"Κρείττων γὰρ ἐπαινετὸς πόλεμος εἰρήνης χωριζούσης Θεοῦ· καὶ διὰ τοῦτο τὸν πραῢν μαχητὴν ὁπλίζει τὸ Πνεῦμα, ὡς καλῶς πολεμεῖν δυνάμενον" Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος

Κυριακή, 29 Ιουλίου 2012

Η Ορθόδοξος Ενορία του Προφήτου Ηλιού Βερδικούσσης Γ.Ο.Χ. (3ο ΜΕΡΟΣ)

(ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΑΠΟ ΕΔΩ)

Χαρμόσυνον γεγονός


Κατά τον Σεπτέμβριο του 1937, επισκέφθηκε το χωριό ο καθηγητής της Φιλολογίας κ. Εμμανουήλ Χανιώτης εκ Πάρου την καταγωγήν, ο κατοπινός Μάρκος μοναχός. Ζήτησε να ομιλήση σε όλους τους χωριανούς. Και πράγματι την Κυριακή στις πέντε η ώρα το απόγευμα, συγκεντρώθηκαν οι ιερείς, οι Εκκλησιαστικές επιτροπές, το Κοινοτικό Συμβούλιο, ή Αστυνομία και όλοι οι χωριανοί, στην αρκετά μεγάλη Εκκλησία όπου εκκλησιάζονταν οι νεοημερολογίτες. Εφημέριος αυτής ήταν, όπως προαναφέραμε ο ταπεινός παπά-Γιάννης που μέχρι σήμερα δεν πέρασε από εδώ όμοιός του.
Πάνω από ώρα ο Καθηγητής ανέλυσε το θέμα του εορτολογίου, από Ορθοδόξου σκοπιάς πως έγινε η αλλαγή, από ποιους και με τι σκοπό έγινε κλπ. Αυτό ήταν! Τώρα και οι άλλοι χωριανοί κατάλαβαν που είναι η αλήθεια, και ανεφώνησαν όλοι, μαζί και ο παπα-Γιάννης: «Από την στιγμή αυτή επιστρέφουμε όλοι στο παλαιό εορτολόγιο!». Είχαμε βέβαια και τις εξαιρέσεις. Τρεις οικογένειες, του Γεωργίου Σάκκα, του Γρηγορίου Παπαδήμα και του Κων/νου Ιωαννίδη δεν ηκολούθησαν.
Μετά από αυτό το χαρούμενο γεγονός, μαζεύτηκαν στο σπίτι του δασκάλου Χρήστου Βλάνδου, οι ιερείς, οι επίτροποι των δύο Ενοριών και αρκετοί άλλοι για να συζητήσουν την παραπέρα πορεία των. Μετά από την συζήτηση έγινε δεκτή η πρότασις του πατρός Ιωάννου, να συγκεντρωθούν την επόμενη Κυριακή το πρωί, όλοι οι χωριανοί στην μικρή4 Εκκλησία, να κάνουν την ακολουθία τού όρθρου εκεί, και εν συνεχεία να μεταβούν στην μεγάλη Εκκλησία για να τελέσουν την Θεία Λειτουργία ενωμένοι.
Όταν πήραν την ευλογημένη αυτή απόφαση, ακολούθησε κάτι το πολύ συγκινητικό. Σηκώθηκε ο ιερομόναχος Χρυσόστομος (Νασλίμης), ο ιερεύς της μικρής Εκκλησίας,    και    απευθυνόμενος    προς τους παρευρισκομένους πιστούς είπε, δείχνωντας τον παπα-Γιάννη: «Ιδού ό ποιμένας σας!» Και κατόπιν στρεφόμενος προς τον παπα-Γιάννη, δείχνει τώρα τον λαό και λέγει: «Πάτερ Ιωάννη ιδού το ποίμνιόν σου!».
Στο άκουσμα των λόγων αυτών όλοι δάκρυσαν. Ακολούθησε συγκινητικός αλληλοασπασμός και έλαβεν τέλος η εν Χριστώ αυτή ιστορική σύναξις. Έτσι περίμεναν πότε θα έλθη η επόμενη Κυριακή για να συλλειτουργήσουν οι ιερείς και ο λαός όλοι μαζί την επομένη λοιπόν Κυριακή, μαζεύτηκαν το πρωί όλοι οι χωριανοί στην Εκκλησία την μικρή και έγινε ο όρθρος. Ακολούθως εξήλθον όλοι και πήραν την ανηφόρα για την άλλη Εκκλησία, μπροστά ο παπα-Γιάννης και ακολουθούσαν οι υπόλοιποι. Έφθασαν στην Εκκλησία, αλλά βρέθηκαν προ μιάς εκπλήξεως· η πόρτα ήταν αμπαρωμένη!
Τι είχε  συμβεί; Ένας εξ αυτών που διεφώνησαν και παρέμειναν πιστοί στο νέο ημερολόγιο, ο Κων/νος Ιωαννίδης, ο όποιος ήταν και επίτροπος της Εκκλησίας, είχε κλείσει την πόρτα από μέσα, για να ματαιωθή η εκτέλεσις της Θείας Λειτουργίας! Αλλά δεν ήταν βλέπεις μουσαφιραίοι οι Βερδικουσσιώτες στο χωριό τους και έτσι ο Γιαννάκης ο Καφφές που ήταν και αυτός ένας από τους επιτρόπους, βρήκε τρόπο και άνοιξε.
Ετελέσθη μεγαλοπρεπής Θεία Λειτουργία. Το πλήρωμα των πιστών γεμάτο από χαρά, δόξαζε τον Θεό εκ βάθους καρδίας. Στο τέλος ο π. Ιωάννης μίλησε με συγκίνηση στους πιστούς και μεταξύ των άλλων, είπε απλά και με πόνο, τα εξής για την επιστροφή: «Αδελφοί μου, η σημερινή Θεία Λειτουργία ήταν πολύ διαφορετική από τις άλλες, ήταν πολύ χαρούμενη. Πανηγυρίσαμε την ένωση μας, αφού από το 1924 έως τώρα ήμασταν στο σκότος και τώρα βγήκαμε στο φώς». Λόγια, που και σήμερα ομολογούνται από στόμα σε στόμα και με τά οποία τελείωσε αυτό το πανηγύρι.


Ο φθόνος του Διαβόλου
Το γεγονός αυτό γρήγορα έφθασε όπως ήταν επόμενον, και στα αυτιά του Επισκόπου Ελάσσονος Καλλινίκου, όπου και υπάγεται εκκλησιαστικώς το χωριό. Αυτός εξαγριώθηκε αφάνταστα και υπέδειξε στους προαναφερθέντες που έμειναν με το νέο να ασκήσουν μήνυση εναντίων εκείνων που πρωτοστάτησαν στο γεγονός και στον ιερέα, τον παπα-Γιάννη.
Η μήνυσις έγινε και σε σύντομο χρονικό διάστημα, εκλήθησαν να απολογηθούν στο δικαστήριο, στην Λάρισα. Η κατηγορία ήταν για παραβίαση ιερού Ναού, λες και η Εκκλησία ήταν κτήμα των τριών οικογενειών!
Σ’ αυτό το διάστημα, μέχρι να γένη το δικαστήριο, είναι άγνωστο πόσες πιέσεις δέχθηκε ο παπα-Γιάννης, για να επιστρέψη πίσω στο νέο, από τον Μητροπολίτη Ελάσσονος Καλλίνικο, από τους άλλους εναπομείναντας στο νέο εορτολόγιο, καθώς και από την πρεσβυτέρα του, η οποία στην αρχή δεν εκδηλώθηκε. Άραγε το βήμα που είχε κάνει το είχε συνειδητοποίηση πλήρως;
Ήρθε η ημέρα της δίκης, και ξεκίνησαν οι κατηγορούμενοι από την προηγούμενη ήμερα για την Λάρισα. Ο παπα-Γιάννης όμως είπε στους άλλους, ότι θα περάση πρώτα από την Ελασσόνα για να δή τον Επίσκοπο και μετά θα έρθη στην Λάρισα!
Οι άλλοι λυπήθηκαν μόλις άκουσαν αυτό και του είπαν να μην περάση, εφ' όσον δεν έχουν πνευματική επικοινωνία πλέον με αυτόν, και επί πλέον η συνάντησις αυτή εγκυμονεί κινδύνους. Αυτός όμως δεν τους άκουσε και ούτε θέλησε να πάρη άλλον μαζί του, όπως του πρότειναν οι άλλοι φαίνεται ότι είχε δειλιάσει από τις πιέσεις που είχε δεχθεί. Έτσι πέρασε από τον Επίσκοπο Ελασσόνος και μετά πήγε στη Λάρισα.
Την επομένη ημέρα παρουσιάστηκαν στο δικαστήριο και αφού απολογήθηκαν πρώτα οι λαϊκοί για την από κοινού απόφαση που πήρανε, είπαν ότι εμμένουν σ’ αυτήν σταθερώς. Κατόπιν απολογήθηκε και ο ιερεύς, ο όποιος μεταξύ των άλλων είπε ότι, όντως πήραμε από κοινού την απόφαση και επιστρέψαμε στο παλαιό εορτολόγιο, αλλά συναντώ τόσες πιέσεις, πού δεν τις αντέχω και επιστρέφω στο νέο ημερολόγιο!
Κεραυνός έπεσε σε όλους όταν άκουσαν αυτά που ποτέ δεν τα περίμεναν! Αλλά κεραυνός ήταν και η απάντηση του εισαγγελέως προς τον π. Ιωάννη: «Γνωρίζεις πάτερ μου τί έκανες τώρα; Έγινες εξωμότης!». Βαρύς ο χαρακτηρισμός για έναν καλό ιερέα αυτά τα λόγια, αλλά βαρυτέρα είναι και η ευθύνη για την πράξη του αυτή. Ο Θεός να τον συγχωρήση. Έτσι τελείωσε το δικαστήριο και ο καθένας πήρε τον δρόμο του. Επιστρέφοντας ο π. Ιωάννης στο νέο, επόμενον ήταν να παλινδρομίση και ένα μέρος των πιστών, μαζί μ' αυτόν. Το πλήθος όμως παρέμεινε στο εορτολόγιο της Ορθοδόξου Εκκλησίας και συνέχισαν έτσι την ιστορία της Ενορίας των.



Χειροτονία ιερέως για την Ενορία

Κατόπιν όλων αυτών, η Ενορία είχε την ανάγκην ιερέως. Αφού μελέτησαν το θέμα, συγκέντρωσαν υπογραφές οί ενορίτες και εξέλεξαν τον Νικόλαον Θάνον για να γίνη ιερεύς των. Η χειροτονία του έγινε το 1937. Ο παπα-Νικόλας υπηρέτησε 12 χρόνια την Ενορία, μέχρι τον θάνατο του, που συνέβη κατά το 1949. Υπηρέτησε με πολύ προσοχή, με τάξη και ευλάβεια. Έδειξε ζήλο και με ικανότητα οργάνωσε την Ενορία, συνέστησε επιτροπή, όρισε ψάλτες, δίδαξε δε και Βυζαντινή μουσική, και ο γράφων ταύτα από αυτόν διδάχθηκε την ψαλτικήν τέχνην.


Υπέμεινε με καρτερία τους διωγμούς. Το σπουδαιότερο δε απ' όλα είναι ότι στα δικαστήρια, που τον έσερναν κάθε λίγο και λιγάκι, αντιμετώπιζε με πολύ θάρρος τις δίκες. Αυτές δε, δεν ήταν και λίγες στα χρόνια της ιερατείας του, περίπου 36! Μόνιμη σχεδόν κατηγορία ήταν, η αντιποίηση αρχής! Σε ένα δικαστήριο δε, αντί να τον τιμωρήσουν του δώρησαν και μία καμπάνα, την οποία έφερε στο χωριό!

Δωδεκάχρονα παιδιά ήμασταν, όταν στην περίοδο τού πολέμου της Αλβανίας, μας μάζευε στην εκκλησία για να ψάλλουμε την Παράκλησι στην Παναγία μας, και όποιο παιδί μάθαινε το Σύμβολον της πίστεως μας, το «Πιστεύω», του έδινε και ένα δίφραγκο, δείγμα της καλής του προσπαθείας να ελκύση τα παιδιά στην εκκλησία και να σπείρη στις αγνές ψυχές των, τον άγιο φόβο του Θεού.

Όταν πυρπολήθηκε ο Σταθμός της Χωροφυλακής, στην εποχή του εμφυλίου πολέμου, στον οποίον οι δήθεν σύμμαχοι μας μάς σπρώξαν, ήταν μαζί με τούς άλλους και ο παπα-Νικόλας μέσα. Μπροστά στον κίνδυνο της φωτιάς, οι έγκλειστοι προτίμησαν τον κίνδυνο εκ των πυροβολισμών. Έτσι βγήκαν από τον Σταθμό, μέσα σε μία βροχή από σφαίρες. Λέγεται ότι οι σφαίρες κατατρύπησαν τα ράσα τού παπα-Νικόλα, χωρίς όμως αυτός να πάθη τίποτα.

Μία Κυριακή ο παπα-Νικόλας θέλησε να κάνη μια Λειτουργία στο εξωκκλήσι του προφήτου Ηλιού. Η Εκκλησία τους εκείνο το διάστημα, ήταν σφραγισμένη με βουλοκέρι από την Αστυνομία. Οι ακολουθούντες το Ορθόδοξο εορτολόγιο τότε δεν θεωρούνταν Έλληνες πολίτες βλέπετε, ούτε καν άνθρωποι, δια να έχουν το δικαίωμα να λατρεύσουν τον αληθινό Θεό, τον Χριστό, έτσι οι Εκκλησίες τους επανειλημμένα εσφραγίζονταν.

Σ' αυτήν την περίοδο μία ευλαβής γυναίκα, η Μαρία Νατσιούλα, ένα βράδυ είδε στον ύπνο της, ένα μεγάλο φίδι να τυλίγεται στην κλειδαριά της πόρτας της Εκκλησίας. Την επομένη ήμερα κατ' εντολή του Επισκόπου Ελάσσονος, έφθασε η αστυνομία και την σφράγισε. Όλοι θαύμασαν το περιστατικό!

Όταν λοιπόν θέλησε ο παπα-Νικόλας με τους πιστούς, να κάνη Λειτουργία στο εξωκκλήσι, αυτό μαθεύτηκε και κατέφθασε η αστυνομία και δεν τους άφησε ούτε εκεί να λειτουργήσουν! Τότε οι πιστοί που είχαν μαζευτεί εκεί, πρότειναν στον παπα-Νικόλα να κάνουν Λειτουργία στην ύπαιθρο, πράγμα που κατ' οικονομία έγινε, παρουσία των οργάνων της τάξεως.

Όταν τελείωσε η Θεία Λειτουργία, ο ιερέας είπε μεταξύ άλλων και τα έξης: «Εκείνοι που τα βάζουν με το Θεό, δεν κάνουν τίποτε άλλο από το να χτυπούν τα πόδια τους στα καρφιά. Ο Θεός που αγαπάει τους πιστούς, κοιτάτε τι οικονόμησε σήμερα, μας έστειλε φρουρά να μας φυλάξη!». Αυτό το χάρηκαν και οι αστυνομικοί. Ήταν τότε πάλι, η περίοδος του εμφυλίου πολέμου και υπήρχαν τόσοι κίνδυνοι.

Εδω να υπενθυμίσουμε ότι αλλού, τα όργανα της τάξεως έκαναν και επεμβάσεις, όπως στην Αθήνα το 1925 κατά την ήμερα των Φώτων. Ό τότε Αθηνών Χρυσόστομος, έπεισε την Κυβέρνησιν Γονατά, ότι δήθεν παρεσκευάζετο συνωμοσία κατά της Δημοκρατίας!

Κατέφθασεν λοιπόν Αστυνομική δύναμις εκ 40 χωροφυλάκων και εξ ενός λόχου πεζικού. Μετά την διεξαγωγήν της μάχης, και το ξυλοκόπημα των «συνωμοτών», συνελήφθησαν 30 εξ αυτών, και προσήχθησαν στο Αστυνομικό τμήμα Φαλήρου. Αμέσως έγινε έρευνα επάνω τους, και ανεκάλυψαν τον βαρύ οπλισμό των «συνωμοτών», που αποτελούνταν από Ευαγγέλια, Σταυρούς και κομβοσχοίνια! Και ο Διοικητής γεμάτος αγανάκτησι ξεφώνησε τό: «Βρέ δεν πέφτει η Δημοκρατία   με   Ευαγγέλια,   με   Σταυρούς και κομβοσχοίνια!».

Το Φθινόπωρο του 1946, με τον εμφύλιο, όλο σχεδόν το χωριό, άδειασε· άλλοι πήγαν στον Τύρναβο, άλλοι στην Λάρισα και οι περισσότεροι μεταφερθήκαμε στην Ελασσόνα. Εκεί επί ένα έτος περίπου, λόγω ανάγκης, κάναμε Λειτουργία στην αυλή του σπιτιού του Βασιλείου Κατσιάνα. Ζητούσαμε από τον Επίσκοπο Ελάσσονος να μας παραχώρηση κάποιο εξωκκλήσι, και μάς έδινε κάτι υποσχέσεις για το Εκκλησάκι της αγίας Κυριακής. Όταν όμως διεπίστωσε, ότι εμείς δεν πρόκειται να δεχθούμε να τον μνημονεύσουμε ως Επίσκοπο μας, όπως επιθυμούσε, τότε όχι μόνον δεν μας το έδωσε, αλλά φανέρωσε και την εχθρικήν του διάθεση.

Το παρακάτω περιστατικό που θυμάμαι, αποδεικνύει του λόγου το αληθές. Έλεγε στον παπα-Νικόλα, δεν γίνεται διαφορετικά, ένας από τους δυο μας πρέπει να φύγη από εδώ, ή εγώ ή εσύ και η απάντηση του παπα-Νικόλα ήταν: «Σεβασμιώτατε, εγώ θέλω να είμαστε και οι δύο εδώ. Εάν όμως εσύ δεν θέλεις, μπορείς να φύγης!».

Κατόπιν όλων αυτών με πρωτοβουλία των παπα-Νικόλα, Βασιλείου Κατσιάνα, Δημητρίου Μηλιώνη, Κων/νου Τσακνάκη, και άλλων απεφασίσθη να καταφύγουν σε διάφορες κρατικές υπηρεσίες, μπας και επιτρέψουν να κτιστή ή Εκκλησία, αφού ο Επίσκοπος ήταν αδύνατον να τους χορήγηση το χαρτί για να βγάλουν άδεια. Έτσι κατέφυγαν στον ανώτερο Διοικητή της χωροφυλακής Λάρισας, ονόματι Σύρμο αν θυμάμαι καλά, ό όποιος μεσολάβησε και τους επέτρεψαν να κτίσουν το Ναό.

Αμέσως ξεκίνησαν την ανέγερση του, σε οικόπεδο που είχε εξασφαλίσει ο Βασίλειος Κατσιάνας. Η προθυμία των πιστών ήταν απερίγραπτη. Άρχισαν να συγκεντρώνουν από παντού, γύρω-γύρω από την Ελασσόνα, πέτρες, τις οποίες μετέφερναν στις πλάτες, και σε λίγο χρονικό διάστημα ο Ναός αποπερατώθηκε. Κατ' επιθυμία δε του Βασιλείου Κατσιάνα αυτός αφιερώθηκε στους Τρεις Ιεράρχας.

Δεν περιγράφεται ο ζήλος αυτού για τον Ναό. Υπηρετούσε την Εκκλησία και φρόντιζε για όλες τις ανάγκες της, σκιρτώντας από χαρά γι' αυτό το διακόνημα, μέχρι τον θάνατο του που συνέβη κατά το έτος 1992. Χριστιανός αγνότατος, ένας δε υιός του αφιερώθηκε στον Θεό, έγινε μοναχός στην Κερασιά του Αγίου Όρους, και εκοιμήθη εκεί τελευταίως, ο π. Αθανάσιος.

Θυμάμαι το εξής περιστατικό με αυτόν, που φανερώνει τον ζήλο του. Τον κάλεσε ο Διοικητής χωροφυλακής, τη υποδείξει του Επισκόπου, και του έκανε την παρατήρηση, γιατί κτυπά την καμπάνα, αφού δεν έχει ιερέα. Βλέπετε ο Επίσκοπος δεν ήθελε, ούτε η καμπάνα του Ορθοδόξου αυτού Ναού, να ακούγεται. Πήγε κάπως να τον απειλήση ο Διοικητής, και αυτός του απαντά θαρραλέα: «Κτυπάω την καμπάνα, την ώρα που κτυπάνε και της Μητροπόλεως κ. Διοικητά, και θα την κτυπάω ώσπου να πεθάνω!». Τον θαύμασε ο διοικητής και τού λέγει: «Πήγαινε και κάνε όπως κάνεις, σέ χαίρομαι!».

(ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ)

4. Ο τοπικός λαϊκός χαρακτηρισμός «μικρή» και «μεγάλη» χρησιμοποιείται για τους ναούς του παλαιού και του νέου ημερολογίου αντίστοιχα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου