"Κρείττων γὰρ ἐπαινετὸς πόλεμος εἰρήνης χωριζούσης Θεοῦ· καὶ διὰ τοῦτο τὸν πραῢν μαχητὴν ὁπλίζει τὸ Πνεῦμα, ὡς καλῶς πολεμεῖν δυνάμενον" Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος

Παρασκευή, 17 Ιουνίου 2016

ΕΣΧΑΤΗ ΩΡΑ: Ἡ ἀρχή τῆς δυνητικῆς ἑρμηνείας (Μέρος Γ΄)

 
 
        Ἡ ἑρμηνεία τοῦ Βαλσαμῶνα:
        «Εἰ γάρ μή δι’ ἐγκληματικήν αἰτίαν, ἀλλά δι’ αἳρεσιν χωρίσῃ τις ἑαυτόν ἀπό τοῦ ἐπισκόπου αὐτοῦ ἢ τοῦ Μητροπολίτου ἢ τοῦ Πατριάρχου ὡς ἐπ’ Ἐκκλησίας διδάσκοντος ἀνερυθριάστως διδάγματά τινα ἀπηλλοτριωμένα τοῦ ὀρθοῦ δόγ­ματος, ὁ τοιοῦτος καί πρό ἐντελοῦς δια­γνώσεως, πολλῷ δέ πλέον καί μετά διά­γνωσιν, ἐάν ἑαυτόν ἀποτειχίσῃ ἢγουν χωρίσῃ ἀπό τῆς κοινωνίας τοῦ πρώτου αὐτοῦ, οὐ μόνον τιμωρηθή­σεται, ἀλλά καί τιμηθήσεται ὡς ὀρθόδοξος· κ.τ.λ
        Ἡ μετάφραση τοῦ π. Γερασίμου:
«...ἐάν ὃμως ὂχι δι’ ἐγκληματικήν αἰτίαν, ἀλλ’ ὡς εἲπομεν δι’ αἳρεσιν καταδικασθεῖσαν ὑπό τῆς Ἐκκλησίας ἢθελε χωρισθῇ τις ἀπό τόν ἀνώτερόν του, ἐκκόπτων τό μνημόσυνον αὐτοῦ, ὃστις ἀνερυθριάστως δι­δάσκει διδάγματα ἀλλότρια τοῦ ὀρθοῦ δόγματος τῆς Ἐκκλησίας, εἰς τόν τοιοῦτον ἐπιτρέπεται ἐάν θέλῃ νά ἀποχωρισθῇ ἀπό τῆς συγκοινωνίας τοῦ ἀνωτέρου του, καί πρίν ἢ ἐκδοθῇ συνοδική καταδικαστική ἀπόφασις, πολλῷ μᾶλλον καί μετά ταύτην· ὁπότε ὁ τοιοῦτος ὂχι μόνον δέν τιμωρεῖται διά καθαιρέσεως... ἀλλά θά τιμηθῇ μάλιστα κ.τ.λ.». Καί συνεχίζει ἐπεξηγῶν ὁ ἲδιος τόν ἑαυτό του: «τό “ἐάν ἑαυτόν ἀποτειχίσῃ, ἢγουν χωρίσῃ ἀπό τῆς κοινωνίας τοῦ πρώτου αὐτοῦ”, ση­μαίνει τήν προαίρεσιν ἢτοι ἐάν θελήσῃ, καί οὐχί ἐπιβολήν ἐκκοπῆς τοῦ μνη­μοσύνου. Ἑπομένως ἐν περιπτώσει αἱρέσεως ἒνθα ἀφίεται εἰς τήν προαίρεσιν ἑκάστου, ὁ ἀκολουθῶν τόν γενικόν κανόνα ἢτοι ὁ μνημονεύων μέχρις ἐκδόσεως Συνοδικῆς ἀποφάσεως ἐν τάξει εἶναι, καί ὁ ἀποκόπτων τό μνημό­συνον χωρίς νά ἀναμένῃ τήν ἀπόφασιν τῆς Ἐκκλησίας ἢτοι πρίν ἐκδοθῇ ἀπόφασις Συνοδική καί οὖτος ἐν τάξει εἶναι, μάλιστα ὁ τελευταῖος οὖτος καί τιμῆς ἂξιος εἶναι» (οἱ ὑπογραμμίσεις δηλώνουν τήν προσθήκη).      
       Ἀπαντῶντες λέγουμε τοῦτο. Ἑρμηνεύοντες δυνητικά τούς ἱερούς κα­νό­νες οὐδέποτε θά εὑρεθεῖ κάποιος νά διακόψει τό μνημόσυνο τοῦ ἐπισκόπου αὐτοῦ πρό συνοδικῆς καταδίκης. Οὒτε θά ὑπῆρχαν στό ἑορτολόγιο τῆς Ἐκκλησίας οἱ ἃγιοι Ὁμολογητές καί Μάρτυρες. Ὁ ἀορίστως ἀναφερόμενος ὡς «γενικός κανόνας» εἶναι ἀνύπαρκτος καί ἀκατανόητος. Μήπως ὀνομάζει ὡς «γενικόν κανόνα» τήν γενικῶς καί ἀδιακρίτως ἐπικοινωνία τῶν περισσοτέρων (συνήθως) μέ τούς αἱρετίζοντες ποιμένες τους;  Ἀλλά ἂς μᾶς ἑρμηνεύσουν παρομοίως καί τόν λόγο τοῦ Κυρίου· «Εἰ ὁ ὀφθαλμός σου σκαν­δαλίζει σε, ἒξελε αὐτόν καί βάλε ἀπό σοῦ· καλόν σοι ἐστί μονόφθαλμον εἰς τήν ζωήν εἰσελθεῖν, ἢ δύο ὀφθαλμούς ἒχοντα βληθῆναι εἰς τήν γέενναν τοῦ πυ­ρός». Ποῖος νοεῖται ὡς ὀφθαλμός ἐδῶ μᾶς ἑρμηνεύει ὁ Μέγας Ἀθανάσιος· «Βα­δίζοντες τήν ἀπλανῆ καί ζωηφό­ρον ὁδόν, ὀφθαλμόν μέν ἐκκόψωμεν σκαν­δαλίζοντα, μή τόν αἰσθητόν ἀλλά τόν νοητόν. Οἷον ἐάν ὁ ἐπίσκοπος ἢ ὁ πρεσβύ­τερος οἱ ὂντες ὀφθαλμοί τῆς Ἐκκλησίας κακῶς ἀναστρέφωνται καί σκανδαλί­ζωσι τόν λαόν, χρή αὐτούς ἐκβάλλεσθαι. Συμφέρον γάρ ἐστιν ἂνευ αὐτῶν συνα­θροίζεσθαι εἰς εὐκτήριον οἶκον, ἢ μετ’ αὐτούς ἐμβληθῆναι ὡς μετά Ἂννα καί Καϊάφα εἰς τήν γέενναν τοῦ πυρός».
        Προτρέπει λοιπόν φανερά ὁ θεῖος λόγος νά ἐκβάλλω ἐγώ πρωτύτερα τόν σκανδαλίζοντα ὀφθαλμό (εἲτε ἐπίσκοπον, εἲτε πρεσβύτερον). «...ἒξελε αὐτόν καί βάλε ἀπό σοῦ». Πῶς ὃμως; Μέ τήν ἀποτείχιση ἢ τήν συνοδική ἀπόφαση; Τήν πρώτη τήν ἀντιλαμβάνομαι γιατί εἶναι πράξη ἐφικτή ὑπ’ ἐμοῦ καί νόμιμη. Τήν δεύτερη δέν τήν ἀντιλαμβάνομαι διότι βέβαια δέν μπορῶ. Ἡ συνοδική ἀπόφαση εἶναι ἒργο τῆς συνόδου τῆς Ἐκκλησίας καί δέν ἐξαρτᾶται ἀπό τήν θέλησή μου. Νά περιμένω τήν συνοδική ἀπόφαση; Ἀλλά ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ μέ προτρέπει σαφέστατα νά ἀποτειχισθῶ ἂμεσα. Καί ὂχι μόνο. Μέ προτρέπει καί ὑποδεικνύει νά ἐπιλέξω ἀπό τήν ζωή ἢ τήν γέεννα τοῦ πυ­ρός, τό συμφέ­ρον, τό «καλόν». Τί ἀπομένει λοιπόν, ἀφοῦ ὁ ἐπίσκοπός μου ἢ ὁ πρε­σβύτερος μέ σκανδαλίζουν μέ τήν «περί τήν πίστιν κακή ἀναστροφή» τους; Ἢ μήπως τό «ἒξελε αὐτόν καί βάλε ἀπό σοῦ» εἶναι καί αὐτό δυνη­τικό; Ὃτι δηλαδή (κατά τόν δεινό μας ἑρμηνευτή), ἐάν δέν ἀποδέχομαι τά αἱρετικά διδάγματα τοῦ ἐπισκόπου, δέν εἶμαι ὑποχρεωμένος νά «ἐκβάλλω αὐτόν» ἀποτειχιζόμενος ἐξ αὐτοῦ; Ἐάν δέν θέλω βέβαια νά βρεθῶ μαζί μέ αὐτόν «εἰς τήν γέενναν τοῦ πυρός», «ὡς μετά  Ἂννα καί Καϊάφα». Ὡς πρός τήν ἐπιλογή μου αὐτή εἶναι ἀλήθεια ὃτι δέν μέ ὑποχρεώνει κανένας. Οὒτε ὁ ἲδιος ὁ Θεός! Τοῦτο εἶναι πού «ἀφίεται εἰς τήν προαίρεσίν μου», ἀλλά βέβαια «πάντα μοι ἒξεστι, ἀλλ’ οὐ πά­ντα συμφέρει». Διότι ἐφ’ ὃσον τό «ἐάν ἑαυτόν ἀποτειχίσῃ» τοῦ Βαλσαμῶνος, «σημαίνει (γιά τόν π. Γεράσιμο) τήν προαίρεσιν ἢτοι ἐάν θελήσῃ, καί οὐχί ἐπιβολήν ἐκκοπῆς τοῦ μνημοσύνου», τότε πῶς συμβιβάζεται τό «ἒξελε αὐτόν καί βάλε ἀπό σοῦ» μέ τό «ὁ μνημονεύων μέχρις ἐκδόσεως Συνοδικῆς ἀποφάσεως ἐν τάξει εἶναι» ἢ μέ τό «οὐδαμῶς κα­τακρίνεται» τῶν δυνητικῶν ἑρμηνευτῶν; Ἢ γιά νά εἶμαι πιό σαφής, πῶς συμβιβάζεται τό «ἒξελε αὐτόν κ.τ.λ.» μέ τό «ἐάν θέλῃς μή ἐξέλῃς αὐτόν καί μή βάλῃς ἀπό σοῦ, ἀλλά μήν ἀποδέχεσαι τά αἱρετικά διδάγ­ματα (τοῦ ἐπισκόπου) καί δέν θά κατακριθῇς», πρᾶγμα πού εἶναι ἓνα καί τό αὐτό μέ τήν κα­κο­δαίμονα ρήτρα, «ἂν ἓτερος κληρικός δέν θέλῃ νά παύσῃ τό μνημόσυ­νον, καί χωρίς νά ἀποδέχηται τά αἱρετικά διδάγματα τοῦ ἐπισκόπου... οὐδαμῶς κατακρίνεται»;  Καί ἐάν δέν κατακρίνεται πῶς συμβιβάζεται πάλι αὐτό μέ τό «καλόν σοι ἐστι μονόφθαλμον εἰς τήν ζωήν εἰσελθεῖν ἢ δύο ὀφθαλμούς ἒχοντα βληθῆναι εἰς τήν γέενναν τοῦ πυρός»;  Δηλαδή μαζί μέ τόν αἱρετικό ἐπίσκοπο;
        Ἀλλά γιά νά τό προχωρήσουμε, τότε γιατί νά μήν ἑρμηνεύονται δυ­νη­τικά καί ἂλλοι κανόνες, ὃπως οἱ με΄, μστ΄, μζ΄, ἀποστολικοί, ἀλλά καί ὃσοι δέν ἀναφέρονται σέ ζητήματα πίστεως; Φαντασθεῖτε πόσα ἀτοπήματα θά ἐπέφερε ἡ κατ’ ἐπιλογήν δυνητική ἑρμηνεία τῶν ἱερῶν κανόνων. Ἐάν δέν ὑπάρχει οὒτε μία Πατερική ἀναφορά περί δυνητικῆς ἑρμηνείας σέ ὁποιονδήποτε κανόνα, ὃπως καί δέν ὑπάρχει, τότε οὒτε καί ὁ ιε΄ εἶναι δυ­νη­τικός. Γιά ἓνα τόσο σοβαρό ζήτημα πού ἀφορᾶ τήν σχέση αἱρετικῶν καί ὀρθοδόξων ἢ ψευδεπισκόπου καί ὑφισταμένων κληρικῶν ἢ λαϊκῶν στό θέμα τῆς κοινωνίας, εἶναι ἀδιανόητο νά μήν εἶχε προ­βλέψει ὁ ἐκκλησιαστικός νομοθέτης, (δηλαδή κάποια Τοπική ἢ Οἰκουμενική σύνοδος), ὃτι οἱ μή ἀποτειχιζόμενοι εἶναι ἀνεύθυνοι. Ἀντιθέτως ὁ «αἱρετικοῖς συνευξάμενος, μό­νον...», «εἰ τις κληρικός ἢ λαϊκός εἰσέλθοι εἰς συναγω­γήν Ἰουδαίων...», «ὁ δεχό­μενος βάπτισμα αἱρετικῶν...» καί ὃλες οἱ παρό­μοιες παρα­βάσεις, ἒχουν συ­γκεκριμένα ἐπιτίμια στά ὁποῖα δέν ἐμφιλοχωρεῖ καμμία ἀτιμωρησία, ὃπως ἀντινομοθετεῖ οὐτοπικῶς ἡ δυνη­τική ἑρμηνεία. Καί προχω­ρώντας ἒτσι ἡ ἱστορία τῶν οὐτοπιῶν δέν θά τε­λειώσει ποτέ.
         Ὃτι δέ ὁ ιε΄ κανόνας δέν ὁρίζει κάποιο ἐπιτίμιο γιά τούς μή διαστέλ­λο­ντες, ἐξηγεῖται ἀπό τό γεγονός ὃτι ἀναφέρεται μόνο στήν περίπτωση τῶν «δι’ αἳρεσιν» «τῆς πρός τόν καλούμενον ἐπίσκοπον κοινωνίας» ἀποτειχιζομένων, τούς ὁποίους ἀντί τοῦ συνηθισμένου ἐπιτιμίου τῶν κα­νό­νων γιά τίς παραβάσεις, ἐδῶ ἀντίθετα τούς ἐπαινεῖ. Τοῦτο μέ κανένα τρόπο δέν μπορεῖ νά ἐκληφθεῖ ὃτι ὁ μή ἀποτειχιζόμενος εἶναι ἀνεύθυνος. Ὃταν οἱ κανόνες γιά παράδειγμα ὁρίζουν καθαίρεση γιά τόν μετά αἱρετικῶν συμπροσευ­χόμενο ἐπίσκοπο, εἶναι αὐτονόητο καί τό ὃτι ὁ μνημονεύων αὐτόν (τόν ἐπίσκοπο) ἀμνηστεύει τήν παρανομία του καί ἐκ τούτου γίνε­ται κοινωνός αὐτῆς, ἆρα καί ὑπεύθυνος. Οἱ ὁμολογίες πίστεως διά προσωπικῶν ἐπιστολῶν πρός τόν Πατριάρχη καί οἱ πομπώδεις συ­νεδριακές ἐξαγγελίες κατά τοῦ οἰκουμενισμοῦ, οὐδόλως ἐναρμονίζονται μέ τήν μνημόνευση-κοινωνία τοῦ καταγγελομένου ἐπισκόπου καί μάλιστα ἐξάρχου τῆς παναιρέσεως. Τέτοιες ἐνέργειες οἱ «βαρεῖς λύκοι» (Πράξ. κ΄29) δέν τίς φοβοῦνται. Κατασιγάζουν ὃμως, τίς εὐαίσθητες συνει­δή­σεις στά θέματα τῆς πίστεως, συσσωρεύοντες (ἀλλοίμονο !!!), φοβε­ρές εὐθύνες.
        Ὣστε ἐάν ὁ «ἓτερος κληρικός δέν θέλῃ νά παύσῃ τό μνημόσυνον τοῦ σκαν­δαλίζοντος ἐπισκόπου» ἀναμένων τήν «ὑπό Συνόδου καταδίκην αὐτοῦ», ὂχι μόνο κατακρίνεται ὡς μή ποιήσας φρονίμως τό συμφέρον τῆς ψυχῆς του, ἀλλά διατρέχει δίκην Δαμοκλείου σπάθης τόν μέγα κίνδυνο τῆς αἰωνίου κατακρί­σεως.
        Ἡ πράξη τῶν ἁγίων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας διαψεύδει περίτρανα μία τέτοια δυνητική ἑρμηνεία τοῦ κανόνα. Ὁ ἃγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής ἀποτειχίσθηκε ἀπό τούς μονοθελῆτες ἐπισκόπους του, μέ συνέπεια νά διωχθεῖ, νά ἐξορισθεῖ τρεῖς φορές καί τέλος νά ἀποθάνει δύο μῆνες μετά τήν τρίτη ἐξορία στόν Καύκασο. Ὃλα αὐτά τά ἒπαθε πρό συνοδικῆς καταδίκης τῶν αἱρετικῶν ἐπισκόπων. Τίθεται ἐδῶ εὐλόγως τό ἀδυσώπητο ἐρώτημα. Γιατί δέν ἀνέμενε τήν συνοδική καταδίκη, ἀφοῦ κατά τούς δυνητικούς ἑρμηνευτές ἦταν στήν προαί­ρεσή του, ὁπότε θά ἦταν «ἐν τάξει» καί «οὐδαμῶς θά κατακρίνονταν»; Γιατί προτίμησε τήν ἀποτείχιση ἡ ὁποία τοῦ στοίχισε τίς φοβερές αὐτές συνέπειες καί τόν θά­νατο; Ἀσφαλῶς δέν ὑπάρχει καμμία ἀμφιβολία ὃτι ἀπό τίς φοβερές συ­νέ­πειες, περισσότερο φοβήθηκε τήν Δεσποτική ἀπόφαση, «ἒξελε αὐτόν... καλόν σοι ἐστί μονόφθαλμον εἰς τήν ζωήν εἰσελθεῖν ἢ δύο ὀφθαλμούς ἒχοντα κ.τ.λ.».
        Ὃτι ὁ ιε΄ κανόνας δέν ὑπῆρχε τήν ἐποχή τοῦ ἁγίου Μαξίμου, τοῦτο δέν μπορεῖ νά ἀποτελέσει ἀντεπιχείρημα, ἀφ’ ἑνός γιατί πάντοτε οἱ Ὁμολογητές Πατέρες ἐφύλασσαν το αὐτό πνεῦμα τοῦ κανόνα σέ πλήρη ἁρμονία μέ τόν λα΄ ἀποστολικό, καί ἀφ’ ἑτέρου γιατί ἐδῶ προβάλλοντες τήν ἐπιτακτική ἀνάγκη γιά ἀποτείχιση πού εἰδοποιεῖ ὁ Δεσποτικός λόγος  «ἒξελε αὐτόν...», καταρρίπτεται κάθε ἒννοια δυνητικότητας, εἲτε γιά τόν μεταγενέστερο ιε΄ κανόνα, εἲτε τυχόν γιά τόν λα΄ ἀποστολικό. Ἐνῶ οἱ δυ­νητικοί ἑρμηνευτές ἐμμέσως καταργοῦν τήν Δεσποτική ἀπόφαση, γεγο­νός πού συνιστᾶ βλα­σφημία κατά τοῦ Λόγου τοῦ Θεοῦ καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.
        Ὁ ἃγιος Μᾶρκος ὁ Εὐγενικός ὂχι μόνο δέν συναθροίζονταν «εἰς εὐκτήριον οἶκον» μέ τούς λατινόφρονες ἐπισκόπους, ἀλλά οὒτε καί σ’ αὐτή τήν κηδεία του δέν ἢθελε νά παραστέκονται. «Δεῖ γάρ παντάπασιν» ἒλεγε, «ἐκείνους εἶναι κεχωρισμένους ἡμῶν, μέχρις ἂν δῷ ὁ Θεός τήν καλήν διόρθωσιν καί εἰρήνην τῆς Ἐκκλησίας Αὐτοῦ». Ἂν μή τι ἂλλο ὡς «καλήν διόρθωσιν καί εἰρήνην τῆς Ἐκκλησίας» ἐννοοῦσε, τήν διά συ­νόδου καταδίκη τῶν λατινοφρό­νων ὡς αἰτίων γενικοῦ σκανδαλισμοῦ τῶν πιστῶν τῆς ὀρθοδόξου ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας.
                                              
ΣΗΜΕΙΩΣΗ
«Εἰς τήν φράσιν ὃτι ὁ Κανών ἒχει δυνητικόν καί ὂχι ὑποχρεωτικόν χαρακτῆρα, ὑπάρχουν τρία σφάλματα: ἓν θεολογικόν, ὃτι ὁ Κανών εἶναι δῆθεν δυνητικός, τό ὁποῖον ἒχει ἀποδειχθῆ ὃτι εἶναι πρωτίστως σφάλμα κατανόησης τοῦ κανόνος· ἓν λεκτικόν, διότι ἡ φράσις στερεῖται συγκεκριμένου νοήματος· καί ἓν λογικόν, καθότι...» οἱ δυνητικοί νεοπατέρες «ἀπό τήν μίαν πλευράν ἀποκαλοῦν τούς Ὀρθοδόξους τοῦ π.ἑ. “σχισματι­κούς” καί ἀπό τήν ἂλλη ἀναφέρονται εἰς τό “δυνητικόν” τοῦ Κανόνος. Ἐφόσον,» γράφουν καί λέγουν ὃτι δέν τούς «καλύπτει ὁ ΙΕ΄ Κανών τῆς Α΄καί Β΄ Συνόδου, ἐννοοῦντες προφανῶς ὃτι δέν κη­ρύσσεται καμμία κατεγνωσμένη αἳρεσις, τί νόημα ἒχει νά συνεχί­ζουν μέ τήν ἀντιθετικήν πρότασιν ὃτι “ἒχει δυνητικόν καί ὂχι ὑποχρεωτικόν χαρακτῆρα;”»

( Ὀρθοδοξία πολεμουμένη. Θεοδωρήτου Ἱερ/χου. σελ.55.)  
 
(Συνεχίζεται)
 
Δ.Μ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου