"Κρείττων γὰρ ἐπαινετὸς πόλεμος εἰρήνης χωριζούσης Θεοῦ· καὶ διὰ τοῦτο τὸν πραῢν μαχητὴν ὁπλίζει τὸ Πνεῦμα, ὡς καλῶς πολεμεῖν δυνάμενον" Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος

Δευτέρα, 11 Απριλίου 2016

Τά ἀποκαλυπτήρια μιᾶς ἐξυφανθείσης συγκαλύψεως!

Ἀπό τήν ἀπολογητική «ἀντι»-Ἡμερίδα τῆς Θεολ. Σχολῆς τοῦ Ε.Κ.Π.Α.

 
Τά ἀποκαλυπτήρια

μιᾶς ἐξυφανθείσης συγκαλύψεως !

 

ὑπό Δημητρίου Ἰ. Κάτσουρα, Θεολόγου

 
Ἡ ἀλήθεια, λέγουν οἱ Πατέρες, δέν εἶναι δυνατόν νά κρυφθεῖ, «κἄν μυρίοις συσκιάζεται παραπετάσμασι»! Καί τοῦτο ἰσχύει ὄχι μόνο γιά τήν πραγματική ἀλήθεια, ἀλλά καί γιά τήν «ἀλήθεια», δηλαδή τήν κρυμμένη πραγματικότητα τῆς ἀπάτης, ὅσων δέν θέλουν νά ἔρχονται τά ἔργα τους στό φῶς γιά νά μή ἐλεγχθοῦν ἀπό αὐτό καί ἀποκαλυφθοῦν ἔτσι οἱ πονηροί σχεδιασμοί των. Τότε, βεβαίως, ἰσχύει μᾶλλον τό Εὐαγγελικόν «οὐδέν κρυπτόν ὅ οὐ φανερόν γενήσεται»! (Λουκ. η΄, 17).
Κατ’ αὐτάς, τά ἀνωτέρω ἐπιβεβαιώθηκαν δραματικῶς στή διοργάνωση ἀπό τήν Κοσμητεία τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ Ἐθνικοῦ καί Καποδιστριακοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν Ἡμερίδος, ἀφιερωμένης στή Θεματική τῆς μέλλουσας νά συγκληθεῖ Ἁγίας καί Μεγάλης Πανορθοδόξου Συνόδου 2016. Μέ τήν Πρόσκλησή της δέ ἐπισημαινόταν ὅτι «Πρόκειται γιά ἕνα ἰδιαίτερα σημαντικό γεγονός γιά τήν Ἐκκλησία καί τή Θεολογία, γι’ αὐτό καί ἀπαιτεῖται μία ἐπίσημη, ἀξιόπιστη καί ὑπεύθυνη ἐνημέρωση».
Ἡ ἀνωτέρω ἐπισήμανση ἔδινε στούς, τουλάχιστον, ὑποψιασμένους προσκαλουμένους τήν πρώτη ἔνδειξη ὅτι αὐτή ἡ Ἡμερίδα ἐρχόταν νά «ἀντι-παραταχθεῖ» σέ ἄλλες προηγηθεῖσες ἀνεπίσημες, ἀναξιόπιστες καί ἀνεύθυνες ἐνημερώσεις. Ἡ ἔνδειξη αὐτή κατέληξε, τελικῶς, σέ ἀπόδειξη, γιά ὅσους εἶχαν τήν εὐκαιρία νά παρακολουθήσουν τήν ἐν λόγω Ἡμερίδα, ἰδιαιτέρως δέ γιά ὅσους εἶχαν συμμετάσχει (καί) στή σχετική Ἡμερίδα τήν ὁποία, ἐπιτυχῶς, διοργάνωσαν πρό ἡμερῶν τέσσερεις Μητροπόλεις στό Στάδιο Εἰρήνης καί Φιλίας, μέ τή συμμετοχή ἑκατοντάδων Κληρικῶν, μοναχῶν καί λαϊκῶν. Ἡ τελευταία, χάρη στούς ἀξιολόγους Εἰσηγητές της, κράτησε ἀμείωτο τό ἐνδιαφέρον τῶν συμμετασχόντων καθ’ ὅλη τή μεγάλη διάρκειά της (ὁλοήμερος).
Τήν Τρίτη, λοιπόν, 5 Ἀπριλίου 2016 καί ἀπό ὥρα 10 π.μ. μέχρι 3 μ.μ. ἔλαβε χώρα ἡ ἐν λόγῳ Ἡμερίδα στό μεγάλο Ἀμφιθέατρο «Χρυσόστομος Παπαδόπουλος» τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ Παν/μίου Ἀθηνῶν  στά  Ἰλίσια (Πανεπιστημιούπολη). Ἡ πλήρωση τοῦ ἀμφιθεάτρου καί ἡ συνεπαγόμενη ὕπαρξη πολυπληθοῦς ἀκροατηρίου ἐξασφαλίσθηκε μέ τήν ἀπόφαση τῆς Σχολῆς νά μή πραγματοποιηθοῦν, κατά τή συγκεκριμένη ἡμέρα, μαθήματα, προκειμένου νά παρακολουθήσουν οἱ φοιτητές καί φοιτήτριες τήν Ἡμερίδα.
Κατά τό πρόγραμμα προβλεπόταν, νά γίνουν Χαιρετισμοί, πρό τῶν ὑπευθύνων τῆς Σχολῆς, ἐκ μέρους τῶν τεσσάρων Πρεσβυγενῶν Πατριαρχείων καί τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν, δηλαδή ἐν συνόλω πέντε. Ἔγιναν, ὅμως, μόνον τρεῖς. Καί τοῦτο διότι οὔτε ἐκπρόσωπος τοῦ Πατριαρχείου Ἀντιοχείας παρευρέθη, οὔτε χαιρετισμός ἐκ μέρους τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν ἀπευθύνθηκε. Τόν Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως ἐκπροσώπησε ὁ γηραιός Μητροπολίτης Περιστερίου κ. Χρυσόστομος. Τό παρόν ἔδωσε ὁ Μητροπολίτης Νέας Σμύρνης κ. Συμεών, ὁ ὁποῖος παρακολούθησε μέ ἐνδιαφέρον τήν Ἡμερίδα ἀπ’ ἀρχῆς μέχρι τέλους, τηρήσας, ὅμως, ἀπόλυτη σιωπή.
Στίς δύο Συνεδρίες τῆς Ἡμερίδος περιλαμβάνονταν συνολικῶς ἕξι Εἰσηγήσεις ἀπό ἰσάριθμους Καθηγητές καί Καθηγήτριες τῶν δύο Τμημάτων τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς. Προήδρευσαν ἀντιστοίχως οἱ Καθηγητές κ. Μπέγζος καί κ. Φίλιας. Γενικῶς τά ἀναγνωσθέντα Κείμενα τῶν Εἰσηγήσεων τῶν κ.κ. Καθηγητῶν,-τριῶν ἔδωσαν τήν ἐντύπωση μιᾶς διεκπεραιωτικῆς ἀνταποκρίσεως καί συμμετοχῆς στό σκοπό τῆς ἐν λόγῳ Ἡμερίδος, διαπίστωση πού ἐνέτεινε τήν αἴσθηση ὅτι ἡ διοργάνωσή της μᾶλλον ἔγινε γιά τήν «τιμή τῶν ὅπλων». Ὑπῆρξε, ὅμως, μία ἐξαίρεση.
Ὡστόσο, ἐλέχθησαν ἔστω καί παρεμπιπτόντως πράγματα πού «φώτισαν», μᾶλλον χωρίς νά εἶναι αὐτή ἡ πρόθεση ἐκείνων πού τά ἀνέφεραν, τήν ἰδιόρρυθμη καί πάντως διαφορετική, κατά τά ἱστορικῶς γνωστά καί ἐκκλησιαστικῶς παραδεδομένα, πορεία προετοιμασίας καί συγκλήσεως τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου, μέ ἐπίκεντρο κυρίως τήν θεματολογία της.
Πρίν, ὅμως, μιλήσουμε γι’ αὐτά καί κυρίως γιά τήν προαναφερθεῖσα ἐξαίρεση, εἶναι δίκαιο νά σημειωθεῖ ὅτι ἡ πρώτη Εἰσήγηση τοῦ Καθηγητοῦ π. Γρηγορίου Παπαθωμᾶ (τοῦ Κανονικοῦ Δικαίου) περί τῆς Ὀρθοδόξου Διασπορᾶς, συνιστᾶ ἀξιόλογη καί ἐπί τῆς οὐσίας κριτική στή Θεματική τῆς Μεγάλης Συνόδου, μέ αἰχμή τό ζήτημα τῆς Αὐτοκεφαλίας καί τίς παρενέργειές του σέ μία σειρά ἄλλων κανονικῶν Θεμάτων.
Σταχυολογώντας ἐκ τῶν ὅσων παρεμπιπτόντως, ὅπως προαναφέραμε, ἐλέχθησαν, ἐνδεικτικῶς παραθέτουμε τά ἑξῆς χαρακτηριστικά: «Ἡ σημασία τῆς συγκλήσεως τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου εἶναι μεγάλη ὄχι μόνο γιά τήν Ὀρθόδοξο Ἐκκλησία ἀλλά καί τήν καθόλου Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ» (Χαιρετισμός Κοσμήτορος κ. Ἀπ. Νικολαΐδη), «Ἡ σύγκληση τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου ἔρχεται μετά ἀπό 12 αἰῶνες Συνοδικῆς σιωπῆς» (Χαιρετισμός Προέδρου Τμ. Θεολογίας κ. Ἰωαννίδη), «Ἡ Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδος εἶναι ἡ πρώτη πού δέν ἀσχολεῖται μέ δογματικά θέματα...δέν ἔχουν κληθεῖ νά συμμετέχουν ὅλοι οἱ ἐπίσκοποι...τό λαϊκό στοιχεῖο δέν ἔχει ἐνημερωθεῖ ἐπαρκῶς» (Χαιρετισμός Προέδρου Τμ. Κοινωνικῆς Θεολογίας, κ. Σωτ. Δεσπότη), «Σαράντα χρόνια (προετοιμασίας) γιά νά συζητηθοῦν δέκα θέματα, τά ἑξῆς πέντε, τό Αὐτοκέφαλο!...Τελικῶς δέ, θά ἀσχοληθεῖ μέ ὅλα ἐκτός ἀπό τό πρωτεῦον (τό Αὐτοκέφαλο). Ἀποκλείστηκε τό αἴτιο καί θά συζητηθοῦν τά αἰτιατά» (Εἰσήγηση π. Γρηγ. Παπαθωμᾶ), «Ἀρχικός σκοπός καί διατύπωση τοῦ θέματος περί Νηστείας ἦταν, βάσει τῶν ὑπαρχόντων ντοκουμέντων, ἡ ἀναπροσαρμογή τῶν περί Νηστείας ἰσχυόντων σύμφωνα μέ τίς ἀπαιτήσεις τῆς συγχρόνου ἐποχῆς....Συγκεκριμένα εἶχε προταθεῖ νά τηροῦνται μόνο ἀπό τούς μοναχούς ἐπακριβῶς οἰ νηστεῖες καί γιά τούς ὑπολοίπους νά γίνουν ἀλλαγές, ὅπως: τήν Μεγάλη Τεσσαρακοστή ἀπό τήν Β΄ Ἑβδομάδα μέχρι καί τῶν Βαϊων κατάλυση ἰχθύων καί ἐλαίου (πλήν Τετάρτης καί Παρασκευῆς), περιορισμός τῆς Νηστείας Χριστουγέννων σέ 20 ἡμέρες μέ κατάλυση ἰχθύων καί ἐλαίου πλήν τῶν πέντε τελευταίων ἡμερῶν, τῆς Νηστείας τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων σέ 8 ἡμέρες καί τήν κατάλυση ἰχθύων καί ἐλαίου στή νηστεία τοῦ Δεκαπενταυγούστου» (Εἰσήγηση Καθ. κ. Μ. Κολοβοπούλου), «Δέν εἶναι (ἡ Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδος) νέα Οἰκουμενική Σύνοδος. Θά γίνουν πολλές παρόμοιες στή συνέχεια...Οὐδέποτε κατάλαβα γιατί ἀφαιρέθησαν τά τμήματα πού ἀναφέρονταν στό Πρόσωπο καί τά σχετικά μέ αὐτό...Παρακαλέσαμε τόν σεβαστό Καθηγητή μας Περγάμου Ἰωάννη Ζηζιούλα νά γράψει κάποια τμήματα...(ὁ τελευταῖος) μᾶς εἶπε τά Δόγματα νά τά ἐρμηνεύουμε ὄχι ὡς μουσειακό καί ἀρχειακό ὑλικό, ἀλλά νά κατανοοῦνται μέσα στόν σύγχρονο κόσμο»(Εἰσήγηση ὁμοτ. Καθ. κ. Δεληκωσταντῆ, μέλους τῆς Γραμματείας τῆς Μεγάλης Συνόδου), «Πρέπει νά συζητηθεῖ τό θέμα τοῦ δευτέρου Γάμου τῶν Κληρικῶν δηλαδή μετά τήν Ἱερωσύνη, ἐάν χηρεύσουν ἤ “χωρίσουν” καί νά ἐπιτραπεῖ, ἀλλιῶς εἴμαστε ὑποκριτές....Κάποιοι Κανόνες πρέπει νά μποῦν σέ ἀχρησία. Τό ἕνα μυστήριο (τῆς Ἱερωσύνης) δέν ἀποκλείει τό ἄλλο (τό Γάμο)....Οἱ καλόγεροι νά ἀφήσουν ἥσυχο τόν κόσμο....Εἶναι δυνατόν κάνοντας γιά παράδειγμα Κατασκηνώσεις γιά παιδιά τόν 15αύγουστο νά τούς ζητᾶμε νά νηστεύσουν; Ὄχι, βέβαια! Ὁ μέγας Πατριάρχης Ἀθηναγόρας προετοίμασε τό ἔδαφος γιά τήν Σύνοδο αὐτή καί ἔφερε τήν προσέγγιση τῶν Ἐκκλησιῶν»(Μητρ/της Περιστερίου Χρυσόστομος, ἀπό τοποθέτηση στό θέμα τοῦ Γάμου, μέλος τῆς ἀντιπροσωπείας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος στήν Μεγάλη Σύνοδο).
Καί ἐρχόμαστε στήν «ἐξαίρεση» τῆς Ἡμερίδος! Σέ ἐκείνη δηλαδή τήν Εἰσήγηση, ἡ ὁποία ἐδωσε τήν ἐντύπωση ὅτι συνεπύκνωσε καί ἐξέφρασε τή συμβολή τῆς διοργανώσεως εὐρύτερα στήν ὑπόθεση τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου, ἴσως καί τή στόχευση καί σκοπιμότητά της. Πρόκειται, βεβαίως, γιά τήν Εἰσήγηση τοῦ Καθηγητοῦ τοῦ Τμήματος Θεολογίας, Μητροπολίτου Μεσσηνίας κ. Χρυσοστόμου Σαββάτου, μέ θέμα καί ἀντικείμενο τό ἐπίμαχο Κείμενο τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου περί τῶν «Σχέσεων τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν πρός τόν ὑπόλοιπο χριστιανικό κόσμο. Ὀρθοδοξία καί ἡ Οἰκουμενική Κίνηση», ὅπως εἶχε διατυπωθεῖ στό διανεμηθέν Πρόγραμμα τῆς ἐν λόγῳ Ἡμερίδος. (Σημείωση: Τό κυκλοφορηθέν σχετικό Κείμενο τό ὁποῖο ἔχει συμφωνηθεῖ νά συζητηθεῖ ἤ μᾶλλον τελικῶς ἐγκριθεῖ στήν Μεγάλη Σύνοδο ἔχει διαφοροποιημένο τίτλο).
Τό ὕφος καί ἡ ὅλη στάση τοῦ κ. Χρυσοστόμου ὅσον ἀφορᾶ τίς τοποθετήσεις καί τήν ἐπιχειρηματολογία του ἦταν σαφέστατα δυναμικά, ἀπολογητικά μέ ἐπιθετικότητα ὅμως πρός τούς κατηγοροῦντας καί ἀντιτιθεμένους ἀλλά καί ἀναιρετικά, κατ’ αὐτόν, τῶν ὅσων ἔχουν γραφεῖ καί λεχθεῖ τελευταίως καί, βεβαίως, τῶν ὅσων ἀκούσθηκαν στήν Ἡμερίδα τῆς 23ης Μαρτίου στό Στάδιο Εἰρήνης καί Φιλίας στό Φάληρο (Πειραιῶς).
Ὁ Μητρ/της Μεσσηνίας ἐπί τῆς οὐσίας ἐπέλεξε ἀντί ἄλλης (μορφῆς) παρεμβάσεως στό θέμα πού ἀνέλαβε νά διαπραγματευθεῖ, νά ἀποδομήσει, κατά τήν ἐκτίμησή του, μέ τήν Εἰσήγησή του τήν κριτική ὅσων ἀντιπαρατίθενται καί ἐπικρίνουν τό κανονικό, ἐκκλησιολογικό καί θεολογικό πλαίσιο τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου, ὅπως αὐτό ἐκφράζεται, κυρίως, στό ἐπίμαχο Κείμενο περί τῶν σχέσεων τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πρός τόν λοιπό Χριστιανικό κόσμο, τούς Διαλόγους καί τήν λεγομένη Οἰκουμενική Κίνηση.
Ἦταν πραγματικά ἐντυπωσιακές οἰ τοποθετήσεις καί διατυπώσεις του σέ δύο καίρια ζητήματα, γιά τά ὁποῖα ἔχει καί προσωπικῶς, κατά τό παρελθόν, ἐπικριθεῖ: α) Τή θεωρία περί «διηρημένης» Ἐκκλησίας, καί, β) Τήν «Βαπτισματική Θεολογία». Εἶναι χαρακτηριστικό ὅτι, τήν μέν πρώτη δέν δίστασε νά τήν ἀποκαλέσει θεολογικό «νεολογισμό» καί ἀντιεκκλησιολογική, μέ τήν ἔννοια τῆς ἀντορθοδόξου, τοποθέτηση, τήν δεύτερη δέ, (ὡς) ἀπορριπτέα καί ὡς ὅρο, ἀκόμη, ἀπαράδεκτη! Κατέληξε μάλιστα στήν ὁμιλία του διακηρύσσοντας μέ στόμφο, μᾶλλον ἀσυνήθιστο γιά τό θεολογικό του προφίλ, ὅτι «ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία εἶναι ἡ Μία, Ἁγία, Καθολική καί Ἀποστολική Ἐκκλησία καί ἡ κιβωτός τῆς σωτηρίας μας».
Ἐξίσου ἐντυπωσιακή ὑπῆρξε καί ἡ μετ’ ἐπιτάσεως ἀναφορά του (κατ’ ἐπανάληψη) στό ζήτημα τῆς ἀναγνωρίσεως τῶν μυστηρίων τῶν ἑτεροδόξων, διευκρινίζοντας ὅτι αὐτό ἀπαραιτήτως πρέπει νά συνδυάζεται μέ Λίβελλο κατά τῶν κακοδοξιῶν, χρίση μέ Ἅγιο Μῦρο καί ἀποδοχή ὐπό τοῦ κανονικοῦ Ἐπισκόπου καί, ἀσφαλῶς, ὑπό τήν προϋπόθεση ὅτι ἔχει τελεσθεῖ τριαδολογικοῦ τύπου βάπτισμα (τριῶν καταδύσεων καί άναδύσεων εἰς τό ὄνομα τῶν τριῶν Θείων Προσώπων). (Σημείωση: Ἀγνοεῖ ἄραγε ὅτι τέτοιο σήμερα, δυστυχῶς,  δέν ὑφίσταται καί ὅτι ἀκόμη καί στίς ὀρθόδοξες ἐκκλησίες, ὅπως καί ἐν Ἑλλάδι, σπανίζει ὁ ὀρθός τύπος τῆς κανονικῆς τελέσεώς του;]
Ἀπέρριψε, ἐπίσης, μετά βδελυγμίας τήν κατηγορία ἐκ μέρους τῶν ἐπικριτῶν (κατά) τοῦ ἐπιμάχου Κειμένου τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου, περί θεολογικῆς καί ἐκκλησιολογικῆς διγλωσσίας, ὅσον ἀφορᾶ στίς θέσεις του περί τῆς αὐτοσυνειδησίας τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καί περί ὑπάρξεως ἄλλων Χριστιανικῶν Ἐκκλησιῶν, τονίζοντας ὅτι δέν πρέπει νά συγχέεται ἡ ὀντολογική μέ τήν ἱστορική θεώρηση τῶν πραγμάτων.
Δέν δίστασε νά χαρακτηρίσει τήν ἀσκουμένη κριτική στά Κείμενα τῆς μεγάλης Συνόδου ὡς ἄκριτη καί ἐπιπόλαια, ἀλλά καί ὡς ἔχουσα Ρωμαιοκαθολική ἐπίδραση (!) στά κριτήρια καί τή συλλογιστική της. Μέ ὀξύτητα μίλησε ἀκόμη καί γιά μονομέρεια τῶν ἐπικριτῶν καί διολίσθησή τους σέ ἀτομικό εὐσεβισμό! Ἡ ἀντιπαράθεσή του μάλιστα πέραν τῆς ἀναφορᾶς σέ συγκεκριμένα ἐπιχειρήματα καί στοιχεῖα, τά ὁποῖα ἐπικαλοῦνται οἱ κατ’ αὐτόν ἀντιλέγοντες, ἔφθασε καί στήν ὀνομαστική ἀναφορά στόν Καθηγητή τῆς Δογματικῆς, τοῦ Α.Π.Θ., κ. Δημ. Τσελεγγίδη!( Μέ ἀναφορά σέ παλαιοτέρα δήλωσή του ὅτι δέν εἶναι ἐξ ὁλοκλήρου ἀπορριπτέα ἡ Ρωμαιοκαθολική διδασκαλία!)
Παρ’ ὅλα αὐτά, ὅμως, ἡ ὅλη στάση καί οἱ τοποθετήσεις τοῦ κ. Χρυσοστόμου, διακρινόμενες ἐμμέσως πλήν σαφῶς μεταξύ τῶν ἀνωτέρω διακηρύξεων καί, κυρίως, πίσω καί κάτω ἀπό τίς λέξεις στήν Εἰσήγησή του, ὄχι μόνο δέν διασκέδασαν τίς ἐπιφυλάξεις γιά τό ὑπό πολλῶν ἐπισημανθέν ἔλειμμα ὀρθοδόξου αὐτοσυνειδησίας στό γράμμα καί τό πνεῦμα τῶν κειμένων τῆς Μεγάλης Συνόδου καί τήν οἰκουμενιστική ἐκκλησιολογία της, ἀλλά τά ἐπιβεβαίωσαν πλήρως καί ἐπιπλέον ἀνέδειξαν τήν προκλητικῶς ὑποκριτική καί ὐποτιμητική γιά τήν νοημοσύνη τῶν ὑγιῶς σκεπτομένων πιστῶν δόλια προσπάθεια παραπλανήσεώς των ἐκ μέρους πολλῶν ἐκ τῶν ἐμπνευστῶν, θιασωτῶν καί στυλοβατῶν της. Καί ἀναμφιβόλως ἕνας ἐξ αὐτῶν εἶναι ὁ Καθηγητής τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς καί ἐπίσκοπος τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, Μητροπολίτης Μεσσηνίας κ. Χρυσόστομος Σαββᾶτος.
Τό ὕφος καί τό ἦθος τοῦ ἀνδρός ἀλλά καί τό φρόνημά του ἐξεφράσθησαν πλήρως καί ἀποκαλυπτικῶς σέ ὅσα ἀνέφερε στήν Εἰσήγησή του γιά τό πλέον ἐπίμαχο Κείμενο τῆς Μεγάλης Συνόδου. Ἀποφασισμένος νά τό ὑπερασπισθεῖ, παντί τρόπω καί δυνάμει, δέν δίστασε νά καταφύγει σέ παραπλανητικές καθησυχαστικές ἑρμηνεῖες τῶν ἐπιμάχων διατυπώσεών του, σέ ἀπαξιωτικές κρίσεις γιά τούς ἐπικριτές του, σέ ἀντιφατικές καί αὐταπόδεικτα ἕωλες προσπάθειες τεκμηριώσεως τῶν θέσεών του, ἐπικαλούμενος μέ θράσος καί, δυστυχῶς, διαστρεβλωτικῶς τήν Πατερική καί Κανονική Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας, καί φθάνοντας, μέ γενικόλογους ἀφορισμούς, νά ἀπορρίπτει αὐθαιρέτως καί νά ἀμφισβητεῖ τά ἀπό ὀρθοδόξου ἀπόψεως αὐτονόητα.
Συγκεκριμένα, ἀνέφερε ὅτι ὑπάρχει ὁμόφωνος ἀποδοχή τοῦ Κειμένου ἀπό ὅλες τίς Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες, τονίζοντας ὅτι καμμία Ἐκκλησία ἐπισήμως καί Συνοδικῶς δέν τό ἔχει ἀπορρίψει μέχρι σήμερα! Ἀπαντώντας δέ στίς ἐνστάσεις καί διαμαρτυρίες ὅσων κάνουν λόγο περί μή ἐνημερώσεώς των (φωτογραφίζοντας τόν Ναυπάκτου κ. Ἱερόθεο, κ. ἄ.) σχετικῶς μέ τή δυνατότητα ὑποβολῆς παρατηρήσεων καί διορθώσεων, ἀλλά καί γνώσεως τῶν ἀναδιαμορφώσεων τῶν ἀρχικῶν Κειμένων, διευκρίνισε ὅτι ὅλα ἐστάλησαν στήν Ἱερά Σύνοδο τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, ἔγιναν διορθώσεις καί παρατηρήσεις, οἱ ὁποῖες ἀπεστάλησαν ἁρμοδίως καί μάλιστα ἔγιναν ὅλες δεκτές!
«Σύγχυση δημιουργοῦν ὄχι τά Κείμενα τῆς Μεγάλης Συνόδου», εἶπε χαρακτηριστικά, «ἀλλά οἱ ἐπιπολαίως καί ἀκρίτως προσεγγίζοντες αὐτά». Πολλάκις ἐπανῆλθε στήν προφανῆ, κατ’ αὐτόν, ἑρμηνεία τῶν ἀναφορῶν τοῦ Κειμένου σέ «Ἐκκλησίες» πέραν τῆς Ὀρθοδόξου, βάσει τῆς αὐτονοήτου διακρίσεως μεταξύ ὀντολογικῆς καί ἱστορικῆς πραγματικότητος! Στήν προσπάθειά του δέ, νά πείσει τό ἀκροατήριο ἤ μᾶλλον νά πεισθεῖ τό ἀκροατήριο ὅτι δῆθεν δέν ἀναγνωρίζονται οἱ αἱρετικοί ὡς Ἐκκλησία, ἔκανε λόγο ἀκόμη καί γιά χαρακτηρισμό τοῦ ὅρου Ἐκκλησίες ὡς “τεχνικοῦ” καί ὄχι δογματικοῦ. Ταυτοχρόνως ἐπικαλέσθηκε Ἁγίους τῆς Ἐκκλησίας (ὅπως τόν Ἅγιο Ταράσιο καί τόν Μέγα Βασίλειο) τούς ὁποίους ἐμφάνισε νά συμφωνοῦν, ἀφοῦ ἐκφράζονται παρομοίως («ὁρῶ...διηρημένην τήν Ἐκκλησία» καί «τάς διατμηθείσας ἀπ’ ἀλλήλων ἐκκλησίας», ἀντιστοίχως).
Ὡστόσο, μία ἄλλη σχετική ἀναφορά του, ἐπεξηγηματική τῆς τελικῆς υἱοθετήσεως τῆς διατυπώσεως «Ἐκκλησίες» ὅσον ἀφορᾶ στίς αἱρετικές Κοινότητες, ἦλθε ἀφ’ ἑνός μέν νά ρίξει φῶς στά φρονήματα ἄλλων συμμετεχόντων στή Μεγάλη Σύνοδο, ἀφ’ ἑτέρου, δέ, νά καταδείξει τόν διακρίνοντα ὅλους δογματικό μινιμαλισμό. Εἰδικότερα, ἀνέφερε ὅτι κάποια προσπάθεια ἀπαλείψεως τοῦ ὅρου «Ἐκκλησίες» συνάντησε τήν ἀντίδραση Σλαβικῆς Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία (ἄκουσον, ἄκουσον) ἐπικαλέσθηκε τή θέση-ἄποψη περί σαφοῦς ὐπάρξεως ὄχι μόνον στοιχείων ἐκκλησιαστικότητος στόν Ρωμαιοκαθολικισμό, ἀλλά ἀκόμη καί μυστηρίων καί δή βαπτίσματος, ἱερωσύνης καί εὐχαριστίας! Καί, βεβαίως, ὁ ἴδιος ἀπέφυγε ἐπιμελῶς νά διευκρινίσει τήν ἐπ’ αὐτῶν δική του τοποθέτηση.
Ἡ σύγχυση, ὅμως, τῶν ἀκροατῶν διευρύνθηκε πλέον, ὄχι μόνο γιά τήν ὀρθοδοξία τῶν φρονημάτων τῶν συντακτῶν τῶν κειμένων τῆς Συνόδου ἀλλά καί προσωπικῶς τοῦ ἐν λόγῳ Εἰσηγητοῦ, ὅταν προσπάθησε νά τεκμηριώσει τό «ὑποστατό» τῶν μυστηρίων τῶν αἱρετικῶν ὑπό προϋποθέσεις ( μή διακρίνοντας μεταξύ παραμονῆς στήν αἵρεση καί μετανοίας αὐτῶν καί διαδικασίας ἐπιστροφῆς των στήν Ἐκκλησία) καί νά κάνει ἀσαφῶς λόγο περί κανονικῶν, χαρισματικῶν καί μυστηριακῶν ὁρίων τῆς Ἐκκλησίας!
Ἦταν μᾶλλον ἀπογοητευτικό τό φαινόμενο Καθηγητής τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς καί συγχρόνως ἐπίσκοπος τῆς Ἑλλαδικῆς Ἐκκλησίας νά ἐπιχειρεῖ νά ἀποκρύπτει καί παραλλάζει-συγκαλύπτει τό πραγματικό φρόνημά του, ταυτιζόμενο πλήρως μέ τό γράμμα καί τό πνεῦμα τοῦ Κειμένου τῆς Μεγάλης Συνόδου, δηλαδή τόν Οἰκουμενισμό, προκειμένου νά ἀποκρουσθοῦν ἤ ὑποτιμηθοῦν ὡς ἀστήρικτες καί ὑπερβολικές οἱ αἰτιάσεις τῶν ἐπικριτῶν της.
Τά πράγματα, ὅμως, γίνονταν τραγικά καί προκλητικά ὅταν μέ θράσος γινόταν ἐπίκληση τῆς ἱεροκανονικῆς παραδόσεως τῆς Ἐκκλησίας καί ἐκτοξεύονταν κατά τῶν ἀμφισβητούντων τήν ὀρθοδοξία τοῦ Κειμένου τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου περί τῶν σχέσεων τῆς Ὀρθ. Ἐκκλησίας μετά τοῦ λοιποῦ χριστιανικοῦ κόσμου, (ἀκόμη καί) κατηγορίες περί δῆθεν Ρωμαιοκαθολικῆς ἀντιλήψεως καί εὐσεβισμοῦ!
Ὁ κ. Χρυσόστομος Σαββᾶτος, μέλος τῆς ἀντιπροσωπείας τῶν Ἱεραρχῶν πού θά συμμετάσχουν στήν Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδο ἐκ μέρους τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, δέν δίστασε νά ἀντικρούσει-ἀπορρίψει τήν πρόταση τοῦ Μητρ/του Ναυπάκτου κ. Ἱεροθέου νά θεωρηθεῖ ὡς ὀρθή ἔκφραση τῆς ὀρθοδόξου κανονικῆς Παραδόσεως περί τοῦ τρόπου ἐπιστροφῆς τῶν αἱρετικῶν παπικῶν στήν Ἐκκλησία τό ἐξ ἀρχῆς Βάπτισμα αὐτῶν, κατά τή σχετική Ἀπόφαση τῆς Συνόδου τοῦ 1756, ἐπί Πατριάρχου Κυρίλλου τοῦ Ε΄, κρίνοντάς την ὡς (ἀπόφαση) τοπικῆς συνόδου, παροδικῆς σημασίας, ληφθείσης λόγῳ ἱστορικῶν συγκυριῶν, χωρίς θεολογικό ἀντίκρυσμα καί ἀνέρειστη στήν κανονική παράδοση τῆς Ὀρθοδοξίας!
Προχώρησε μάλιστα σέ ἐπικριτικά σχόλια κατά τοῦ συνεπισκόπου του (τόν ὁποῖο καίτοι “ἐφωτογράφισε”, ὅμως, δέν κατονόμασε, δι’ εὐνοήτους λόγους) κάνοντας λόγο γιά θέσεις Ρωμαιοκαθολικῆς ἀντιλήψεως περί Συνοδικότητος, ὅταν μία Τοπική Σύνοδο ἀναγορεύεται σέ Οἰκουμενικοῦ κύρους! [Σημ.: Ἐδῶ ἐκτιμοῦμε ὅτι τό σχόλιο ἀφοροῦσε καί τίς περί τῆς 8ης καί 9ης ὡς Οἰκουμενικοῦ κύρους Συνόδων θέσεις καί ἀναφορές τῶν “ἀντιφρονούντων” πρός αὐτόν ἐγκρίτων Θεολόγων.]
Ἡ ὑπεράσπιση μέ μεγάλο ζῆλο, χωρίς, ὅμως, ἱκανά θεολογικά ἐπιχειρήματα πλαισιώθηκε ἀπό ἀφοριστικές μεγαλοστομίες καί φιλοσοφικές-συναισθηματικές προσεγγίσεις περί αἱρέσεων, αἱρετικῶν καί Διαλόγων, ὅπως: «Ἄνευ Συνοδικῆς ἀποφάσεως δέν ὑπάρχει διάκριση μεταξύ Ὀρθοδοξίας καί αἱρέσεως», «ἀποτελεῖ μονομέρεια καί ἀτομικό εὐσεβισμό ἡ ἀπόρριψη ἄλλων ὡς αἱρετικῶν», ἐνῶ «μέ τόν Διάλογο βρίσκεται τελικά λίγη ἡ διαφορά πού ἀρχικά φαίνεται πολύ»!
Ἐν τελευταία ἀναλύσει, ὁ κ. Χρυσόστομος ἔδειξε βαθύτατα ἱκανοποιημένος, διότι, τελικῶς, θά ἀναγνωρισθοῦν ὅλα τά, κατ’ αὐτόν, θετικά, τά ὁποῖα ἔχουν συντελεσθεῖ, ὅπως ἀνέφερε, στό πλαίσιο τῆς παρουσίας τῶν ὀρθοδόξων μέσα στό Παγκόσμιο Συμβούλιο Ἐκκλησιῶν καί, κυρίως, διότι (στή Μεγάλη Σύνοδο) θά ὑπάρξει πανορθόδοξος ἔγκριση στούς διεξαγόμενους Θεολογικούς Διαλόγους, παρά τήν ὑπ’ αὐτοῦ ἀγνοουμένη παταγώδη ἀποτυχία των καί παρά τίς ὅποιες ἀντιδράσεις καί ἀντιρρήσεις γιά τόν ἀντορθόδοξο χαρακτήρα καί βλάσφημο ρόλο ὑπέρ-Ἐκκλησίας τοῦ Π.Σ.Ε.!
Εἶναι ἰδιαιτέρως χαρακτηριστικό ὅτι ὁ ἐκ τῶν ὀλίγων ἔνθερμος θιασώτης τῆς ἰδέας τῆς Ἀγίας καί Μεγάλης Συνόδου καί στενός συνεργάτης τῶν ἐμπνευστῶν καί διοργανωτῶν της κ. Χρυσόστομος «κατηγόρησε» τούς ἀντιφρονοῦντες ὀρθοδόξους ἀντι-οἰκουμενιστές γιά «λήψη τοῦ ζητουμένου» στήν προσπάθειά των, ὅταν ὁ ἴδιος ἐν πλήρει συμπλεύσει μετά τοῦ πρωτεργάτου καί πρωταγωνιστοῦ τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου Βαρθολομαίου ἔχουν ἰδεολογικοποιήσει τούς Διαλόγους καί μάλιστα, κατά ἐπίσημο δήλωση τοῦ τελευταίου, ἔχουν προγραμματίσει ἔτσι τή λειτουργία των εἰς τρόπον ὥστε νά μή σταματοῦν ποτέ, οὔτε στή διαπίστωση ἀδιεξόδου καί διαφωνίας, ἀλλά νά συνεχίζονται μέχρι νά ἐπιτευχθεῖ ὁ ἀντικειμενικός σκοπός των πού εἶναι ἡ πλήρης ἑνότητα!
Ὁ τελευταῖος Εἰσηγητής τῆς Ἡμερίδος ὁμότιμος Καθηγητής τῆς Σχολῆς κ. Δεληκωσταντής κινούμενος καί ὁμιλῶν περί τῆς Ἀγίας καί Μεγάλης Συνόδου σά νά πρόκειται γιά μία διεθνή διάσκεψη κοινωνιολογικοῦ περιεχομένου καί ἐνδιαφέροντος, ἐξέφρασε, ἐν ἀφελότητι, τή χαρά καί ἱκανοποίησή του διότι, ὡς διεπίστωσε, δέν δημιουργήθηκε θερμό κλίμα καί δέν ἐπεκράτησε ἔνταση καί ἀντιπαράθεση στήν Ἡμερίδα, ὅπως φοβόταν! Αὐτό, ἄλλωστε, εἶχε σχεδόν ἐξασφαλισθεῖ μέ ἕνα «ἀκίνδυνο» ἀκροατήριο ἐν πολλοῖς ἀνυποψίαστων φοιτητριῶν καί φοιτητῶν, οἱ ὁποῖοι μάλιστα ἀπεῖχαν καί ἀπό τήν προβλεπόμενη σχετική συζήτηση. [Σημείωση: Ὁ συγκεκριμένος Εἰσηγητής τοποθετούμενος γενικῶς καί ἀπό Θεολογικῆς ἀπόψεως, τολμῶ εἰπεῖν, ἐπιδερμικῶς, ἀναφέρθηκε τόσο στόν π. Θεόδωρο Ζήση, ὅσο καί στόν κ. Χρῆστο Γιανναρᾶ (χαρακτηρίσαντα, σέ προσφάτως δημοσιευθέν ἄρθρο του, τή Σύνοδο ὡς «μέτρο παρακμῆς»!), οἱ ὁποῖοι ἄσκησαν καί ἀσκοῦν ἔντονη καί ἐμπεριστατωμένη κριτική (κυρίως ὁ πρῶτος) στήν ἐπικειμένη Μεγάλη Σύνοδο, ἀντιπαρερχόμενος ἀφελῶς καί ἀποσιωπῶν τήν οὐσία καί τή σημασία τῆς στάσεώς των. Εἰς ἐπίρρωση τῶν ἀνωτέρω ἐκιμήσεών μας ἀναφέρουμε ἐνδεικτικῶς ὅτι ὁ ἐν λόγῳ ὁμότιμος Καθηγητής καί μέλος, ὅπως προελέχθη, τῆς Γραμματείας τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου, ἀνεφέρθη καί στόν μεγάλο Σέρβο Δογματολόγο π. Ἰουστῖνο Πόποβιτς (+), τοῦ ὁποίου τήν ἀρνητική στάση ἔναντι τοῦ ἐνδεχομένου συγκλήσεως τῆς Μεγάλης Συνόδου «ἐξουδετέρωσε», σχολιάζων παιδαριωδῶς καί προκλητικῶς ὅτι δέν ἀφορᾶ στή συγκληθησομένη Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδο, διότι ἐκεῖνος μέν ἀναφερόταν σέ μία Οἰκουμενική Σύνοδο, ἐνῶ αὐτή θά εἶναι ἁπλῶς Πανορθόδοξος! Τά σχόλια περιττεύουν!]
Ἐν κατακλεῖδι καί πρίν ἀποτολμήσουμε ἕνα γενικό συμπέρασμα ἀπό τήν ὅλη διοργάνωση καί διεξαγωγή τῆς ἐν λόγω Ἡμερίδος, πρέπει νά σημειώσουμε περί τῆς γενομένης, τελικῶς, μικρᾶς συζητήσεως μετά τό πέρας τῶν Εἰσηγήσεων ὅτι μᾶλλον ἔκλεισε ἄδοξα καί χωρίς νά ἀπαντηθοῦν ἐπί τῆς οὐσίας δυό-τρία καίρια ἐρωτήματα, τά ὁποῖα ἐτέθησαν ἀπό τούς ὀλίγους «ἐξωφοιτητικούς» παρευρεθέντας. [Σημείωση: Ἕνα ἐκ τῶν ἐρωτημάτων αὐτῶν διετύπωσε μία σεβαστή καί μετά λόγου γνώσεως, ὡς διεφάνη, τοποθετηθεῖσα κυρία ἐκ τοῦ ἀκροατηρίου, ἡ ὁποία ἐνώπιον τῶν ὑπεκφυγῶν τῶν ἐρωτωμένων νά ἀπαντήσουν εὐθέως καί σαφῶς, ἀναγκάστηκε δευτερολογοῦσα νά ἐρωτήσει ρητορικῶς, βάσει τῶν ὅσων ὑπερ-ἐπαινετικῶς ὐπέρ τῶν διεξαγομένων Θεολογικῶν Διαλόγων ἐλέχθησαν καί σέ συνδυασμό μέ τό ὅτι πουθενά μέσα στά κείμενα τῆς Συνόδου, ὅπως εὐστόχως ἐπεσήμανε, δέν γίνεται λόγος γιά μετάνοια καί ἐπιστροφή, ὅπως ἐπίσης οὔτε μία φορά δέν ἀναφέρεται σ’ αὐτά ἡ λέξη αἵρεση καί αἱρετικός, μήπως, ἐρώτησε, οἱ Διάλογοι αὐτοί πού διεξάγετε ἔχουν καί φωτιστικό καί θεραπευτικό χαρακτήρα;.....!].
Τά ἐπίμαχα σημεῖα περί τά ὁποῖα μᾶλλον μεγαλύτερη σύγχυση προεκλήθη μετά καί ἀπό τή συμβολή τῆς ἐν λόγω Ἡμερίδος, ὅσον ἀφορᾶ στά ὑπό τῆς ἐπικειμένης Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου προβλεπόμενα, θεωρούμενα, συμφωνηθέντα καί ἐγκριθησόμενα, εἶναι:
α) Τό ζήτημα τῆς ἀναγνωρίσεως στίς αἱρετικές κοινότητες ἐκκλησιαστικότητος. Ὑπάρχει μεῖζον πρόβλημα ὅταν, ὡς ἐλέχθη κατά τήν ἐν λόγω Ἡμερίδα, ἡ Παπική κοινότητα ὄχι μόνο αἵρεση δέν θεωρεῖται, ἀλλά οὔτε κἄν σχίσμα. Πρόκειται γιά τήν Ρωμαιοκαθολική ἤ Δυτική Ἐκκλησία, ἐντός τῆς καθόλου Ἐκκλησίας, μετά τῆς ὁποίας ἁπλῶς γιά κάποιους λόγους δέν ἔχουμε κοινωνία! Τό τελευταῖο αὐτό «πρόβλημα» μάλιστα γιά τούς τολμηροτέρους τό ἔχει «λύσει» ὁ μέγας Πατριάρχης Ἀθηναγόρας ἀπό κοινοῦ μέ τόν συν-ἀδελφό του καί συνεπίσκοπό του Πάπα διά τῆς περιβοήτου ἄρσεως τῆς ἀκοινωνησίας τοῦ 1965!
β) Τό ζήτημα τῆς σχέσεως τῶν αἱρετικῶν καί σχισματικῶν μέ τήν Ἐκκλησία. Οἱ αἱρετικοί καί οἱ σχισματικοί ἀπεκόπησαν λόγω τῶν αἱρέσεων καί τῶν σχισμάτων τους ἀπό τό ἐκκλησιαστικό σῶμα, ἀλλά παραμένουν ἐντός τῆς Ἐκκλησίας! (Σημ.: Αὐτό μετ’ ἐμφάσεως ἐτόνισε ὁ Σεβ. Μεσσηνίας ὡς ἀδιαμφισβήτητο, θεωρῶν ὅτι ὀρθοδοξεῖ ὁμιλῶν γιά τήν ἀποκοπή των καί ὅτι θεολογεῖ ἐπιστημονικῶς ὁμιλῶν γιά τήν παραμονή των!
γ) Τό ζήτημα τῶν ἐκτός τῆς Ἐκκλησίας τελουμένων ὡς μυστηρίων καί ἡ ἀναγνώριση ὑπ’ Αὐτῆς, ὑπό προϋποθέσεις, μυστηρίων στούς αἱρετικούς. Ἐδῶ ἡ σύγχυση εἶναι φοβερή καί, δυστυχῶς, ἐπιστημονικῶς ἀριστοτεχνική ἡ πλάνη ἤ μᾶλλον ἡ ἐξαπάτηση. Πιστεύομε ὅτι σκοπίμως δέν διευκρινίζεται (ἀφοῦ μᾶλλον δέν πιστεύεται) ὅτι ἡ Ἐκκλησία ΠΟΤΕ δέν ἀναγνωρίζει μυστήρια καί χάριν ἐκτός Αὐτῆς καί ὅτι ἡ ἀναγνώριση ἐκ μέρους Αὐτῆς «μυστηρίων» γενομένων ὑπό αἱρετικῶν γίνεται ΜΟΝΟΝ κατά τήν διαδικασία μετανοίας καί ἐπιστροφῆς των στήν Ἐκκλησία καί τοῦτο ὑπό τήν ἔννοιαν τῆς ἀποδοχῆς τοῦ τύπου καί τῆς χορηγήσεως σ’ αὐτά τῆς χάριτος τοῦ Παναγίου Πνεύματος.
δ) Τό ζήτημα τῆς ἀπαραιτήτου Συνοδικῆς καταδίκης, ἄνευ τῆς ὁποίας δῆθεν δέν εἶναι δυνατόν νά ὁμιλοῦμε περί αἱρέσεως καί αἱρετικῶν. Ἐν προκειμένω γίνεται καπηλεία τῆς ἀνάγκης Συνοδικῆς διακηρύξεως τῆς καταδίκης τῶν αἱρέσεων καί τῶν αἱρετικῶν διά τήν προστασία τοῦ Ποιμνίου. Οἱ Σύνοδοι δέν κάνουν τούς αἱρετικούς τοιούτους, ἀλλά οἱ αἱρέσεις των, τά ὁποῖα διαπιστώνουν καί ἀποδεικνύουν ἐκεῖνες. Διαφορετικά, ἐάν δηλαδή ἴσχυαν οἱ «ἐπιστημονικές» ἀντορθόδοξες θεωρίες τῶν τοιούτων καθηγητῶν καί ἐπισκόπων (ὅσοι φρονοῦν τά τοιαῦτα), πλῆθος Ἁγίων Πατέρων, ἄν ὄχι ἅπαντες, ὅπως οἱ Ἅγιος Μεθόδιος Ἐπ. Πατάρων, Ἅγιος Ἐπιφάνιος Κύπρου, Ἅγιος Κύριλλος Ἀλεξανδρείας, Ἅγιος Μάξιμος ὁ  Ὁμολογητής, χιλιάδες ὁσιομαρτύρων, ὅπως οἱ Ἁγιοσαββῖται Πατέρες κ. ἄ. π. θά ἦταν σχισματικοί, ἀνυπάκουοι καί ἀθεολόγητοι!
ε) Τό ζήτημα τῆς χαρισματικῆς λειτουργίας τῶν Συνόδων τῆς Ἐκκλησίας καί τῶν Ἐπισκόπων της. Οἱ Σύνοδοι γιά νά εἶναι Ἁγίες καί Μεγάλες δέν ἀρκεῖ τό νά αὐτο-ἀποκαλοῦνται ἔτσι, οὔτε τό νά συμμετέχουν σ’ αὐτές ὅλοι οἱ ἐπίσκοποι ἤ πολλοί ἤ ἀντιπροσωπευτικῶς ἤ οἱ ἐξ αὐτῶν εἰδήμονες! Τό τελευταῖο περί εἰδημόνων (!) τό ἐπικαλέσθηκε ὡς ἀντεπιχείρημα ἔναντι ὅσων ὁμιλοῦν γιά ἔλειμμα Συνοδικότητος καί κανονικότητος τῆς ἐπικειμένης Μεγάλης Συνόδου, ὁ κ. Χρυσόστομος στήν ἐν λόγῳ ἡμερίδα, ἐπικαλούμενος τά σωζόμενα Πρακτικά τῆς Γ΄Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ἐκ τῶν ὁποίων τοῦτο, κατ’ αὐτόν, προκύπτει. Οἱ Σύνοδοι τῆς Ἐκκλησίας ἀποτελοῦν καί ἀπηχοῦν τή φωνή τῆς Ἐκκλησίας ὅταν συγκαλοῦνται καί διασκέπτονται τά μέλη αὐτῶν καί ἀποφασίζουν ἐν Ἁγίω Πνεύματι, εἴτε διαθέτοντας τά ἴδια τήν Χάρη Του, εἴτε ἀκολουθοῦντες πιστῶς καί κατά γράμμα, δηλαδή ἐν παντί, «τάς τῶν Ἁγίων θεοπνεύστους Θεολογίας καί τό τῆς Ἐκκλησίας εὐσεβές φρόνημα». Ὅσο περί εἰδημόνων, παρακάμπτοντες τό πρόβλημα τῶν διακρίσεων γενικῶς μεταξύ τῶν ἐπισκόπων, ὡς νά ὑπάρχουν διαβαθμίσεις τῆς χαρισματικῆς ἀρχιερωσύνης των, προφανῶς θά ἦταν ἀντιπαραδοσιακό καί καινοτόμο νά γινόταν περί αὐτοῦ δεκτό ὁτιδήποτε ἄλλο, πέραν τῆς μόνης ἀσφαλοῦς πιστοποιήσεως τῆς ἁγιοπνευματικῆς ἐμπειρίας καί τῆς πνευματικῆς των καταστάσεως. Καί,
στ) Τό μέγα καί μακράν μεῖζον ὅλων τῶν ὑπολοίπων ζητημάτων, ζήτημα τῆς Θεολογίας. Δυστυχῶς, ἐπιβεβαιώνεται ὁσημέραι ἡ ἐπισήμανση καί σοφή διαπίστωση τοῦ μεγάλου Δογματολόγου καί δασκάλου μας π. Ἰ. Ρωμανίδη, ὁ ὁποῖος ἔλεγε σχετικῶς ὅτι ἕνας ἐκ τῶν λόγων διά τούς ὁποίους τουλάχιστον οἱ Ἕλληνες παραμένουν ἀκόμη ὀρθόδοξοι εἶναι τό γεγονός ὅτι δέν καταλαβαίνουν ὅσα λένε οἱ ἀκαδημαϊκοί Θεολόγοι, διότι ἐάν τά καταλάβαιναν θά ἔχαναν τήν πίστη των! Πραγματικῶς ὑφίσταται τεράστιο θέμα ὅταν ἡ Θεολογία τῶν Θεολογικῶν Σχολῶν καί τῶν Καθηγητῶν αὐτῶν ἡ διδασκαλία καί τό φρόνημα δέν ταυτίζονται μέ τήν Πίστη τῆς Ἐκκλησίας καί τή διδασκαλία τῶν Ἁγίων Πατέρων Αὐτῆς, ὅπως διαχρονικῶς βιώνεται καί ὁμολογεῖται μέσα στό Σῶμα Της! Ἀπαιτεῖται ἡ ταυτότητα καί δέν ἀρκεῖ ἡ γειτνίαση διότι ἡ ἀλήθεια δέν ὁμολογεῖται κατά προσέγγιση ἤ ποσοστά! Ἡ γειτνίαση μάλιστα δέν ἀποκλείει τόν κίνδυνο νά ἐκλάβουμε τό ψεῦδος ὡς ἀλήθεια καί τήν ἀλήθεια ὡς ψεῦδος, ἀφοῦ, κατά τόν μέγα στή Θεολογία Θεῖο Γρηγόριο τόν Παλαμᾶ, οἱ λόγοι τῆς εὐσεβείας καί τῆς δυσεβείας γειτνιάζουν καί ὅσοι δέν προσέχουν τίς λεπτομέρειες ἐκεῖνοι καί ἐξαπατῶνται, κατά τά ἀνωτέρω.
Τέλος, μέ φόβο καί συστολή ὑπενθυμίζω καί τήν ἄλλη σοφή καί σαφῶς θεοφώτιστη ἐπισήμανση τοῦ προαναφερθέντος Θεολόγου Πατρός, ἡ ὁποία πρέπει νά ἀπασχολεῖ (καί) τούς Καθηγητές τῶν Θεολογικῶν Σχολῶν μας, ἄνδρες καί γυναῖκες, λαϊκούς καί Κληρικούς, ὅτι πονηρά δόγματα καί πονηρά πάθη ἀλληλοεισάγονται, ὅταν μᾶς ἐγκαταλείπει ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ! Καί, τότε καμμία στεῖρα ἀκαδημαϊκή ἰδιότητα δέν μπορεῖ νά μᾶς καθιστᾶ εἰδήμονες στά τῆς Θεολογίας, ἀλλά μᾶλλον ἐπικίνδυνους καί ἀκατάλληλους νά τήν διακονοῦμε.
Τό γενικό καί τελικό συμπέρασμά μας εἶναι ὅτι:
Ἡ ἐν λόγω διοργάνωση πραγματοποιήθηκε ὡς «ἀντί»-Ἡμερίδα ἔναντι τῶν ἀπόψεων, θέσεων καί δημοσιευμάτων τῶν ἀντιτιθεμένων γιά μία σειρά τεκμηριωμένων ἐκκλησιολογικῶν, Θεολογικῶν καί Κανονικῶν λόγων στή σύγκληση καί τά Κείμενα τῆς λεγομένης Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου, ἡ ὁποία, ἐκτός ἀπροόπτου θά συγκληθεῖ τόν προσεχή Ἰούνιο στή μεγαλόνησο Κρήτη.
Τό ἔλειμμα ἐνημερώσεως περί αὐτῆς (τῆς Συνόδου) καί περί τῶν προσυμπεφωνημένων Κειμένων ἐπί τῶν διαφόρων θεμάτων της εἶναι μεγάλο καί ἀδικαιολόγητο. Σοβαρές ἐπιφυλάξεις ὑπάρχουν γιά τήν κανονικότητα τῆς συγκλήσεως καί τόν τρόπο λήψεως τῶν ὅποιων ἀποφάσεών της. Τό σημαντικότερο, ὅμως, ὅλων παραμένει τό ζήτημα τοῦ σκοποῦ  συγκλήσεώς της καί τῶν μέσων τά ὁποῖα μετέρχεται γιά τήν ἐπίτευξή του.
Τόσο ἀπό τήν γενομένη ἐν Φαλήρω ἐνημερωτική Ἡμερίδα (23/3/2016) γιά τήν Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδο, ὅσο καί ἀπό τήν Ἡμερίδα πού διοργανώθηκε ἀπό τήν Κοσμητεία τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν (5/4/2016), προκύπτει (ἀπό θετικῆς καί ἀρνητικῆς σκοπιᾶς, ἀντιστοίχως) ὅτι οἱ ἐμπνευστές καί διοργανωτές τῆς Συνόδου αὐτῆς ἐπιδιώκουν δι’ αὐτῆς τήν πανορθόδοξη νομιμοποίηση τῶν διεξαγομένων Θεολογικῶν Διαλόγων, τήν ἀθώωση καί ἀπαλλαγή ἀπό κάθε ἀπορριπτική κρίση τῆς λεγομένης Οἰκουμενι(στι)κῆς Κινήσεως μέ τήν ταυτόχρονη ἀποδοχή τῆς ἀξίας τοῦ θεσμικοῦ ἔργου τοῦ Π.Σ.Ε. καί ἐν τελευταία ἀναλύσει τήν διά παραδοχῆς, ἀνοχῆς ἤ ἐπιβολῆς, ἀκόμη καί διά ἐξαπατήσεως, ἀποδοχή τῆς ὀρθῶς χαρακτηριζομένης παναιρέσεως τοῦ ἀντιχρίστου καί ἐκκλησιομάχου Οἰκουμενισμοῦ, στήν προοπτική τῆς καί πολιτικῶς προωθουμένης πανθρησκειακῆς ἑνώσεως.
Ὁ Οἰκουμενισμός σήμερα ἀποτελεῖ τήν ἀθεωτάτη μεταστοιχείωση τῶν πάντων, δηλαδή ὅ,τι ἀκριβῶς καί ἡ φρικτή Εἰκονομαχία, ἡ ὁποία ταλαιπώρησε τήν Ἐκκλησία περισσότερο ἀπό ἕναν αἰώνα. Συνιστᾶ (ὁ Οἰκουμενισμός), ἐν τελικῆ ἀναλύσει, βλασφημία κατά τοῦ Θείου Προσώπου τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ καί κατάλυση τοῦ ἔργου τῆς Σωτηρίας, τό ὁποῖο συντελεῖται μόνον δι’ Αὐτοῦ καί ἐν Αὐτῶ, ἤτοι ἐν τῆ Μιᾶ, Ἁγίᾳ, Καθολικῆ καί Ἀποστολικῆ Ἐκκλησία Του.

1 σχόλιο:

  1. ΠΟΛΥΜΕΝΟΠΟΥΛΟΣ ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ12 Απριλίου 2016 - 6:06 μ.μ.

    Ωραιότατο το κείμενό σας κ. Κάτσουρα και η ανάλυσή σας για τα γεγονότα, όμως μη ξεχνάτε ότι η " Μεγάλη και δήθεν Αγία Σύνοδος " των φιλοοικουμενιστών θα γίνει κριτήριο, με τις επιλογές που θα αποφασίσουν μετά από αυτή, όχι μόνο των Αντιοικουμενιστών της επίσημης Εκκλησίας, αλλά και ημών του Πατρίου Ημερολογίου. Γι αυτούς το κριτήριο θα είναι το εάν θα βρούν τελικά το θάρρος να Αποτειχιστούν και σε εμάς το κριτήριο θα είναι εάν ή όχι θα παλέψουμε με όλες τις δυνάμεις μας να γίνει πραγματικότητα η Ενότητα των Αληθινών Ορθοδόξων. Εκεί κ. Κάτσουρα σε θέλω πρωτοπόρο και αγωνιστή εκεί θα σε παραδεχθώ. Με αγάπη Χριστού Διονύσιος

    ΑπάντησηΔιαγραφή