"Κρείττων γὰρ ἐπαινετὸς πόλεμος εἰρήνης χωριζούσης Θεοῦ· καὶ διὰ τοῦτο τὸν πραῢν μαχητὴν ὁπλίζει τὸ Πνεῦμα, ὡς καλῶς πολεμεῖν δυνάμενον" Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος

Δευτέρα, 24 Σεπτεμβρίου 2012

ΑΝΑΙΡΕΣΗ ΤΩΝ ΚΑΤΑ ΤΗΣ ΑΠΟΤΕΙΧΙΣΕΩΣ ΤΩΝ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ ΤΟΥ ΠΑΤΡΙΟΥ ΕΟΡΤΟΛΟΓΙΟΥ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΩΝ (δ)

ΣΥΝΕΧΕΙΑ, ΑΠΟ ΕΔΩ, ΑΠΑΝΤΗΣΗΣ ΣΤΟ ΒΙΒΛΙΟ "ΤΟ ΣΧΙΣΜΑ ΤΟΥ ΖΗΛΩΤΙΚΟΥ ΠΑΛΑΙΟΗΜΕΡΟΛΟΓΙΤΙΣΜΟΥ" (π. ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ ΠΑΠΑΔΑΚΗ).



Κεφάλαιο Β΄: Η διακοπή της εκκλησιαστικής κοινωνίας κατά τους αγίους Πατέρας


Πολύ σωστά τα όσα γράφετε π. Βασίλειε σε αυτό το υποκεφάλαιο. Μία ερώτηση μόνο να σας απευθύνουμε. Αφού, όπως σωστά λέτε ότι «σε περίπτωσι εμμονής των αιρετικών στα φρονήματά τους οι Πατέρες τους καταδίκαζαν και τους απέκοπταν από το σώμα της Εκκλησίας» γιατί λοιπόν π. Βασίλειε, κοινωνείτε με τους καταδικασμένους και εκτός Εκκλησίας, αλλά και εμμένοντας στις πλάνες τους, αιρετικούς παπικούς μέσω του κ. Βαρθολομαίου στον οποίο υπάγεστε, ο οποίος τους αποδέχεται ως αδελφή Εκκλησία και συλλειτουργεί μετ’ αυτών;


Διαβάζοντας αυτό θέλω να σας ευχαριστήσω, για τα προσφερόμενα επιχειρήματα που δικαιώνουν τους Ορθοδόξους που απέκοψαν την κοινωνία με τους οικουμενιστές! Γράφετε: «Άμεση διακοπή της εκκλησιαστικής κοινωνίας, άνευ δηλαδή απαραίτητης συνοδικής κρίσεως και αποφάσεως, επεβάλλετο και με όσους προσχωρούσαν ή ενώνονταν με καταδικασμένες, αιρετικές Εκκλησίες. Αυτό ήταν ευνόητο, καθώς οι εν λόγω κληρικοί δεν ήταν δυνατόν να έχουν ταυτόχρονα εκκλησιαστική κοινωνία και με τα μέλη της Εκκλησίας και με τους αιρετικούς». Πολύ σωστά!

Βεβαίως από το κεφάλαιο αυτό λείπει η περίπτωση του ΙΕ΄ της ΑΒας κανόνος, τον οποίο μάλιστα κατατάσσετε – κατά την, παράφωνη με τους Πατέρες, δυνητική άποψη του Επιφανίου Θεοδωρόπουλου – στην «επιτρεπτή» και όχι «υποχρεωτική» διακοπή. Θα τον εξετάσουμε πιο κάτω.


Σαφώς υπάρχουν περιπτώσεις για τις οποίες δεν επιτρέπεται διακοπή κοινωνίας από τον επίσκοπο. Ποιες είναι όμως αυτές; Πρέπει να τις αναφέρουμε (είναι οι λεγόμενες "εγκληματικές αιτιάσεις" δείτε παρακάτω), για να μην αιωρείται η άποψη ότι δεν επιτρέπεται εύκολα η διακοπή. Αντιθέτως η αποτείχιση (διακοπή κοινωνίας), κατά τους Κανόνες και την πράξη της Εκκλησίας, επιτρέπεται πιο εύκολα, παρά απαγορεύεται! Και αυτό για να παραμένουν πάντα σε εγρήγορση οι επίσκοποι και να μην παρεκκλίνουν από τα παραδεδομένα. Θα τα δούμε και τα δύο πιο κάτω, όταν ολοκληρώσουμε την παράθεση των υποκεφαλαίων.


Σε αυτό το κεφάλαιο ο π. Βασίλειος με αριστοτεχνικό τρόπο συνόψισε το συμπέρασμά του στα εξής σημεία: α) η διακοπή της κοινωνίας δεν επιτρέπεται σχεδόν ποτέ και β) η διακοπή της κοινωνίας επιτρέπεται, δυνητικώς και μόνο σε περίπτωση αίρεσης (εξισώνοντας και τα της ευσεβείας και δικαιοσύνης με τα της αιρέσεως).

Ας δούμε όμως τι λένε οι Κανόνες για την διακοπή κοινωνίας, πότε δηλαδή αυτή δεν επιτρέπεται και πότε επιβάλλεται:

1.      Κανόνες των Αγίων Αποστόλων

Κανὼν λα’: Εἴ τις πρεσβύτερος, καταφρονήσας τοῦ ἰδίου ἐπισκόπου χωρὶς συναγάγῃ καὶ θυσιαστήριον ἕτερον πήξῃ, μηδὲν κατεγνωκὼς τοῦ ἐπισκόπου ἐν εὐσεβείᾳ καὶ δικαιοσύνῃ, καθαιρείσθω ὡς φίλαρχος˙ τύραννος γάρ ἐστιν. Ὡσαύτως δὲ καὶ οἱ λοιποὶ κληρικοὶ καὶ ὅσοι ἂν αὐτῷ προσθῶνται˙ οἱ δὲ λαϊκοὶ ἀφοριζέσθωσαν. Ταῦτα δὲ μετὰ μίαν, καὶ δευτέραν καὶ τρίτην παράκλησιν τοῦ ἐπισκόπου γινέσθω.

 

Από τον κανόνα αυτό βγάζουμε τρία βασικά συμπεράσματα:

α. Όποιοι κληρικοί  καταφρονήσουν τον επίσκοπό τους και δημιουργήσουν φατρία και παρασυναγωγή, δηλαδή διακόψουν την κοινωνία μαζί του και δεν τον μνημονεύουν στη εκκλησία τους, πρέπει να καθαιρούνται - και οι λαϊκοί που τους ακολουθούν να αφορίζονται – γιατί είναι φίλαρχοι και τύραννοι.

β. Η τιμωρία τους να γίνεται μετά από τρεις παρακλήσεις του επισκόπου προς τους παρασυνάγωγους.

γ. Εξαιρούνται της τιμωρίας εκείνοι οι κληρικοί που θα διακόψουν την κοινωνία μαζί του για λόγους ευσεβείας και δικαιοσύνης.

Ας δούμε τι γράφουν οι ερμηνευτές κανονολόγοι για τα τρία αυτά συμπεράσματα:

Βαλσαμών[11]: «Εκάστης πόλεως ιερωμένοι και λαϊκοί οφείλουσιν υποκείσθαι τω κατά χώραν επισκόπω, και μετά τούτου συνάγεσθαι και εκκλησιάζειν, ει μη καταγνώσουσι τούτου ως ασεβούς ή αδίκου. Τηνικαύτα γαρ αποδιισταμένοις αυτού, ουκ ευθυνθήσεται. Ο δε παρά ταύτα ποιήσας, και ανευλόγως εκ του ιδίου επισκόπου αποσχισθείς, και ιδία εκκλησιάζων, ει μεν κληρικός εστι, καθαιρεθήσεται, ως φίλαρχος, ει δε λαϊκός, αφορισθήσεται. Πλην ταύτα διορίζεται γενέσθαι ο κανών μετά πρώτην, δευτέραν και τρίτην επιφώνησιν». Και συνεχίζει πιο κάτω: «Σημειώσαι τον παρόντα αποστολικόν κανόνα διοριζόμενον ακινδύνως αποσχίζειν τους κληρικούς από των επισκόπων αυτών, καταγινώσκοντας τούτων ως ασεβούντων και αδικούντων· και εστι καινόν το της αδικίας. Εξ ετέρου δε τρόπου, καν χείριστος πάντων εστίν ο επίσκοπος ή ο ιερεύς, ουκ οφείλει  τις αποσχίζειν εξ αυτών, μάλλον μεν ουν πιστεύειν δι’ αυτούς αγιάζεσθαι· πάντας γαρ, φησίν, Θεός ου χειροτονεί, διά παντών δε ενεργεί».

 

Ζωναράς[11]: «Τάξις συνέχει και τα ουράνια, και τα επίγεια. Δει τοίνυν απανταχού την ευταξίαν φυλάττεσθαι, και μάλλον παρά τοις εκκλησιαστικοίς, και τους πρεσβυτέρους και τους λοιπούς κληρικούς υπείκειν τω επισκόπω. Ει δε τις πρεσβύτερος εν μηδενί κατεγνωκώς του ιδίου αρχιερέως, μήτε ως περί την ευσέβειαν σφαλλομένου, μήτε ως άλλο το ποιούντος παρά το καθήκον και δίκαιον, διά φιλαρχίαν δε παρασυναγωγήν ποιήσει, ιδιαιτάτως εκκλησιάζων, και θυσιαστήριον πήξας εν τούτω ιερουργεί, καθαιρείσθαι διατάττεται ο κανών και αυτόν, και τοις αυτώ συνερχομένους κληρικούς· τους δε λαϊκούς αφορίζεσθαι. Ου ταχείς δε τους επισκόπους εις κόλασιν είναι βούλεται. Διό ουδέ απεντεύθεν αυτούς τη καταδίκη υπάγειν βούλεται, αλλ’ εκ τρίτου τους παρασυνάγοντας παρακαλείσθαι αποστήναι  του ατάκτου επιχειρήματος, εμμένοντας δε ούτω καταδικάζεσθαι».

 

Αριστηνός[11]: «Ο εξ αναιτίου σχισθείς επισκόπου, και πηγνύς άλλο θυσιαστήριον, μετά των δεξαμένων έξει το έκπτωτον. Ει τις του ιδίου επισκόπου αναιτίως κατέγνω, ως μήτε προς ευσέβειαν μήτε προς δικαιοσύνην προσκρούσαντος, και συναγωγήν λαού ιδιαιτάτως ποιήσαιτο, και θυσιαστήριον έτερον πήξοι, καθαιρείσθω αυτός τε ως φίλαρχος, και οι συνακολουθήσαντες αυτώ κληρικοί. Ταύτα δε γίνεσθαι οφελουσιν, ει μη επιστρέφει, δις και τρις του επισκόπου τούτον παρακαλέσαντος».

 

Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης[12]: (αφού επαναλαμβάνει σε απλή γλώσσα όσα και οι προγενέστεροι αυτού κανονολόγοι ανέφεραν γράφει): «Όσοι δε χωρίζονται από τον επίσκοπόν τους προ συνοδικής εξετάσεως, διατί αυτός κηρύττει δημοσία καμμίαν κακοδοξίαν και αίρεσιν, οι τοιούτοι, όχι μόνον εις τα ανωτέρω επιτίμια δεν υπόκεινται, αλλά και την πρεπούσαν εις τους ορθοδόξους τιμήν αξιόνονται κατά τον ιε΄ της ά και β΄».

 

 Και ρωτάμε τώρα π. Βασίλειε; Ανευλόγως διέκοψαν την κοινωνία με τους καινοτόμων Ιεραρχών οι εμμένοντες στο Πάτριο εορτολόγιο; Δεν υπήρξαν ασεβείς και άδικοι οι καινοτόμοι ιεράρχες προσβάλλοντας την τάξη της Εκκλησίας με την αντικανονική μεταρρύθμιση διά απλής αρχιεπισκοπικής εγκυκλίου, αλλά και προσβάλλοντας επίσης την θρησκευτική συνείδηση των πιστών που επέμεναν να ακολουθούν το ημερολόγιο των πατέρων τους και μάλιστα  διώκοντάς τους; Ο Βαλσαμών εξηγεί πολύ ωραία πως ακόμη και σε περίπτωση που ο επίσκοπος ή ο ιερεύς είναι ο χειρότερος όλων, - στα του βίου του όμως, όπως θα δούμε και στην ερμηνεία του ΙΕ΄ της ΑΒ΄ που είναι συμπληρωματικός αυτού του κανόνος – δεν επιτρέπεται η απόσχιση. Αντιθέτως για θέμα ευσεβείας και δικαιοσύνης «ακινδύνως» πρέπει να αποτειχιζόμαστε. Κι όμως ενώ οι Ορθόδοξοι του Πατρίου Εορτολογίου, ούτε λόγω φιλαρχίας, ούτε επειδή οι επίσκοποί ήταν δήθεν «χείριστοι πάντων» αποτειχίστηκαν, οι καινοτόμοι όχι μόνο τους λοιδόρησαν ως «σχισματικούς», αλλά δεν ακολούθησαν ούτε την κανονική τάξη γι’ αυτό, δηλαδή να τους καλέσουν και μία και δεύτερη και τρίτη φορά, αλλ’ αντιθέτως τους εδίωξαν, τους εξόρισαν, τους αφόρισαν, τους δολοφόνησαν, τους βασάνισαν και εν τέλει απέδειξαν ότι και ασεβείς και άδικοι υπήρξαν. Ο π. Βασίλειος διερωτάται: «Οφείλουμε να ομολογήσουμε, ότι τόσο η διατύπωσις του σχετικού κανόνος όσο και οι ερμηνείες των κανονολόγων δημιουργούν εύλογες απορίες. Ποια δηλαδή ακριβώς είναι τα παραπτώματα εκείνα του επισκόπου, ένεκα των οποίων δικαιολογείται η απείθεια και η απόσχισις των κληρικών τους; Όπως είδαμε, ο κανών επιτρέπει την απόσχισι, σε περίπτωσι που ο επίσκοπος είναι αιρετικός. Το αδίκημα της αιρέσεως είναι βέβαια κάτι το σαφές. Ο κανών όμως επιτρέπει την απόσχισι και σε περιπτώσεις, που ο επίσκοπος διαπράττει αδικίες ή «παρά το καθήκον και το δίκαιον» πράξεις. Οι τελευταίες φράσεις είναι όχι μόνο ασαφείς, αλλά επιπλέον και αντιφατικές προς την άποψι, ότι «ουκ οφείλει τις αποσχίζεσθαι» από τον επίσκοπό του «καν χείριστος πάντων εστίν». Επιτρέπεται δηλαδή η απόσχισις από τον επίσκοπο λόγω οποιασδήποτε άδικης ή παράνομης πράξεώς του; Εάν όμως γίνη αποδεκτή μία τέτοια ερμηνεία, τίθεται, πιστεύουμε, σε κίνδυνο όχι μόνο η ενότης, αλλά και αυτή η ύπαρξις της Εκκλησίας, καθώς οι διασπάσεις στο σώμα της θα είναι τόσο πολλές όσο και οι αδικίες των ανά τον κόσμο επισκόπων. Κάτι τέτοιο έχει άλλωστε ήδη συμβεί στους Διαμαρτυρομένους, των οποίων οι διασπασμένες ομολογίες είναι πλέον αμέτρητες».

 

Παραβλέποντας τον ατυχή παραλληλισμό των αποτειχιζόντων Ορθοδόξων με τους αποσχισμένους χωρίς καμία κανονική θεμελίωση, εκτός Εκκλησίας και χιλιοκομματιασμένους Διαμαρτυρόμενους (με τους οποίους άλλωστε εσείς, μέσω του Παγκοσμίου Συμβουλίου Εκκλησιών, έχετε κοινωνία π. Βασίλειε και όχι εμείς), ας εξετάσουμε  την προσωπική ερμηνεία του π. Βασιλείου στους όρους «ευσέβεια και δικαιοσύνη», στην οποία προβαίνει ορμώμενος από τη μη κατανόηση της λέξεως «αδικία» ή μάλλον ερμηνευομένης αυτής ως προσωπική αδικία. Γράφει: «Οι άγιοι Απόστολοι χρησιμοποιούσαν ορισμένες φορές στις Επιστολές τους (Β΄ Πέτ. β΄, 13) τον όρο «αδικία» εννοώντας την «αίρεσι», επειδή αυτή λέγεται και «αδικία δια τι αδικεί και παραβαίνει την του Θεού αλήθειαν». Ερμηνεύοντας λοιπόν βάσει των ανωτέρω την λέξι «δικαιοσύνη» ως ευσέβεια θα μπορούσαμε να ισχυρισθούμε, ότι οι άγιοι Απόστολοι με τον όρο «ευσεβεία και δικαιοσύνη» εννοούν μόνο την ορθή πίστι. Σύμφωνα με την ερμηνεία αυτή, η λέξις «δικαιοσύνη» στον αποστολικό κανόνα έχει εμφατικό σκοπό, τον υπερτονισμό δηλαδή της ευσεβείας, της ορθής πίστεως, η οποία είναι η μεγίστη αρετή, και της οποίας η αθέτησις θα αποτελούσε εύλογη αιτία για διακοπή της εκκλησιαστικής κοινωνίας». Προσπαθώντας όμως ο π. Βασίλειος να αποδείξει ότι η λέξη «αδικία» σημαίνει ουσιαστικά «αίρεση» και έτσι να περιορίσει την αποτείχιση μόνο σε δογματικούς λόγους, έρχεται σε αντίθεση με την ερμηνεία του Ιερού Νικοδήμου που γράφει: «Όποιος πρεσβύτερος ήθελε καταφρονήσει τον εδικόν του Επίσκοπον, και χωρίς να γνωρίση αυτόν πως σφάλλει φανερά ή εις την ευσέβειαν ή εις την δικαιοσύνην· ταύτον ειπείν, χωρίς να γνωρίση αυτόν πως είναι φανερά, ή αιρετικός ή άδικος…»[13]. Αν η «αδικία» σήμαινε μόνο την αίρεση δεν θα χρησιμοποιούσε διαζευτικούς συνδέσμους, θα έγραφε μόνο σε περίπτωση αίρεσης, δηλαδή μόνο για δογματικούς λόγους. Σαφώς, όμως δεν εννοεί ότι πρέπει να αποτειχιζόμαστε από τον επίσκοπο για μια αδικία επί προσωπικού επιπέδου. Επομένως εδώ η αδικία αναφέρεται ουσιαστικά, ως αδικία εναντίον της επισκοπής του, δηλαδή του ποιμνίου του, έτσι εξηγείται και το «παρά το καθήκον και το δίκαιον» του Ζωναρά. Ας δούμε όμως και την ερμηνεία του ΙΕ΄ κανόνος της ΑΒας για να κατανοήσουμε περισσότερο τις έννοιες.

 

2.      Πρωτοδευτέρα Σύνοδος Κωνσταντινουπόλεως   

Κανὼν ιε’: Τὰ ὁρισθέντα ἐπὶ πρεσβυτέρων καὶ ἐπισκόπων καὶ μητροπολιτῶν, πολλῷ μᾶλλον καὶ ἐπὶ πατριαρχῶν ἁρμόζει. Ὥστε, εἴ τις πρεσβύτερος ἤ ἐπίσκοπος ἢ μητροπολίτης τολμήσειεν ἀποστῆναι τῆς πρὸς τὸν οἰκεῖον πατριάρχην κοινωνίας καὶ μὴ ἀναφέρει τὸ ὄνομα αὐτοῦ, κατὰ τὸ ὡρισμένον καὶ τεταγμένον, ἐν τῇ θείᾳ μυσταγωγίᾳ, ἀλλὰ πρὸ ἐμφανείας συνοδικῆς καὶ τελείας αὐτοῦ κατακρίσεως σχίσμα ποιήσει, τοῦτον ὥρισεν ἡ ἁγία σύνοδος, πάσης ἱερατείας παντελῶς ἀλλότριον εἶναι, εἰ μόνον ἐλεγχθείη τοῦτο παρανομήσας. Καὶ ταῦτα μὲν ὥρισται καὶ ἐσφράγισται περὶ τῶν προφάσει τινῶν ἐγκλημάτων τῶν οἰκείων ἀφισταμένων προέδρων καὶ σχίσμα ποιούντων καὶ τὴν ἕνωσιν τῆς Ἐκκλησίας διασπώντων. Οἱ γὰρ δι' αἱρεσίν τινα, παρὰ τῶν ἁγίων Συνόδων ἢ Πατέρων κατεγνωσμένην, τῆς πρὸς τὸν πρόεδρον κοινωνίας ἑαυτοὺς διαστέλλοντες, ἐκείνου τὴν αἵρεσιν δηλονότι δημοσίᾳ κηρύττοντος καὶ γυμνῇ τῇ κεφαλῇ ἐπ' ἐκκλησίας διδάσκοντος, οἱ τοιοῦτοι οὐ μόνον τῇ κανονικῇ ἐπιτιμήσει οὐχ ὑποκείσονται, πρὸ συνοδικῆς διαγνώσεως ἑαυτοὺς τῆς πρὸς τὸν καλούμενον ἐπίσκοπον κοινωνίας ἀποτειχίζοντες, ἀλλὰ καὶ τῆς πρεπούσης τιμῆς τοῖς ὀρθοδόξοις ἀξιωθήσονται. Οἱ γὰρ ἐπισκόπων, ἀλλὰ ψευδεπισκόπων καὶ ψευδοδιδασκάλων κατέγνωσαν, καὶ οὐ σχίσματι τὴν ἕνωσιν τῆς ἐκκλησίας κατέτεμον, ἀλλὰ σχισμάτων καὶ μερισμῶν τὴν ἐκκλησίαν ἐσπούδασαν ῥύσασθαι.

 

Από τον κανόνα αυτό βλέπουμε ότι προ συνοδικής διαγνώμης:

α) συμφώνως με τον ΛΑ΄ Αποστολικό Κανόνα δεν επιτρέπεται η απόσχιση από τον οικείο επίσκοπο, ομοίως «προφάσει τινών εγκλημάτων» και

β) επιβάλλεται η απόσχιση από τον οικείο επίσκοπο, όταν αυτός κηρύττει φανερά αίρεση, ήτοι ετεροδιδασκαλία.

 

Ας δούμε αρχικά την ερμηνεία των κανονολόγων.

 

Βαλσαμών[14]: «Εάν δε εξ ευλόγου αιτίας τυχόν προφάσει αιρέσεως, αποστή τις από της του οικείου αρχιερέως κοινωνία, διά τι κολασθήσεται; Επάγουσιν οι Πατέρες ως ταύτα πάντα τότε γίνονται, όταν προφάσει εγκληματικής τινός υποθέσεως καθ’ εαυτόν τις του οικείου ποιμένος καταγνώσεται, και αποσχίση εαυτόν εκ τούτου, και τοιουτοτρόπως διαρρήξη την ένωσιν της Εκκλησίας. Ει γαρ μη δι’ εγκληματικήν αιτίασιν, αλλά δι’ αίρεσιν χωρίση τις εαυτόν από του επισκόπου αυτού ή του μητροπολίτου ή του πατριάρχου, ως επί εκκλησίας διδάσκοντος ανερυθριάστως διδάγματα τινά απηλλοτριωμένα του ορθού δόγματος, ο τοιούτος και προ εντελούς διαγνώσεως, πολλώ δε πλέον και μετά διάγνωσιν, εάν εαυτόν αποτειχίση, ήγουν χωρίση εκ της κοινωνίας του πρώτου αυτού, ου μόνον ου τιμωρηθήσεται, αλλά και τιμηθήσεται, ως ορθόδοξος. Ου γαρ απέσχισεν εαυτόν από επισκόπου, αλλά από ψευδεπισκόπου και ψευδοδιδασκάλου. Και το παρά τούτου γεγονός επαίνου άξιον εστίν, ως μη κατατέμνον την Εκκλησίαν, αλλά μάλλον συνάπτον αυτήν και του μερισμού απαλλάττον... Καλώς δε είπεν ο κανών επαινετέους είναι τους αποσχίζοντας εαυτούς και προ καταδίκης από των δημοσία διδασκόντων αιρετικά διδάγματα, και όντων προφανών αιρετικών. Ει γάρ απόκρυφα ,και μετά υποστολής ψιθυρίζονται τα της αιρέσεως παρά του πρώτου ως αν αμφιβάλλοντος, ουκ οφείλει τις εξ αυτού προ καταδίκης άποσχισθήναι· εικός γαρ εστί μεταρρυθμισθήναι τούτον προς τδ ορθόδοξον προ της εντελούς αποφάσεως, και αποστήναι της αιρέσεως. Σημείωσαι ταύτα ίσως ωφελήσοντα κατά των λεγόντων μη καλώς ημάς αποσχισθήναι από του θρόνου της παλαιάς Ρώμης, προ του καταδικασθήναι τους περί ταύτην ως κακόφρονας. Και ο μεν παρών κανών τους διά δογματικήν αιτίαν αποτειχίζοντας ου κολάζει· ο δε  λα' αποστολικός κανών και τους κατεγνωκότας των οικείων επισκόπων ως προδήλως αδικούντων και αποσχίσαντας εξ αυτών, ανευθύνους συντηρεί».

 

 

Ζωναράς: «Ει δ’ ο πατριάρχης τυχόν ή μητροπολίτης, ή ο επίσκοπος αιρετικός είη, και τοιούτος ως δημοσία, κηρύττειν την αίρεσιν, και γυμνή τη κεφαλή, αντί του, ανυποστόλως και μετά παρησιάς, διδάσκει τα αιρετικά δόγματα, οι αποσχίζοντες αυτού, όποιοι αν είεν, ου μόνον κολάσεως άξιοι ουκ έσονται διά τούτο, αλλά και τιμής, ως ορθόδοξοι, αξιωθήσονται, χωρίζοντες εαυτούς της των αιρετικών κοινωνίας. Τούτο γαρ δηλοί το αποτειχίζοντες. Το γαρ τείχος των εντός αυτού προς τους εκτός χωρισμός εστίν. Ου γάρ επισκόπου απέστησαν, αλλά ψευδεπισκόπου και ψευδοδιδασκάλου. Ουδέ σχίσμα τα της Εκκλησίας εποίησαν, αλλά μάλλον σχισμάτων την Εκκλησίαν απήλλαξαν όσον το επ’ αυτοίς».

 

 

Αριστηνός: «Ει δε τινές, αποσταίεν τινός, ου διά πρόφασιν εγκλήματος, αλλά διά αίρεσιν, υπό   συνόδου ή αγίων Πατέρων κατεγνωσμένην, τιμής και αποδοχής άξιοι, ως ορθόδοξοι».

 

 

Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης[15]: «εάν δε οι ρηθέντες πρόεδροι ήναι αιρετικοί, και την αίρεσιν αυτών κηρύττουσι παρρησία, και διά τούτο χωρίζονται οι εις αυτούς υποκείμενοι, και προ του να γένη ακόμη συνοδική κρίσης περί της αιρέσεως ταύτης, οι χωριζόμενοι αυτοί, όχι μόνον διά τον χωρισμόν δεν καταδικάζονται, αλλά και τιμής της πρεπούσης ως ορθόδοξοι, είναι άξιοι, επειδή, όχι σχίσμα επροξένησαν εις την Εκκλησίαν με τον χωρισμόν αυτόν, αλλά μάλλον ελευθέρωσαν την Εκκλησίαν από το σχίσμα και την αίρεσιν των ψευδεπισκόπων αυτών. Όρα και τον λα'. Αποστολικόν».

 

Βλέπετε πώς δεν έχουν καμία σχέση οι ερμηνείες των κανονολόγων με την επιφανειοθεοδωροπουλική ερμηνεία του πατρός Βασιλείου;

Οι Κανόνες είναι σαφέστατοι. Έχουμε δύο περιπτώσεις διακοπής μνημοσύνου. Μία αντικανονική και μια υποχρεωτική[16] (και όχι απλά επιτρεπτή, όπως γράφει ο π. Βασίλειος γιατί αν ήταν απλά επιτρεπτή, δυνητική δηλαδή, δεν θα έλεγε ότι οι αποτειχισμένοι είναι άξιοι τιμής, επειδή γλύτωσαν την Εκκλησία από τα σχίσματα. Σκεφτείτε την επομένη της αντικανονικής ημερολογιακής αλλαγής ή την επομένη της άρσεως των αναθεμάτων, να αποτειχίζονταν όλοι από τον Αρχιεπίσκοπο Χρυσόστομο ή τον Πατριάρχη Αθηναγόρα αντίστοιχα: Θα υπήρχε σήμερα ημερολογιακό σχίσμα ή τέτοια οικουμενιστικά ανοίγματα ή θα είχαν οπισθοχωρήσει άρον άρον οι καινοτόμοι;). Αντικανονική μεν, όταν αυτή γίνεται με πρόφαση κάποιο έγκλημα του επισκόπου («εγκληματικά αιτιάματα»), υποχρεωτική δε, σε δύο περιπτώσεις: α) όταν φανερά κηρύττει αίρεση ή κακοδοξία, δηλαδή παρεκκλίνει από την Ορθόδοξη διδασκαλία και β) όταν είναι άδικος, σφάλλει δηλαδή παρά «το καθήκον και δίκαιον».

 

Ποια είναι τα «εγκληματικά αιτιάματα» για τα οποία δεν πρέπει να διακόπτουμε την κοινωνία; Κατά τους παραπάνω κανονολόγους είναι η πορνεία, η ιεροσυλία, η επί χρήμασι χειροθεσία (σιμωνία) και η αθέτηση των κανόνων[17].

Λέγοντας βεβαίως αθέτηση των κανόνων «δέον να νοούνται πάντοτε ως προσωπικαί παραβάσεις και ουχί επ’ Εκκλησίας αθέτησις ή καταφρόνησις των Κανονικών Διατάξεων και Παραδόσεων της Εκκλησίας», κατά τον καταπέλτη π. Θεοδώρητο, ο οποίος συνεχίζει[18] διαφωτιστικά «πάσα αθέτησις υπό του επισκόπου του Μοναχικού βίου, των νηστειών, της προσκυνήσεως του Τ. Σταυρού και των αγίων Λειψάνων, της ομοιομόρφου και ομοχρόνου τελέσεως της Θ. Λατρείας και ό,τι αφορά εις τας αγίας εορτάς, δημιουργεί λόγον αποκηρύξεώς του υπό του ποιμνίου». Φανταστείτε π. Βασίλειε ένας επίσκοπός π.χ. να κηρύξει ότι το να κάνουμε τον Σταυρόν μας δεν είναι δόγμα, άρα μπορούμε να σωθούμε και χωρίς να κάνουμε το Σταυρό μας. Τι θα πείτε σε αυτούς που θα αποτειχιστούν από αυτόν τον άδικο επίσκοπο, εφόσον σύμφωνα με την θεωρία σας, απαγορεύεται η αποτείχιση για μη δογματικό λόγο;

 

Σύμφωνα λοιπόν με τα παραπάνω η αποτείχιση δεν επιτρέπεται μόνο για δογματικούς λόγους. Καλό θα ήταν και η ΟΟΔΕ, η οποία φημίζεται για την σοβαρή και πατερικώς θεμελιωμένη έρευνά της, να λάβει επί του θέματος τίμια θέση (και λέω τίμια, γιατί θα αναγκαστεί να δυσαρεστήσει αρκετούς).



[11] P. G. 137, σελ. 96-100
[12] Πηδάλιον (4η έκδ. 1886), σελ. 40
[13] Γράφει επίσης στην υποσημείωση 1 της ερμηνείας του ΙΕ΄ της ΑΒας Συνόδου: «Αγκαλά και ο λα΄. Αποστολικ. ανεύθυνον κρίνη και τον χωριζόμενον, εάν γνωρίζη αυτόν (τον επίσκοπο δηλαδή, εκτός από αιρετικό) και άδικον» (Αυτόθι σελ. 292). 
[14] P. G. 137, σελ. 1068-1069
[15] Πηδάλιον (4η έκδ. 1886), σελ. 292
[16] Περί υποχρεωτικής διακοπής βλέπε ενδεικτικά και «Το αντίδοτον» Θεοδωρήτου Μαύρου ιερομονάχου και «Ἡ Διαχρονική Συμφωνία  των  Αγίων Πατέρων  για το Υποχρεωτικό του 15ου Κανόνος της Πρωτοδευτέρας  Συνόδου» Ευθυμίου Τρικαμηνά ιερομονάχου.
[17] Βαλσαμών: «Εγκληματικά δε αιτιάματα εισί πορνεία, ιεροσυλία και των κανόνων αθέτησις».
Ζωναράς: «…προφάσει τινών εγκλημάτων των οικείων αφισταμένων προέδρων, και την ένωσιν διασπώντων της Εκκλησίας, ότε δηλαδή πορνείαν ίσως αιτιωμένω προσάπτουσιν, ιεροσυλίαν, η επί χρήμασι χειροθεσίαν, ή άλλα τοιαύτα τινά». P. G. 137, σελ. 1069
[18] Περιοδικό «Εκκλησιαστική Παράδοσις», αρ. φύ<λ. 117 (2001)






(ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ)


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου