"Κρείττων γὰρ ἐπαινετὸς πόλεμος εἰρήνης χωριζούσης Θεοῦ· καὶ διὰ τοῦτο τὸν πραῢν μαχητὴν ὁπλίζει τὸ Πνεῦμα, ὡς καλῶς πολεμεῖν δυνάμενον" Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος

Τρίτη, 21 Ιουνίου 2016

ΕΣΧΑΤΗ ΩΡΑ: Ἒχει τι πικρόν ὁ τῆς ἀληθείας λόγος (Μέρος Ε΄)


 
 

        Δανειστήκαμε αὐτόν τόν τίτλο ἐπίτηδες γιά τό παρόν θέμα ἀπό ἓνα ἂρθρο κάποιας Γερόντισσας Χριστονύμφης μοναχῆς στό περιοδικό Θεοδρομία (τεῦχ. ΙΖ’3). Τό ἂρθρο στηλιτεύει τό ψεῦδος καί γενικῶς κάθε διαστροφή τῆς ἀληθείας σέ κοινωνικό, πολιτικό καί ἐκκλησιαστικό ἐπίπεδο. Ἀλλά ἡ σεβαστή Γερόστισσα δέν ἀπέφυγε αὐτή ἡ ἲδια τήν διαστροφή τῆς ἀληθείας, σέ ἓνα ἂκρως σοβαρό ζήτημα τῆς ἐκκλησιαστικῆς μας πραγματικότητας. Ἐκτός τῶν ἂλλων, γράφει:
        «Ὁ ἀγών πρέπει νά πραγματοποιεῖται ἐν ἀσφαλεῖ τειχίῳ. Νά ἀγωνιζώμεθα νομίμως, ὂχι ὃμως δημιουργῶντας σχίσματα, τά ὁποῖα μᾶς θέτουν ἐκτός Ἐκκλησίας, διότι τέτοιου εἲδους ἀγῶνες  δέν εἶναι ἀγῶνες ὑπέρ τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλά ὑπέρ τῶν ἐχθρῶν Αὐτῆς. Ὁ ἀγών μας πρέπει νά εἶναι... ἐντός καί μόνον ἐντός τῆς Ἐκκλησίας».  Ὑποθέτω ὃτι γιά τό ζήτημα αὐτό φιλοξενήθηκε τό ἂρθρο στό περιοδικό. Ἂς πάρουμε ὃμως τά πράγματα ἀπό τήν ἀρχή.
        Οἱ ἂκριτοι αἱρετικοί, ἐκτός ἀπό τούς κεκριμένους, εἶναι  καί αὐτοί ἐχθροί τῆς Ἀληθείας, μέ τήν διαφορά ὃτι μέχρι νά ἀναθεματισθοῦν διά συνόδου, πολεμοῦν τήν Ἀλήθεια μέσα ἀπό τήν Ἐκκλησία. Ἐνῶ οἱ κεκριμένοι (λ.χ. Παπικοί καί Μονοφυσῖτες) ἀποκοπέντες Συνοδικῶς ἐκ τοῦ κορμοῦ τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, πολεμοῦν τήν Ἀλήθειά της ἀπ᾿ ἒξω.  Οἱ κοινωνοῦντες λοιπόν «ἐν γνώσει» μέ τούς ἀκρίτους αἱρετικούς, εἶναι ἐπίσης ὑπόλογοι καί ὑπεύθυνοι ἒναντι τῆς Ἀληθείας καί τῶν Κανονικῶν Διατάξεων. Γι’ αὐτό οἱ ἃγιοι Πατέρες στηλίτευαν δριμύτατα τούς κοινωνοῦντες κληρικούς μέ τούς αἱρετικούς, καθόσον δι᾿ αὐτῶν οἱ πιστοί γίνονται καί αὐτοί κοινωνοί μέ τούς αἱρετικούς.
        Στά δύο προηγούμενα θέματά μας μιλήσαμε γιά τό «πονηρόν ἐφεύρημα» τῆς δυνητικότητας τοῦ ιε’ Κανόνος τῆς ΑΒ’ Συνόδου, ἀλλά καί τόν ἐφησυχασμό πού παρατηρεῖται σέ ὃσους ἐκ τῶν νεοημ/τῶν δέν ἀσπάζονται τήν παναίρεση τοῦ οἰκουμενισμοῦ. Κοινωνοῦντες ὃμως «ἐν γνώσει» μέ τούς οἰκουμενιστές, ὁ ἐφησυχασμός τους καί τό μορμολύκειο τῆς δυνητικότητας, δέν ἐπήρκεσαν ὣστε νά εἰρηνεύσει ἡ συνείδησή τους, τήν «εἰρήνην» πού ὑπεσχέθη ὁ Κύριος στούς ἀληθεύοντες πιστούς Του. Γι᾿ αὐτό γράφουν καί γράφουν συνεχῶς ἂρθρα καί δοκίμια κατά τοῦ οἰκουμενισμοῦ, ἐκ τοῦ ἀσφαλοῦς, χωρίς ποτέ νά φθάνει τό «μαχαίρι στό κόκκαλο», στήν πράξη δηλαδή, πού τόσοι ἃγιοι ὁμολογητές Πατέρες μᾶς ὑπέδειξαν «ἂχρι θανάτου». «Ὃποιος δέν θέλει νά ζυμώσει, ὃλη μέρα κοσκινίζει» λέγει ἡ λαϊκή παροιμία.
        Ἒτσι τά διάτρητα «δυνητικά» ἐπιχειρήματα καί τά «ἂχρι καιροῦ» ἀφοῦ δέν μπόρεσαν νά σταθοῦν ἀπέναντι στήν καθαρή ἀλήθεια, ἒπρεπε νά βρεθοῦν νέα στηρίγματα ἒτσι ὣστε, νά διατηρηθεῖ πάσῃ θυσίᾳ (μέ τό ἀζημίωτο βέβαια) τό νέο ἐκκλησιαστικό καθεστώς πού ἐπέφερε τό διάγγελμα τῆς Κων/πόλεως τοῦ 1920. Ὃσοι γνωρίζουν τό ἀτυχές καί βλάσφημο αὐτό διάγγελμα τοῦ Οἰκουμ. Πατριαρχείου, δέν μποροῦν νά μή παραδεχθοῦν ὃτι ὑπῆρξε ὁ ἠθικός αὐτουργός τοῦ νέου ἐκκλησιαστικοῦ καθεστῶτος, δηλ, τῆς «διῃρημένης» Ἑλλαδικῆς Ἐκκλησίας μέ ὃλα τά συμπαρομαρτοῦντα δεινά.
        Μή θέλοντες λοιπόν νά ζημιωθοῦν τά κεκτημένα τους, τήν ἂνεση, τό βόλεμα καί τό δοξάρι, ἐπενόησαν μία νέα πολεμική κατά τῶν αἱρέσεων. Τήν ἀντίδραση λένε «μέσα ἀπό τήν Ἐκκλησία».
        Ἀλλά αὐτή ἡ ἀντίδραση εἶναι δικαιολογημένη μόνο στήν ἀρχή τῆς δράσεως τῆς αἱρέσεως, τό πολύ μέχρι τήν διάγνωσή της ἀπό κάποια τοπική σύνοδο τῆς Καθολικῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Χωρίς τοῦτο νά σημαίνει ὃτι ὃποιος ἒχει κατανοήσει ἐπακριβῶς τήν αἳρεση πρίν ἀπό τήν συνοδική διάγνωση, δέν ἒχει τό δικαίωμα νά ἀποτειχισθεῖ «πάραυτα»(1). Τοὐναντίον θά ἒχει ἀκέραιο τόν ἒπαινο ἐκ τῆς Ἀληθείας, ὡς ἐπαγρυπνοῦντα καί ἀγωνιζόμενον νομίμως. Ἀπό τήν διάγνωση καί πέρα ἰσχύουν τά περί «κατεγνωσμένης αἱρέσεως» πού διαλαμβάνει ὁ ιε’ τῆς ΑΒ’ Συνόδου.
        Ἒτσι ἐγκλωβισμένοι μέ ὃλα αὐτά, κατέληξε πλέον ἡ ἀντίδρασή τους σέ ἓνα ἀσπόνδυλο, ἀνούσιο, ἀλλά καί ὠφελιμιστικά ἀναγκαῖο χαρτοπόλεμο.
        Παρά ταῦτα ἡ νέα τακτική πολέμου «μέσα ἀπό τήν Ἐκκλησία», πέρασε ταχύτατα σάν ἠλεκτρικό ρεῦμα σέ ὃλες τίς τάξεις τῶν ἀντιοικουμενιστῶν τῆς κρατούσης Ἐκκλησίας. Σέ λίγο ἡ ἀποτείχιση θά εἶναι ἂγνωστη λέξη γι᾿ αὐτούς, ἐπαναπαυόμενοι «ἐν ἀσφαλεῖ τειχίῳ». Δυστυχῶς ὃμως πράγματι «ἒχει τι πικρόν ὁ τῆς ἀληθείας λόγος», ἐφ᾿ ὃσον ὁ Σταυρός τῆς ὁμολογίας ἀπαιτεῖ ἀνιδιοτέλεια καί αὐταπάρνηση. Εἶναι νόμος πνευματικός τόν ὁποῖο ἐθεμελίωσε τό ἀψευδές Στόμα τοῦ Κυρίου μας. «Ὂστις θέλει ὀπίσω μου ἐλθεῖν ἀπαρνησάσθω ἑαυτόν καί ἀράτω τόν σταυρόν αὐτοῦ καί ἀκολουθείτω μοι».  Καί ὃποιος λέγει ὃτι ἐκτός ἀπό τόν προσωπικό ἀγώνα τοῦ χριστιανοῦ κατά τῶν παθῶν του, τό «ἀπαρνησάσθω ἑαυτόν» δέν περιλαμβάνει καί τόν οὐσιαστικό ἀγώνα κατά τῆς αἱρέσεως ἀπατᾶται καί διαστρέφει τήν ἀλήθεια. Θά ρωτήσει βέβαια (καθώς καί ἡ Γερόντισσα καί πολλοί ἂλλοι) ὃτι ἐνῶ οἱ ἂκριτοι αἱρετικοί πολεμοῦν τήν ἀλήθεια «μέσα ἀπό τήν Ἐκκλησία», ἐμεῖς θά πρέπει νά βγοῦμε ἒξω ἀπό αὐτήν γιά νά τούς πολεμήσουμε; Εἶναι λογική αὐτή;
        Ἀποροῦν γιατί ἡ λογική πού καταλαβαίνουν ἒρχεται σέ ἀπευθείας ἀντίθεση μέ τούς λόγους καί τήν πράξη τῶν ὁμολογητῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας. Δέν ἀναρωτιοῦνται τοὐλάχιστον· τί δηλαδή; Ὃτι ἀμέτρητοι ὁμολογητές ἃγιοι ὃλων τῶν αἰώνων, μή ἒχοντες ἐκκλησιαστική ἐπικοινωνία μέ τούς οἰκείους αἱρετίζοντες ἐπισκόπους καί ἱερεῖς, ἦταν ἒξω ἀπό τήν μάνδρα τῆς Ἐκκλησίας; Πῶς συμβιβάζεται ἡ ἁγιότητά τους μέ τήν ἒξοδο ἀπό τά ὃρια τῆς Ἐκκλησίας;
        Ἀποροῦν γιατί ἐνῶ θεωροῦν ὃτι κάνουν σωστό ἀντιοικουμενιστικό ἀγώνα, ὁ οἰκουμενισμός ὃμως δι᾿ ἂλλης ὁδοῦ εἶναι μέσα τους. Ποίας; Τῆς θεωρίας τοῦ πολέμου «μέσα ἀπό τήν Ἐκκλησία». Μάλιστα μέχρι τελικῆς πτώσεως, διότι ἂλλη διέξοδος δέν ὑπάρχει πλέον γι᾿ αὐτούς. Μόνο πού ἡ πτώση αὐτή δέν θά εἶναι γιά τούς αἱρετικούς, τούς ἢδη «πεπτωκότας», ἀλλά γιά τούς καινούς πολεμιστές τῶν γραφείων. Φώναζε καί γράφε ὃσα θέλεις, λέγει ὁ οἰκουμενισμός, ἐναντίον μου. Μόνο κοντά μου νά εἶσαι. Μόνο νά εἶσαι κοινωνικός μαζί μου. Καί νά σκεφθεῖ κανείς ὃτι σήμερα ἡ ὁμολογιακή ἀκοινωνησία δέν κοστίζει τίποτα. Οὒτε ἐξορίες, οὒτε μαρτύρια, οὒτε κἂν στέρηση τῆς ἐλευθερίας.
        Ὣστε λοιπόν οἱ ἃγιοι ὁμολογητές ἀποτειχιζόμενοι ἀπό τήν κοινωνία τῶν αἱρετικῶν προϊσταμένων τους, ἐπισκόπων ἢ ἱερέων, ὂχι μόνο δέν ἒβγαιναν ἀπό τήν μάνδρα τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλά παρέμεναν ἐντός αὐτῆς συγκροτοῦντες τό λεῖμμα τῆς εὐσεβείας.

                                             

(1)  Νομίζω ὃτι στήν περίπτωση αὐτή ἰσχύει μόνο τό δικαίωμα, ὂχι ὃμως καί ἡ ὑποχρέωση. Πάντως ἐπειδή εἲμαστε τρεπτοί καί ρέπουμε εὒκολα πρός τήν πλάνη καί τά ἂκρα, εἶναι ἀσφαλέστερο ὁ πιστός νά περιμένει τήν «ἐντελῆ διάγνωσιν» (ἑρμ. Βαλσαμῶνος) ἀπό κάποια ἒστω Τοπική Σύνοδο τῆς Ἐκκλησίας. Γιά τήν σημερινή πραγματικότητα ὃμως ὃλοι οἱ ἐνσυνείδητοι ὀρθόδοξοι ἀναγνωρίζουν τήν ὓπαρξη καί δράση τῆς παναιρέσεως τοῦ οἰκουμενισμοῦ. Μάλιστα «διεγνωσμένη» πλήρως ἀπό κανονολόγους καί θεολόγους τῆς Ἑλλαδικῆς Ἐκκλησίας, καθώς καί τήν Τοπική Σύνοδο τῆς Ρωσικῆς Διασπορᾶς ἐπί ἁγίου Φιλαρέτου, δέν ὑφίσταται οὐδεμία πρόφαση γιά τούς κοινωνοῦντες αὐτήν.

                                                                                                                         Δ.Μ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου