιανοί. Τώρα αναβιώνουν πάλι οι καιροί της Ουνίας. Και πότε συμβαίνει αυτό; Όταν στους καθολικούς έχει δοθεί πλήρης ελευθερία — ελευθερία, βέβαια, όχι για να διώκουν την Ορθοδοξία και τους Ορθοδόξους, αλλά για ειρηνική, αδελφική συμβίωση με τους ορθόδοξους συμπολίτες τους. Στην αρχή ανέφερα τα λόγια του Αποστόλου Παύλου για την Εκκλησία ως Σώμα του Ιησού Χριστού και για τον Χριστό ως Κεφαλή της Εκκλησίας, «…η οποία είναι το πλήρωμα Εκείνου που τα πάντα εν πάσι πληροί» (Εφ. 1,23). Εμείς πιστεύουμε ακλόνητα σε αυτή τη μία Κεφαλή της Εκκλησίας και δεν μπορούμε να αναγνωρίσουμε άλλη, ορατή και δήθεν αλάθητη κεφαλή, διότι δεν μπορεί κανείς να δουλεύει σε δύο κυρίους. Μας αρκεί απολύτως η μία Κεφαλή, η πανδίκαιη, η παντογνώστρια, η παντοδύναμη, η τα πάντα πληρούσα (το πλήρωμα Εκείνου που τα πάντα εν πάσι πληροί). Αυτή η Κεφαλή μας κυβερνά, μας προστατεύει και μας ενισχύει στην πίστη διά του Αγίου Πνεύματος, ιερουργεί, φωτίζει, σώζει και οδηγεί στην τελείωση. Και αν θέλετε να δείτε τα ένδοξα και θεοφίλητα καρποφορήματα της ορθόδοξης πίστης μας, τότε θα υποδείξουμε στους εχθρούς μας το πλήθος των ουρανίων αετών που ανυψώθηκαν από τη γη μας προς τον ουρανό, έως το ίδιο το Ήλιο της Δικαιοσύνης· όλους τους Αγίους μας, παλαιούς και νέους, που δοξάστηκαν με ισάγγελη ζωή, με την αφθαρσία των λειψάνων και με αναρίθμητα θαύματα. Στο τέλος θα πω ότι η αλήθεια της πίστης μας βρίσκεται μέσα στην ίδια την πίστη, στο ίδιο της το είναι· μέσα της είναι το «ναι» και μέσα της είναι το ίδιο το «αμήν». Και ολοκληρώνω τον λόγο μου με τον λόγο: αμήν».
Για όλους όσοι τιμούν με ευλάβεια τον νεοφανή μεγάλο άγιο του Θεού, τον άγιο δίκαιο πατέρα μας Ιωάννη της Κρονστάνδης, οι παραπάνω μαρτυρίες του είναι κάτι παραπάνω από επαρκείς, ιδίως επειδή η αλήθεια και η πειστικότητά τους επιβεβαιώνονται από την ίδια τη ζωή και από την αμερόληπτη ιστορία. Ποια εμπιστοσύνη μπορούμε λοιπόν να έχουμε σε έναν ρωμαιοκαθολικό Παπισμό θεμελιωμένο στο ψεύδος και διαποτισμένο εξ ολοκλήρου από το ψεύδος, όσο δεν αποκηρύσσει αποφασιστικά και δημόσια το ολέθριο ψέμα του και τις καταστροφικές για τις ανθρώπινες ψυχές πλάνες που αυτό γέννησε; Καμία συμφωνία δεν μπορεί να υπάρξει μαζί του και καμία κοινωνία, διότι «ποια κοινωνία έχει η δικαιοσύνη με την ανομία; ή ποια κοινωνία έχει το φως με το σκοτάδι;» (2 Κορ. 6,14). Ο μόνος σωστός δρόμος στη δόλια εποχή μας, γεμάτη από κάθε είδους ψεύδος και απάτη, είναι ο δρόμος που μας υποδεικνύει ο ίδιος ο μεγάλος μας δίκαιος:
«Να αγωνίζεσαι εναντίον κάθε κακού, να το σβήνεις αμέσως, να πολεμάς με τα όπλα που σου έδωσε ο Θεός: την Αγία Πίστη, τη θεία σοφία και δικαιοσύνη, την προσευχή, την ευσέβεια, τον σταυρό, το θάρρος, την αφοσίωση και την πιστότητα!» (Από ομιλία του αγίου δικαίου Ιωάννη της Κρονστάνδης, 30 Αυγούστου 1906)
📌 Τίτλος πρωτότυπου κειμένου:
Архиеп. Аверкий (Таушев). Св. прав. о. Иоанн Кронштадтский и Римско-католический папизм.
Τετάρτη 3 Δεκεμβρίου 2025
"Ο ζήλος του οίκου σου" - Ιερομάρτυρος Ανατόλιου Ζουρακόφσκι (1897-1937)
Ο ιερομάρτυς Ανατόλιος Ζουρακόφσκι γεννήθηκε το 1897. Αποφοίτησε από το Πανεπιστήμιο του Κιέβου το 1920 και χειροτονήθηκε έγγαμος ιερέας. Το 1923 εξορίστηκε στην περιοχή Μάρι. Το 1924 επέστρεψε στο Κίεβο και έγινε εφημέριος της εκκλησίας της Αγίας Μεγαλομάρτυρος Βαρβάρας στην εκκλησία του Αγίου Νικολάου του Καλού στο Πόντολ. Το 1928 δεν αναγνώρισε τη Διακήρυξη του Μητροπολίτη Σεργίου και εντάχθηκε στους "Ιωσηφίτες". Συνελήφθη το 1930 στην υπόθεση του Πανενωσιακού Κέντρου των Γνησίων Ορθοδόξων (Κατακομβική Εκκλησία). Καταδικάστηκε σε θανατική ποινή, η οποία μετατράπηκε σε 10 χρόνια φυλάκισης σε στρατόπεδο συγκέντρωσης. Εκτελέστηκε σε ηλικία σαράντα ετών στις 20 Νοεμβρίου (3 Δεκεμβρίου ν.η.) 1937.
"Ο ζήλος του οίκου σου..."
Βρίσκεται μπροστά μας η Ιερουσαλήμ, ο μεγαλοπρεπής Ναός, που λαμποκοπά με τις λευκές κολόνες και το χρυσάφι· οι ιερείς, με λευκές στολές, τελούν με μεγαλοπρέπεια τη λατρεία του Κυρίου, κρατώντας θυμιατά στα χέρια. Παντού πλήθος ανθρώπων. Ύμνοι και ψαλμωδίες γεμίζουν τον αέρα. Όμως στους ήχους αυτούς, που υψώνουν δοξολογία στον Θεό, αναμειγνύεται κάποιος θόρυβος, κάποιες κραυγές, που διαταράσσουν την ιερότητα και την αρμονία της λατρείας προς τον Δημιουργό. Τι είναι αυτό; Φαίνεται πως εκεί, στην αυλή, βρίσκονται έμποροι περιστεριών και ζώων, που με τις φωνές τους γεμίζουν τον αέρα. Εκεί γίνεται η πώληση των ζώων που προορίζονται για θυσία· εκεί διεξάγεται αγοραπωλησία, ανταλλαγή χρημάτων, απάτη, ψέμα.
Και τι κάνουν οι ιερείς, οι Φαρισαίοι, οι διδάσκαλοι; Όχι μόνο προσπερνούν αδιάφορα, αλλά μερικοί σταματούν και συμμετέχουν οι ίδιοι σε αυτή την αγοραπωλησία, όντας και οι ίδιοι κερδισμένοι από αυτήν. Βέβαια, υπάρχουν και κάποιοι που τη θεωρούν ακατάλληλη, αλλά ντροπιασμένοι σιωπούν. Γιατί, πράγματι, τι μπορούν να κάνουν, όταν οι περισσότεροι από τους εμπόρους είναι συγγενείς του αρχιερέα Άννα;
Αν ήμουν ζωγράφος ή αρχιτέκτονας, θα απεικόνιζα αυτή τη σκηνή στις πύλες του ναού: Εκείνον με πρόσωπο φλογερό από οργή, τα έντρομα πρόσωπα των εμπόρων, και το κρυμμένο μίσος και την κακία στα μάτια των Φαρισαίων. Και μετά; Θα έρχονταν οι πιστοί, θα προσκυνούσαν, θα ασπάζονταν… Και έπειτα; Θα συνήθιζαν. Διότι οι άνθρωποι, φιλώντας τον Σταυρό, ξεχνούν τον Εσταυρωμένο· φιλούν το Ευαγγέλιο χωρίς να σκέπτονται ή έχοντας ξεχάσει τις αλήθειες που είναι γραμμένες σε αυτό, χωρίς να τηρούν τις εντολές Του.
Πέρασαν τα χρόνια· εκείνοι που έζησαν μαζί Του χάθηκαν· ο Ναός της Ιερουσαλήμ καταστράφηκε. Στη θέση του χτίστηκε νέος ναός: η δική μας Εκκλησία… Μα τι άλλαξε στο εσωτερικό της; Η ίδια εμπορευματοποίηση, οι ίδιες αγοραπωλησίες, ο ίδιος ήχος των χρημάτων. Οι κληρικοί, όπως και τότε, μεγαλοπρεπείς στα άμφιά τους και δουλοπρεπείς προς τους ισχυρούς. Το ίδιο ψέμα, η ίδια απάτη εισχωρεί και εδώ, μέσα στο κατώφλι του ναού. Βέβαια, εδώ δεν προσφέρονται ζώα θυσία· αλλά προσφέρεται η Θυσία του Ίδιου του Κυρίου. Εκεί, πίσω από τις βασιλικές πύλες, δεν βρίσκεται απλώς το Άγιο των Αγίων· βρίσκεται ο Θρόνος του Ίδιου του Θεού, που μας οδηγεί στον Ουρανό. Κι όμως, ακόμη και πέρα από αυτές τις βασιλικές πύλες εισχωρεί ψέμα, ακαθαρσία, και συσσωρεύσεις ανθρώπινων παθών.
Ναι, πολλά έπρεπε να βιώσει και να σταυρώσει στην καρδιά του ο άγιος για να πει αυτά τα λόγια. Τίποτε δεν μπορώ να προσθέσω. Θα ήθελα να αφαιρέσω, αλλά ούτε αυτό μπορώ.
Όταν πριν από μεγάλες γιορτές βλέπουν γύρω από τον ναό εκατοντάδες ανθρώπους, χαίρονται και λένε με υπερηφάνεια: «Κοιτάξτε, υπάρχουν ακόμη πιστοί· εκατοντάδες· δεν χωράς να μπεις μέσα!» Μα οι χιλιάδες, τα εκατομμύρια που έφυγαν σε μακρινές χώρες, πού είναι; Δεν σας ανησυχούν; Εκείνοι που ούτε στην παννυχίδα δεν έρχονται; Οι αδελφές και οι αδελφοί μας, τα παιδιά μας· όλους αυτούς τους χάσαμε· πού είναι;
Λένε πως φταίει το παρόν, η εποχή των διωγμών… Ναι, υπάρχει προπαγάνδα, και μάλιστα μεγάλη, εδώ και δέκα ολόκληρα χρόνια εναντίον της Εκκλησίας. Αλλά το έργο της οικοδόμησής της δεν γινόταν επί δέκα χρόνια, αλλά επί αιώνες, πάνω από χίλια χρόνια· και τι; Όλα πήγαν χαμένα; Ποιος φταίει;
Εμείς, και μόνο εμείς. Εμείς, οι κληρικοί, τους απομακρύναμε· δεν μπορέσαμε να ανταποκριθούμε στις ανάγκες των ψυχών τους. Λένε πως οι χειρότεροι έφυγαν και οι καλύτεροι έμειναν. Αυτό είναι ψέμα. Έφυγαν πολλοί άνθρωποι με εξαιρετικά καλές, ειλικρινείς και ευαίσθητες ψυχές. Γιατί στην προσωπική ζωή, όταν ένας γιατρός ετοιμάζεται για μια σοβαρή επέμβαση, γεμίζει από προσοχή και ένταση; Γιατί ο καλλιτέχνης, όταν ξεκινά το έργο του, είναι γεμάτος δέος και ενθουσιασμό; Μα ο ιερέας, όταν ετοιμάζεται για τη λατρεία και την προσευχή του;… Οι πιο μορφωμένοι, οι πιο καλλιεργημένοι άνθρωποι λένε πως ούτε η τέχνη ούτε η επιστήμη μπορούν να δώσουν τον ενθουσιασμό, την ένταση και την ευτυχία που δίνει η προσευχή. Μόνο εδώ, στον ναό, μπορούμε να γνωρίσουμε τι είναι ομορφιά και ευτυχία. Γιατί λοιπόν άνθρωποι που μπαίνουν τυχαία στον ναό δεν αισθάνονται αυτή την ομορφιά και αυτό τον ενθουσιασμό; Πολύ απλά: επειδή πλέον δεν υπάρχουν σε πολλούς ναούς. Οι ιερείς τελούν τη λατρεία ψυχρά, πρόχειρα, με παραλείψεις· εδώ εισάγονται το ίδιο ψέμα, το ίδιο εμπόριο, η ίδια ακαθαρσία όπως την εποχή του Ιησού Χριστού. Αυτοί οι τυχαίοι οδοιπόροι, αφού σταθούν λίγο, αρχίζουν να νιώθουν τέτοια ανία, τέτοια θλίψη, που φεύγουν ακόμη πιο μακριά, σε μακρινή χώρα.
Μας αρέσει να πηγαίνουμε στον ναό να σταθούμε πλάι στον τοίχο και να κλάψουμε. Η ζωή είναι βαριά. Θέλουμε εδώ να βρούμε παρηγοριά. Είμαστε κουρασμένοι. Κλείνουμε τα μάτια και τα αυτιά μας για να μη βλέπουμε και να μη ακούμε τις διχόνοιες και τις έριδες που συμβαίνουν μέσα στην Εκκλησία. Τι σας νοιάζει; Δεν μπορείτε να κάνετε τίποτε· σταθείτε και κλάψτε, για να μη θεωρηθείτε ενοχλητικοί άνθρωποι που ανακατεύονται σε ξένα πράγματα.
23 Μαΐου 1927