"Κρείττων γὰρ ἐπαινετὸς πόλεμος εἰρήνης χωριζούσης Θεοῦ· καὶ διὰ τοῦτο τὸν πραῢν μαχητὴν ὁπλίζει τὸ Πνεῦμα, ὡς καλῶς πολεμεῖν δυνάμενον" Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος

Κυριακή, 3 Φεβρουαρίου 2013

ΑΝΑΙΡΕΣΗ ΤΩΝ ΚΑΤΑ ΤΗΣ ΑΠΟΤΕΙΧΙΣΕΩΣ ΤΩΝ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ ΤΟΥ ΠΑΤΡΙΟΥ ΕΟΡΤΟΛΟΓΙΟΥ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΩΝ (ζ)


ΣΥΝΕΧΕΙΑ, ΑΠΟ ΕΔΩ, ΑΠΑΝΤΗΣΗΣ ΣΤΟ ΒΙΒΛΙΟ "ΤΟ ΣΧΙΣΜΑ ΤΟΥ ΖΗΛΩΤΙΚΟΥ ΠΑΛΑΙΟΗΜΕΡΟΛΟΓΙΤΙΣΜΟΥ" (π. ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ ΠΑΠΑΔΑΚΗ).

Περί του ιε΄ κανόνος και πότε μπορούμε να τον επικαλεστούμε αναφερθήκαμε και προηγουμένως. Εδώ θα σταθούμε σε ορισμένα σημεία μόνο:

 «Όπως προαναφέραμε, έως το 1935 και φυσικά έως σήμερα δεν πραγματοποιήθηκε από Οικουμενική η Πανορθόδοξο Σύνοδο καμμία καταδίκη της Εκκλησίας της Ελλάδος ως σχισματικής (πολύ περισσότερο ως αιρετικής). Ούτε επίσης η Εκκλησία της Ελλάδος αποσχίσθηκε από μόνη της από τις υπόλοιπες Ορθόδοξες Εκκλησίες δημιουργώντας μία ανεξάρτητη Εκκλησία (πολύ περισσότερο δεν προσχώρησε σε κάποια αιρετική Εκκλησία). Κατά συνέπεια (βάσει των όσων αναφέραμε στο προηγούμενο κεφάλαιο) δεν υφίστατο κάποιος λόγος για υποχρεωτική διακοπή της εκκλησιαστικής κοινωνίας μαζί της».

Θα απαντήσουμε λακωνικά, γιατί τα πολλά λόγια είναι φτώχεια. Ο κανόνας μιλάει για αποτείχιση ΠΡΟ συνοδικής διαγνώμης. Επομένως κακώς θέτετε ως επιχείρημα τη μη συνοδική καταδίκη της Εκκλησίας της Ελλάδος. Όπως είπαμε το πρόβλημα υπάρχει στην ερμηνεία του κανόνος τούτου. Εφόσον ο π. Βασίλειος δεν κατάφερε να τον ερμηνεύσει ορθώς, είναι λογικό πως δεν μπορεί να βρει δικαιολογία για την επίκλησή του από τους Γ.Ο.Χ.

«Μήπως όμως υπήρχε κάποιος λόγος, που έστω να επέτρεπε την απόσχισι από την Εκκλησία της Ελλάδος; Όπως είδαμε, οι Πατέρες της ΑΒ΄ Συνόδου επέτρεπαν την διακοπή της κοινωνίας, μόνο κατά την περίπτωσι που ο επίσκοπος εκήρυττε «αίρεσίν τινα παρά των συνόδων ή Πατέρων κατεγνωσμένην». Κανείς όμως δεν μπορεί να αποδείξη, ότι η διόρθωσις του ημερολογίου αποτελεί αίρεσι, προσβάλλει δηλαδή τα δόγματα της πίστεως και όχι την εξωτερική, λειτουργική ζωή και κανονική τάξι».

Αυτή καθεαυτή μία ημερολογιακή διόρθωση που γίνεται ομοφώνως από την Εκκλησία δεν αποτελεί αίρεση. Όμως η αποδοχή του γρηγοριανού ημερολογίου (σημαντικού προσηλυτιστικού εργαλείου της αιρέσεως του παπισμού), η οποία μάλιστα έγινε αντικανονικώς και μονομερώς και η οποία βιαίως επιβλήθηκε και ταυτόχρονα διέσπασε και την ενότητα της σύμπασας Εκκλησίας στην εξωτερική λατρεία, τότε αποτελεί σοβαρότατο λόγο διακοπής της κοινωνίας. Ο π. Βασίλειος παίζει με τις λέξεις «αίρεση» και «δόγμα», για να δικαιολογήσει την κοινωνία του με τον αιρετικό πατριάρχη Βαρθολομαίο. Οι τότε αποτειχισθέντες διείδαν στην ημερολογιακή μεταρρύθμιση της αίρεση του παπισμού, μέσω της αποδοχής του γρηγοριανού ημερολογίου (έστω και μόνο στις ακίνητες εορτές) και γι’ αυτό φώναξαν «φραγγέψαμε!». Οι σημερινοί απόγονοί τους ξέρουμε ότι η ημερολογιακή μεταρρύθμιση υπήρξε απλά το πρώτο βήμα της αιρέσεως του οικουμενισμού. Ο π. Βασίλειος αναρωτιέται ακόμη για τους λόγους της αποτείχισης…

«Την άποψι ότι η διόρθωσις του ημερολογίου δεν έθιγε τα δόγματα της πίστεως παραδεχόταν ακόμη και ο ηγέτης των Γ.Ο.Χ. πρώην Φλωρίνης Χρυσόστομος. Κατ αυτόν, η διόρθωσις ήταν μία πλάνη «μη αφορώσα απ' ευθείας δόγμα πίστεως, αλλ' αναφερομένη εις αντικανονικότητας και παρατυπίας Εκκλησιαστικάς ιασίμους κατά τον Μ. Βασίλειον», δηλαδή στο «Τυπικόν και Διοικητικόν μέρος της Εκκλησίας». Η Ιεραρχία της Ελλάδος επιμένοντας «εις την ημερολογιακήν ταύτην καινοτομίαν» έθετε την «φιλοτιμίαν της υπεράνω των Θείων και ιερών Κανόνων». Συνεπώς οι Γ.Ο.Χ. αντιτάσσονται «σε μίαν αντικανονικήν της Συνόδου απόφασιν» και «διατελούν εν ακοινωνησία προς την καινοτομήσασαν Ιεραρχίαν... προσωρινώς δια λόγους κανονικούς» και όχι δογματικούς».

Μετά την επιλεκτική παράθεση αποσπασματικών φράσεων από το έργο του πρώην Φλωρίνης Χρυσοστόμου, με σκοπό να εξάγει ο αναγνώστης τα συμμπεράσματα που θέλει ο συγγραφέας, καλούμε τον π. Βασίλειο να μελετήσει το σύνολο του έργου του για να διαφωτιστεί. Ήδη η ανάρτησή του έχει αρχίσει και ο καλοπροαίρετος αναγνώστης θα ωφεληθεί πολύ όταν εντρυφήσει σε αυτό. Και έτσι δεν θα σκέφτεται αήθειες σαν τις παρακάτω:

«Για να μη χάση όμως την συμμαχία του ιε΄ κανόνος της ΑΒ΄ Συνόδου, ο οποίος ώριζε ότι μόνο λόγοι πίστεως δικαιολογούν την διακοπή της κοινωνίας, ο Χρυσόστομος δεν δίσταζε ορισμένες φορές να τον παρουσιάζη αλλοιωμένο. Συγκεκριμένα υποστήριζε ότι ο εν λόγω κανών υπαγορεύει «την αποκήρυξιν του πρώτου και προ της Συνοδικής κρίσεως, όταν ούτος απροκαλύπτως και γυμνή τη κεφαλή κηρύττει επ' Εκκλησίας και διδάσκη, παρ α οι Θείοι Πατέρες εν Οικουμενικαίς και Τοπικαίς Συνόδοις εθέσπισαν, και ως ορθοδόξους θεσμούς και κανόνας καθιέρωσαν».

Ο Χρυσόστομος Καβουρίδης, ο οποίος παράτησε και δόξες και τιμές και αξιώματα και συντάξεις και τρις εξορισθείς (την τελευταία υπερογδοηκοντούτης) είναι διαστρεβλωτής; Δεν μπορεί να μας πείσει ένας εκπρόσωπος του κατεστημένου, ο οποίος κοινωνεί ανερυθριάστως με τον αιρετικό Πατριάρχη Βαρθολομαίο διά τον φόβο των Ιουδαίων.

Έτσι γράφοντας:

«Είναι προφανής, πιστεύουμε, η αλλοίωσις του νοήματος του κανόνος δια της διευρύνσεως του πεδίου των παραπτωμάτων του «πρώτου» (επισκόπου) από την σφαίρα του δόγματος και στις παρανομίες των «θεσμών και κανόνων». Σύμφωνα όμως με την διδασκαλία των αγίων Πατέρων που προαναφέραμε και ιδίως του εν λόγω κανόνος, απαγορεύεται αυστηρά η διακοπή της κοινωνίας με τον επίσκοπο, όταν αυτός παραβιάζη την κανονική τάξι και μόνο»,

να αναρωτηθεί πως ο ίδιος είναι αυτός που αλλοιώνει ολόκληρη την διδασκαλία και πράξη της Εκκλησίας, διακρίνοντας τα διδάγματα της Εκκλησίας σε δογματικά και μη δογματικά και άρα επιτρεπόμενα να θιχθούν. Αυτή είναι η διδασκαλία των Πατέρων; Μα αυτοί «ούτε εν ιώτα» έλεγαν. Ας προσευχόμαστε προς δυσμάς ή ας κάνουμε το σταυρό μας με το πόδι, αφού αυτά δεν είναι δογματικά. Ωραία διδασκαλία, σύμφωνη με το νεωτεριστικό πνεύμα της νέας εποχής.


Ως απάντηση στο υποκεφάλαιο αυτό παραθέτουμε το αναφερόμενο και υπό του π. Βασιλείου άρθρο του κεκοιμημένου πατρός Θεοδωρήτου στην «Εκκλησιαστική Παράδοση» προς κοινή ωφέλεια:




Σε αυτό το υποκεφάλαιο ο συγγραφέας προσπαθεί μέσα από διάφορα ιστορικά παραδείγματα να περάσει τις απόψεις του. Ας τα δούμε ξεχωριστά

Στο παράδειγμα 1, ο Μέγας Φώτιος παρουσιάζεται ούτε λίγο, ούτε πολύ, ως ανεκτικός στις λατινικές κακοδοξίες. Εδώ μάλιστα η κύρια διαστροφή έγκειται στο γεγονός ότι τις σχέσεις μιας Εκκλησίας προς άλλην (συγκεκριμένα της Κωνσταντινουπόλεως προς την Ρώμη) την προβάλλει ο συγγραφέας ως πρότυπο για τη σχέση ενός πιστού προς τον Επίσκοπό του. Παράλληλα προσπαθεί να μειώσει την σπουδαιότητα των άλλων (εκτός του filioque δηλαδή) κακοδοξιών, τα οποία τα θεωρεί… «έθιμα», ενώ ο Μέγας Φώτιος απλά δεν τα πολεμά ευθέως προκειμένου να διευθετηθεί το μείζων, για την εποχή του, ζήτημα του filioque.

Το παράδειγμα 2 είναι  εντελώς εκτός θέματος και παραπλανητικό. Τι θα πει ότι οι Ορθόδοξοι ανέχονταν τους Λατίνους μέχρι το 1054; Τουλάχιστον ήρθε ο χρόνος που σταμάτησαν να τους ανέχονται βλέποντας την αμετανοησία τους. Εσείς έως πότε θα ανέχεστε τους οικουμενιστές επισκόπους σας να σας χειραγωγούν και να σας οδηγούν στην πανθρησκεία του Αντιχρίστου και του ψευδοπροφήτου αυτού του Πάπα Ρώμης;

Στο παράδειγμα 3 η διαστροφή συνεχίζεται. Κορύφωση αυτής η φράση «ο άγιος Νικόδημος και οι υπόλοιποι άγιοι Κολλυβάδες της εποχής του αγωνίσθηκαν μεν κατά των αθετήσεων των ιερών παραδόσεων και των κανονικών διατάξεων, δεν διέκοψαν όμως την εκκλησιαστική κοινωνία με τους εκκλησιαστικώς προϊσταμένους τους», ξεχνώντας ο π. Βασίλειος πως οι Κολλυβάδες αφορίστηκαν από την Τοπική Σύνοδο εν Κωνσταντινουπόλει το 1776, αφορισμός που δεν έχει μέχρι σήμερα αναιρεθεί (όχι ότι φυσικά έχει καμία ισχύ αφού είναι άδικος, όπως και η καθαίρεση του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου, που επίσης δεν έχει αναρεθεί). Μήπως οι Κολλυβάδες μνημόνευαν τον Πατριάρχη που τους αφόρισε;   

Και στο παράδειγμα 4 δεν θα πούμε πολλά. Γράφει ο π. Βασίλειος: «οι ανωτέρω σημαντικές αθετήσεις τόσο «του Μοναχικού βίου» όσο και «των Κανονικών Διατάξεων και Παραδόσεων της Εκκλησίας» δεν ωδήγησαν τους Ορθοδόξους εκείνης της εποχής και ιδίως τον «ζηλωτήν της Ορθοδόξου πίστεως ημών, αοίδιμον Κων/νον Οικονόμου τον εξ Οικονόμων» να διακόψουν την εκκλησιαστική κοινωνία με τους επισκόπους τους». Είναι όμως έτσι; Η αλήθεια είναι πως δεν αντέδρασαν σύσσωμοι οι κληρικοί και λαϊκοί (πράγμα το οποίο δεν μπορούσε να γίνει λόγω των ιστορικών περιστάσεων). Έχουμε λοιπόν μία χαλάρωση της ορθοδόξου συνειδήσεως, που όπως φαίνεται χαροποιεί τον π. Βασίλειο όταν γράφει γεμάτος ενθουσιασμό πως κανείς δεν αντέδρασε και δεν έκοψε κοινωνία με τους παραβάτες. Δεν είναι όμως τα πράγματα ακριβώς όπως θέλει να τα παρουσιάσει ο σεβαστός συγγραφέας. Υπήρξαν αρκετές αντιδράσεις τόσο στα αντιθρησκευτικά μέτρα της Αντιβασιλείας, όσο και στον εθνοφυλετισμό του Φαρμακίδη. Ο μοναχός Προκόπιος Δενδρινός ήταν ο πρώτος που εξορίστηκε για την αντίδρασή του. Ο Κωνσταντίνος Οικονόμος ήταν ένας από αρκετούς εκείνη την εποχή που θεωρούσαν σχισματική την Εκκλησία της Ελλάδος (το 1850 θεραπεύτηκε το σχίσμα με την παραχώρηση Αυτοκεφαλίας από το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως). Οι ιεροκήρυκες Κοσμάς Φλαμιάτος και Χριστόφορος Παπουλάκος διώχθηκαν από τις πολιτικές και τις εκκλησιαστικές αρχές για την σθεναρή αντίδρασή τους και το ξεσήκωμα των ορθοδόξων συνειδήσεων του πιστού λαού. Ας μην επικεντρώνεται λοιπόν ο π. Βασίλειος μόνο στη διακοπή του μνημοσύνου, η οποία όντως σε περιπτώσεις κανονικών παραβάσεων δεν επιβάλλεται, όπως σε περίπτωση αιρέσεως. Μήπως όμως η αλλαγή του ημερολογίου ήταν μία απλή κανονική παράβαση;

Συνεχίζουμε να διαβάζουμε:

«Αντιθέτως, επαναλαμβάνουμε για μία ακόμη φορά, σύμφωνα με την Ορθόδοξο διδασκαλία, μόνο αθετήσεις των παραδόσεων που πλήττουν ευθέως την Ορθόδοξο πίστι, μπορούν να θεωρηθούν ως επαρκής λόγος για διακοπή της εκκλησιαστικής κοινωνίας. Τέτοιες είναι αναμφίβολα οι αθετήσεις των εκκλησιαστικών παραδόσεων που διέπραξαν οι Εικονομάχοι (άρνησις εξεικονίσεως και προσκυνήσεως του Ιησού Χριστού, της Θεοτόκου και των Αγίων, άρνησις προσκυνήσεως και αποδόσεως τιμής στον τίμιο Σταυρό και τα άγια λείψανα), καθώς και οποιεσδήποτε άλλες, που κατά παρόμοιο τρόπο πλήττουν την ευσέβεια».

Και ερωτούμε: Ήταν δόγμα η προσκύνηση των αγίων εικόνων, του Τιμίου Σταυρού και των ιερών λειψάνων, πριν την Ζ΄ Οικουμενική Σύνοδο; Ένας π. Βασίλειος της εποχής εκείνης δεν θα μπορούσε κάλλιστα να απευθύνει μια επιστολή στους εικονόφιλους της εποχής ότι δεν έπρεπε να διακόψουν το μνημόσυνο των εικονομάχων επισκόπων; Μα θα μου πείτε οι εικονομάχοι έπληξαν την ευσέβεια! Τώρα λοιπόν αναρωτηθείτε αν και κατά πόσον επλήγει η ευσέβεια των Ελλήνων Ορθοδόξων Χριστιανών, όταν ξαφνικά μια μέρα, χωρίστηκαν σε παλαιοημερολογίτες και νεοημερολογίτες με μια αντικανονική (και κατά τη γνώμη σας απόφαση), όταν άλλοι εορτάζουν σήμερα και άλλοι την ίδια εορτή σε 13 ημέρες, όταν άλλοι νηστεύουν και άλλοι όχι. Μα τόσο δύσκολο είναι πια να παραδεχτείτε το λάθος σας και να το διορθώσετε;

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου