"Κρείττων γὰρ ἐπαινετὸς πόλεμος εἰρήνης χωριζούσης Θεοῦ· καὶ διὰ τοῦτο τὸν πραῢν μαχητὴν ὁπλίζει τὸ Πνεῦμα, ὡς καλῶς πολεμεῖν δυνάμενον" Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος

Παρασκευή, 14 Ιουλίου 2017

Ὁλίγα τινὰ περὶ ἐκκοσμικεύσεως (μέρος γ΄)

(ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΑΠΟ ΕΔΩ

(Συνεχίζει ὁ ἁγιορείτης πατὴρ Σάββας) «Ἐν πολλοῖς παρατηρεῖται ὅτι τὸ κατηχητικὸ-κηρυγματικὸ ἔργο εἴτε ἀπουσιάζει τελείως, εἴτε γίνεται πλημμελῶς καὶ κάποτε ἀπὸ πρόσωπα ἀκατάλληλα. Νέοι ποὺ ἔχουν οἱ ἴδιοι ἀνάγκη ἀπὸ κατήχηση ἀναλαμβάνουν νὰ διδάξουν τὰ μικρὰ παιδιὰ στὰ κατηχητικὰ σχολεῖα ἢ στὶς ἐκκλησιαστικὲς Κατασκηνώσεις. Πρέπει νὰ τονιστεῖ ὅτι τὸ ἔργο αὐτὸ εἶναι κατ’ ἐξοχὴν τῶν ποιμένων καὶ φωτισμένων στελεχῶν μὲ ἀποδεδειγμένη συνεπῆ χριστιανικὴ ζωή.
   Ἐπίσης παρατηρεῖται ἐν πολλοῖς ὁ αὐτοπεριορισμὸς τῶν Ποιμένων σὲ καθαρὰ λειτουργικὰ καθήκοντα, κάτι ποὺ βεβαίως ἀναπαύει πολὺ τοὺς ἀθέους πολιτικοὺς, οἱ ὁποῖοι ἐπιθυμοῦν τὴν ἀποχριστιάνιση τοῦ λαοῦ.
   Σὲ ἄλλες περιπτώσεις οἱ ποιμένες ἀναλώνονται σὲ οἰκοδομικὲς-διακοσμητικὲς δραστηριότητες ἐντὸς ἢ πέριξ τοῦ ναοῦ.
   Ἄλλοτε πάλι ἐκδαπανῶνται σὲ ἄλλες δευτερεύουσες καὶ ἀμφιλεγόμενης πνευματικῆς ὠφελείας δραστηριότητες, ὅπως διοργάνωση φροντιστηριακῶν μαθημάτων, ζωγραφικῆς, μουσικῆς, παραδοσιακῶν χορῶν, ποδοσφαιρικῶν-ἀθλητικῶν ὁμάδων, ἐκδρομῶν μὲ τουριστικό-κοσμικὸ χαρακτῆρα, θεατρικῶν παραστάσεων μὲ κοσμικὸ περιεχόμενο, χοροεσπερίδων, ἑορτῶν καὶ συνεστιάσεων μὲ κοσμικὲς προδιαγραφὲς γιὰ τὴν οἰκονομικὴ ἐνισχυση τοῦ ναοῦ, λαχειοφόρων ἀγορῶν, ἐράνων καὶ δισκοφοριῶν ἀκόμα καὶ κατὰ τὴν ἱερώτερη ὥρα τῆς Θείας Λειτουργίας κ.λ.π.
   Αὐτὰ ἐν πολλοῖς σκανδαλίζουν τὸ πιστὸ ποίμνιο ἐνῶ ἀποπροσανατολίζουν τοὺς λιγότερο πιστοὺς καὶ τοὺς ἀπομακρύνουν ἀπὸ τὴν αὐθεντικὴ χριστιανικὴ ζωή.
   Δὲν πρέπει νὰ λησμονεῖται ὅτι τὰ «φάρμακα» τῆς Ἐκκλησίας ποὺ θεραπεύουν ἀληθινὰ τὴν ἀνθρώπινη ὑπόσταση, σύμφωνα μὲ τὴν διδασκαλία τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου καὶ ὅλων τῶν Ἁγίων Πατέρων, εἶναι ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ - Ἱερὸ Κήρυγμα καὶ τὰ Ἅγια Μυστήρια. Αὐτὰ πρέπει νὰ χρησιμοποιοῦν συνεχῶς οἱ Ἅγιοι ποιμένες καὶ Πνευματικοὶ ἰατροὶ γιὰ νὰ ἐκπληρώνουν τὴν σωτηριώδη ἀποστολή τους.
   Τὸ ποίμνιο, ἀπὸ τὴν μεριά του, θὰ πρέπει νὰ ἐνθαρρύνει τοὺς ποιμένες του σ’ αὐτὴν τὴν κατεύθυνση τῆς ἐπιστροφῆς στὴν πρακτικὴ τῶν Ἁγίων Πατέρων. Αὐτοὶ ἀναλώνονταν στὴν κατήχηση, τὸ κήρυγμα, τὴν τέλεση τῆς Θείας Λειτουργίας καὶ δευτερευόντως κάλυπταν τὶς βασικὲς βιοτικὲς ἀνάγκες τοῦ ποιμνίου των (τροφή, φροντίδα τῶν πτωχών)».

   Ἂς προχωρήσουμε στὴν σύντομη αὐτὴ προσέγγισι στὴν δεινοτάτη ἐκκοσμίκευσι παραθέτοντας μία σκέψι:
   Τὸ 1920 ἐξεδόθη ἐκείνη ἡ αἱρετικὴ ἐγκύκλιος ἀπὸ τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο, ποὺ προωθοῦσε τὴν προσέγγισι τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μὲ τὶς αἱρέσεις τῆς Δύσεως. Τὸ 1923 συνεκλήθη τὸ παράνομο ἐκεῖνο Συνέδριο στὴν Κωνσταντινούπολη, ποὺ προωθοῦσε νεωτερισμοὺς, ὅπως τὴν ἀλλαγὴ ἡμερολογίου καὶ Πασχαλίου, τὴν κουρὰ τῆς κόμης καὶ τῶν γενείων καὶ τὴν ἀποβολὴ τῶν ράσων τῶν κληρικῶν, τὸν δεύτερο γάμο τῶν κληρικῶν, καὶ ἄλλα ποὺ οὐσιαστικῶς προωθούσαν μαζὶ μὲ τὸν οἰκουμενισμὸ καὶ αὐτὴν τὴν ἐκκοσμίκευσι.
   Εἶναι βεβαιωμένο ὅτι ἐκεῖνοι οἱ τραγικοὶ Κληρικοὶ ποὺ προωθούσαν αὐτοὺς τοὺς νεωτερισμοὺς εἶχαν πολλὲς ἐπαφὲς μὲ τὴν Δύσι, καὶ δὴ μὲ τὸν Νέο Κόσμο, τὴν Ἀμερικὴ, ὅπου τὸν πνεῦμα τῆς ἐκκοσμικεύσεως καὶ τῆς «Νέας Ἐποχῆς» ἤταν ἤδη ἐμφανὲς περὶ τὸ 1900. Βλέποντες αὐτὴν τὴν νέα κατάστασι καὶ προβλέποντες τὴν ἐξάπλωσί της παγκοσμίως (ἀφοῦ κάθε τὶ ποὺ προάγει τὴν ἄνεσι-καλοπέρασι καὶ τὴν ἄνευ ἀληθείας ψευδοαγάπη εἶναι καλοδεχούμενο ἀπὸ τοὺς ὀλιγοπίστους καὶ τοὺς ἀπίστους), ὑποκινούμενοι ἀπὸ τὸν διάβολο, ἐπεχείρησαν (καὶ τελικῶς ἐπέτυχαν σὲ μεγάλο βαθμὸ) νὰ εἰσάγουν σταδιακῶς τὸ νέο πνεῦμα καὶ στὴν Ἀνατολὴ, μὲ σκοπὸ νὰ «συγχρονισθῇ» ἡ Ἐκκλησία μὲ τὰ νέα δεδομένα. Καὶ φρονοῦμε ὅτι εἶχαν κατὰ νοῦ τους καὶ τὸ ἑξῆς: Ἐφρόντιζαν νὰ μὴ χάσουν ἀπὸ τὸ «ποίμνιό» τους τοὺς ἐκκοσμικευμένους-χλιαροὺς χριστιανοὺς (ποὺ ὅλο καὶ θὰ πλήθαιναν, κατὰ τὰ φαινόμενα), αὐτοὺς ποὺ θέλουν τὴν Ἐκκλησία «προοδευτικὴ» καὶ «σύγχρονη», δηλαδὴ στὰ μέτρα τους. Ὅσοι εἶναι μέλη πονηρῶν «ὀργανώσεων» καὶ «ἐπιχειρηματίες» ἐντὸς τῆς Ἐκκλησίας (ὅπως κάποιοι ἐκ τῶν πρωτεργατῶν τῶν ὡς ἄνω καινοτομιῶν) βλέπουν αὐτοὺς τοὺς «πιστοὺς» ὡς μέσον συντηρήσεως τῆς ἐξουσίας τους καὶ γενικῶς τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ «ὀργανισμοῦ» τους (ὅπως αὐτοὶ θεωροῦν τὴν Ἐκκλησία). Βεβαίως, οὕτως ἡ ἄλλως, αὐτοὶ οἱ ἀνάξιοι καὶ ταλαίπωροι «Ποιμένες», ὅπως καὶ οἱ οἰκουμενιστὲς καὶ οἱ βολεμένοι γιὰ βιοποριστικοὺς λόγους στὴν Ἐκκλησία, ἐπεδίωκαν καὶ ἐπιδιώκουν τὴν ἐκκοσμίκευσι τοῦ ποιμνίου τους, ἀκριβῶς διότι αὐτὴ ἡ χαλαρὴ κατάστασι βολεύει καὶ τὴν δική τους ὀλιγοπιστία-χλιαρότητα, καθὼς εἶναι πολέμιοι τοῦ γνησίου ἡσυχαστικοῦ-ἀσκητικοῦ ὀρθοδόξου φρονήματος. Καὶ μάλιστα οἱ πλέον ἀντίχριστοι ἐξ αὐτῶν, ἐπιθυμοῦν νὰ ὁδηγήσουν τὸ ποίμνιό τους ἀπευθείας στὸ στόμα τοῦ λύκου-διαβόλου.
   Ἂς παραθέσωμε ἕνα σχετικὸ παράδειγμα: Εἶναι γεγονὸς ὅτι στὴν ἐποχή μας σχεδὸν ὁλοκληρώθηκε ἡ χειραφέτησι τῶν γυναικῶν καὶ ἡ ἐξίσωσι ἀνδρῶν-γυναικῶν στὶς δυτικὲς κοινωνίες (τοῦτο δὲ ἐπεκτείνεται ὅλο καὶ περισσότερο στὶς ἀνατολικὲς τοιαύτες). Ἡ Ἐκκλησία μας δὲν πρεσβεύει τοιούτου εἴδους ἐξίσωσι. Ὁ ἄνδρας εἶναι «κεφαλὴ» τῆς γυναικός, ἀφοῦ ἡ γυνὴ ὀφείλει ὑπακοὴ σὲ αὐτόν (κατὰ τὰ ἁγιογραφικὰ καὶ ἁγιοπατερικὰ ρητά[1]), δίχως αὐτὸ νὰ σημαίνῃ ὅτι αὐτὸς δύναται νὰ εἶναι αὐταρχικός ἢ, πόσῳ μᾶλλον, σκληρός ἀπέναντί της, ἀφοῦ ὀφείλει νὰ τὴν ἀγαπᾷ καὶ νὰ τὴν σέβεται ὡς ψυχικῶς ἰσότιμη, καὶ νὰ ὑπολογίζῃ τὴν γνώμη της ἐν ταπεινώσει[2]. Ἂν καὶ ὁ ἄνδρας διαφέρει καὶ ὑπερέχει τῆς γυναικὸς κατὰ διαφόρους τρόπους[3], ἐννοεῖται ὅτι δὲν ὑφίσταται ἐπ’ οὐδενὶ στὴν Ἐκκλησία μας μισογυνισμός. Μὴ λησμονοῦμε ὅτι μία γυναῖκα, ἡ Παναγία μας, εὑρίσκεται ἀμέσως μετὰ τὴν Παναγία Τριάδα στὴν Οὐράνιο Ἱεραρχία. Πολλὲς δὲ ἅγιες γυναῖκες (ὅπως ἡ μεγαλομάρτυς Αἰκατερίνη) ἔχουν, ὡς φαίνεται ἀπὸ τοὺς βίους τους καὶ ἀπὸ τὴν τιμὴ ποὺ τοὺς ἀποδίδει ἡ Ἐκκλησία (ἀργία, μεγάλη δοξολογία κ.τ.τ.), μεγαλύτερη παρρησία στὸν Θεὸ ἀπὸ κάποιους ἁγίους ἄνδρες. Καὶ αὐτὸ τὸ χαιρόμαστε οἱ Ὀρθόδοξοι.
   Ἂς ἐπανέλθουμε: Τί εἴδαμε τὶς τελευταῖες δεκαετίες καὶ ἐδῶ στὴν Ἑλλάδα; Ἐπετράπη στὶς γυναῖκες ἐντὸς τοῦ ἱεροῦ ναοῦ νὰ βγοῦν ἀπὸ τὸν γυναικωνίτη, νὰ ἀνακατευτοῦν μὲ τοὺς ἄνδρες, νὰ ψάλλουν, καὶ μελλοντικῶς θὰ τὶς δοῦμε νὰ κηρύττουν καὶ νὰ χειροτονοῦνται ἱέρειες (ὅπως συζητεῖται ἤδη – στὸ δὲ Πατριαρχεῖο Ἀλεξανδρείας ἐχειροθετήθησαν ἐσχάτως διακόνισσες, καίτοι δίχως, γιὰ τὴν ὥρα, τελετουργικὰ καθήκοντα), ἐὰν δὲν μᾶς ἐλεήσῃ ὁ Θεὸς καὶ παύσῃ αὐτὸς ὁ κατήφορος. Καὶ αὐτὰ γιὰ νὰ μὴ μειωθῇ τὸ «ποίμνιο» (!;).

Ν. Β.
Συνεχίζεται... 

                              




[1] «Αἱ γυναῖκες τοῖς ἰδίοις ἀνδράσιν ὑποτάσσεσθε ὡς τῷ Κυρίῳ· ὅτι ἀνήρ ἐστι κεφαλὴ τῆς γυναικός, ὡς καὶ ὁ Χριστὸς κεφαλὴ τῆς Ἐκκλησίας, καὶ αὐτός ἐστι σωτὴρ τοῦ σώματος. Ἀλλ’ ὥσπερ ἡ ἐκκλησία ὑποτάσσεται τῷ Χριστῷ, οὕτω καὶ αἱ γυναῖκες τοῖς ἀνδράσιν ἐν παντί. πλὴν καὶ ὑμεῖς οἱ καθ’ ἕνα ἕκαστος τὴν ἑαυτοῦ γυναῖκα οὕτως ἀγαπάτω ὡς ἑαυτόν, ἡ δὲ γυνὴ ἵνα φοβῆται τὸν ἄνδρα» (Ἐπιστολὴ πρὸς Ἐφεσίους, ε, 22-24, 33). «Αἱ γυναῖκες ὑμῶν ἐν ταῖς ἐκκλησίαις σιγάτωσαν· οὐ γὰρ ἐπιτέτραπται αὐταῖς λαλεῖν, ἀλλ’ ὑποτάσσεσθαι, καθὼς καὶ ὁ νόμος λέγει. Εἰ δέ τι μαθεῖν θέλουσιν, ἐν οἴκῳ τοὺς ἰδίους ἄνδρας ἐπερωτάτωσαν· αἰσχρὸν γάρ ἐστι γυναιξὶν ἐν ἐκκλησίᾳ λαλεῖν» (Ἐπιστολὴ Α΄ πρὸς Κορινθίους, ιδ΄, 34-35).
[2] «Νὰ σέβεσαι, σὺ γυναῖκα, πρτον τὸν Θεὸν κα μετ τν νδρα σου, ὁ ὁποῖος εναι ὀφθαλμὸς τς ζως σου κα υθμιστς τν σκέψεών σου [...] Νὰ κφράζῃς τὴν γνώμην σου, λλ νὰ ποφασίζη νδρας σου» (ἀπὸ ἐπιστολὴ τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου).
[3] (Ἀναφέρουμε ἐνδεικτικῶς) «Οὐ καλὸν εἶναι τὸν ἄνθρωπον μόνον· ποιήσωμεν αὐτῷ βοηθὸν κατ᾿ αὐτόν» (Γεν. β´, 18), «οὐ γάρ ἐστιν ἀνὴρ ἐκ γυναικός, ἀλλὰ γυνὴ ἐξ ἀνδρός· καὶ γὰρ οὐκ ἐκτίσθη ἀνὴρ διὰ τὴν γυναῖκα, ἀλλὰ γυνὴ διὰ τὸν ἄνδρα» (Α´ Κορ. ια´, 8-9).

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου